You are here

10

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

10

10    Ἔτι δὲ πρὸς τὸ προκείμενον τοιαῦτά τινα προσεπιλέγει{ν}

(IV 90.19 L.)· οὗτος ὁ τρόπος παρὰ πολὺ κράτιστος ἐμβολῆς

ὤμου· δικαιότατα μὲν γὰρ μοχλεύει{ν}, ἢν μόνον ἐσωτέρω ἦι 

τὸ ξύλον τῆς κεφαλῆς τοῦ βραχίονος· δικαιόταται δὲ αἱ ἀντιρ-

  ροπαί, ἀσφαλὲς δὲ τὸ ὀστέον τοῦ βραχίονος. τὰ μὲν οὖν νεαρὰ

ἐμπίπτει θᾶσσον ἢ ὡς ἄν τις οἴοιτο, πρὶν ἢ καὶ κατατετάσθαι

δοκεῖν· ἀτὰρ καὶ τὰ παλαιὰ μόνον  αὕτη τῶν ἐμβολέων οἵη τ'

ἐμβιβάσαι, ἢν μὴ ἤδη ὑπὸ χρόνου σὰρξ μὲν ἐπεληλύθηι ἐπὶ τὴν

κοτύλην, ἡ δὲ κεφαλὴ τοῦ βραχίονος ἤδη τρίβον ἑωυτῆι ἦι

πεποιημένη ἐν τῶι χωρίωι ἵνα ἐξεκλίθη. οὐ μὴν ἀλλ' ἐμβάλλειν

γάρ μοι δοκεῖ  καὶ οὕτως πεπαλαιωμένον βραχίονα· τί γὰρ ἂν

δικαία μόχλευσις οὐ κινήσειεν ; μένειν μέντοι οὐκ ἄν μοι δοκέοι 

κατὰ χώρην, ἀλλ' ὀλισθάνειν εἰς τὸ ἔθος . οὐ μόνον δὲ τῆι ὑπὲρ

τὸν στρωτῆρα τῆς χειρὸς ὑπερθέσει συγχρῆσθαι διείληφεν, ἀλ-

λὰ καὶ ἐφ' ἑ{κα}τέρων  τῶν παρατυχόντων, οἷον εὐθέως ὑπο-

τέταχεν ἐπὶ τοῦ κλιμακίου λέγων οὕτως (IV 92.9 L.)· τὸ αὐτὸ δὲ

ποιεῖ καὶ περὶ κλιμακτῆρα καταναγκάζειν τὸν τρόπον τοῦτον

σκευάσαντα . τὴν δὲ τούτου καταγραφὴν παρήσομαι διὰ τὸ καὶ

ἐν τοῖς προεκκειμένοις διασαφεῖσθαι . τὰ δὲ ἑξῆς οὕτως ὑπο-

γέγραφεν (IV 92.10 L.)· πάνυ  μὴν  ἱκανῶς ἔχει καὶ περὶ μέγα

ἕδος Θεσσαλικὸν ἀναγκάζειν νεαρὸν ὂν τὸ ὀλίσθημα· ἐσκευά-

σθαι μὲν γὰρ χρὴ τὸ ξύλον οὕτως, ὥσπερ εἴρηται, ἀτὰρ τὸν

ἄνθρωπον καθίσαι πλάγιον ἐπὶ τῶι δίφρωι  καὶ ἔπειτα τὸν βρα-

χίονα σὺν τῶι ξύλωι ὑπερβάλλειν ὑπὲρ τοῦ ἀνακλισμοῦ καὶ ἐπὶ

μὲν θάτερα τὸ σῶμα καταναγκάζειν, ἐπὶ δὲ θάτερα τὸν |8 βρα-

χίονα σὺν τῶι ξύλωι . ἡ δὲ ἐμβολὴ γένοιτ' ἂν οὕτως. (ἡ ἐπὶ θά-

τερα κατοχὴ παραλέλειπται. ἔσται οὖν περιτροπή, καὶ ἡ χεὶρ

ἀφέστηκεν ἀπὸ τοῦ ἀγκῶνος.)

10

10    Περαιτέρω προσθέτει στὸ προκείμενο μερικὲς προτάσεις μὲ τὸ

ἀκόλουθο περιεχόμενο: Αὐτὴ εἶναι ἡ κατὰ πολὺ πιὸ ἀποτελεσματι-

κὴ μέθοδος γιὰ τὴν ἀνάταξη ὤμου· γιατὶ μετακινεῖ σὰν μοχλὸς τὸ

σῶμα κατὰ πολὺ ὁμαλὸ τρόπο, ἐὰν καὶ μόνο τὸ ξύλο (ἡ ἄμβη) βρί-

σκεται πιὸ βαθιὰ μέσα στὴν κεφαλὴ τοῦ βραχίονος· ἡ δὲ ἐξισορρό-

πηση δυνάμεων εἶναι ὁμαλότατη, καὶ εἶναι ἀσφαλὲς τὸ ὀστοῦν τοῦ

βραχίονος. Τὰ πρόσφατα, λοιπόν, ἐξαρθρήματα ἀνατάσσονται πιὸ

γρήγορα ἀπ' ὅ,τι θὰ νόμιζε κανείς, καὶ μάλιστα προτοῦ ἀκόμη γίνει

κάποια προφανὴς ἔκταση· ἀλλὰ καὶ τὰ παλαιὰ μόνο αὐτὴ ἡ μέθοδος

εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀνατάξει, ἂν δὲν ἔχει συμβεῖ ἤδη μὲ τὸν χρόνο νὰ

εἰσχωρήσει σάρκα μέσα στὴν κοτύλη καὶ ἂν δὲν ἔχει ἤδη δημιουργή-

σει ἡ κεφαλὴ τοῦ βραχίονος λόγω τῆς τριβῆς κοιλότητα στὸ σημεῖο

ὅπου ἔχει γίνει ἡ ἐξάρθρωση. Ἀλλ' ὅμως νομίζω ὅτι ἡ μέθοδος

αὐτὴ ἐπιτυγχάνει ἀνάταξη καὶ ἑνὸς τέτοιου πεπαλαιωμένου ἐξαρ-

θρήματος βραχίονος· γιατί, τί δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μετακινήσει μιὰ

ἰσχυρὴ μόχλευση; Μοῦ φαίνεται, ὅμως, πὼς δὲν παραμένει στὴ θέση

της (ἡ κεφαλὴ τοῦ βραχίονος), ἀλλὰ διολισθαίνει συνήθως. Ἔχει δὲ

διευκρινίσει ὅτι δὲν χρησιμοποιεῖται μόνο τὸ πέρασμα τοῦ χεριοῦ

πάνω ἀπὸ τὴ σανίδα, ἀλλὰ καὶ σ' ἄλλα ἀντικείμενα ποὺ βρίσκονται

πρόχειρα, ὅπως ἔχει ἐπεξηγήσει εὐθέως σχετικὰ μὲ τὴ μικρὴ σκάλα

λέγοντας τὰ ἀκόλουθα: τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ ὅταν ἐπιχειρεῖ κανεὶς

τὴν ἀνάταξη γύρω ἀπὸ τὴν ὁριζόντια σανίδα (τὸ σκαλοπάτι τῆς

μικρῆς κλίμακας), ἀφοῦ ἑτοιμάσει κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο. Θὰ ἀφήσω

δὲ τὴ σχετικὴ καταγραφή του, γιατὶ διασαφηνίζεται καὶ στὰ προ-

εκτεθέντα. Τὰ δὲ ἑπόμενα ὡς ἑξῆς περιγράφει: Πολὺ ἱκανοποιητικὰ

ἀποτε­λέσματα δίνει βέβαια κατὰ τὴν ἀνάταξη ἡ χρησιμοποίηση ἑ-

νὸς μεγάλου Θεσσα­λικοῦ καθίσματος, ὅταν εἶναι πρόσφατο τὸ ἐξ-

άρθρημα· τὸ δὲ ξύλο (μὲ τὴν ἄμβη) πρέπει νὰ ἑτοιμαστεῖ ἔτσι ὅπως

ἔχει λεχθεῖ, ὁ δὲ πάσχων νὰ καθίσει σὲ πλάγια θέση στὸ κάθισμα, καὶ

μετὰ νὰ περάσεις τὸν βραχίονα μαζὶ μὲ τὸ ξύλο πάνω ἀπὸ τὴν πλάτη

τοῦ καθίσματος καὶ ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ νὰ πιέσεις τὸ σῶμα πρὸς τὰ

κάτω, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸν βραχίονα μαζὶ μὲ τὸ ξύλο. Ἡ ἀνάταξη

θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ἔτσι. (Τὸ κράτημα ἀπὸ τὰ δύο μέρη ἔχει πα-

ραλειφθεῖ· θὰ γίνει, λοιπόν, περιστροφή, καὶ τὸ χέρι κρατιέται μα-

κρυὰ ἀπὸ τὸν ἀγκώνα.)

Σχόλια: 

10.2-13. οὗτος ὁ τρόπος (...) εἰς τὸ ἔθος: βλ. καὶ Γαλην. Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 341.15-342.3 καὶ 342.9-16 (λῆμμα) καὶ 343.1-19 (σχόλια: βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 9).

3. μοχλεύει{ν}: μοχλευειν L (ὅπως καὶ στ. 1 ἀνωτ. προσεπιλεγεινμοχλεύει (κατὰ τὸν Ἱππ., μὲ διάφ. ὅμως γραφὴ μοχλεύειν) M, ἐκδ., ὀρθῶς κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, μὴ ἀποκλειομένης ὅμως τῆς πιθανό­τητας νὰ εἶναι ὄντως μοχλεύειν ἡ ἀρχικὴ γραφή (μὲ τὸ ἀπαρέμφ. νὰ κεῖται ἀπολύτως).

3, 9. ἦι: ην (3) καὶ ει (9) στὸν L, ἔῃ (Li.1) καὶ ᾖ (Kw.2 Wi.3) στὸν Ἱππ. (ἔῃ Γαλην.). Οἱ Di.4 καὶ Sch.5 γράφουν ἔῃ (3) καὶ (9), οἱ δὲ KK.6 {ν} ( M) (3) καὶ (9). Κατὰ τὰ ἀνωτ. ἐκτεθέντα (σχόλ. σ.στ. 7.14 σ.λ. ἦι) γράψαμε ἦι καὶ στὶς δύο περιπτώσεις (μὲ προβληματισμὸ στὴν πρώτη, ὅπου πιθανῶς πρέπει νὰ γραφῇ ἦι{ν}, ὅπως στὴν ἔκδ. KK.6, μολονότι οὐδόλως ἀποκλείεται νὰ πρόκειται ἐδῶ παραφθορὰ ἀρχικῆς γραφῆς ΗΙ σὲ ΗΝ > ην).

7. μόνον: γραφὴ τοῦ L, υἱοθετούμενη ἀπὸ τοὺς ἐκδότες· ὁ Blomquist7 (13, 30.3), παραβάλλοντας πρὸς τὰ μούνη (ἐκδ., καὶ Γαλ.) καὶ μόνη τῶν Ἱπποκρατικῶν χφφ. καὶ πρὸς τὸ κατωτ. 3.10.32 (στὸ παράλληλο πρὸς τὸ ἐδῶ χωρίο) μόνη, θεωρεῖ τὴ γραφὴ μόνον ἐσφαλμένη. Ὁ προβληματισμὸς εἶναι εὔλογος, ἀλλ' ἡ διόρθωση ὄχι ἀπαραίτητη· βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 13.

9. κοτύλην (...) τρίβον (...): Σχολιάζει ὁ Γαληνός (ὅ.π. 343.1): Τὴν τετριμμένην τε καὶ τετυλωμένην χώραν ὠνόμασε τρίβον, ἥτις ὑπ' αὐτῆς τῆς κεφαλῆς τοῦ βραχίονος γίνεται, πολυχρονίως ἐστηριγμένης ἐκείνῳ τῷ μέρει τῆς περικειμένης τῇ διαρθρώσει σαρκός, ἐν ᾗπερ ἂν αὐτὴ ἐξ ἀρχῆς τύχῃ στηριχθεῖσα. κοτύλην δὲ ὠνόμασε τὴν ἐν τῇ διαρθρώσει κοιλότητα κατὰ τὸ πέρας, ὡς εἴρηται, τοῦ τῆς ὠμοπλάτης αὐχένος ἐπικειμένην ὡς τὸ πολύ. τὰς δὲ βαθείας κοιλότητας καὶ μεγάλαις ὀφρύσιν ἐρριζωμένας αὐτός τε καὶ ἄλλοι τῶν ἰατρῶν ὀνομάζουσι κοτύλας. ἀλλὰ νῦν γε κατὰ γνώμην οὕτως προσηγόρευσεν, εἰς ἣν ἐμπίπτουσιν αἱ περικείμεναι σάρκες, ὅταν ἐξάρθρημα γένηται, καταλαμβάνουσαι τὴν χώραν τὴν πρότερον, ἣν ἡ κεφαλὴ τοῦ βραχίονος κατειλήφει. τοιγαροῦν συμβαίνει ἐκ τοῦ ἀποκλεῖσαι τήν τε οἰκείαν χώραν τῆς κεφαλῆς τοῦ βραχίονος, ἔκ τε τοῦ τὰς ὑποδεξαμένας τυλωθείσας ἀντὶ κοτύλης αὐτῶν γενέσθαι, κἂν ἐμβληθῇ ποτε, μὴ δύνασθαι μένειν, ἀποθεμένων μὲν αὐτῇ σαρκῶν ἕνεκα τῶν ἀποκειμένων τῇ κοτύλῃ· παρὰ φύσιν γὰρ αὕτη, ὑποδεξαμένων τοίνυν ὀστῶν ἐκ τοῦ τυλωθῆναι παραπλησίαν διαρθρώσει κοιλότητα λαμβανουσῶν. Βλ. καὶ ΕΛεξΙ8 σ.λλ. κοτύλη (β) καὶ τρίβος (ἀρσ., «ἐπὶ μὴ ἀναταχθέντων ἐξαρθρημάτων τοῦ βραχιονίου καὶ τοῦ μηριαίου ὀστοῦ, μεταφ. ἡ κοιλότητα ἡ ὁποία δημιουργεῖται ἀπὸ τὴν τριβὴ τῆς ἐξαρθρω­μένης κεφαλῆς τοῦ βραχιονίου ἢ τοῦ μηριαίου στὰ περιαρθρικὰ μόρια τῆς ὠμογλύνης ἢ τῆς κοτύλης· ἡ νεοάρθρωση»), μὲ περαιτέρω παραπομπές (καὶ τὴν ἀνωτ.)· καὶ Ν.Ε. κοτύλη (βλ. Μπαμπ.9 σ.λ., 1. «κάθε κοίλο σχήμα» καὶ 3. ΑΝΑΤ. «κάθε κοιλότητα που σχηματίζουν οι αρθρώσεις του σώματος και ιδ. αυτές που συνδέουν τα μηριαία οστά με τη λεκάνη»). Γιὰ τὴν ἐτυμ.: Chantraine10 σ.λ. κοτύλη (ἀβέβαιης ἐτυμ.) καὶ σ.λ. τρίβω (τρίβος [ἐνίοτε θηλ., ἴσως κατὰ τὸ ὁδός], τριβή, τρίβων [Ν.Ε. τρίβωνας: τὸ ράσο τοῦ μοναχοῦ], τριβώνιον, τριβωνοφόρος, τρῖψις, κ.ἄ. / συγγ. πρὸς τὰ τείρω [καὶ λατ. tero, trivi, καὶ detrimentum], τετραίνω [βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 41-43 γιὰ τὸ τρῆμα], τρύω κ.λπ.).

11. γάρ μοι δοκεῖ: γραφὴ τοῦ L καὶ κατωτ. 3.10.34, υἱοθετούμενη ἀπὸ τοὺς Sch.5 καὶ KK.6 καὶ ἀπὸ τὸν Di.4 στὸ 3.10.34, ἐνῶ ὁ Di.4 υἱοθετεῖ ἐδῶ τὴ γραφὴ τῶν πλείστων χφφ. τοῦ Ἱππ. (καὶ τοῦ Li.1) γάρ μοι δοκέει (διάφ. γρ. Ἱππ. ἄν μοι δοκέοι, υἱοθετούμενη ἀπὸ τὸν Kw.2, μὲ τὴν παρατήρηση ὅτι στὸν κώδ. N ὑπάρχει ἂν μετὰ τὸ γὰρ ἀπαλειμμένο [βλ. καὶ σημ. Li.1] καὶ ὅτι στὸν κώδ. Β δίδεται ἡ γραφὴ δοκέοι)· ὁ Wi.3 γράφει γάρ μοι δοκεῖ (ὅπως στὸν Ἀπολλώνιο).

11-12. τί γὰρ ἂν δικαία μόχλευσις οὐ κινήσειεν: ὁ L δίνει ἐδῶ τὴ γραφὴ τι γαρ αν δικαια μοχλευσης ου κινησιεν καὶ στὸ παράλληλο χωρίο κατωτ. 3.10.34-35 τι γαρ και η μοχλευσις ουκ ονησειεν· στὸν Ἱππ. τί γὰρ ἂν δικαίη μόχλευσις οὐχὶ κινήσειεν (-ειε Li.1). Οἱ Di.4 καὶ Sch.5 γράφουν ἐδῶ τί γ. ἂν δικαίη μ. οὐ κινήσειεν καὶ κατωτ. τί γὰρ καὶ ἡ μ. οὐκ ὀνήσειεν κατὰ τὸν L ὁ Di.4, ὅπως καὶ οἱ KK.6, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐδῶ ἀκολουθοῦν τὸν L (τί γ. ἂν δικαία μ. οὐ κ.), ἐνῶ ὁ Sch.5 κατωτ. γράφει τί γὰρ <δι>καίη μ. οὐκ ὀν., ἐπιδοκιμαζόμενος ἐν μέρει ἀπὸ τὸν Alpers11 (σελ. 32). Ὁ τελευταῖος προτείνει τί γὰρ <ἂν δι>καίη μ. οὐ κινήσειεν (στὸ 3.10.34-35), ὅπως στὸ ἐδῶ χωρίο (ὅπου ὅμως γραφὴ δικαια) καὶ στὸν Ἐρωτιανό (63.9-10: σελ. 32.14 Nachm.12) τί γὰρ δικαίη μόχλευσις οὐκ ἂν κινήσειεν, ἐπιδοκιμάζει δὲ ὁ Blomquist6 (30, 82.22). Κρατήσαμε ἐδῶ τὴ γραφὴ τοῦ L δικαία καὶ τὸ οὐκ ὀνήσειεν κατωτ., ποὺ δὲν δημιουργοῦν ἄλλο πρόβλημα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὄχι σπάνια σὲ παρόμοιες περιπτώσεις ἀπόκλιση ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Ἱπποκράτη (βλ. π.χ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 7 σ.λ. μόνον), ἀλλὰ στὸ κατωτ. 3.10.34-35 γράψαμε <ἂν δι>καίη (κατὰ τὸν Alpers11 καὶ τὸν Blomquist6, πβ. Sch.5) γιατὶ τὸ και η νοσεῖ συντακτικὰ καὶ σημασιολογικά. (Ὁ γενικὸς καὶ εἰδικὸς προβληματισμὸς παραμένει.)

12. μένειν μέντοι οὐκ ἄν μοι δοκέοι: ὁ L δίνει ἐδῶ τὴ γραφὴ δοκεη καὶ κατωτ. (3.10.35-36) δοκοιειν, καὶ γε μετὰ τὸ μέντοι· τὰ Ἱππ. χφφ. δίνουν κείμενο μένειν μέντοι (χωρὶς γε) οὐκ ἄν μοι δοκέοι (καὶ ἐκδ., διάφ. γρ. δοκεει [a. corr.] καὶ δοκεη [p. corr.] στὸν V [Kw.2] καὶ δοκέῃ vulg. [Li.1]. Κατὰ τὰ πλεῖστα χφφ. τοῦ Ἱππ. καὶ τὸν M οἱ ἐκδ. γράφουν ἐδῶ δοκέοι, κατωτ. δὲ κατὰ τὸν M δοκοίη, καὶ γε κατωτ. κατὰ τὸν L· τὸ τελευταῖο ὀβελίζει ὁ Blomquist6 (30-31, 82.23, μὲ σημ. 30) κατὰ τὸ ἐδῶ χωρίο καὶ τὸν Ἱππ., θεωρώντας ὅτι αὐτὸ ὀφείλεται σ' ἕναν ἀντιγραφέα ἐπηρεασμένο ἀπὸ τὴ μεταγενέστερη γλωσσικὴ χρήση. Μὲ ἐπιφυλάξεις κρατήσαμε τὸ γε κατωτ. (πιστεύοντας ὅτι ὁ Ἀπ. κάλλιστα θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε προσθέσει ἐδῶ τὸ γε: πβ. κατωτ. 11.5 ἡ δέ γε πεῖρα, 2.2.4 ἀλλά τοί γε, 2.9.18 ἀλλὰ τούς γε τοιούτους [σὲ χωρίο Ἱππ.], 3.4.4 καίτοι γε κ.τ.τ., καὶ μέντοι γε Ἡρόδ. 1.187.2 [μὴ μέντοι γε μὴ σπανίσας γε ἄλλως ἀνοίξῃ], 2.93.2, 5.111.3 ὡς μέντοι ἔμοιγε [πιθ. ἐμοί γε] δοκέει εἶναι [κ.ἄ.], Ἀριστοφ. Ἱππ. 276, Ξεν. Ἑλλ. 2.4.42 κ.ἀ., Στράβ. 2.4.2, κ.ἄ. πάμπολλα)· ἀνεπιφύλακτα, ἐπίσης, γράψαμε κατωτ. δοκοίη (δοκοιειν L), μὲ πολλὲς δὲ ἐπιφυλάξεις δοκέοι ἐδῶ (πβ. κατωτ. 2.14.7 ὁπόσῳ <>ν δοκέοι: βλ. σημ. σ.σλ.), διερωτώμενοι μήπως ὄντως ὁ Ἀπ. ἔγραψε δοκέηι (δοκεη L).

13. ὀλισθάνειν εἰς τὸ ἔθος: ὁ L δίνει τὶς γραφὲς ολισθανειν τόσο ἐδῶ ὅσο καὶ στὸ παράλληλο παράθεμα κατωτ. (3.10.36), εις ἐδῶ καὶ ες κατωτ., τὸ εσω ἐδῶ καὶ το εθος κατωτ., τὰ δὲ Ἱππ. χφφ. ὀλισθάνοι (Li.1 Kw.2, διάφ. γρ. -αίνοι) καὶ ὀλισθαίνειν (-άνειν Wi.3) καὶ ἂν μετὰ τὸ ὀλισθ. (υἱοθετούμενο καὶ ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἐκδ.), ὡς (Li.1 Wi.3) καὶ ἐς (Kw.2), τὸ ἔθος (καὶ στὶς τρεῖς ἐκδ., καὶ στὸν Γαληνό, Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 342.16: ὀλισθαίνειν ἂν ὡς τὸ ἔθος). Στὶς ἐκδ. τοῦ Ἀπ., ἐδῶ: ὀλισθάνειν εἰς τὸ ἔσω (ὁ Di.4 σημειώνει, ἐπιπρόσθετα: «ἔτος F.M. γρ. ἔσω in mg. ἔθος Hipp.»)· κατωτ.: ὀλισθαίνειν ἐς τὸ ἐκτός Sch.5, ὀλισθάνειν ἐς τὸ ἔθος (κατὰ τὸν L, ὀρθῶς) KK.6 (λείπει στὴν ἔκδ. Di.4). Ὁ Alpers11 (σελ. 30, ἐπιδοκιμαζόμενος ἀπὸ τὸν Blomquist6: 13, 30.9) ὀρθῶς θεωρεῖ τὸ ἐδῶ εσω σταδιακὴ παραφθορὰ ἀπὸ τὸ ἔθος (: ΕΘΟC > ΕCΟC > ΕCΩ ἀπὸ κάποιον ἀπερίσκεπτον ἀναγνώστη, βιαστικά, χωρὶς νὰ παρατηρήσει τὸν Ἱππ. ἢ τὸ κατωτ. παράλληλο παράθεμα τοῦ Ἀπ.).

15. ἐφ' ἑ{κα}τέρων: εφ εκατερων L (εφε- στὸ τέλος τῆς ἀριστ. στήλης, -κατερων στὴν ἀρχὴ τῆς δεξιᾶς στήλης), υἱοθετούμενο ἀπὸ τὸν Di.4 καὶ –μὲ ἀμφιβολίες (ση­μειώνοντας: «f. ἐφ' ἑτέρων»)– ἀπὸ τὸν Sch.5· ἐφ' ἑ{κα}τέρων KK.6, καὶ ἐμεῖς: τὸ ἐφ' ἑκατέρων (συχνότατο στὰ ἰατρικὰ κείμενα [μὲ παραδείγματα ὅπως Γαλην. Π. ἐκπτ. XVIII1 389.8-9 ἐφ' ἑκάτερα δὲ τῶν δύο ἕτεροι], μὲ γενικὴ σὲ ὄχι λίγες περιπτώσεις) ἀπαντᾶ καὶ ἀνωτ. 3.8 (4-9), σαφῶς μὲ τὴ συνήθη σημασία: γιὰ τὸν καθένα τῶν προκειμένων καταρτισμῶν, καὶ γιὰ τὶς δύο προκείμενες μεθόδους ἀνάταξης (αὕτη ἡ ἐμβολὴ καὶ ἡ πρόσθεν εἰρημένη ἀμέσως μετὰ στὸν Ἱππ.: ἐδῶ 3.18 κἑ.)· προηγεῖται τοῦ ἐφ' ἑκατέρων: τῆι μὲν ἑτέρηι χειρὶ (στ. 6) – τῆι δ' ἑτέρηι (στ. 7), μὲ τὸ ἕνα χέρι – καὶ μὲ τὸ ἄλλο (ὄχι: μὲ καθένα ἀπὸ τὰ δύο χέρια)· ἐπι­πρόσθετα τὸ ἐφ' ἑτέρων, ποὺ ἀπαντᾶ μόνον ἐδῶ (ἂν υἱοθετηθεῖ) στὸν Ἀπ., δὲν εἶναι σπάνιο στὰ ἰατρικὰ κείμενα, τὸ δὲ ἕτερος εἶναι συχνὸ στὸν Ἀπ. (ἀνωτ. 2.19, 3.6-7 [βλ. τὰ ἐδῶ προηγούμενα], 6.8, 8.3, 8.21 καὶ 23, κ.ἀ.: 27 περιπτώσεις), μὲ τὴν κανονικὴ σημασία. Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα, τὸ εφ εκατερων τοῦ L δὲν φαίνεται νὰ διασώζει τὴν ἀρχικὴ γραφὴ τοῦ Ἀπ.: κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐφ' ἑτέρων, μὲ τὸ προηγούμενο καὶ νὰ μὴν εἶναι ἴσως ἄμοιρο τῆς παραφθορᾶς. (Γιὰ τὴ σημασία τῶν ἑκάτερος καὶ ἕτερος στὸν Ἱππ.: ΕΛεξΙ8 σ.λλ. [καὶ ἑκατέρωθενἑτέρωθεν κ.τ.τ.], γενικά: LSJ913 / LSK14 σ.λλ. Γιὰ τὴν ἐτυμ.: Chantraine10 σ.λ. ἕτερος [ἀρχικὰ -τερος, ἀπὸ τὸ *sm-teros, κ.λπ.] καὶ σ.λ. ἕκαστος [ἑκάτερος, Ϝεκάτερος < ἕκαστος: εὐφυὴς ὑπόθ. τοῦ Wackernagel *ἑκάς τις / *ἑκάς τεο > ἑκάστου, *ἑκάς τῳ ἑκάστῳ, κ.λπ.].)

16-18. τὸ αὐτὸ (...) σκευάσαντα: βλ. καὶ Γαλην. Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 342.16-18· γιὰ τὸν κλιμακτῆρα: ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 8.6-7/12 σ.λ. κλιμακτῆρι / κλιμακτῆρος.

19. ἐν τοῖς προεκκειμένοις διασαφεῖσθαι: ἔτσι στὸν L καὶ στοὺς Di.4 Sch.5 KK.6 (ὁ Sch.5 ὅμως προτείνει μὲ ἀμφιβολίες διόρθωση σὲ ἐν τοῖς προκειμένοις διασεσαφῆ­σθαι, χωρὶς ἐπιχειρηματολογία)· πβ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 7.6 σ.λ. τοῖς προδιηιρη­μένοις.

20. πάνυ: ἔτσι στὸν Ἱππ. (καὶ στὸ ὑπόμν. τοῦ Γαλ.), στὸν M, καὶ στοὺς Di.4 Sch.5 KK6. Ὁ L δίνει γραφὴ πανου (πᾶν ου διαβάζει ὁ Sch.5 [καὶ ὁ Kw.2 στὴν ἔκδ. τοῦ Ἱππ.], ποὺ προφανῶς δὲν μπορεῖ νὰ δώσει ἐδῶ γραφὴ ἀρχικὴ πᾶν οὐ), ποὺ οὐδόλως ἀποκλείεται νὰ μαρτυρεῖ ἀρχικὴ γραφὴ τοῦ Κυπριακῆς καταγωγῆς Ἀπολλώνιου, μὲ τὴ συνήθη καὶ σήμερα στὴν Κύπρο (κύνα → κούνα, μύτη → μούττη, πίτυς → [ὑποκορ.] πιτούιν [μικρὸ πεῦκο], κ.τ.τ.) ἀρχαία προφορὰ τοῦ υ ὡς ου (Κύπρις → Κοῦπρις κ.τ.τ.). Πβ. καὶ τὸν σχετικὸ προβληματισμὸ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 2.29 σ.λ. τοῖς δὲ γούνασι καὶ 9.11 σ.λ. ἀκρόθεν τοῦ ξύλου.

   μὴν: κατὰ τὸν L (μην) καὶ τὸν Ἱππ. (χφφ. καὶ ἐκδ., «μὲν vulg» κατὰ τὸν Li.1) ὁ Di.4, ἀλλὰ μὲν οἱ KK.6 ἀποδοκιμαζόμενο ἀπὸ τὸν Blomquist7 (13, 30.16). Ἡ διόρθωση τοῦ μὴν (lectio difficilior, σὺν τοῖς ἄλλοις) σὲ μὲν εἶναι προφανῶς ἀχρείαστη.

20-26. πάνυ μὴν ἱκανῶς (...) σὺν τῶι ξύλωι: βλ. καὶ Γαλ. ὅ.π. 344.2-8 (λῆμμα), καὶ 344.12-17 (σχόλιο): Θρόνου τι τοιοῦτον ἦν σχῆμα κατὰ Θετταλίαν μάλιστα πλεονάζον πάλαι, κατ' εὐθείας γραμμὰς ἀνατεταμένον εἰς ὕψος ὀρθὸν ἔχον τὸ οἷον ἐπίκλιντρον τοῦ θρόνου, περὶ οὗ τὴν ἀντίτασιν ἀξιοῖ ποιεῖσθαι, καθάπερ ἔμπροσθεν ὑπὸ τοῦ στρωτῆρος ἐδίδαξεν. ὅπως δὲ χρὴ καθίζειν τὸν χειριζόμενον ἐπὶ τοῦ δίφρου σαφῶς αὐτὸς ἐδήλωσε.

23-28. καθίσαι πλάγιον ἐπὶ τῶι δίφρωι (...): τὸ κείμενο τοῦ Ἱππ. (στ. 20-26) ἐπαναλαμβάνεται, ὅπως σημειώνεται ἀνωτ., καὶ στὸν Γαληνό, μὲ τὸ σχόλιο (XVIII1 344.16-18): ὅπως δὲ χρὴ καθίζειν τὸν χειριζόμενον ἐπὶ τοῦ δίφρου σαφῶς αὐτὸς (sc. Ἱπποκράτης) ἐδήλωσε. τὸ δὲ αὐτὸ ποιεῖ καὶ ἐπὶ δίκλειδος θύρας ἀναγκάζειν (βλ. καὶ κατωτ. 11.2 κἑ.). Στὸν σχετικὸ ὅμως Πίνακα (VIII. Ἐμβολὴ ὤμου ἡ διὰ τοῦ δίφρου) ὁ ἀσθενὴς ἀπεικονίζεται ὄρθιος στὸ πίσω μέρος τοῦ καθίσματος, μὲ τὰ γόνατα λυγισμένα (ὥστε ἡ μασχάλη νὰ βρίσκεται στὸ ὕψος τοῦ ἄνω μέρους τῆς πλάτης τοῦ δίφρου καὶ τὸ σῶμα νὰ πιέζεται πρὸς τὰ κάτω) καὶ μὲ τὸν βραχίονα νὰ κρέμεται στὴ μέσα πλευρὰ τοῦ καθίσματος· ὄρθιος ἀπεικονίζεται ὁ ἀσθενὴς καὶ στὸν Πίν. IX (Ἐμβολὴ ὤμου ἡ διὰ τῆς δικλίδος θύρας), πίσω ἀπὸ τὸ δεξὶ τμῆμα τῆς ἀνοιγμένης δίφυλλης πόρτας καὶ μὲ τὸν βραχίονα πάλι νὰ κρέμεται πρὸς τὰ μέσα, ἀλλὰ μὲ τὰ γόνατα ὄχι λυγισμένα (προφανῶς γιατὶ αὐτὸ δὲν ἐπιβάλλεται, καθὼς τὸ ὕψος τῆς δικλίδος θύρας ἐπιτρέπει νὰ πιέζεται τὸ –πιθανῶς ἐλαφρὰ ἀνασηκωμένο– σῶμα πρὸς τὰ κάτω). Στὴ δεύτερη περίπτωση ὄρθιος ὁ ἰατρὸς πιέζει τὸν βραχίονα πρὸς τὰ κάτω, ἐνῶ στὸν Πίν. VIII πράττει τὸ ἴδιο γονατισμένος (γιὰ προφανεῖς λόγους)· στὸν Πίνακα VIII (μὲ πολλὲς ἀμφιβολίες γιὰ τὸν Πίν. ΙΧ, λόγω τῆς κακῆς κατάστασής του) ἀπουσιάζει τὸ ξύλον (στ. 26 σὺν τῶι ξύλωι). Ἂν οἱ ἐμφανεῖς ἀποκλίσεις τοῦ Πίν. VIII, κατὰ κύριο λόγο, ὀφείλονται στὸν ἴδιο τὸν Ἀπολλώνιο –κατ' ἀναλογία ἴσως πρὸς τὸν Πίν. ΙΧ ὡς πρὸς τὴν ὄρθια θέση τοῦ ἀσθενοῦς– ἢ σὲ κάποιον ἀντιγραφέα (ἀπὸ πιθανῶς ἐφθαρμένο πρότυπο ἢ καὶ ἐκ προθέσεως, ἀκόμα καὶ στὸ τελικὸ στάδιο), δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ μὲ βεβαιότητα, καθὼς εἶναι ἐπίσης ἀμφίβολο ἂν ἀνήκει ἢ ὄχι στὸν Κύπριο ἰατρὸ τὸ σχόλιο (στ. 26-28) ἡ ἐπὶ θάτερα κατοχὴ παραλέλειπται. ἔσται οὖν περιτροπή, καὶ ἡ χεὶρ ἀφέστηκεν ἀπὸ τοῦ ἀγκῶνος, ποὺ κατὰ τὸν Di.4 καὶ τὸν Sch.5 ἀναφέρεται στὸν Πίνακα («Haec verba ad picturam spectant» Di.4, βλ. καὶ Sch.5) καὶ ἀνήκει στὸν Ἀπολλώνιο, ὀβελίζεται ὅμως ἀπὸ τοὺς KK.6 («seclusit Kollesch», βλ. καὶ Alpers11 σελ. 28, μὲ παραπομπές). Τὸ σχόλιο δὲν ἀποκλείεται, ὄντως, νὰ εἶναι μεταγενέστερο. Ὁ Πίνακας ὅμως πιὸ εὔλογα μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ στὸν ἴδιο τὸν Ἀπολλώνιο (παρὰ σὲ κάποιον ἀντιγραφέα)· φαίνεται νὰ συνηγορεῖ ἐδῶ τὸ ἡ δὲ ἐμβολὴ γένοιτ' ἂν οὕτως (στ. 26, μὲ δυνητικὴ εὐκτική, πβ. κατωτ. 11.16-17 καταρτίζεται δὲ ὦμος ὑπὲρ τῆς δικλίδος θύρας τὸν τρόπον τοῦτον, πβ. καὶ 2.34 κἑ. [Πίν. Ι, μὲ ἀπόκλιση ἀπὸ τὸ ἄλλος δέ τις τὸν ἀγκῶνα παράγοι{το} ἐπὶ τὸ στῆθος], κ.ἄ., πρὸς 6.13-15 [ὁριστική, μὲ τὸν Πίν. IV χωρὶς ἀπόκλιση] κ.ἄ., ἀλλὰ καὶ 9.46 [δυνητ. εὐκτ., χωρὶς –ἐμφανῆ τουλάχιστον– ἀπόκλιση στὸν Πίν. VII], κ.ἄ.). Σὲ κάθε περίπτωση, στὸν Πίν. VIII ἀπεικονίζεται μιὰ πιὸ πρακτικὴ μορφὴ τῆς σχετικῆς μεθόδου ἀνατάξεως (χωρὶς τὴν ἀνάγκη ἀναζήτησης ἄμβης). Βλ. καὶ κατωτ. (11.2-3).

  1. Littré, É. (1839-1861), Oeuvres complètes d'Hippocrate, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  2. Kühlewein, H. (1895), Hippocratis Opera (quae feruntur omnia), Vol. I, Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  3. Withington, E. T. (1928), Hippocrates, Vol. 3, London – Cambridge, Mass..a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Dietz, F. R. (1834), Apollonii Citiensis, Stephani, Palladii, Theophili, Meletii, Damascii, Ioannis, aliorum Scholia in Hippocratem et Galenum, Vols. I-II, Königsberg.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑
  5. Schöne, H. (1896), Apollonius von Kitium: Illustrierter Kommentar zu der hippokrateischen Schrift Περὶ ἄρθρων, Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑
  6. Kollesch, J. & Kudlien F. (1965), Apollonii Citiensis in Hippocratis De articulis commentarius, Vol. XI.1.1, CMG Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑
  7. Blomqvist, J. (1974), Der Hippokratestext des Apollonios von Kition, Scripta Minora, 1973-1974,1 Lund.a↑ b↑
  8. Ἀποστολίδης, Π. Δ. (1997), Ἑρμηνευτικὸ Λεξικὸ πασῶν τῶν λέξεων τοῦ Ἱπποκράτους, Αθήνα.a↑ b↑
  9. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.
  10. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑
  11. Alpers, K. (1963), Apollonios von Kition, edd. Kollesch / Kudlien, Gnomon 39: 26-33.a↑ b↑ c↑ d↑
  12. Nachmanson, E. (1918), Erotiani Vocum Hippocraticarum collectio (cum fragmentis), Collectio scriptorum veterum Upsaliensis Göteborg-Uppsala.
  13. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  14. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .