You are here

F2 (ΑΚυΓ3 30 F2)

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Hesych. s.v. Ἀφρόδιτος
  1. [Vid. Hesych., edd. Schmidt1/2, Latte. FGrH 757 F 1; ΑΚΕΠ Γα´ 76.1 (Β´ 30) et Γβ´ 55.]
  2. 1 «Ἀφρόδιτος (Aristoph. fr. CXXXVII)» Schm.1
  3. 2 τὰ περὶ Musurus: περὶ τὰcod. ‖
  4. Παίων εἰς Valesius (εἰς Bergk) coll. Plut. (supra), prob. Schm.2 (€Παίων Schm.1) Latte: παιάνισον cod.
Ἡσύχ. σ.λ. Ἀφρόδιτος

Ἀφρόδιτος· ὁ Θεόφραστος (περ. 372/70-288/6 π.Χ.) λέει πὼς εἶναι

ὁ Ἑρμαφρόδιτος, ἐνῶ ὁ Παίων ποὺ ἔχει γράψει τὰ περὶ Ἀμα-

θοῦντα λέει πὼς ἡ θεὰ ἔχει πάρει στὴν Κύπρο τὴ μορφὴ ἄντρα.

Σχόλια: 

Πηγή: Ἡσύχιος ὁ Ἀλεξανδρεύς (σ.λ. Ἀφρόδιτος, ἐκδ. Schmidt1 καὶ Latte2), ὁ λεξικογράφος τοῦ 5ου αἰ. π.Χ. (βλ. Lesky ΙΑΕΛ53 1138 καὶ OCD4 σ.λ. Hesychius, μὲ βιβλιογραφία), ποὺ ἀναφέρεται συχνὰ σὲ Κυπρίων γλώσσας (βλ. ΑΚΕΠ5 Γβ´, σσ. 18-20 καὶ ἀρ. 1 κἑ., μὲ σχόλια).

1. Ἀφρόδιτος: καὶ Ἐπαφρόδ(ε)ιτος (βλ. ΑΚυΓ2 Ε71 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ., μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία, καὶ Roscher [P. Herrmann] σ.λ. Hermaphroditos ["Kult auf Kypros", "in der Kunst", κ.λπ.] γιὰ τὴν παλαιότερη βιβλιογραφία)· ὁ Θεόφραστος, κατὰ τὸν Ἡσύχιο, τὸν ὀνομάζει Ἑρμαφρόδιτον (ὡς γιὸ τοῦ Ἑρμῆ καὶ τῆς Ἀφροδίτης: βλ. ΕλλΜ 3. 339-41 μὲ «τεκμηρίωση» καὶ εἰκ. 187). «Τὸ διπλὸ φύλο τῆς θεᾶς τῆς γονιμότητας μαρτυρεῖται στὴν Κύπρο ἤδη ἀπὸ τὴ χαλκολιθικὴ περίοδο, κατὰ τὴν ὁποία ἐμφανίζονται εἰδώλια μὲ χαρακτηριστικὰ καὶ τῶν δύο φύλων ποὺ συμβόλιζαν τὴν ἀπόλυτη δύναμη τῆς συνδυασμένης θηλυκῆς καὶ ἀρσενικῆς γονιμότητας» (Καραγιώργης ὅ.π. 131), κι ἔχει ἀντιστοιχίες Φοινικικές (Burkert ὅ.π. 125 μὲ σημ. 5)· στὸν δὲ Φιλόχορον (ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται συχνὰ σὲ σχέση μὲ τὸν Ἴστρον τὸν Πάφιον: ΑΚυΓ3 25 Τ3, F1, F8, F19, F30), κατὰ τὸν Μακρόβιο (Saturn. 3.8.2: FGrH 328 F 184, βλ. Burkert ὅ.π.), μνημονευόταν καὶ «Ἀφρόδιτος στήν Ἀθήνα μέ τελετές μεταμφιέσεων» (γιὰ τὴν Κύπρο: ΑΚΕΠ Δα´ / Δβ´ 241 [τμῆμα τοῦ ἀνωτ. ἀποσπ.] καὶ 242, βλ. καὶ Β´ 4, Β´ 30, Γα´ 76.1). Ὁ Θεόφραστος (Χαρακτ. 18 [16, Δεισιδαίμων]. 10 [στ. 21-23 ἐξελθὼν ἀγοράσαι μυρρίνας [πβ. ἀνωτ. 25 F19 μὲ σχόλ.], λιβανωτόν, πόπανα, καὶ εἰσελθὼν εἴσω στεφανοῦν τοὺς Ἑρμαφροδίτους ὅλην τὴν ἡμέραν), παρὰ τὶς ἐπιφυλάξεις τοῦ H. Diels (Theophr. Charact. XVI.10, κριτ. ὑπόμν. σ.στ. 24: «ερμαφρο, suprascr. δ´τ V: Ἑρμαφροδίτους quod scribunt dubium. fortasse Ἑρμᾶς ῥοδίνοις cf. Theopomp. fr. 283 Porphyr. d. abst. ii 16»· βλ. ὅμως Πορφυρ. ὅ.π. [Περὶ ἀποχ. 2.16, ed. Patillon al. = Θεόπομπ. 115 F 344 Jacoby] στεφανοῦντα καὶ φαιδρύνοντα τὸν Ἑρμῆν καὶ τὴν Ἑκάτην καὶ τὰ λοιπὰ τῶν ἱερῶν, μὲ τὴ σημ. Ussher [Χαρακτ. 16, στ. 23 σελ. 151 σ.λ. τοὺς Ἑρμαφροδίτους]: "Emendation is needless" κ.λπ., πβ. ἔκδ. Jebb – Sandys σελ. 144, κ.ἄ.), ἀποτελεῖ μιὰν πρώτη μαρτυρία πρώιμη (περ. 370-285 π.Χ., βλ. καὶ ἀνωτ. 14 F2 σχόλ. σ.στ. 1 κἑ. [καὶ Θεόπομπος, βλ. καὶ 17 F1.10 σ.λ.], κ.ἀ.) γιὰ τὸ ὄνομα Ἑρμαφρόδιτος (βλ. Jebb – Sandys σ.λ.: "The cult of the Cyprian Aphrodîtos had been introduced into Athens during the 5th century; but the present passage is the earliest example of the name Hermaphrodîtos"). Ἡ λατρεία τοῦ Ἑρμαφροδίτου συνδέεται μὲ τὴν παλαιότερη τῆς ἀνδρικῆς ἐκδοχῆς τῆς Ἀφροδίτης (" 'male' version of the goddess Aphrodite", " 'male' Aphrodite": βλ. H. White, Stud. 53, μὲ ἀναφορὰ στὸ ἐδῶ ἀπόσπ., γενικά: Ch. IV. " 'The male' Aphrodite: Leonidas, A.P. IX, 320", σσ. 51-62, μὲ περαιτέρω χωρία καὶ πλούσια βιβλιογραφία).

2. ὁ δὲ τὰ περὶ Ἀμαθοῦντα γεγραφὼς Παίων: στὴ χειρόγρ. παράδοση περὶ τὰ ἀμαθοῦντα καὶ παιάνισον ἄνδρα, ποὺ σταδιακὰ διορθώθηκαν στὸ εὔλογο καὶ βέβαιο –σὲ ἀντιπαραβολὴ μὲ τὸ ἀνωτ. F1– τὰ περὶ Ἀμαθοῦντα καὶ Παίων εἰς ἄνδρα (συνολικά: ὁ δὲ τὰ περὶ Ἀμαθοῦντα γεγραφὼς Παίων εἰς ἄνδρα τὴν θεὸν ἐσχηματίσθαι ἐν Κύπρωι λέγει, βλ. ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν.). Τὸ τὰ περὶ Ἀμαθοῦντα (ὄχι Περὶ Ἀμαθοῦντος) σὲ συνδυασμὸ μὲ τὰ ἀναφερόμενα στὰ δύο ἀνωτ. ἀποσπ. προσδιορίζει τὸ περιεχόμενο τοῦ ἔργου ἢ μέρους του, ἀλλ' ὄχι κατ' ἀνάγκη καὶ τὴ φύση καὶ τὸν τίτλο του· ἡ ἄποψη (O. Seel, ὅ.π. [RE 18.2] 2402) ὅτι δὲν ἐπρόκειτο γιὰ τοπογραφικὴ - ἱστορικὴ ἀναφορὰ στὴν Κύπρο ἀλλὰ γιὰ εἰδικὸ ἔργο γι' αὐτὴ τὴν ἐπιχώρια λατρεία καὶ μυθολογικὴ παράδοση, τοῦ ὁποίου ὁ τίτλος ὁπωσδήποτε δὲν μπορεῖ νὰ ἦταν Κυπριακά, εἶναι αὐθαίρετη.

2-3. εἰς ἄνδρα τὴν θεὸν ἐσχηματίσθαι ἐν Κύπρωι: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Ἀφρόδιτος, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία (κυρίως ΑΚυΓ26 11 Ε71 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Ἐπαφρ[όδειτος] καὶ H. White Stud.7 53 κἑ.).

  1. Schmidt, M. (1858-1868), Ἡσύχιος. Hesychii Alexandrini Lexicon, Vols. I-V, Jena.
  2. Latte, K. (1953-1966), Hesychii Alexandrini Lexicon, Vol. I: Α-Δ, vol. II: E-O, Hauniae .
  3. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  4. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.
  5. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.
  6. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.
  7. White, H. (1979), Studies in Theocritus and other Hellenistic Poets, London Studies in Classical Philology ,3 Amsterdam / Uithoorn .