You are here

F1 (ΑΚυΓ3 30 F1)

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Plut. Thes. 20.3-7

1 δ' ἐστὶν εὐφημότατα ‹τῶν›2 μυθολογουμένων, πάντες ὡς - ↓

πος εἰπεῖν διὰ στόματος ἔχουσιν. ἴδιον δέ τινα περὶ τούτων λό-

γον ἐκδέδωκε ΠαίωνἈμαθούσιος . (4) τὸν γὰρ Θη-

σέα φησὶν ὑπὸ χειμῶνος εἰς Κύπρον ἐξενεχθέντα καὶ τὴν Ἀριά-

  δνην ἔγκυον ἔχοντα, φαύλως δὲ διακειμένην ὑπὸ τοῦ σάλου

καὶ δυσφοροῦσαν, ἐκβιβάσαι μόνην, αὐτὸν δὲ τῶι πλοίωι βοη-

θοῦντα πάλιν εἰς τὸ πέλαγος ἀπὸ τῆς γῆς φέρεσθαι. (5) τὰς οὖν

ἐγχωρίους γυναῖκας τὴν Ἀριάδνην ἀναλαβεῖν καὶ περιέπειν

ἀθυμοῦσαν ἐπὶ τῆι μονώσει, καὶ γράμματα πλαστὰ προσφέρειν

ὡς τοῦ Θησέως γράφοντος αὐτῆι, καὶ περὶ τὴν ὠδῖνα συμπο-

νεῖν καὶ βοηθεῖν, ἀποθανοῦσαν δὲ θάψαι μὴ τεκοῦσαν. (6)

ἐπελθόντα δὲ τὸν Θησέα καὶ περίλυπον γενόμενον, τοῖς μὲν

ἐγχωρίοις ἀπολιπεῖν χρήματα, συντάξαντα θύειν τῆι Ἀριά-

δνηι, δύο δὲ μικροὺς ἀνδριαντίσκους ἱδρύσασθαι, τὸν μὲν ἀρ-

γυροῦν, τὸν δὲ χαλκοῦν3. (7) ἐν δὲ τῆι θυσίαι τοῦ Γορπιαίου4

μηνὸς  ἱσταμένου δευτέραι κατακλινόμενόν τινα τῶν νεανί-

σκων φθέγγεσθαι καὶ ποιεῖν ἅπερ ὠδίνουσαι γυναῖκες · καλεῖν

δὲ τὸ ἄλσος Ἀμαθουσίους, ἐν ὧι τὸν τάφον δεικνύουσιν, -

ριάδνης Ἀφροδίτης .

  1. [Vid. Plut. Thes., edd. (inter al.) Perrin, Flacelière al., Ziegler al. (1957 / 19694, cum siglis). FHG IV. 371 fr. 2; FGrH 757 F 2; ΑΚΕΠΓα´ 76 (Α´ 12, Β´ 29).]
  2. 1 τῶν add. Reiske
  3. 15 χαλκοῦν· Hadjioannou Α´ 12 ‖
  4. γορπιαίνου ante ras. U.
Πλουτ. Θησ. 20.3-7

Ἀπὸ τὶς μυθικὲς αὐτὲς διηγήσεις ὅσες εἶναι οἱ πιὸ καλόφημες βρί-

σκονται, μπορῶ νὰ πῶ, στὰ στόματα ὅλων. Μιὰν ἰδιάζουσα ὅμως

σχετικὴν ἱστορία ἔχει γράψει ὁ Παίων ὁ Ἀμαθούσιος. (4)

Λέει δηλαδὴ πὼς ὁ Θησέας, ριγμένος ἀπὸ θαλασσοταραχὴ στὴν

Κύπρο κι ἔχοντας ἔγκυο τὴν Ἀριάδνη, καθὼς ἐκείνη βρισκόταν

σὲ ἐλεεινὴ κατάσταση ἐξαιτίας τῆς τρικυμίας καὶ ὑπέφερε, τὴν ἀπο-

βίβασε μόνη, ἐνῶ ὁ ἴδιος προσπαθώντας νὰ σώσει τὸ πλοῖο του

παρα­σύρθηκε στὸ πέλαγος μακρυὰ ἀπὸ τὴ στεριά. (5) Οἱ ντόπιες

λοιπὸν γυναῖκες ἀνέλαβαν τὴν Ἀριάδνη καὶ τὴν περιποιοῦνταν

στὴν ἀπελπισία της γιὰ τὴν ἀπομόνωσή της, καὶ τῆς ἔδιναν γράμμα-

τα πλαστὰ ποὺ τῆς ἔγραφε τάχα ὁ Θησέας· κι ὅταν ἐκείνη κοιλιο-

πονοῦσε τῆς παραστάθηκαν καὶ τῆς πρόσφεραν τὴ βοήθειά τους,

καὶ σὰν πέθανε χωρὶς νὰ ξεγεννήσει τὴν ἔθαψαν. (6) Ὅταν ἐπέ-

στρεψε ὁ Θησέας καὶ καταστενοχωρήθηκε, ἄφησε στοὺς ντόπιους

χρήματα καὶ τοὺς ὅρισε νὰ θυσιάζουν στὴν Ἀριάδνη, καὶ νὰ στή-

σουν δυὸ μικρὰ ἀγαλματάκια, ἕνα ἀσημένιο κι ἕνα χάλκινο. (7)

Κατὰ τὴ διάρκεια δὲ τῆς θυσίας τὴ δεύτερη μέρα τοῦ Γορπιαίου

μήνα ἕνας ἀπὸ τοὺς νεαροὺς ξαπλώνει κάτω καὶ φωνάζει καὶ κάνει

ὅ,τι ἀκριβῶς οἱ γυναῖκες ποὺ κοιλιοπονοῦν· καὶ ὀνομάζουν οἱ Ἀ-

μαθούσιοι τὸ ἄλσος, μέσα στὸ ὁποῖο δείχνουν τὸν τάφο, ἄλσος τῆς

Ἀριάδνης Ἀφροδίτης.

Σχόλια: 

Πηγή: Πλούταρχος (Θησ. 20.3-7), Χαιρωνεὺς τῆς Βοιωτίας (κατὰ τὸν Σουίδα σ.λ.: π 1793), γεγονὼς ἐπὶ τῶν Τραϊανοῦ τοῦ Καίσαρος χρόνων καὶ ἐπίπροσθεν (λίγα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸ 50 – λίγα χρόνια μετὰ τὸ 120 μ.Χ.). μεταδοὺς δὲ αὐτῷ τῆς τῶν ὑπάτων ἀξίας προσέταξε μηδένα τῶν κατὰ τὴν Ἰλλυρίδα ἀρχόντων παρὲξ τῆς αὐτοῦ γνώμης τι διαπράττεσθαι. ἔγραψε δὲ πολλά (βλ. Lesky ΙΑΕΛ51 1130-32). Τὸ Θησεύς (ἀπ' ὅπου τὸ ἐδῶ ἀπόσπ.) ἀνήκει προφανῶς στὸ Βίοι παράλληλοι (ζεῦγος: ΘησεύςΡωμύλος), ἀπὸ τὸ ὁποῖο σώθηκαν εἰκοσιδύο ζεύγη (ὅ.π. 1128 κἑ.), πάμπολλα δὲ ἄλλα συγγράμματά του ἔχουν συγκεντρωθεῖ ὑπὸ τὸν τίτλο Ἠθικά (ὅ.π. 1124 κἑ.). Ἡ σχετικὴ βιβλιογραφία εἶναι ἤδη δυσθεώρητη (βλ. συνοπτικά: ὅ.π. 1132-33, καὶ East. – Knox ΙΑΕΛ42 1078). Γιὰ τὸν Ἴστρον τὸν Πάφιον ὡς πηγὴ τοῦ Πλουτάρχου γιὰ τὸν Ἀμαθούσιο συγγραφέα (καὶ εἰδικὰ γιὰ τὸ ἐδῶ ἀπόσπ.) βλ. ΑΚυΓ33 σχόλ. στὸ 25 F7.
   Ἡ Κύπρος μνημονεύεται συχνὰ στὰ ἔργα τοῦ Πλουτάρχου, κυρίως στοὺς Βίους του: Σόλ. 26.2 κἑ. (γιὰ τὴ φιλοξενία τοῦ Ἀθηναίου νομοθέτη ἀπὸ τὸν βασιλέα τῆς Αἰπείας Φιλόκυπρο, ἡ ὁποία κατὰ τὴν παράδοση μετονομάστηκε πρὸς τιμήν του σὲ Σόλους: βλ. Ἀ. Βοσκοῦ ΑΚυΓ1β´4 μὲ σημ. 66 καὶ Μορφώ 31, καὶ Χατζηιωάννου ΑΚΕΠ5 Δ´ 39 – 39.7 καὶ Ε´ 134· Θεμ. (31.4), Περ. 10.8 (ἐτελεύτησε δὲ Κίμων ἐν Κύπρῳ στρατηγῶν), καὶ 26.1 Φλαμ. 11.6 (τὰ περὶ Κύπρου Κίμωνος ἔργα), Κίμ. 12.6 κἑ. (βλ. ΑΚΕΠ5 Α´ 59α [59] κἑ. καὶ Ε´ 134, μὲ παράλληλα χωρία)· Λύσ. 11.5 (ὅ.π. 66.13α), Ἀρτ. 21.1 (ὅ.π. 66.17)· Ἀλέξ. 24.4 (ὅ.π. 72.1), 29.1 κἑ. (ὅ.π. 77, καὶ Δβ´ σελ. 172 §121), 32.10 (ὅ.π. 74.2)· Δημήτρ. 5.1, 15.1 κἑ., 17.2 κἑ., 19.1 κἑ. (21.4), 27.1 κἑ., 33.8, 35.5 κἑ. (ὅ.π. 86 κἑ., βλ. καὶ ΑΚυΓ26 18 F1 [Πλουτ. Δημήτρ. 27.4], μὲ σχόλια)· Λούκ. 3.1 κἑ. (ὅ.π. 99.1) καὶ 43.1· Κάτ. νεώτ. 34.1 [3] κἑ. (ὅ.π. 103.1, 6 καὶ 7, βλ. καὶ ἀνωτ. 31 Π1 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. βασιλεῦ Πτολεμαῖε), Βροῦτ. 3.1 κἑ. (ὅ.π. 103.3), Κικ. 34.1 [2] κἑ. (ὅ.π. 103.7α), Πομπ. 48.6 καὶ 77.1 κἑ., Καῖσ. 21.7 κἑ., Ἀντ. 36.1 κἑ. καὶ 54.5 κἑ. (ὅ.π. 109.4 καὶ 5)· Δίων 22.5, γιὰ τὸν Εὔδημο τὸν Κύπριο φιλόσοφο, εἰς ὃν ὁ Ἀριστοτέλης ἀποθανόντα τὸν Περὶ ψυχῆς διάλογον ἐποίησε (ΑΚΕΠ5 Γα´ 8)· κ.ἀ. Καὶ στὰ Ἠθικά του ὅμως ὁ Πλούταρχος δίνει λίαν ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες γιὰ τὴν Κύπρο, ὅπως στὸ 33c (Ποιημ. ἀκ. 12) γιὰ τὸν Ζήνωνα (ΑΚυΓ´6 9 F2, μὲ σχόλ.)· 50d (Πῶς ἄν τις διακρ. τὸν κόλακα) γιὰ τὰς ἐν Κύπρῳ κολακίδας (...) κλιμακίδας προσαγορευθείσας, καὶ 57a γιὰ τοὺς Κυπρίους κόλακες (γελῶ τὸ πρὸς τὸν Κύπριον ἐννοούμενος)· 333c κἑ. (Π. Ἀλεξ. τύχ.), κυρίως 334e (γιὰ τὶς χορηγίες τῶν Κυπρίων βασιλέων στοὺς ἀγῶνες ποὺ ὀργάνωσε ὁ Μ. Ἀλέξανδρος τὸ 331 π.Χ. στὴν Τύρο: βλ. καὶ Ἀλέξ. [ἀνωτ., μὲ παραπομπές], καὶ  ΑΚυΓ1β´6σελ. 139] – ΑΚυΓ2 11 F16 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Πασικράτεα)· 722e (Συμποσ.), γιὰ τὸν Ἀριστόδημον τὸν Κύπριον· 766c (Ἐρωτικ.), γιὰ τὴν ἐν Κύπρῳ Παρακύπτουσαν (βλ. ΑΚυΓ33 σχόλ. στὸ 25 F53 [σσ. 574-75], μὲ παραπομπές)· 834e-f καὶ 838a/f (Βί. ῥητ.), γιὰ τὶς σχέσεις τοῦ Ἀνδοκίδη καὶ τοῦ Ἰσοκράτη, ἀντίστοιχα, μὲ τὴν Κύπρο· 861b (Π. Ἡροδ. κακοηθ.), μὲ ἀναφορὰ στὰ γεγονότα τῆς Ἰωνικῆς ἐπανάστασης καὶ τῆς Κυπριακῆς ἐξέγερσης κατὰ τῶν Περσῶν· κ.ἄ. πολλά (βλ. τὰ εὑρετήρια χωρίων στὴν ΑΚΕΠ5, κυρίως Γα´ 558-59), κυρίως ὅσον ἀφορᾶ στοὺς Στωικούς: στὰ συγγράμματά του Περὶ Στωικῶν ἐναντιωμάτων, Ὅτι παραδοξότερα οἱ Στωικοὶ τῶν ποιητῶν λέγουσιν, Περὶ τῶν κοινῶν ἐννοιῶν πρὸς τοὺς Στωικούς (βλ. καὶ ΑΚυΓ57 γιὰ τὸν Ζήνωνα τὸν Κιτιέα καὶ ΑΚυΓ68 γιὰ τὸν Κλέαρχο τὸν Σολέα).

1 κἑ. Ὁ κύκλος τῶν μύθων γιὰ τὴν Ἀριάδνην καὶ τὸν Θησέα εἶναι εὐρύτατος καὶ εὐρύτατα διαδεδομένος (ἃ δ' ἐστὶν εὐφημότατα <τῶν> μυθολογουμένων, πάντες ὡς ἔπος εἰπεῖν διὰ στόματος ἔχουσιν, κατὰ τὸν Πλούταρχο), καὶ οἱ ἐσωτερικὲς ἀντιφάσεις δὲν λείπουν, καθὼς μάλιστα οἱ ρίζες τοῦ μύθου τῆς Ἀριάδνης καὶ ἡ λατρεία της ἀνάγονται σὲ χρόνους παλαιότατους καὶ δὲν περιορίζονται στὴν Κρήτη καὶ στὴ Νάξο, στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν Κυπριακὴ Ἀμαθοῦντα· ἡ ἐμπλοκὴ τοῦ Διονύσου ἀφενὸς καὶ ἀφετέρου τῆς Ἀφροδίτης (ἀλλὰ καὶ τῆς Ἄρτεμης καὶ τῆς Ἀθηνᾶς) προσέδωσαν στὸν ὅλο μύθο ἀκόμα πιὸ εὐρεῖες καὶ ἐνδιαφέρουσες διαστάσεις ἀλλὰ καὶ συναφῆ προβλήματα, κυρίως ὡς πρὸς τὴ σχέση τῶν διάφορων παραλλαγῶν μεταξύ τους καὶ τὰ στάδια ἐξέλιξης τοῦ μύθου θεματικὰ καὶ τοπικά· δὲν εἶναι ἔτσι τυχαῖο ποὺ ἡ σχετικὴ βιβλιογραφία εἶναι ἤδη δυσθεώρητη κι οἱ διατυπούμενες ἀπόψεις συχνὰ ἀντιφατικές. (Βλ. συνοπτικά, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ σχετικὰ ἄρθρα σὲ RE καὶ Roscher [μὲ τὴν παλαιότερη βιβλιογραφία], Farnell GHeC 48-49 / ΗρΑΕΘ 79-81 [μὲ παραπομπές]· ΕλλΜ 2. 204 κἑ. [«Τεκμηρίωση» 204, βιβλιογραφία 357-58] καὶ 3. 278 κἑ. [«Τεκμηρίωση» 278, βιβλιογραφία 359]· Burkert ΑρΕΘ 343-54 κ.ἀ. [μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία]· ΠραΝΑ σσ. 161-65, 193-221 [220-21: βιβλιογραφία], 397-405, κ.ἀ. / ἀναλυτικά: Otto, Διόν. Βλ. ἐπίσης: T. B. L. Webster, "The Myth of Ariadne from Homer to Catullus", Greece & Rome 13 [1966] 22-31· Δ. Β. Οἰκονομίδου, «Ὁ Διόνυσος καὶ ἡ Ἀριάδνη ἐν Νάξῳ», ΕΚυκλΜ 12 [1995] 24-40· γιὰ μιὰν Κυπριακὴ περὶ Διονύσου ἐρωτικὴ ἱστορία ΑΚυΓ3 20 F3 μὲ σχόλ. σ.στ. 12-13· γιὰ μιὰν ἄλλη –ἐνδιαφέρουσα– πτυχὴ τοῦ θέματος Μ. Koutsoudaki, The Dionysiac Myth in Camus and Williams, Ἀθήνα [University of Athens, S. Saripolos Library 54] 1987. Γιὰ τὴν Κύπρο: Καραγιώργη ΕΘΗρΑΚ 86-87, 131, 176, 204-5, 274, 303 / 228-33 / 272 κἑ. καὶ J. Karageorghis Kypris 75 κἑ. [κυρίως 77 κἑ. "Theseus and Ariadne"], μὲ βιβλιογραφία καὶ πλούσια εἰκονογράφηση.)
   Στὴν Κυπριακὴ παραλλαγὴ τοῦ μύθου ὁ Διόνυσος, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖ στοὺς σχετικοὺς μύθους καὶ τὴ λατρεία τῆς Νάξου, ἀπουσιάζει παντελῶς (κι ἡ λατρεία του εἶναι σχετικὰ μεταγενέστερη [βλ. Καραγιώργη ὅ.π. 228 κἑ.], κι ὄχι συνδεδεμένη μὲ τὴν Ἀριάδνη). Σ' ἕναν σφραγιδόλιθο τοῦ 6/5 αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὸ Μάριο (Καραγιώργης Κύπρ. 211-12, Πίν. 419-420 [: Τέλη 6ου αἰ. π.Χ.] καὶ ΕΘΗρΑΚ 86-87 καὶ 303, Πίν. 43 [: 5ος αἰ. π.Χ., καὶ δὴ ἀρχὲς 5ου αἰ. κατὰ πρόσφατη προφορικὴ πληροφόρηση]: Masson ICS 173 [μὲ ἀναγωγὴ στὸν 7ον –πιθανῶς– αἰ. π.Χ.: βλ. καὶ κατωτ. στὸ τέλος τοῦ ἐδῶ λήμματος καὶ 38 Τ1 σχόλ. σ.στ. 27 σ.λ. ΔιϜείθεμις], Pl. XXIV 2-3) ἀπεικονίζεται ὁ Θησεὺς μὲ τὸν Μινώταυρον καὶ τὴν Ἀριάδνην (μὲ ἐγχάρακτο στὸ κυπριακὸ συλλαβάριο τὸ ὄνομα τοῦ κατόχου σὲ πτώση γενική, ΔιϜειθέμιδος: βλ. ἀνωτ. Εἰκ. 58). Καὶ στὰ περίφημα μωσαϊκὰ τῆς Πάφου (Οἶκος τοῦ Διονύσου, τοῦ Θησέως, τοῦ Αἰῶνος [βλ. Καραγιώργη ὅ.π. 258 κἑ., Michaelides CyM 23 κἑ., κ.ἄ.], μετὰ τὸν 2ον αἰ. μ.Χ.) ὁ Διόνυσος δὲν ἐμφανίζεται μαζὶ μὲ τὴν Ἀριάδνη, κατ' ἀντίθεση μὲ τὸν Θησέα: χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ παράστασή του (ἀνωτ. Εἰκ. 59) μὲ τὸν Μινώταυρο καὶ τὴν Ἀριάδνην –καὶ τὸν Λαβύρινθο καὶ τὴν Κρήτη– στὸν Οἶκο τοῦ Θησέως (Καραγιώργης ὅ.π. 272 κἑ. / Michaelides ὅ.π. 47 κἑ. ἀρ. 23, πβ. καὶ παράσταση ἀρ. 12 [σσ. 31 κἑ.] μὲ τὴ Φαίδρα καὶ τὸν Ἱππόλυτο στὸν Οἶκο τοῦ Διονύσου), ἐνῶ στὸν Διόνυσο ἀναφέρονται σκηνὲς μὲ Διονυσιακὴ πομπή, μὲ τὸν Ἰκάριο καὶ τὸν Διόνυσο, μὲ τὴν παρουσίαση τοῦ νεογέννητου θεοῦ, καὶ μὲ τὴ θριαμβικὴ πορεία τοῦ μικροῦ Διονύσου (Καραγιώργης ὅ.π. 278-81 / Michaelides ὅ.π. 55 ἀρ. 27). Στὴν Κυπριακὴ παραλλαγὴ κυριαρχεῖ ὁ Θησεύς, καὶ στὴν τοπικὴ λατρεία ἡ Ἀριάδνη Ἀφροδίτη.
   Διαφοροποιημένο ἐμφανίζεται στὴν Ἀμαθούσια παράδοση καὶ τὸ μοτίβο τῆς ἐγκατάλειψης τῆς Ἀριάδνης ἀπὸ τὸν Θησέα: ἡ τρικυμία τὸν ὁδηγεῖ παρὰ τὴ θέλησή του μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀκτὲς τῆς Ἀμαθούντας, χωρὶς τὴν Ἀριάδνη· ἐπι­στρέφει –ἀναζητώντας την– ἀργά, καὶ περίλυπος φροντίζει γιὰ τὴ μεταθανάτια τύχη της. Ἀντίθετα, στὶς λοιπὲς παραλλαγὲς ὁ Θησέας ἐρωτευμένος μὲ τὴν Αἴγλη ἐγκαταλείπει ἑκούσια τὴν Ἀριάδνη στὴ Νάξο ἢ πράττει τοῦτο κατὰ θεϊκὴ ἐπιταγή (μὲ ἐπέμβαση τοῦ Διονύσου ἢ τῆς Ἀθηνᾶς), γιὰ νὰ ἐπακολουθήσει ὁ γάμος μὲ τὸν Διόνυσο· ὁ θάνατός της ἐπέρχεται κατὰ τὸν Ὅμηρο μὲ ἐπέμβαση τῆς Ἄρτεμης (λ 324-25 πάρος δέ μιν Ἄρτεμις ἔκτα | Δίῃ ἐν ἀμφιρύτῃ Διονύσου μαρτυρίῃσι) ἢ μὲ αὐτοχειρία κατὰ τὸν Πλούτ. (Θησ. 20.1 ἀπάγξασθαί φασιν αὐτὴν ἀπολειφθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Θησέως), ἐνῶ στὴν Κυπριακὴ παραλλαγὴ πεθαίνει στὸν τοκετὸ ἐπάνω. Πρόβλημα παραμένει –καθὼς δὲν ἔχει σωθεῖ τὸ σχετικὸ ἀπόσπ.– ποιά ἦταν ἡ παραλλαγὴ τῶν Κυπρίων ἐπῶν τὴν ὁποία ὑπαινίσσεται ὁ Πρόκλος στὴν περίληψή του (ΑΚυΓ1/1β´ 3 Τ7.30 κἑ.): Νέστωρ δὲ ἐν παρεκβάσει διηγεῖται αὐτῷ (sc. τῷ παραγενομένῳ Μελεάγρῳ) ὡς Ἐπωπεὺς φθείρας τὴν Λύκου θυγατέρα ἐξεπορθήθη, καὶ τὰ περὶ Οἰδίπουν καὶ τὴν Ἡρακλέους μανίαν καὶ τὰ περὶ Θησέα καὶ Ἀριάδνην (ὄχι καὶ Διόνυσον, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ἀπαραίτητα μὴ ἐμπλοκή του στὴ διήγηση, μὲ τὸν τίτλο ὅμως δηλωτικὸ τῆς πρωτεύουσας θέσης τοῦ Θησέα· βλ. καὶ ΑΚυΓ1/1β´ 3 *F20 μὲ σχόλια, πβ. ΑΚυΓ3 25 F10 [κ.ἀ., γιὰ τὸν Θησέα: βλ. εἰσαγ. σημ. στὰ F1-16], μὲ σχόλια).
   Ἰδιαίτερα σημαντικὴ γιὰ τὴ λατρεία τῆς Ἀριάδνης –ἡ ὁποία στὴν Κρήτη λεγόταν Ἀριάγνη [= ἡ πολὺ ἁγνή, πβ. Ἡσύχ. σ.λ. ἁδνόν· ἁγνὸν Κρῆτες, πβ. Ἀριδήλαν (Schmidt, Ἀριήδαν Latte)· τὴν Ἀριάδνην Κρῆτες], καὶ πιστεύεται πὼς ἦταν ἀρχικὰ θεὰ τῆς βλάστησης (ΕλλΜ 2. 205 καὶ 3. 28, βλ. καὶ Farnell GHeC 402 ἀρ. 4 / ΗρΑΕΘ 153 ἀρ. 4)– φαίνεται νὰ εἶναι ἡ πληροφορία τοῦ Πλουτ. (ὅ.π. 20.6) ὅτι ὁ Θησεὺς παράγγειλε στοὺς Ἀμαθούσιους θύειν τῆι Ἀριάδνηι, δύο δὲ μικροὺς ἀνδριαντίσκους ἱδρύσασθαι, τὸν μὲν ἀργυροῦν, τὸν δὲ χαλκοῦν (στ. 13-15), σὲ συνδυασμὸ μὲ ὅσα ὁ ἴδιος ἀναφέρει ἀμέσως μετὰ τὴν Κυπριακὴ παραλλαγή (ὅ.π. 20.8-9): Καὶ Ναξίων δέ τινες ἰδίως ἱστοροῦσι δύο Μίνωας γενέσθαι καὶ δύο Ἀριάδνας, ὧν τὴν μὲν Διονύσῳ γαμηθῆναί φασιν ἐν Νάξῳ καὶ τοὺς περὶ Στάφυλον τεκεῖν, τὴν δὲ νεωτέραν ἁρπασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Θησέως καὶ ἀπολειφθεῖσαν εἰς Νάξον ἐλθεῖν, καὶ τροφὸν μετ' αὐτῆς ὄνομα Κορκύνην, ἧς δείκνυσθαι τάφον· ἀποθανεῖν δὲ καὶ τὴν Ἀριάδνην αὐτόθι καὶ τιμὰς ἔχειν οὐχ ὁμοίως τῇ προτέρᾳ· τῇ μὲν γὰρ ἡδομένους καὶ παίζοντας ἑορτάζειν, τὰς δὲ ταύτῃ δρωμένας θυσίας εἶναι πένθει τινὶ καὶ στυγνότητι μεμειγμένας. Ὅτι ἡ Ἀριάδνη ἦταν θεότητα τῆς βλάστησης, κι οἱ σχετικὲς γιορτὲς τῆς Νάξου –μὲ τὶς δύο Ἀριάδνες– δηλώνουν ἀφενὸς τὴν ἀκμὴ καὶ ἄνθηση καὶ ἀφετέρου τὸν μαρασμὸ καὶ τὴν ἀποξήρανση τῆς φύσης, ἔχει ἐπανειλημμένα σημειωθεῖ, μὲ χαρακτηριστικὴ τὴ διαπίστωση τοῦ M. Nilsson ὅτι «ἡ Ναξιακὴ ἑορτὴ ἐνθυμίζει ἀπὸ τὰ ἀνατολικὰ ἑορταστικὰ ἔθιμα τὸ πένθος καὶ τὴν χαρὰν κατὰ τὰ Ἀδώνια» (βλ. Οἰκονομίδη ὅ.π. 34 μὲ σημ. 28, γενικὰ 33 κἑ.). Οἱ δύο μικροὶ ἀνδριαντίσκοι, ὁ ἀσημένιος καὶ ὁ χάλκινος, τῆς Κυπριακῆς παραλλαγῆς δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἄσχετοι μὲ τὴ διπλὴ αὐτὴ φύση τῆς Ἀριάδνης (καὶ τῆς Ἀφροδίτης: βλ. καὶ ἀνωτ. Εἰκ. 56). Στὴν Κύπρο, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Κυρ. Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ Δβ´ σ. 61 § 28), "Τὴ θέση τοῦ Διονύσου ὡς θεοῦ τῆς βλαστήσεως τὴν εἶχε ἐξαρχῆς ὁ Ἀπόλλων καὶ τὴ θέση του ὡς θεοῦ «θνήσκοντος καὶ ἀνισταμένου» τὴν πῆρε ὁ Ἄδωνις. Ὅταν ἦρθαν οἱ Ἀχαιοὶ στὴν Κύπρο, δὲν φαίνεται νὰ εἶχε κατασταλάξει ὡς θεός τους"· στὴν Ἀμαθοῦντα δέ, μὲ τὴν ἔντονη παρουσία τῶν αὐτόχθονων Ἐτεοκυπρίων, ἡ Ἀριάδνη Ἀφροδίτη φαίνεται νὰ ἐξακολουθεῖ, ὣς τὴν ἐποχὴ τουλάχιστο ποὺ γράφει ὁ Παίων ὁ Ἀμαθούσιος, νὰ διατηρεῖ στοιχεῖα τῆς παλαιᾶς θεᾶς τῆς γονιμότητας (τῆς θεᾶς-Μητέρας), τῆς ὁποίας ἡ ἀρχαιότερη μορφὴ πιθανῶς ἀνευρίσκεται στὶς παραστάσεις τῶν ἱερῶν τελετῶν στὸ τελεστήριο τῶν Βουνῶν τῆς Κύπρου (ὅ.π. σσ. 59 κἑ. καὶ Διασπ. Β´ σσ. 131 κἑ., V. Karageorghis CyM 22-26 μὲ Πίν. καὶ βιβλιογραφία), περὶ τὸ 2000 π.Χ. Οἱ ἕξι κυκλικῶς διατεταγμένες μορφὲς στὸ κέντρο τοῦ τελεστηρίου αὐτοῦ, οἱ ὁποῖες φαίνεται νὰ ἐκτελοῦν ἱερὸ χορό, παραπέμπουν, νομίζουμε, στὴ συνέχεια τῆς διήγησης τοῦ Πλουτ. (ὅ.π. 21): Ἐκ δὲ τῆς Κρήτης ἀποπλέων εἰς Δῆλον κατέσχε, καὶ τῷ θεῷ θύσας καὶ ἀναθεὶς τὸ Ἀφροδίσιον, ὃ παρὰ τῆς Ἀριάδνης ἔλαβεν, ἐχόρευσε μετὰ τῶν ἠιθέων χορείαν, ἣν ἔτι νῦν ἐπιτελεῖν Δηλίους λέγουσι, μίμημα τῶν ἐν Λαβυρίνθῳ περιόδων καὶ διεξόδων ἔν τινι ῥυθμῷ παραλλάξεις καὶ ἀνελίξεις ἔχοντι γιγνομένην· καλεῖται δὲ τὸ γένος τοῦτο τῆς χορείας ὑπὸ Δηλίων γέρανος, ὡς ἱστορεῖ Δικαίαρχος (fr. 85 Werhli). Τὸ Ἀφροδίσιον, ὃ παρὰ τῆς Ἀριάδνης ἔλαβεν καὶ ἀφιέρωσε στὴ Δῆλο ὁ Θησεύς, ἦταν ἱρὸν ἄγαλμα | Κύπριδος ἀρχαίης ἀριήκοον, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Καλλίμ. (Ὕμν. 4.307-8, ἔργο τοῦ Δαίδαλου κατὰ τὸν Παυσ. 9.40.3-4, βλ. καὶ Οἰκονομίδη, ὅ.π. 27 μὲ σημ. 10 γιὰ τὸν γέρανον: «Ἔτι καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς χορὸς χορεύεται ἐν Πάρῳ καὶ Μυκόνῳ, λεγόμενος ἀγέρανος», καὶ Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ 37 κἑ. καὶ 48 σημ. 4 γιὰ τὰ Κυπρ. τοπων. Γερανός, Ναός [καὶ στὴ Νάξο, πβ. Κυπρ. τοπων. Γεροβᾶσα καὶ Γερᾶσα καὶ Βᾶσα, Ὄλυμπος καὶ Ἐλύμπια καὶ Λύμπια κ.ἄ. πρὸς ἀντίστοιχα τοπων. Νάξου: βλ. καὶ ΠραΝΑ 927-31], κ.ἀ.). Ἡ Ἀφροδίτη, ποὺ ἐμφανίζεται καὶ στὴ διήγηση τοῦ Φερεκύδη (Σχόλ. MV στὸ λ 322 = FHG Ι. 97/FGrH 3 F 148, ἡ ἱστορία παρὰ Φερεκύδῃ: ἀπὸ τὴ Λέρο κατὰ τὸν Οἰκονομίδη ὅ.π. 30-31 μὲ σημ. 18-19) νὰ δίνει θάρρος στὴν ἐγκαταλειφθεῖσα –μὲ παρέμβαση τῆς Ἀθηνᾶς– Ἀριάδνη (καὶ σ' ἄλλες σχετικὲς διηγήσεις), ἔχει πιθανῶς Κρητικὴ καταγωγή. Οἱ σχέσεις τῆς Κύπρου μὲ τὴν Κρήτη (ἔντονα ἀποτυπωμένες καὶ στὴν Κυπρο-μινωικὴ γραφή) καὶ τὸ Αἰγαῖο ἐν γένει εἶναι παλαιότατες καὶ εὐρύτατες. Παλαιότατα φαίνονται νὰ εἶναι καὶ τὰ κύρια στοιχεῖα τῆς Ἀμαθούσιας παραλλαγῆς γιὰ τὴν Ἀριάδνη, μὲ τὴν Κρητικὴ ἐπίδραση βέβαιη καὶ τὴ Ναξιακὴ διαμεσολάβηση σὲ ἐπιμέρους σημεῖα μὴ ἀποκλειόμενη. Ἀντίθετα, δύσκολα μπορεῖ νὰ δεχθεῖ κανεὶς τὴν ὑπόθεση γιὰ ἄμεση Ἀθηναϊκὴ ἐπίδραση (ὅτι π.χ. [ΕλλΜ 3. 60:] «το ενδιαφέρον των Αθηναίων για την Κύπρο φαίνεται και» ἀπὸ τὴν Ἀμαθούσια παραλλαγὴ τοῦ μύθου τοῦ Θησέα). Ἡ Ἀθηναϊκὴ ἐπίδραση εἶναι ἔντονη στὴν περιοχὴ τῆς Σαλαμῖνος (μὲ τὸν μύθο τοῦ οἰκιστῆ της Τεύκρου τοῦ Σαλαμινίου) καὶ τῶν Σόλων (μὲ τοὺς οἰκιστικοὺς μύθους τῶν παιδιῶν τοῦ Θησέα Ἀκάμαντος καὶ Δημοφῶντος, καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ γνωστοῦ Ἀθηναίου νομοθέτη Σόλωνος: βλ. ΑΚυΓ1 σσ. 90 κἑ. [ΑΚυΓ1β´ 125 κἑ.] κ.ἀ., καὶ Μορφώ 21 κἑ.), καὶ οἱ σχέσεις μὲ τὴν Ἀθήνα στοὺς ἱστορικοὺς χρόνους πολύπλευρες. Ἂν τὰ περὶ ἀκούσιας ἐγκατάλειψης τῆς Ἀριάδνης ἀπὸ τὸν Θησέα λόγω θαλασσοταραχῆς καὶ περὶ ἐπιστροφῆς τοῦ ἥρωα σὲ ἀναζήτησή της καταγράφονταν στὶς περιοχὲς αὐτές, θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ δεχθεῖ κανεὶς Ἀθηναϊκὴ ἐπίδραση ἄμεση (καὶ νὰ δεῖ στὸ ἐπεισόδιο μιὰν πιὸ ἐξευγενισμένη μορφὴ τοῦ μύθου, στὴν προσπάθεια τῶν Ἀθηναίων νὰ ἀπαλλάξουν τὸν ἥρωά τους ἀπὸ τὴν κατηγορία τῆς ἑκούσιας ἐγκατάλειψης τῆς Ἀριάδνης, ἀνάλογη πρὸς τὴν προσπάθειά τους «να τον απαλλάξουν από την κατηγορία πως έκλεψε την Ελένη» [ΕλλΜ 2. 204 καὶ 3. 57]). Στὴν Ἀμαθοῦντα ὅμως ὁ πληθυσμὸς ἦταν κατὰ βάση Ἐτεοκυπριακός, καὶ οἱ σχέσεις μὲ τὴν Ἀθήνα προβληματικές. Στὴν ἐξέγερση τοῦ Ὀνήσιλου ἐναντίον τῶν Περσῶν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ἰωνικῆς Ἐπανάστασης δὲν συναποστατοῦν (καὶ πολιορκοῦνται ἀπὸ τὸν Ὀνήσιλο, κατὰ τὸν Ἡρόδοτο), καὶ ἡ μνημονευόμενη ἀπὸ τὸν Ἡσύχιο αἰχμαλώτιση τοῦ Ἀμαθού­σιου Ῥοίκου –ἢ Ῥύκου– ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους προσμαρτυρεῖ μὴ φιλικὲς σχέσεις (βλ. Ἀ. Βοσκοῦ ΑΚυΓ2 11 Ε1 σχόλ. σ.στ. 1 καὶ 2 [σσ. 199-203] καὶ Ὀνήσ. 6 κἑ. [κυρίως 11] μὲ σημ. 21, καὶ ΑΚΕΠ Α´ 59.6 / Γα´ 92 καὶ Δα´ / Δβ´ 1.4). Ἔτσι, εἶναι εὔλογο νὰ ἀναγάγει κανεὶς σὲ χρόνους παλαιότερους τὶς ρίζες τῆς Ἀμαθούσιας παραλ­λαγῆς (μὲ τὰ ἀναφερόμενα στὴν κακοκαιρία ποὺ φέρνει στὴν Κύπρο τὸν Θησέα καὶ τὴν Ἀριάδνη νὰ θυμίζουν τὸ ἀνάλογο ἐπεισόδιο τῶν Κυπρίων ἐπῶν [3 Τ7.21, καὶ 3 F25 μὲ σχόλ.] μὲ τὸν Πάρη καὶ τὴν Ἑλένη) καὶ νὰ ἐπιβεβαιώσει τοὺς πανάρχαιους δεσμοὺς τῆς Κύπρου μὲ τὴν Κρήτη καὶ τὸ Αἰγαῖο ἐν γένει. (Τὰ συμπεράσματα αὐτὰ θὰ ἐνισχύονταν περαιτέρω ἂν ὁ μνημονευ­όμενος ἀνωτέρω σφραγιδόλιθος ἀπὸ τὸ Μάριο ἀνῆκεν ὄντως σὲ χρόνους παλαιότερους τῶν ἀρχῶν τοῦ 5ου αἰ. π.Χ., καὶ δὴ στὸν 7ον αἰ. ἢ ἔστω στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰ.: βλ. Masson ICS 173 [μὲ βιβλιογραφία], καὶ κατωτ. 37 Τ1 σχόλ. σ.στ. 27 σ.λ. ΔιϜείθεμις.)
   Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι σώζονται διάφορες σκηνὲς τοκετοῦ στὴν κορο­πλαστικὴ τέχνη τῆς Κύπρου ἀπὸ τὴν Ὕστερη Ἀρχαϊκὴ καὶ τὴν Κλασικὴ περίοδο (βλ. ἀνωτ. Εἰκ. 60 καὶ ἐδῶ Εἰκ. 120), καὶ μιὰ ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσα σκηνὴ τῆς Ἑλληνιστικῆς –πιθανῶς– περιόδου (ἀνωτ. Εἰκ. 57) ποὺ μπορεῖ νὰ συνδέεται μὲ τὴν ἀνωτέρω Κυπριακὴ παραλλαγὴ τοῦ μύθου τοῦ Θησέα καὶ τῆς Ἀριάδνης (βλ. AnAC 262.424 (μὲ βιβλιογραφία).

3. Παίων ὁ Ἀμαθούσιος: καὶ κατωτ. F2.2 ὁ δὲ τὰ περὶ Ἀμαθοῦντα γεγραφὼς Παίων (πβ. *F3.5-6 Κρέων δὲ ἐν τῶι πρώτωι τῶν Κυπριακῶν). Τὸ ὄνομα δὲν ἀπαντᾶ στὶς σωζόμενες Κυπρ. ἐπιγρ. (κατ' ἀντίθεση μὲ τὸ Κρέων: βλ. κατωτ.), κι εἶναι σπάνιο ἀλλοῦ ὡς ὄνομα ἀνθρώπου (βλ. LGPN1: Κρήτη / Δῆλος, LGPN3Α: Λακωνία)· στὴν Ἀττικὴ μόνο ἀπαντᾶ ἑπτὰ φορές (LGPN2). Πβ. ὅμως τὰ Παιήων, Παιών / Παιάν κ.τ.τ. (βλ. LSJ9 / LSK καὶ Chantraine σ.λλ. [κυρίως Παιάν]· Burkert ΑρΕΘ 112-13, 229, 310, 461-63 κ.ἀ. [νὰ σημειωθοῦν τὰ περὶ Μινωικῆς κληρονομιᾶς καὶ τὸ Μυκην. Paianone]· σχόλ. Kirk [CIl Ι. 103 καὶ ΙΙ. 102-3 καὶ 153, Ἑλλ. ἔκδ. Α´ 209 καὶ Β´ 206-7 καὶ 277] στὸ Α 473 σ.λ. παιήονα [472-74 οἱ δὲ πανημέριοι μολπῇ θεὸν ἱλάσκοντο | καλὸν ἀείδοντες παιήονα κοῦροι Ἀχαιῶν | μέλποντες ἑκάεργον] καὶ στὸ Ε 398-402 καὶ 899 μὲ εἰδικὴ ἀναφορὰ στὸ Παιήων [401-2 τῷ δ' ἐπὶ Παιήων ὀδυνήφατα φάρμακα πάσσων | ἠκέσατ'· οὐ μὲν γάρ τι καταθνητός γε τέτυκτο] καὶ σχόλ. St. West [COd Ι. 208, Ἑλλ. ἔκδ. Α´ 397] στὸ δ 231-2· περισσότερα [μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία]: Platthy Myth. Poets 189-91). Τὸ ὄνομα φαίνεται ὁμιλοῦν (ὁ Ἀρχιμ. Κυπριανὸς [Ἱστ. 512] σημειώνει ἐπιγραμματικά: «Παίων ἐξ Ἀμαθοῦντος Ἰατρὸς ἄριστος», ἴσως κατὰ τὸν Παιήονα τὸν ἰατρὸ τῶν θεῶν ἢ / καὶ λόγω τοῦ περιεχομένου τοῦ ἀποσπ. [στ. 10 κἑ. περὶ τὴν ὠδῖνα συμπονεῖν καὶ βοηθεῖν κ.λπ.], χωρὶς σχετικὴ συζήτηση), καὶ οὐδόλως ἀποκλείεται νὰ εἶναι· χωρία πάμπολλα συνηγοροῦν, ἐπιτρέποντας σχετικοὺς συνειρμούς (βλ. π.χ. Ἀριστοφ. Λυσ. 1289 κἑ. μὲ τὴν ἀναφορὰ στὸν Διόνυσο καὶ τὴν Ἀφροδίτη κ.λπ. [Ἡσυχίας πέρι τῆς ἀγανόφρονος, | ἣν ἐποίησε θεὰ Κύπρις. | ἀλαλαὶ ἰὴ παιήων κ.λπ.] κ.ἀ., πβ. τὸν τοῦ Βί. Σμυρν. [2ος αἰ. π.Χ.] Ἐπιτ. Ἀδών., ποὺ προφανῶς ἀπηχεῖ πολλαπλοὺς συνειρμούς). Καὶ ἡ ἀναφορὰ τοῦ ὀνόματος Κρέων ἀπὸ τὸν Σχολ. τοῦ Ἀριστοφ. καὶ τοὺς λεξικογράφους (βλ. κατωτ. *F3 σχόλ. σ.λ.), δὲν ἀποκλείεται νὰ ὁδηγεῖ σ' αὐτὸν τὸν δρόμο. Ὁ Παίων ὁ Ἀμαθούσιος (συνοπτικά: Voss HistGr2 395), σὲ κάθε περίπτωση, ἔχει ὡς term. a. quem τὸν Πλουτ. Θησ. (περὶ τὸ 115 μ.Χ.: βλ. O. Seel, "Paion" [4], RE 18.2 [1942] 2402, μὲ παραπομπές), κι ὡς πιθανὸ term. p. quem τὸν 4ον αἰ. π.Χ. (βλ. καὶ κατωτ.).

15-16. τοῦ Γορπιαίου μηνὸς: κατὰ τὸν Σουίδ. σ.λ. Γορπιαῖος· μὴν Σεπτέμβριος. κατὰ Μακεδόνας (βλ. Bischoff [nach Dittenberger], "Gorpiaios", RE 7.2 [1912] 1664, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία, καὶ TGrL σ.λ.). Οἱ πρῶτες ἀναφορὲς στὰ σωζόμενα κείμενα φαίνεται νὰ ἀπαντοῦν στὴν οὕτω καλούμενη Ἱπποκράτους ἐπιστολὴ πρὸς Πτολεμαῖον βασιλέα περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου (*Ἱπποκρ., ἔκδ. Ε. Ζ. Ermerins, AnecdM, σσ. 279-97), χρονολογούμενη ἴσως στὸν 1ον αἰ. μ.Χ. (βλ. J. Jouanna Ἱπποκρ. 527 κἑ.), στὸν Ἰώσηπο (Ἰουδ. πόλ. [1ος αἰ. μ.Χ.], 6άκις) καὶ στὸν Πλούτ. (Θησ., ὅ.π.)· συχνὰ ἀργότερα (Ἐπιφάν., Ἰωάνν. Χρυσ., Ἰωάνν. Λυδ. Περὶ μην., κ.ἀ.), μὲ τρόπο ποὺ δείχνει εὐρύτερη χρήση του. Στὴν Κύπρο δὲν φαίνεται νὰ καθιερώθηκε (βλ. F. Ginzel, "Kyprischer Kalender", RE 12.1 [1924] 58, καὶ ΑΚΕΠ Ε´ 205), μολονότι ἡ συστράτευση τῶν Κυπρίων βασιλέων μὲ τὸν Ἀλέξανδρο καὶ τὰ ἐπακόλουθα γεγονότα δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἄφησαν τὰ σημάδια τους καὶ ἐδῶ (γιὰ τὸν Ἀνδροκλῆ τῆς Ἀμαθούντας βλ. ΑΚυΓ2 Ε15, μὲ εἰσαγ. σημ. καὶ σημ. σ.λ. Ἀνδροκλῆς βασιλεύς). Ἡ ἀναφορὰ στὸ κείμενο τοῦ Θησ., ἔτσι, ἀποτελεῖ μιὰν χρονολογικὴ ἔνδειξη γιὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ γράφει ὁ Παίων ὁ Ἀμαθούσιος ὄχι ἰδιαίτερα ἀσφαλῆ (βλ. Bischoff ὅ.π. καὶ O. Seel ὅ.π. [RE 18.2] 2402-3) μὰ χρήσιμη: βρισκόμαστε στοὺς μετὰ τὸν Ἀλέξανδρο χρόνους, πιθανῶς πιὸ κοντὰ σ' αὐτὸν παρὰ στὸν Πλούταρχο (βλ. καὶ κατωτ.).

16-17. κατακλινόμενον (...) γυναῖκες: Τὸ ἔθιμο, ὅπως σημειώνουν οἱ Κυρ. Χατζη­ιωάννου καὶ Μ. Βαρβούνης (ΑΚΕΠ Ε´ 124 / ΜΛΜ σσ. 18-19, μὲ βιβλιογραφία), ἀνήκει στὸν κύκλο τῶν ἐθιμικῶν πράξεων ποὺ στὴ διεθνῆ ὁρολογία καλεῖται couvade καὶ στὴν Ἑλληνικὴ ἀρρενολοχεία (βλ. Δ. Λουκᾶτος, «Ὁ σύζυγος εἰς τὰ κατὰ τὴν γέννησιν ἔθιμα καὶ λαογραφικαὶ ἐνδείξεις περὶ ἀρρενολοχείας», Ἐπετ. Λαογρ. Ἀρχείου 7 [1953] 124-68, γιὰ τὴν Κύπρο: Παπαχαραλάμπους KυHE 40). Τὸ ἔθιμο δὲν ἀποκλείεται νὰ ἔχει Μινωικὲς ρίζες (ΑΚΕΠ ὅ.π.), ὅπως καὶ ὁ ὅλος μύθος (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 κἑ.).

18-19. τὸν τάφον δεικνύουσιν, Ἀριάδνης Ἀφροδίτης: πβ. τὰ περὶ τῆς Νάξου (Θησ. 20.8-9, ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 κἑ.): τὴν δὲ νεωτέραν (sc. Ἀριάδνην) ἁρπασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Θησέως καὶ ἀπολειφθεῖσαν εἰς Νάξον ἐλθεῖν, καὶ τροφὸν μετ' αὐτῆς ὄνομα Κορκύνην, ἧς δείκνυσθαι τάφον κ.λπ. Στὴν Ἀμαθοῦντα ἡ ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη ἔφερε στὸ φῶς στὴν κορφὴ τῆς ἀκρόπολης μὲ τὸ ἱερὸ τῆς Ἀφροδίτης (στὴ βόρεια ἄκρη, μέσα στὰ ὅρια τοῦ ἱεροῦ) ἕναν μικρὸν τάφο σκαλισμένο στὸ βράχο, παρόμοιο μὲ τοὺς Γεωμετρικοὺς τάφους τῆς Σκάλας-Παλαιπάφου, ποὺ φαίνεται νὰ ἦταν παλαιὸς τάφος ἱερός, ἀφιερωμένος κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀνοικοδόμησης τοῦ ἱεροῦ, ὁ ὁποῖος θὰ μποροῦσε νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὸν ἐδῶ ἀναφερόμενο τάφο τῆς Ἀριάδνης (βλ. A. Hermary, "Les fouilles françaises d'Amathonte / The French excavations at Amathus", Kinyras [1993] 183 [μὲ Fig. 17] κἑ., κυρίως 185, καὶ Aupert Guide d'Amath. 130-32 [καὶ 50-51], μὲ Fig. 56-57 – Ὁδηγ. Ἀμαθ. 57-59 [καὶ 31], μὲ τὸ Σχέδ. 9). Κατὰ τὸν Β. Καραγιώργη (ΕΘΗρΑΚ 129 κἑ.: «Ἡ λατρεία τῆς Ἀφροδίτης στὴν Ἀμαθοῦντα»), «Πρόσφατες ἀρχαιολογικὲς ἀνακαλύψεις στὴν Ἀμαθοῦντα χρονολογοῦν τὴν ἵδρυση τῆς πόλης στὸ τέλος τοῦ 11ου αἰώνα π.Χ. Ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὅτι ἡ λατρεία τῆς Μεγάλης Θεᾶς εἶχε ἀρχίσει ἤδη τὸν 8ο αἰώνα π.Χ. σ' ἕνα ἀνοιχτὸ τέμενος» (129, βλ. καὶ τὰ προηγούμενα γιὰ τὴ σύνδεση μὲ τὸν Κινύρα καὶ τὴν Πάφο καὶ γιὰ τὸν Ἐτεοκυπριακὸ πληθυσμό, καὶ πβ. τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς Ἐτεόκρητες) καὶ «Τὸ ἄλσος ὅπου βρισκόταν ὁ τάφος τῆς Ἀριάδνης οἱ Ἀμαθούσιοι τὸ ὀνόμαζαν ἄλσος τῆς Ἀφροδίτης - Ἀριάδνης, πιθανότατα συμβολίζοντας ἔτσι τὸ πέρασμα τῆς θνητῆς Ἀριάδνης στὴν ἀθανασία μὲ τὴ βοήθεια τῆς Ἀφροδίτης (Pirenne – Delforge 1994, 349-50)» (131). Ὁ Κυρ. Χατζη­ιωάννου (ΑΚΕΠ Ε´ 124, κ.ἀ.), ὑποστήριζε πὼς "τὸ Ἀριάδνη (Ἀφροδίτη) εἶναι ἐπίθετο τῆς Ἀφροδίτης καὶ ἐσήμαινε «τὴν πάναγνη Ἀφροδίτη» καὶ ἑπομένως τὸ «ἀριάδνη» δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν Κρητικὴ Ἀριάδνη"· ὁ τάφος ὅμως τῆς Ἀφροδίτης τοποθετοῦνταν στὴν Πάφον κι ὄχι στὴν Ἀμαθοῦντα (βλ. ΑΚΕΠ Α´ 133.2 καὶ Β´ 12.15α = Βί. Τύχ. [H. Delehaye] 3 στηλιτεύσας τῶν εἰδώλων τὰς καθαρσίας ἔνθα λέγει τὴν Ἀφροδίτην ἐν Πάφῳ τῆς Κύπρου ταφῆναι· πβ. καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Ἀρσινόην Ἀφροδίτην: Στράβ. 17.1.16 μετὰ τὴν Νικόπολιν καὶ τὸ Ζεφύριον, ἄκρα ναΐσκον ἔχουσα Ἀρσινόης Ἀφροδίτης). Ἡ λατρεία τῆς Ἀριάδνης Ἀφροδίτης εἶναι παλαιότατη, καὶ ὄχι παρόμοια μὲ τὶς λατρεῖες θεοποιημένων θνητῶν τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου (γιὰ τὶς ὁποῖες βλ. συνοπτικὰ ΑΚΕΠ Δβ´ σσ. 115 κἑ., §§ 92-103· γιὰ τὴ λατρεία τῆς Ἀφροδίτης στὴν Ἀμαθοῦντα καὶ στὴν Κύπρο γενικὰ βλ. καὶ τὴ συνοπτικὴ θεώρηση Burkert ΑρΕΘ 324-31, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία· γιὰ τὴ σχέση Ἀριάδνης – Ἀφροδίτης [μὲ παραπομπὲς σὲ πηγὲς καὶ στὴν παλαιότερη βιβλιογραφία, μὲ εἰδικὴ ἀναφορὰ στὴν ἐδῶ μαρτυρία] R. Wagner, "Ariadne", RE 2.1 [1895] 807-8). Περισσότερα τώρα: J. Karageorghis Kypris 75 κἑ. (κυρίως 81 κἑ., γιὰ τὸ Ἱερὸ τῆς Ἀφροδίτης, μὲ Fig. 76 καὶ 83).

  1. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  2. Easterling, P. E. & Knox B. M. W. (2000), Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Κονομή, Ν., Γρίμπα Χρ, Κονομή Μ. & Στεφανή Α. Ἀθήνα.
  3. Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία.a↑ b↑
  4. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.
  5. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑
  6. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  7. Μιχαηλίδης, K. Π. (1999), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 5. Φιλοσοφία: Ζήνων ὁ Κιτιεύς, τóμ. 5, Λευκωσία.
  8. Ταϊφάκος, Ι. (2008), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 6. Φιλοσοφία: Κλέαρχος, Περσαῖος, Δημῶναξ καὶ ἄλλοι Κύπριοι φιλόσοφοι, τóμ. 6, Λευκωσία.