You are here

T1 (ΑΚυΓ3 12 Ε1)

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Ὄτε τὰ(ν) πτόλιν  Ἐδάλιον  κατέϜοργον  Μᾶδοι κὰς Κετιε̃Ϝες

ἰ(ν) το˜ι Φιλοκύπρˉον Ϝέτει τõ Ὀνασαγό|ραυ , βασιλεὺς Στασί-

κυπρος κὰς πτόλις  Ἐδαλιε̃Ϝες ἄνˉογον Ὀνάσιλον τὸν

Ὀνασικύπ|3ρˉον  τὸν ἰyaτε̃ραν κὰς τὸς κασιγνˉέτος ἰyᾶσθαι 

  τὸς (ν)θρˉόπος τὸς ἰ(ν) τᾶι μάχαι ἰκ|μαμένος ἄνευ μισθõν· κάς

παι εὐϜρˉετάσατυ βασιλεὺς κὰς πτόλις Ὀνασί|λˉοι5 κὰς τοῖς

κασιγνˉέτοις (ν)τὶ τõ μισθõν κὰ ἁ(ν)τὶ τᾶ ὑχˉέρˉον  δοϜέναι ἐξ

τõι |6 Ϝοίõι τõι βασιλε̃ Ϝος κὰς ἐξ τᾶι πτόλιϜι  ἀργύρˉο τα­ (λάν-

τˉον) α´ τά(λαντον) · ˉε῍ δυϜάνοι νυ (ν)τὶ τõ |7 ἀργύρˉον τõδε τõ

ταλά(ν)τˉον βα­σιλεὺς κὰς πτόλις Ὀνασίλˉοι κὰς τοῖς κα-

σι|γνˉέτοις ἀπὺ τᾶι ζᾶι  τᾶι βασιλε̃ Ϝος τᾶ ἰ(ν) τˉὀιρ˜oνι τõι Ἀ-

λα(μ)πριyάται  τὸ(ν) χõρον |9 τὸν ἰ(ν) τõι ἔλει τὸ(ν) χραυόμενον

Ὄ(γ)κα(ν)τος ἄλϜˉο  κὰς τὰ τέρχνιyα τὰ ἐπιό(ν)τα |10 πά(ν)τα

ἔχεν πανˉο´νιον ὐϜαὶς ζᾶν ἀτελε̃ ν · ˉε῎ κέ σις Ὀνάσιλον τὸς

|11 κασιγνˉέτος τὸς παῖδας τõ(ν) παίδˉον τõν Ὀνασικύπρˉον ἐξ

τõι χˉορˉοι τõιδε |12 ἐξ ὀρύξˉε, ἰδέ παι ἐξ ὀρύξˉε, πείσει Ὀνα-

σίλˉοι κὰς τοῖς κασιγνˉέτοι|ς τοῖς παισὶ τὸν ἄργυρον τό(ν)δε,

ἀργύρˉο τα(λάντˉον) α´ τά(λαντον). |14 κὰς Ὀνασίλˉοι οἴϜˉοι

ἄνευ τõν κασιγνˉέτˉον τõν αἴλˉον ἐϜρˉετάσατυ βασιλεὺ|ς κὰς

πτόλις δοϜέναι (ν)τὶ τᾶ ὑχˉέρˉον τõ μισθõν ἀργύρˉο πε(λέκε-

Ϝˉον) δ´ πε(λέκεϜας) |16 [δι(μναίˉον)] β´ δι(μναῖα)  Ἐ(δάλια)· ˉε῍

δˉόκοι νυ βασιλεὺς κὰς πτόλις Ὀνασί‖λˉοι (ν)τὶ τõ ἀρ-

γύρˉο τõδε ἀπὺ τᾶι ζᾶι τᾶι βασιλε̃ Ϝος τᾶ ἰ(ν) Μαλανίyα|ι τᾶι

πεδίyαι τὸ(ν) χõρον τὸ(ν) χραυζόμενον Ἀμενίyα ἄλϜˉο κὰς τὰ

τέρ|χνιyα τὰ ἐπιό(ν)τα πά(ν)τα, τὸ(ν) ποἑχόμενον πὸς τὸ(ν)

ῥόϜο(ν) τὸ(ν) Δρύμιον κὰς πὸ|ς20 τὰν ἰερˉέϜιyαν τᾶς Ἀθάνας

κὰς τὸ(ν) κᾶπον τὸν ἰ(ν) Σίμιδος ἀρούρα|ι τὸ(ν) ΔιϜείθεμις  

Ἀρμανεὺς ˉε῏χε ἄλϜο(ν), τὸν ποἑχόμενον πὸς Πασαγόρα|ν τὸν

Ὀνασαγόραυ κὰς τὰ τέρχνιyα τὰ ἐπιό(ν)τα πά(ν)τα ἔχεν παν-

ˉονίος  ὐ|Ϝαὶς ζᾶν ἀτελίyα ἰό(ν)τα· ˉε῎ κέ σις Ὀνάσιλον ˉε῍ τὸς

παῖδας τὸς Ὀ|νασίλˉον ἐξ τᾶι ζᾶι τᾶιδε ἐξ τõι κάπˉοι τõιδε

ἐξ ὀρύξˉε, ἰ|δὲ25 ἐξ ὀρύξˉε πείσει Ὀνασίλˉοι ˉε῍ τοῖς παισὶ τὸν

ἄργυρον τό(ν)δε, ἀργύρˉοπε(λέκεϜˉον) δ´ πε(λέκεϜας) [δι-

(μναίˉον)] β´ δι(μναῖα) Ἐ(δάλια). ἰδὲ τὰ(ν) δάλτον τά(ν)δε, τὰ

Ϝέπιyα τάδε ἰναλαλισμένα , |27 βασιλεὺς κὰς πτόλις κατέθι-

yαν ἰ(ν) τὰ(ν) θιὸν τὰν Ἀθάναν τὰν περ' Ἐ|δάλιον  σὺν ὄρκοις

μ`ˉε λῦσαι τὰς Ϝρˉέτας τάσδε ὐϜαὶς ζᾶν. |29 ὄπι σίς κε τὰς Ϝρˉέτας

τάσδε λύσˉε, ἀνοσίyα Ϝοι γένοιτυ . τάς γε |30 ζᾶς τάσδε κὰς τὸς

κάπος τόσδε οἰ Ὀνασικύπρˉον παῖδες κὰς τõ(ν) παίδˉον οἰ πα|ῖ-

δες ἔξο(ν)σι αἰϜεί, ο() ἰ(ν) τˉὀιρ˜oνι τõι Ἐδαλιε̃Ϝι ἴˉο(ν)σι.

Ὅταν τὴν πόλη Ἰδάλιο πολιορκοῦσαν οἱ Πέρσες καὶ οἱ Κιτιεῖς, τὸ
ἔτος τοῦ Φιλόκυπρου τοῦ γιοῦ τοῦ Ὀνασαγόρα, ὁ βασιλιὰς Στασί-
κυπρος καὶ ἡ πόλη οἱ Ἰδαλιῶτες πρότρεπαν τὸν Ὀνάσιλο τὸν
γιὸ τοῦ Ὀνασίκυπρου τὸν για­τρὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς του νὰ
θεραπεύουν τοὺς ἀνθρώπους τοὺς τραυματι­σμένους στὴ μάχη χω-
ρὶς πληρωμὴ ἀπ' αὐτούς· κι ἔτσι συμφώνησαν ὁ βασιλιὰς καὶ ἡ πόλη
στὸν Ὀνάσιλο καὶ στοὺς ἀδελφούς του ὡς μισθὸ καὶ ὡς φιλο­δώ-
ρημα νὰ δώσουν ἀπὸ τὸν Οἶκο τοῦ βασιλιᾶ καὶ ἀπὸ τὴν πόλη ἀπ' τὰ
τάλαντα ἀσημιοῦ 1 τάλαντο· ἢ νὰ δώσει βέβαια, ἀντὶ τοῦ ταλάντου
αὐτοῦ ἀπὸ ἀσήμι, ὁ βασιλιὰς καὶ ἡ πόλη στὸν Ὀνάσιλο καὶ στοὺς
ἀδελφούς του ἀπὸ τὴ γῆ τοῦ βασιλιᾶ ποὺ βρίσκεται στὴν περιοχὴ
τοῦ Ἀλαμπριάτα τὸν χῶρο πού 'ναι στὸ λιβάδι τὸ ὁποῖο συνορεύει
μὲ τὸ περβόλι τοῦ Ὄγκαντα καὶ τὰ νεαρὰ φυτὰ τὰ ὑπάρχοντα ὅλα
νὰ τὸν καρποῦνται μὲ ὅλα τὰ πωλήσιμα ὅσο ζοῦν χωρὶς τέλη· ἂν
κάποιος βγάλει τὸν Ὀνάσιλο ἢ τοὺς ἀδελφούς του ἢ τὰ παιδιὰ
τῶν παιδιῶν τοῦ Ὀνασίκυπρου ἀπὸ τὸν χῶρο τοῦτον, ὅποιος λοι-
πὸν τοὺς βγάλει θὰ πληρώσει στὸν Ὀνάσιλο καὶ τοὺς ἀδελφούς
του ἢ στὰ παιδιά τους αὐτὸ τὸ ἀσήμι, ἀπ' τὰ τάλαντα ἀσημιοῦ 1
τάλαντο. Καὶ στὸν Ὀνάσιλο μόνο, χώρια ἀπ' τοὺς ἀδελφοὺς τοὺς
ἄλλους, συμφώνησαν ὁ βασιλιὰς κι ἡ πόλη νὰ δώσει, ἀντὶ φιλοδω-
ρήματος πέρα ἀπ' τὴν πληρωμή, ἀπ' τὰ πελέκια ἀσημιοῦ 4 πελέκια
καὶ 2 διμναῖα Ἰδαλιώτικα· ἢ νὰ δώσει βέβαια ὁ βασιλιὰς κι ἡ πόλη
στὸν Ὀνάσιλο ἀντὶ τοῦ ἀσημιοῦ αὐτοῦ ἀπ' τὴ γῆ τοῦ βασιλιᾶ πού
'ναι στὴν πεδιάδα Μελανία τὸν χῶρο ποὺ συνορεύει μὲ τὸ περβόλι
τοῦ Ἀμενία καὶ τὰ νεαρὰ φυτὰ τὰ ὑπάρχοντα ὅλα, τὸν χῶρο ποὺ
ἐκτείνεται πρὸς τὸν ποταμὸ Δρύμιο καὶ πρὸς τὴν ἱέρεια τῆς Ἀθηνᾶς
καὶ πρὸς τὸν κῆπο πού 'ναι στὰ χωράφια τοῦ Σίμιδος καὶ τὸν εἶχε
περβόλι ὁ Διείθεμις ὁ Ἀρμανεύς, τὸν χῶρο ποὺ ἐκτείνεται πρὸς τὸν
Πασαγόρα τὸν γιὸ τοῦ Ὀνασαγόρα καὶ τὰ νεαρὰ φυτὰ τὰ ὑπάρ-
χοντα ὅλα νὰ καρποῦται μὲ ὅλα τὰ πρὸς πώληση προϊόντα ὅσο ζεῖ
ἀφορολόγητα· ἂν κάποιος τὸν Ὀνάσιλο ἢ τὰ παιδιὰ τοῦ Ὀνά-
σιλου ἀπὸ τὴ γῆ αὐτὴ ἢ ἀπὸ τὸν κῆπο αὐτὸ βγάλει, αὐτὸς λοιπὸν
ποὺ θὰ τοὺς βγάλει θὰ πληρώσει στὸν Ὀνάσιλο ἢ στὰ παιδιά
του τὸ ἀσήμι αὐτό, ἀπ' τὰ πελέκια ἀσημιοῦ 4 πελέκια καὶ 2 διμναῖα
Ἰδαλιώτικα. Κι αὐτὴ τὴν πινακίδα, αὐτὰ τὰ λόγια χαραγμένα, ὁ βα-
σιλιὰς κι ἡ πόλη κατέθεσαν στὴ θεὰ τὴν Ἀθηνᾶ, αὐτὴν τοῦ Ἰδαλίου,
μὲ ὅρκους νὰ μὴ παραβοῦν τὶς ρῆτρες αὐτὲς ὅσο ζοῦν. Σὲ περίπτωση
ποὺ κάποιος παραβεῖ τὶς ρῆτρες αὐτές, νὰ πέσει πάνω του τὸ ἀνο-
σιούργημα. Τὶς γαῖες βέβαια αὐτὲς καὶ τὰ περβόλια αὐτὰ τοῦ Ὀνα-
σίκυπρου τὰ παιδιὰ καὶ τῶν παιδιῶν τους τὰ παιδιὰ θὰ τὰ ἔχουν
ἐσαεί, ὅσα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἰδαλίου θά 'ναι.

Σχόλια: 

Ἐπιγραφὴ πολλαπλῶς ἐνδιαφέρουσα καὶ πολυσυζητημένη, ἀπὸ τὸ Ἰδάλιον, χαραγμένη στο τοπικό συλλαβάριο (βλ. ΑΚΥΓ31 σσ. 69-70 με σημ. 1 κἑ.: κυρίως 5) στὶς δυὸ ὄψεις ὀρειχάλκινης πινακίδας, ποὺ βρέθηκε τὸ 1850 στὸ ἱερὸ τῆς Ἀθηνᾶς στὴ βορειοδυτικὴ ἀκρόπολη τῆς ἀρχαίας πόλεως ἀπὸ χωρικούς, ἀγοράστηκε ἀπὸ τὸν Duc de Luynes, καὶ κατέληξε στὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη τῶν Παρισίων (Cabinet des Médailles, inv. bronzes 2297)· ἡ ἀκριβὴς χρονολόγησή της παραμένει ἀβέβαιη (α΄ ἥμισυ 5ου αἰ. π.Χ., πιθανῶς μεταξὺ 475-70 π.Χ.). Samama MMG2, πβ. Παν. Στυλιανού στο ΙστΚ3 Ββ' 500-1 [498/7 - περ. 470] καὶ Χατζηστεφάνου4 ὅ.π. 1039 [καὶ 999 σημ. 100] άλλὰ: "probabiliter ca. 445 a. Chr. n." Solmsen - Fraenkel IGID5 p. 9 no. 10   (Βλ. Masson ICS6 σσ. 233-44, μὲ τὴν παλαιότερη βιβλιογραφία [καὶ τὶς ἐκεῖ συντο­μογραφίες], καὶ ΑΚΕΠ7 Δα΄ / Δβ΄ 8 [καὶ 2]. Βλ. ἐπίσης: Σακελλαρίου Κυπρ.8 Α΄ 221 [218]-23· Περισπάνη Γενἱστ.9 561-602· Papaxen. Zyma10 63-64· Παυλίδη ΙΝΚ111 93-94, 114-15, 271-73 κ.ἀ. [βλ. Εὑρετ. σ. 500]· Α. Δημητρίου, «Ιδάλιον, η Αρχαία Πολιτεία»12, στὸ Ιδάλιον [Επιμ. Έκδοσης: Μαίρη Πύργου, Λευκωσία 1993], 7-41 [κυρίως 23-29]. Πέρα ἀπὸ τὴ μεγάλη ἱστορικὴ καὶ γλωσσολογικὴ σημασία, ἡ ἐπιγραφὴ ἐμφανίζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν καλλιέργεια τοῦ πεζοῦ λόγου στὴν Κύπρο σὲ χρόνους πρώιμους, ὄντας μοναδικὴ σὲ ἔκταση, ἀπαράμιλλη σὲ ὕφος, καὶ παλαιότατη. (Βλ. καὶ V. Karageorghis, "Excavations in the Necropolis of Idalion, 1963", RDAC13 1964, 28-84.)

1. πτόλιν, 3 [2] κ.ἀ. πτόλις, 8 [6] πτόλιϜι: Τὸ πτόλις (ὅπως καὶ τὸ πτόλεμος) θεωροῦνταν γλῶσσα Κυπρίων: Σχόλ. Τ στὸ Ψ1 πτόλιν· πόλιν. Κυπρίων τῶν ἐν Σαλαμῖνι ἡ λέξις· βλ. ΑΚΕΠ7 Γβ´ 219 μὲ σημ.: "Ἡ λέξη δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὡς ἰδιωματικὴ «τῶν ἐν Σαλαμῖνι Κυπρίων» μόνο, γιατὶ βρίσκεται στὴ μεγάλη ἐπιγραφὴ τοῦ Ἰδαλίου, ICS6 217, στὴν ὀνομαστική, πτόλις, ἕξι φορές, στὴ δοτική, πτόλιϜι, καὶ στὴν αἰτιατική, πτόλιν, ἀπὸ μιὰ φορά. Ἑπομένως, ἐφ' ὅσον ἀπαντᾶ καὶ στὸ Ἰδάλιο, ἀνήκει στὸ Ἀνατολικὸ γλωσσικὸ ἰδίωμα κι ὄχι ἀποκλειστικὰ στὸ Σαλαμινιακό (ἰδ. Εἰσαγωγὴ § 9.1). Ὁ τύπος πτόλις ἀπαντᾶ 16 φορὲς στὴν Ἰλιάδα καὶ 14 στὴν Ὀδύσσεια, καὶ στὶς πινακίδες τῆς Κνωσσοῦ στὸ κύριο ὄνομα po-to-ri-jo = Πτολίων" (ὀρθότερα: 18 φορὲς στὴν Ἰλ. [αἰτ. πτόλιν δεκάκις, γεν. πτόλιος πεντάκις, δοτ. πτόλει δίς, ὀνομ. πτόλις ἅπαξ] καὶ 14 στὴν Ὀδ., βλ. καὶ Ὁμηρ. ὕμν. V [Εἰς Ἀφρ.] = ΑΚυΓ14 5 Υ1, στ. 20 δικαίων τε πτόλις ἀνδρῶν)· βλ. ἐπίσης C. M. Bowra, "Homeric words in Cyprus"15, JHS 54 (1934) 63 (μὲ τὴν παρατήρηση ὅτι στὴν Ἀρκαδία ὁ ἐν χρήσει τύπος εἶναι τὸ πόλις, ἀλλ' ὁ παλαιότερος τύπος σώζεται στὸ ἀρχαϊκὸ ὄνομα τῆς Μαντίνειας ποὺ ἐπιβιώνει στοὺς χρόνους τοῦ Παυσανία: 8.8.4 ὀνομάζουσι καὶ ἐς ἡμᾶς ἔτι Πτόλιν οἱ Ἀρκάδες, καὶ 8.12.7 καλεῖται δὲ τὸ χωρίον τοῦτο καὶ ἐφ' ἡμῶν Πτόλις, κ.λπ.). Ἂς προστεθεῖ καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ Εὐσταθ. (1284.30) φασὶν οἱ παλαιοὶ ὡς Κυπρίων ἐστὶ τῶν ἐν Σαλαμῖνι λέξις τὸ πτόλις, καὶ αὐτὴ τῶν Κυπριακῶν ἐπιγραμμάτων: ΑΚυΓ216 11 Ε8.1 πτόλις ἅδε καλύπτε[ι] καὶ Ε68.1 πτόλις· πόλις Περσῆος, ὅμως, στὸ Ε51.1 (τοῦ 2/3 αἰ. μ.Χ.: βλ. σχόλ. σ.λ., μὲ παραπομπὴ σὲ ἐπιγραφές) καὶ ἐπ' ἄστυ Πάφου στὸ Ε19.2 (ἐπιτύμβιο ἐπίγρ. γιὰ Κύπριο θαμμένο στὴ Ρόδο: βλ. τὰ ἐκεῖ σχόλ.).

   Ἐδάλιον: ἢ Ἠδάλιον (ἡ γνωστὴ στὶς κλασσικὲς καὶ μεταγενέστερες πηγὲς μὲ τὸν τύπο Ἰδάλιον πόλη τῆς Κύπρου), βλ. καὶ ICS6 218 τᾷ Ἀθάνᾳ τᾷ ἰν Ἐδαλίωι καὶ ἐδῶ στ. 3 Ἐδαλιε̃Ϝες · πβ. κατωτ. Κετιε̃Ϝες (ἀντὶ τοῦ συνήθους Κιτιεῖς: βλ. Masson6 σ. 233 σημ. 1, πβ. Ἀ. Βοσκοῦ17 Μορφώ 43 σημ. 7 καὶ 45 σημ. 24 [μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία] γιὰ τὰ ὀνόματα τῆς σημερινῆς Λαπήθου: Λάπαθος, Λάπηθος / Λάπιθος, πιθανῶς παλαιότατο Λάπεθος), καὶ ICS6 220 (ἡ γνωστὴ δίγλωσση ἐπι­γραφὴ τοῦ 388 π.Χ.) ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνος στὸ Ἰδάλιο ποὺ ἔδωσε τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν ἀποκρυπτογράφηση τῆς Κυπριακῆς συλλαβικῆς γραφῆς): [(ντῷ τετάρ­τωι Ϝέτε]ι βασιλῆϜος ΜιλκιyάθωνοςΚετίων κὰ(ςἘδαλίων βασιλεύ|[Ϝο(ν)τοςτᾶν ἐπαγο]μενᾶν τῶ πε(μ)παμέρων νεϜοστάταςτὸν ἀ(ν)δριyά(ν)ταν τό(ν)δε κατέστασε ὁ Ϝάναξ | [Βααλρωμοςὁ Ἀβδιμίλκων τῷ Ἀπόλ(λ)ωνι τῷ Ἀμύκλωι, ἀφ' ὧι Ϝοι τᾶς εὐχωλᾶς []πέτυχε· (ντύχαι ἀjα(?)θᾶι. Τὰ πορίσματα τῶν ἀρχαιολόγων ὡς πρὸς τὴ σημασία τῆς ἀναφορᾶς στὸν Ἄμυκλον ἢ Ἀμυκλαῖον Ἀπόλλωνα ποικίλλουν (βλ. Καραγιώργη ΕΘΗρΑΚ18 191 [ποὺ ἀρνεῖται τὴ σύνδεση μὲ τὴν πόλη τῆς Πελο­ποννήσου Ἀμύκλαι] μὲ παραπομπές, βλ. Δημητρίου12 ὅ.π. 11 κἑ.), ἀλλ' ἡ εἰκόνα τῆς ἐγκατάστασης Ἀχαιῶν ἀποίκων κατὰ τὸν 11ον αἰ. π.Χ. τοὐλάχιστον (βλ. Δημητρίου ὅ.π. 7 κἑ., γενικὰ γιὰ τὸ θέμα Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ17 21 κἑ. μὲ βιβλιο­γραφία) φαίνεται καθαρή. Ποικίλλουν ἐπίσης οἱ ἀπόψεις γιὰ τὴν ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος, μὲ πιὸ πιθανὴ τὴν ὑπόθεση γιὰ Ἐτεοκυπριακὴ ὀνομασία (βλ. καὶ ΑΚΕΠ7 Ε΄ 138 μὲ παραπομπές, πβ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ17 43 σημ. 7 καὶ 45 σημ. 24 γιὰ τὴ Λάπηθο [βλ. ἀνωτ.] καὶ [ὅ.π. καὶ 21 κἑ. μὲ σημειώσεις] γιὰ τὰ Σαλαμινία / Σελαμινίyα, βλ. καὶ κατωτ. δάλτον = δέλτον)· ὁ οἰκιστικὸς μύθος γιὰ τὸν Χαλκάνορα (Χαλκήνωρ στὴν Κοινή) καὶ τὸν σχετικὸ χρησμό (Στέφ. Βυζ. σ.λ. Ἰδάλιον· πόλις Κύπρουχρησμὸς γὰρ ἐδόθη [...] ὅπου ἴδοι τὸν ἥλιον ἀνίσχοντα πόλιν κτίσαιὁ οὖν Χαλκήνωρ περιιών ... τις τῶν σὺν αὐτῷ ἔφη «εἶδον, βασιλεῦ, τὸν ἅλιον», ἀφ' οὗ ὠνομάσθαι τὴν πόλιν), μὲ τὴν παρετυμολογία τοῦ ὀνόματος τῆς πόλης, φαίνεται νὰ ἔχει βαθιὲς ρίζες (τὸ Χαλκάνωρ καὶ τὸ Ὀνάσιλος [μὲ α, ὄχι μὲ η] ἐπιζοῦν εὐρέως καὶ σήμερα στὴν περιοχή: Σωματεῖο «Χαλκάνωρ», Φαρμακεῖο «Ὀνάσιλος» κ.τ.τ.), καὶ στηρίζεται στὰ πλούσια κοιτάσματα χαλκοῦ στὴν περι­οχὴ καὶ στὴν ἐνασχόληση τῶν κατοίκων μὲ τὴ μεταλλουργία. Ἀξίζει νὰ σημει­ωθῆ παράλληλα ὁ ἐπίσης ζωντανὸς ὣς σήμερα (καὶ Σωματεῖο «Ἄδωνις») μύθος γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀδώνιδος στὴν περιοχή, συνδεδεμένος μὲ τὴν ἐδῶ λατρεία τῆς Ἀφροδίτης (ΑΚΕΠ7 Δα΄ / Δβ΄ 268-272, Καραγιώργης ΕΘΗρΑΚ18 106 κἑ. κ.ἀ. [βλ. Εὑρετ. σ. 330 σ.λ. Ἰδάλιον], Δημητρίου12 ὅ.π. 43 κἑ., καὶ ΑΚυΓ216 11 Ε15.1 σχόλ. σ.λ. Κυπρίαι κ.ἀ.).

   κατέϜοργον: ἀορ. ρήμ. *κατα-Ϝέργω (βλ. Masson6 σ.στ. 1, μὲ βιβλιογρ.)· πβ. Ἡσύχ. σ. λλ. καθειργμένος/κατειργμένος· ἐγκεκλεισμένος, καὶ ἐγκαθειργνύντες· ἀποκλείοντες (ἄερκτος· οὐ περιειργόμενος, κ.ἄ.).

2 [1-2]. ἰ(ν) τõι Φιλοκύπρˉōν Ϝέτει τõ Ὀνασαγό|ραυ: βλ. καὶ –πλὴν Masson6 ad loc. (ἐφεξῆς αὐτονόητο)– ΑΚυΓ216 σχόλ. σ.στ. 11 Ε5.1 σ.λ. (ν)θάδ', Ε4.1 σ.λ. τὸ Κυπρίω τῶ Σαλαμι>ν< (-ˉο / -õ ), μὲ παραπομπὲς καὶ στὰ ἐδῶ, καὶ ΕΚυΕ19 35 (γεν. -ω / καὶ -ων: [βιβλιογρ. στὸν Masson6] ὀνομάτων β΄ κλίσ. σὲ -ος)· γιὰ τὴ γεν. ἀρσ. α΄ κλίσ. σὲ -αυ (χαρακτηριστικὸ τῆς Ἀρκαδο-κυπριακῆς) βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ17 44 σημ. 14 (καὶ Πίν. 17.2) μὲ ἀναφορὰ στὴν παλαιότατη ἐπὶ ὀβελοῦ χάλκινου τοῦ 11ου αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὴν Πάφο ἐπιγραφή: Ὀφέλταυ. Τὸ ὄνομα Φιλόκυπρος εἶναι πολὺ γνωστὸ στὴν Κύπρο (βλ. ΑΚυΓ1β´14 125] γιὰ τὸν ὁμώνυμο βασιλιὰ τῶν Σόλων, βλ. ἐπίσης Καραγιώργη ΕΘΗρΑΚ18 108-9 γιὰ τὴν κοινὴ λατρεία τῆς Ἀθηνᾶς στοὺς Σόλους καὶ τὸ Ἰδάλιον καὶ τὰς Ἀθήνας)· βλ. καὶ κατωτ. Στασίκυπρος καὶ Ὀνασίκυπρος (στ. 4 Ὀνασικύπ|ρõν), πβ. ΚυπρόθεμιςΚυπροκλέϜης κ.ἄ. (ICS6 σελ. 431 Ind., καὶ Κυπρομέδουσα) / Στασάνωρ (ΑΚυΓ216 σ. 267), Στασῖνος (ΑΚυΓ1β´14 88 κἑ.) / ὈνασαγόραςὌνασος Ὀνάσαντος, κ.ἄ. (ΑΚυΓ216 11 Ε8.2 σσ. 226-227), καὶ Ὀνάσιλος (βλ. κατωτ.).

Ὅτι στὴ φράση αὐτὴ εἷναι ἔκδηλα τὰ σπέρματα δημοκρατίας σὲ περίοδο βασιλείας, κατ' ἐπίδραση Ἀθηναϊκή (νὰ γίνεται ἡ χρονολόγηση μὲ τὸ ὄνομα τοῦ ἐπωνύμου ἄρχοντος), ἔχει ἐπανειλημμένα τονιστῆ (βλ. καὶ Ἀντωνιάδη Μελέτες20 74 κἑ. [μὲ παραπομπὲς] καὶ 178 κἑ., Δημητρίου12 ὅ.π. 27)· προσμαρτυρεῖ ἡ φράση βασιλεὺς κὰς ἀ πτόλις (στ. 2-3, 5-6 κ.ἀ.)· καὶ τὸ ἀ πτόλις Ἐδαλιε˜Ϝες τοῦ στ. 3 (ὁ Masson6 παραπέμπει στὸν Schwyzer21 γιὰ τὸ παράλληλο ἁ πόλις οἱ Γορτύνιοι) θυμίζει τὸ τοῦ Θουκ. 7.77.7 ἄνδρες γὰρ πόλις, καὶ οὐ τείχη οὐδὲ νῆες ἀνδρῶν κεναί. Δὲν μπορεῖ βέβαια νὰ μιλᾶ κανεὶς γιὰ πολίτευμα δημοκρατικό· τὸ ἄνˉōγον τοῦ στ. 3 εἷναι πληθ. ἀριθμοῦ, τὸ εὐϜρˉετάσατυ (= -ατο) καὶ τὸ ἐϜρˉετάσατυ τῶν στ. 6 καὶ 19 πιθανῶς πληθ. ἀριθμοῦ (βλ. Σταματάκου ΙΓΑΕ22 308), τὸ δυϜάνοι ὅμως καὶ τὸ δˉˉο´κοι τῶν στ. 9 καὶ 21 ἑνικοῦ ἀριθμοῦ: βρισκόμαστε σαφῶς σὲ περίοδο μεταβατική, μὲ ἔντονη ἐπίδραση Ἀθηναϊκή.

4 [3]. τὸν ἰyατ ε̃ ραν (...) ἰyᾶσθαι: Στὴ Μυκηναϊκὴ πινακίδα PY Eq 146 (τοῦ 13ου αἰ. π.Χ.), στὴν ὁποία καταγράφονται ἀγροὶ ὑψηλόβαθμων ἀξιωματούχων, μνημο­νεύεται μεταξὺ ἄλλων ἕνας ἰατήρ ([- - -] -me-no i-ja-te), τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου λήγει σὲ -me-no, ἀλλὰ καὶ ἕνας ịạ-na-to-mo: ἕνας ἀνατόμος, κατὰ τὴν προσφυῆ ἑρμηνεία τοῦ Ἰωάννη Προμπονᾶ23· ἀξιοσημείωτη εἶναι καὶ ἡ ἐμφάνιση τοῦ ἀνθρωπωνυμίου Ἀνίατος [a-ni-ja-to], στὴν πινακίδα KN Dg 1158, ποὺ ὁδηγεῖ ἔμμεσα στὰ ἰατὸς καὶ ἰάομαι (μὲ τὴν ὑπόθεση τῆς Samama [MMG2 14 σημ. 38] ὅτι τὸ a-ri-ja-to τῆς ἐπιγραφῆς PY An 724 μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ ὡς ἄρ' ἴατο ἀποκλειόμενη ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα), κατὰ τὸν ἴδιο. Στὸν Ὅμηρο ἀπαντοῦν οἱ Ἰων. τύποι ἰητὴρ καὶ ἰητρός (μὲ τὸν πρῶτο νὰ δηλώνει αὐτὸν ποὺ περιποιεῖται ἀσθενῆ χωρὶς νὰ εἶναι ἰατρός, μὲ ἕναν τόνο ἐπαινετικό, καὶ τὸν δεύτερο αὐτὸν ποὺ ἀσκεῖ στὴν πράξη τὴν ἰατρικὴ τέχνη, κατὰ τὸν N. Van Brock [Recherches sur le vocabulaire médical du grec ancien24, Paris 1961, σελ. 9], μὲ τὴ σημασιολογικὴ ὅμως διάκριση νὰ μὴν ἐπιβιώνει στὰ ἐπιγραφικὰ κείμενα, ὅπου ἡ ἑκάστοτε ἐπιλογὴ ὀφείλεται σὲ λόγους μετρικοὺς ἢ ὑφολογικούς, κατὰ τὴ Samama2 ὅ.π. 14, οὔτε στὰ λοιπὰ ἐν γένει μεθομηρικὰ κείμενα), ὅπως καὶ οἱ –ἐπίσης Ἰων.– ρηματικοὶ τύποι ἰήσασθαι, ἰήσατο, ἰήσεται καὶ ἰησάμενοι (βλ. ἀνωτ. 37 Τ2 σχόλ. σ.στ. 7 σ.λ. ἰητρὸς κ.λπ., καὶ Tit. σ.λ. Ζήνωνι ἀρχιητρῶι), ἀνάλογοι δὲ Ἰων. τύποι ἐμφανίζονται ὄχι σπάνια σὲ μεθομηρικὰ ποιητικὰ κείμενα, παράλληλα ἐνίοτε μὲ ἀντίστοιχους μὴ Ἰων. τύπους: ἰατρός (βλ. κατωτ. σχόλ. στὰ 39 Τ1.1 καὶ *40 Τ1.1-2), ἰάομαι (ἰασάμενος κ.λπ.), ἰατρεῖον, ἰατρεύω, ἰατρικός, ἰατρίνη, ἰατροσοφιστής κ.τ.τ. (βλ. ἐνδεικτικὰ Samama2 ὅ.π. [γιὰ τὴν ἐπιγραφικὴ μαρτυρία] 598-99 [Ind.], κυρίως 13-15). Ὁ –ἤδη Μυκηναϊκὸς– τύπος ἰατήρ, ὅμως, ἀπαντᾶ στὸν Πίνδαρο (Πυθ. 3.65: ἰατῆρα καὶ 4.270: ἐσσὶ δ' ἰατὴρ ἐπικαιρότατος, Παιάν τέ τοι τιμᾷ φάος), στὸν Σοφοκλῆ (Τραχ. 1209: καὶ μοῦνον ἰατῆρα τῶν ἐμῶν κακῶν), στὸν Ἴσυλλο (ἀπόσπ. 18 [Powell25]: Φοίβῳ ἄνακτι υἱῷ τ' Ἀσκλαπιῷ ἰατῆρι, πβ. Στοβ. Ἀνθ. [ἀγν. ποι.] 1.1.31a: ἰατῆρός τ' Ἀσκληπιοῦ), στὸν Εὐστάθιο (σχόλιο στὸ Κ 17-20: καθάπερ εἰς ἰατῆρα νόσων), κ.ἀ. (βλ. καὶ Samama2 ὅ.π. [Ind. 599]: ἀρ. 513 [2ος-3ος αἰ. μ.Χ.] Ἐνθάδε κεῖτ[ε] |Δέδαλος ἐτῶν |κε´. Κοῦρος ἀνὴ[ρ] |ἀπείρατος Κύ|πριδος ἁμερίης· || Φρόντων εἰατὴρ | ἐν<ο>μό<ρ>ωι ἀνέθηκεν), εἴτε ὡς διαλεκτικὸς τύπος εἴτε κατ' ἐξαττικισμὸν τοῦ Ὁμηρικοῦ ἰητήρ: ἰητρός → ἰατρός καὶ ἰητήρ → ἰατήρ.
Μιὰ παρόμοια μὲ τὴν ἐδῶ περίπτωση εἶναι αὐτὴ τοῦ Δημοκήδη τοῦ Κροτω­νιάτη, ὁ ὁποῖος στὰ τέλη τοῦ 6ου αἰ. π.Χ., ὅπως ἀφηγεῖται ὁ Ἡρόδοτος (3.129-38 [μὲ σχόλια How – Wells26], βλ. καὶ Papaxen. ZyMA10 64 σημ. 1 καὶ Samama2 ὅ.π. 31), θεραπεύει τὸ τραυματισμένο πόδι τοῦ Δαρείου (ὅταν οἱ Αἰγύπτιοι γιατροί του ἀποτυγχάνουν) καὶ ἀμείβεται πλουσιοπάροχα, στὴ συνέχεια δὲ στὴν Αἴγινα (131.1-2) πρώτῳ ἔτεϊ ὑπερεβάλετο τοὺς ἄλλους ἰητρούς, ἀσκευής περ ἐὼν καὶ ἔχων οὐδὲν τῶν ὅσα περὶ τὴν τέχνην ἐστὶ ἐργαλήϊα. καί μιν δευτέρῳ ἔτεϊ ταλάντου Αἰγινῆται δημοσίῃ μισθοῦνται, τρίτῳ δὲ ἔτεϊ Ἀθηναῖοι ἑκατὸν μνέων, τετάρτῳ δὲ ἔτεϊ Πολυκράτης δυῶν ταλάντων. (Γιὰ τοὺς δημοσίους ἰατροὺς τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας βλ. σὺν τοῖς ἄλλοις: Cohn-Haft PPhAG27 καὶ Samama2 ὅ.π. 38-41 [κἑ.]. Κατὰ τὸν ἀρχαῖο σχολιαστὴ τοῦ Ἀριστοφάνη [Ἀχαρν. 1030d], οἱ δημοσίᾳ χειροτονού­μενοι ἰατροὶ δημοσίᾳ προῖκα ἐθεράπευον.)

5-6 [4]. κάς παι / 7 [5]. κὰ ἁ(ν)τὶ τᾶ ὑχˉε´ρˉōν: Ὀρθῶς, νομίζουμε, ὁ Χατζηιωάννου7 (Δβ´ 8, σ.στ. 5), γράφει κὰ ἁ- καὶ τᾶ ὑ-, ἀντὶ κὰ(ς) (ν)τὶ καὶ τᾶ(ς) ὐχˉε´ρˉον, μετα­θέτοντας τὴ δασύτητα τοῦ -ς στὴν ἑπόμενη συλλ.: πβ. ΑΚυΓ216 11 Ε6.3 ἐπίσταἱς καὶ 4 φρονέωἱ (μὲ σημ.) καὶ κατωτ. (δὶς) ποἑχόμενον. Ἡ λέξη ὔχˉερος (ἀ ὔχηρος), γεν. τᾶς ὐχˉε´ρˉο καὶ -ˉον (τᾶς ὐχήρω καὶ -ων) ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ Ἀττ. ἐπίχειρον (βλ. Ἡσύχ. σ.λ. ἐπίχειρα· τὰ ὑπὲρ τὸν μισθὸν διδόμενα τοῖς χειροτέχναις). Ὀρθὰ σημειώνει ὁ Masson6 ὅτι ἡ πρόθεση ἀ(ν)τὶ ἐδῶ καὶ στὸν στ. 20 σημαίνει "en tant que, comme" (ὡς) καὶ πιὸ κάτω (στ. 9 καὶ 22) « à la place de » (ἀντὶ τούτου, στὴ θέση αὐτοῦ).

Γιὰ τὸ κάς / κά = καί, βλ. Ἡσύχ. σ.λ. κάς· Κύπριοι ἀντὶ τοῦ καί (βλ. καὶ ΑΚΕΠ7 Γβ´ 158, ὅπου ἡ σημ. ὅτι «Ἡ γλῶσσα ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὲς Κυπριακὲς ἐπιγραφές, ὅπως: ICS6 2.3 κὰς κατεσκεύϜασε, 234.2 κάς μι κατέθηκε, 217.1 κὰς ΚετιῆϜες»). Γιὰ τὸ ΑΚυΓ216 11 Ε7.1 ὁ E. Risch (βιβλιοκρ. Masson, ICS6: Kratylos 10 [1965] 91) προτείνει ἀναγωγὴ στὸ κατά μεν ἔστασαν (κατέστασαν, μὲ τμήση) > κάμ μεν ἔστασαν (κάτ μὲ ἀποκοπὴ τοῦ α, καὶ συμπνευματισμὸς τοῦ τελ. τ μὲ τὸ ἑπόμ. μ) > κά μεν ἔστασαν· ἡ πρόταση εἶναι ἑλκυστικὴ καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ παράλληλα χωρία (ICS6 251 μὲ κατέστασε [βλ. σημ.], κ.τ.τ.). Ἡ παρουσία ὅμως συνδέσμου ἢ ἀνάλογου μορίου φαίνεται ἐκεῖ σχεδὸν ἀπαραίτητη. Καὶ τὸ κὰκὰς μὲ τὴ σημασία τοῦ καὶ ἀπαντᾶ ἀναμφίβολα σὲ πολλὰ Κυπριακὰ χωρία, ὅπως τὰ ἀνωτ. παρατιθέμενα, ἄσχετα μὲ τὴ σχέση τοῦ κὰ πρὸς τὸ κὰς (πβ. ΑΚυΓ216 11 Ε5 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Χαετᾶ, γιὰ τὸ τελ. -ς) καὶ κυρίως ἄσχετα μὲ τὴν ἐτυμολογική τους σύνδεση μὲ τὸ καὶ ἢ τὸ κατι- (Χεττ. kati = μαζί, βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ. κασίγνητος) καὶ τὴν ἀρχική τους σημασία: Βλ. κυρίως Frisk28 καὶ Chantraine29 (σ.λλ.)· Lüttel30, Κάς und καί 28 κἑ. καὶ 105· V. Pisani, "Hom. κασίγνητος, kypr. κάς und Verwandtes"31, ZVS 77 (1961) 246-51, μὲ πλούσια βιβλιογραφία· ΕΚυΕ19 43-46.
Τὸ παι, ἐγκλιτικὸ μόριο, ἀπαντᾶ ἐπίσης στὸν στ. 16 [12]: ἰδέ παι ὂ ἐξορύξˉε· δεικτικὸ (κατὰ τοὺς LSJ932 σ.λ.) ἢ ἀόριστο (Schwyzer GrGr33 II 579.3 μὲ σημ. 6, ποὺ τὸ θεωρεῖ ὡς παράγωγο τῆς ρίζας *kw-o>πη, πω, πως, ποθι, ποι, που, μὲ ἐπιρρ. κατάλ. -ᾱι ἀντὶ τοῦ -α [τῆς Δωρ.], μὲ ἀνεξακρίβωτη σημασία). Ὁ Masson6 θεωρεῖ τὸ μόριο "Sur cette forme propre au chypriote" (σημ. στὸν στ. 4 μὲ παραπομπές), ἐνῶ ὁ Schwyzer33 (ὅ.π. Ι 550) παραβάλλει τὸν Κυπρ. τύπο μὲ τὸ Κρητ. ὅπαι, τὸ Βοιωτ. ὅπη κ.ἄ.: βλ. καὶ LSJ932 σ.λλ.)· ὁ Perpillou (''Débuts de phrase en grec méridi­onal archaïque", Étrennes34 [M. Lejeune] 179 κἑ.) –συν­εξετάζοντας Κυπρ., Ὁμηρ. καὶ Μυκην. χρήσεις τῶν παι / που / πῃ̣ / kw– σημειώνει τὸ κοινὸ Ἀχαϊκὸ ὑπόστρωμα καὶ τὴ βαθμιαία ἐξασθένηση τῶν μορίων αὐτῶν ποὺ ἀπὸ ἐμφατικὰ γίνονται ἀδύναμα συνδετικά, καὶ τελευταῖα ὁ Ruijgh (Kratylos 24 [1979-80] 93) συμπεραίνει ὅτι τὸ kwᾱ / πᾱι ξεκίνησε ὡς ἕνα ἀδύναμο «ὅ,τι κι ἂν εἶναι» ("quoi qu'il soit") γιὰ νὰ καταλήξει νὰ δηλώνει τὴ μετάβαση ἀπὸ κάτι ποὺ μνημονεύθηκε σὲ κάτι νέο (βλ. ἀναλυτικὰ ΕΚυΕ19 47-48). Τὸ δεύτερο πρέπει νὰ συμβαίνει στὶς ἐδῶ περι­πτώσεις (λοιπόν, ἔτσι, ἐπίσης κ.τ.τ.), τὸ πρῶτο στὸ ΑΚυΓ216 11 Ε7.2 (τὶς ὅποιες εὐεργεσίες, τὰ καλὰ τὰ ὅποια ἔπραξα).

8-9 [6]. ἀργύρˉō τα(λάντˉōν) α´ τά(λαντον): βλ. ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν. (ἑρμηνεύουμε: ἀπὸ τὰ τάλαντα ἀργύρου ποὺ βρίσκονται στὸ Θησαυροφυλάκιο τοῦ βασιλιᾶ καὶ τῆς πόλης νὰ δώσουν ἕνα τάλαντο, κ.τ.τ. στὴ συνέχεια)· πβ. Ἡρόδ. 3.131.2 (βλ. άνωτ. σημ. σ.στ. ) 7.28.2 βουλόμενός τοι δοῦναι ἐς τὸν πόλεμον χρήματα ἐξέμαθον, καὶ εὗρον λογιζόμενος ἀργυρίου μὲν δύο χιλιάδας ἐούσας μοι ταλάντων, χρυσίου δὲ τετρακοσίας μυριάδας στατήρων Δαρεικῶν, ἐπιδεούσας ἑπτὰ χιλιάδων. καὶ τούτοισί σε ἐγὼ δωρέομαι.

11 [8]. ἀπὺ τᾶι ζᾶι: ἀπὸ (ἀπὺ + δοτ. [πβ. ἀνωτ. 7 ἐξ + δοτ.], μὲ τὸ υ ἀντὶ τοῦ ο χαρακτηριστικὸ καὶ τῆς Κυπρ., πβ. ὄνομα ἀλλὰ ἀντωνυμία κ.τ.τ.) τῆς γῆς. Για τὸ προβληματικὸ za (= ja, ἀντὶ ga = γα) πβ. ICS6 220.4 (Ἰδαλίου, ἐπίσης) ἀζαθᾶι = ἀγαθῆι καὶ ΑΚυΓ216 11 Ε5.2 (= ICS6 213a) ἄζαμος [a-za-mo-se] = ἄγαμος. Ἡ μεταγραφὴ εἶναι ἀμφίβολη καὶ ἔντονος ὁ προβληματισμὸς τοῦ Masson6, ποὺ ἐδῶ μεταγράφει σὲ za?-i / ζᾶ(?)ι, στὸ 220.4 a-za?-ta-i / ἀζα(?)θᾶι καὶ στὸ 213a a-za?-mo-se / ἄζαμος. Ὁ Mitford (Minoica35 1958, 263) παρατηρεῖ ὅτι τὸ "ἄζαμος now joins ζᾶ, ἀζαθός and ἄζαλμα (of Kafizin)" καὶ ὁ Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ7 Γβ´ § 15) σημειώνει ὅτι «Ἡ προφορὰ τοῦ γ σὰν ζ θεωρεῖται ἀμφίβολη ἀπὸ μερικούς (O. Masson ICS6, p. 54), ἀλλὰ οἱ περισσότεροι τὴν ἀποδέχονται. Ἀπαντᾶ στὴ γλῶσσα 120 ζάβατος τῆς Πάφου καὶ στὶς ἐπιγραφὲς τοῦ Ἰδαλίου ICS6 217.8 τᾷ ζᾷ = τῇ γῇ καὶ 220.4 ἀζαθᾷ = ἀγαθῇ». Περισσότερα: O. Masson, "Le syllabaire chypriote classique: Remarques sur les signes des séries en x, y, z"36, ASNP 8 (1978) 817-32 (κυρίως 824-28)· πβ. T. B. Mitford, "The Tsepis Stele and some others"37, Minos 6 (1958) 40, καὶ Masson – Mitford ISKP38 16 § 11. Ἡ περαιτέρω μελέτη καὶ συζήτηση τοῦ θέματος φαίνεται ἀπαραίτητη (βλ. ΕΚυΕ19 24-25 μὲ σημ.).

11-12 [8]. ἰ(ν) τˉο᾿ιρõνι τõι Ἀλα(μ)πριyάται: ἰ(ντ(οἱρῶνι γράφει ὁ Masson6, κατὰ τὸν Schulze39, ποὺ πρῶτος ἑρμήνευσε σωστὰ τὴ λέξη ὡς «περιφέρεια, περιοχή»· τὸ τοῦ Ἡσυχ. οἱρών· ἡ ἐκ τῆς καταμετρήσεως τῆς γῆς εὐθυωρία δίνει ὄντως ἑρμηνεία καὶ τοῦ ἐδῶ, ὅπως καὶ τὸ τοῦ Ἐρατοσθένη: οἱορὼν, οἱορῶνος· οὕτω δὲ ἡ χάραξις τῶν ἀρότρων παρὰ τῷ Ἐρατοσθένει λέγεται: βλ. Masson6ΑΚΕΠ7 Γβ΄ 284, μὲ τὴ σημ. ὅτι «Ὁ "ἀνάολος" τῆς νέας Κυπριακῆς δυνατὸ νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο τοῦτο οἱορών, σύνθετο μὲ τὴν πρόθεση ἀνά, καὶ τὴν ἑξῆς ἐξέλιξη: ἀνα-οιορών > ἀνάορος > ἀνάολος» (πβ. ὅμως τοῦ ἴδιου ΕΛεΚ40 σ.λ. ἀνάολος: ἀπὸ τὸ ἀναβολή = ἀνάχωμα· τὸ αὐτὸ Γιαγκουλλῆς ΕΕΘηΚ41 σ.λ.). Γιὰ τὸ Ἀλα(μ)πριyάτας (ἀπὸ τοπων. * Ἀλαμπρία, σημερ. Ἀλάμπρα: χωριὸ τῆς περιοχῆς) πβ. τὸ Ὑλάτας (βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ17 27, κ.ἀ.), γιὰ τὸν Ἀπόλλωνα.

12-13 [9]. Ὄ(γ)κα(ν)τος ἄλϜō: πβ. Αἰσχ. Ἑπτ. 486-90 τέταρτος ἄλλος γείτονας πύλας ἔχω | Ὄγκας Ἀθάνας ξὺν βοῆι παρίσταται, | Ἱππομέδοντος σχῆμα καὶ μέγας τύπος. | ἅλω δὲ πολλήν, ἀσπίδος κύκλου λέγω, | ἔφριξα δινήσαντος, οὐκ ἄλλως ἐρῶ (164-65 σύ τε μάκαιρ' ἄνασσ' Ὄγκα, πρὸ πόλεως | ἑπτάπυλον ἕδος ἐπιρρύου [159 κἑ. ὦ φίλ' Ἄπολλον... παῖ Διός], 501-3 Ὄγκα Παλλάς, ἥτ' ἀγχίπτολις πύλαισι γείτων, ἀνδρὸς ἐχθαίρουσ' ὕβριν, εἴρξει νεοσσῶν ὡς δράκοντα δύσχιμον), καὶ Νόνν. Διον. 5.67-73 οὐρανίοις δὲ | ἑπτὰ πύλας ἀνέθηκεν ἰσηρίθμοισιν ἀλήταις | ἰσοτύπους· πρῶτον μὲν ἐς ἑσπέραν κλίμα πήξας | Ὀγκαίων ἐπένειμε πύλην γλαυκώπιδι Μήνῃ | ἐκ βοὸς ὀγκηθμοῖο φερώνυμον, ὅτι καὶ αὐτὴ | ταυροφυὴς κερόεσσα βοῶν ἐλάτειρα Σελήνη | τριπλόον εἶδος ἔχουσα πέλει Τριτωνὶς Ἀθήνη (στὴ συνέχεια Φαέθων / Ἠέλιος καὶ Ἀφροδίτη, πβ. καὶ 44.39, 45.70 Ὀγκαίης δ' ἀνάειρε σαόφρονα χαλκὸν Ἀθήνης, καὶ 5.111-15)· βλ. καὶ Σχόλ. Αἰσχ. Ἑπτ. 163a Ὄγκα ἡ Ἀθηνᾶ παρὰ Θηβαίοιςἐπεύχεται δὲ τὴν ἐπιχώριον Ἀθηνᾶν κ.λπ., 163d Ὀγκαία τοίνυν τιμᾶται παρὰ ΘηβαίοιςὌγκα δὲ παρὰ Φοίνιξι ἡ Ἀθηνᾶ (...). Φοῖνιξ δὲ τὸ γένος ἐτύγχανεν ὁ τῶν Θηβαίων οἰκιστής (sc. Κάδμος), διὸ καὶ ὡς ἐκ Φοινίκων κατηγμένος Ὄγκαν Ἀθηνᾶν παρὰ Θηβαίοις τιμᾶσθαι ἐποίησεν (164a ἡ ἄνασσα ἐν ταῖς μάχαις· πολεμικὴ γὰρ ἡ θεός), 164e Ὄγκα· Ἀθηνᾶ Φοινίκων γλώττῃ, 486c [βλ. καὶ a-b] Ὄγκα ἡ Ἀθηνᾶ ἐκλήθη τοῦτον τὸν τρόπονἈγήνωρ ὁ Τύριος παῖδας ἔσχε τρεῖς, Εὐρώπην, Κάδμον καὶ Κίλικατῆς δὲ Εὐρώπης ἀπὸ Διὸς ἁρπασθείσης ὁ Φοῖνιξ ἀπέστειλεν ἐπὶ ζήτησιν ταύτης τοὺς παῖδας, καὶ εἰ μὴ εὕροιεν, προσέταξε μὴ ἐπανήκεινὁ οὖν Κάδμος ἐλθὼν εἰς Ἑλλάδα καὶ μὴ εὑρὼν εἰς Δελφοὺς παραγίνεται ἐρωτήσων ποῦ κατασταίηὁ δὲ θεὸς (sc.  Ἀπόλλωνεἶπεν αὐτῷ μετὰ τὸ τοῦ ἱεροῦ ἐξελθεῖν τῷ εὑρεθέντι ἀκολουθεῖνεὑρέθη βοῦςἠκολούθει αὐτῇἦλθεν εἰς Θήβας, ὤλισθεν ἡ βοῦς, καὶ ὁ μὲν Κάδμος ἐκεῖ ᾤκησε κατὰ τὸν χρησμόν, τὴν δὲ βοῦν ἔθυσε τῇ Ἀθηνᾷ καὶ τῇ τῶν Αἰγυπτίων φωνῇ ταύτην ἐτίμησε ἐκεῖ Ὄγκαν προσαγορεύσαςὅθεν καὶ αἱ πύλαι Ὀγκαῖαι ἐκλήθησαν, ὥσπερ καὶ ἀπὸ τοῦ Κίλικος ἡ Κιλικία (πβ. τοὺς περὶ Κινύρου μύθους), 487a Ὄγκαν προσαγορεύσας τῇ τῶν Φοινίκων διαλέκτῳ. ἐπεγέγραπτο δὲ τῷ ἱερῷ τούτῳ· Ὄγκας νηὸς ὅδ' ἐστὶν Ἀθήνης, ὅν ποτε Κάδμος εἵσατο βοῦν θ' ἱέρευσεν, ὅτ' ἔκτισεν ἄστυ τὸ Θήβης (πβ. d ἐκτὸς μιᾶς τῶν πυλῶν τῆς πόλεως ἱερὸν Ἀθηνᾶς Ὄγκας ὀνομαζομένης, κ.λπ.). Βλ. καὶ Farnell42 CGrS Ι.300 μὲ σημ. 60 καὶ IV.106-7, καὶ Παυσ. 9 [Βοιωτικά]. 12.1-2 μὲ σημ. 1 Παπαχατζῆ43: «Ἡ "μάκαιρα ἄνασσα Ὄγκα" θεωρεῖται συνήθως ἀνατολίτι­κη θεότητα, ἀλλὰ στὴ Θήβα παρουσιάζεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ταυτισμένη μὲ τὴν Ἀθηνᾶ· ἡ ἴδια θεότητα ἔμεινε ὡς ἐπίκληση στὸν ὀγκαῖο Ἀπόλλωνα (8, 25, 9) καὶ τὸ Ὄγκειο τῆς ἀρκαδικῆς Θελπουσίας (8, 25, 4) καὶ ὑπόκειται ἴσως στὴ βοιωτικὴ τοπωνυμία Ὀγχηστός (9, 26, 5)» (βλ. καὶ τὶς σχετικὲς σημ. τοῦ Παπαχατζῆ43 στὰ ἀνωτ. χωρία [κυρίως στὸ 8.25.4: σελ. 278 σημ. 1], καὶ στὸ 8.24.6 περὶ τῆς Ἀφροδίτης τῆς ἐπονομαζομένης Ἐρυκίνης [κυρίως σελ. 273 σημ. 5: «οἱ καρχηδόνιοι ποὺ ἐπίσης τιμοῦσαν τὴν ἐρυκίνη Ἀφροδίτη τὴν ταύτιζαν μὲ τὴ φοινικικὴ Ἀστάρτη»] κ.ἄ.). Οἱ συμπτώσεις εἷναι πολλὲς καὶ ἐκπληκτικές, ἂν τὶς δεῖ κανεὶς μέσα ἀπὸ τὴ γενικὴ εἰκόνα τοῦ Ἰδαλίου, ὅπου συναντιῶνται οἱ μύθοι τοῦ Κινύρα καὶ τοῦ Ἀδώνιδος μὲ τὴ λατρεία τῆς Ἀθηνᾶς (ὡς Ὄγκας;), τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ τῆς Ἀφροδίτης (ὡς Ἐρυκίνης;), τὸ Ἐτεοκυπριακὸ μὲ τὸ Ἀχαϊκὸ καὶ τὸ Φοινικικὸ στοιχεῖο, ταυρόσχημα ἀγγεῖα (βλ. Cesnola44 Cyprus 99 Pl. VIII, καὶ Καραγιώργη18 ΕΘΗρΑΚ 43 κἑ. μὲ τὴν καταπληκτικὴ παράσταση [ἀρχὲς 8ου αἰ., Πίν. 15] τῆς Ἀστάρτης), καὶ ἡ ἐδῶ πινακίδα μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ὄγκαντος. Τὸ ὄνομα Ὄγκας ἢ Ὀγκᾶς, βέβαια, μπορεῖ ὄντως νὰ εἶναι ὁμιλοῦν ὄνομα (παρατσούκλι, « sobriquet ») συγγενὲς ἐτυμ. μὲ τὸ ὄγκος (Masson6 σ.στ. [καὶ στὸ 133]: « grosseur », πβ. Ἡσύχ. σ.λ. ὄγκος· φύσημαὑπερηφανίαἔπαρσιςμέγεθος)· κάλλιστα ὅμως μπορεῖ νὰ σημαίνει τὸν ὀγκώμενον, τὸν ὀγκηθμὸν ἐκβάλλοντα: LSJ932 ὀγκάομαι (καὶ Suppl. ὀγκαρίζω) = γκαρίζω ἀλλὰ καὶ μυκῶμαι (ὀγκηθμός ΙΙ. "lowing, of the ox, Nonn. D. 5.71" [βλ. ἀνωτ.], καὶ ὄγκημα: "= foreg. II, Gloss. "), καὶ Chantraine29 σ.λ. (« dit aussi de bœufs », καὶ ἐτυμ. « Formation expressive en -άω qui fait penser à βοάωβρυχάομαιγοάωμυκάομαι, etc. », Λατ. uncare κ.λπ.).

14 [10]. ὐϜαὶς ζᾶν ἀτελε̃ν: καὶ 29 [23] καὶ 36-37 [29]. Παρὰ τὶς ἐπανειλημμένες προσπάθειες, ἡ ἀπόδοση καὶ ἡ σημασία τοῦ u-wa-i-se za(?)-ne μένει ἀμφίβολη (βλ. καὶ LSJ932 Suppl. σ.λ. ὐϜαις: ''dub. in Cypr. u-wa-i-se za-ne, app. in perpetuity, for everICS6 217.10, 23, 28'')· συζήτηση καὶ βιβλιογραφία στὸν Masson6 ad loc. καὶ στὴν ΑΚΕΠ7 ad loc. καὶ Γβ΄ § 26.5. Τὸ ὐϜαίς (ἐπί + ἀεί, πιθ.) μπορεῖ, νομίζουμε, νὰ συνταχθῆ μὲ ἀπαρέμφατο, ὅπως καὶ τὸ ἕως (βλ. LSJ932 σ.λ., Ι.5). Τὸ a-te-le-ne, ὡς τριτόκλιτο, σχηματίζει αἰτ. ἀτελῆ καὶ μὲ πρόσθετο -ν (πβ. ἀνωτ. ἰyατῆραν κ.τ.τ.) ἀτελῆν, περισπώμενο.

20-21 [15-16]. πε(λέκεϜōν) δ΄ πε(λέκεϜας) | [δι(μναίōν) β΄ δι(μναῖα): καὶ 33 [26]· πβ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 8-9 [6]. Τὸ πε(λέκεϜας) εἰσηγήθηκε ὁ Hoffmann45, τὸ δι(μναῖα) ὁ Meister46· δί(δραχμα) οἱ Deecke47 καὶ Hoffmann45 (βλ. Masson6 σ.στ. 15 καὶ 15). Ὁ Χατζηιωάννου7 γράφει (δὶς) πε(λέκεϜα), οὐδ., κατὰ τὸ ἡμιπέλεκκον (Ἡσύχ. σ.λ., ἴσως ἡμιπέλεκον, πβ. Σουίδ. σ.λ. ἡμιπέλεκα· αἱ μονόστομοι ἀξίναι ἀλλὰ Ψ 883 ἡμιπέλεκκα)· τριμναῖον ἢ τετραμναῖον ἢ πεντάμνουν. τὸ γὰρ δεκάμνουν πέλεκυς καλεῖται παρὰ Παφίοις (βλ. καὶ ΑΚΕΠ7 Γβ΄ 124)· δύσκολα ὅμως τὸ πέλεκυ (πληθ. τὰ πελέκεα).

27 [21]. ΔιϜείθεμις: Τὸ ὄνομα ἀπαντᾶ ἐπίσης στὴ συλλαβικὴ ἐπιγραφὴ ICS6 173, σὲ σφραγιδόλιθο ἀπὸ τὸ Μάριο (σκαραβαῖος ἀπὸ ἀχάτη), τῶν ἀρχῶν τοῦ 5ου αἰ. π.Χ. κατὰ τὸν Β. Καραγιώργη (πρόσφατη προφορικὴ πληροφόρηση, βασισμένη σὲ ἀνάλογα εὑρήματα: βλ. καὶ ἀνωτ. *33 F1 σχόλ. σ.στ. 1 κἑ., μὲ βιβλιογραφία), τῆς ἴδιας δηλαδὴ περίπου ἐποχῆς μὲ τὴν ἐδῶ ἐπιγραφή [ἀλλὰ τοῦ 7ου πιθανῶς αἰ., κατὰ τὸν Masson (ICS6 173, σελ. 187): "L'objet pourrait être daté du VIIe s.", μὲ πα­ραπομπὴ στοὺς Myres48 καὶ Shear, καὶ μὲ τὴν παρατήρηση (στὴ σημ. 3): "Mlle E. Rohde (1958) accepte la datation vers la fin du VIIe s.; en revanche, Sir Iohn Beazley (1956) penche plutôt pour la première moitié du VIe s.", πβ. σελ. 44: "peut être daté de la seconde moitié du VIIe s.", καὶ LGPN149 σ.λ. Διείθεμις (3): "vii/vi BC", μὲ παρα­πομπὴ στὸν Masson, ICS6 173], σὲ πτώση γενική (ΔιϜείθεμιϜος: ti-wi-i-te-mi-wo-se, στὸ Κυπριακὸ συλλαβάριο). Σὲ πτώση γενικὴ ΔιϜείθεμιϜος, ἐπίσης, ἀπαντᾶ τὸ ὄνομα στὴ συλλαβικὴ ἐπιγραφὴ ICS6 178 ([μὲ Addenda σελ. 412] ti-wi-i-te-mi-wo-se e-mi to-pa-si-le-wa-ta-u: ΔιϜείθεμιϜός ἠμι τῶ βασιληϜάδαυ), σὲ τμῆμα ἀργυρῆς φιάλης (βλ. Εἰκ. 142.1), ἀπὸ τὸ Κούριο (μὲ ἀμφιβολίες: LGPN149 σ.λ. Διείθεμις, 2), τοῦ 6ου αἰ. π.Χ. (ICS6 σελ. 44 καὶ LGPN149 ὅ.π.). Ἀπαντᾶ ἐπίσης τὸ ὄνομα Διyαίθεμις, στὴ συλλαβικὴ ἐπιγραφὴ ICS6 266, τοῦ 3ου αἰ. (πιθανῶς ἀπὸ τὸν ναὸ τῶν Γόλγων): Διyαίθεμι(ς) τῶι θεῷ | τῷ Ἀπόλ(λ)ωνι ὀνέθηκε ὓ(ν) τύχαι (βλ. Karageorghis AnAC50 257 [ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία], μὲ fig. 416: ἐδῶ Εἰκ. 142.2).

29 [23]. πανōνίος: = πανωνίους (βλ. Masson6 ad loc., γιὰ τὴ σύνταξη)· ὁ Χατζηιωάννου7 (σ.στ. 10) προτείνει –πρὸς ἄρση τῆς ἀνώμαλης σύνταξης– ἐπίρρ. πανωνίως (: πανˉονίος), ἴσως ὀρθῶς, μολονότι καὶ ἔτσι μένει μιὰ τραχύτητα στὴ σύνταξη. (Βλ. καὶ Ἀντωνιάδη Μελέτες20 182 γιὰ τὴν ἐξαίρεση ἀπὸ τὴν πληρωμὴ φόρου [μὲ σημ. 11, καὶ ΑΚΥΓ31 12 Ε3, με σχόλια.)

34 [26]. τὰ(ν) δάλτον τά(ν)δε, τὰ Ϝέπιyα τάδε ἰναλαλισμένα: ὁ Masson6 (βλ. βιβλιογραφία, μὲ τὶς διάφορες ἀπόψεις) προτιμᾶ τὴ σύνδεση τοῦ i-na-la-li-si-me-na μὲ τὸ δάλτον (δέλτον, βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Ἐδάλιον), ὡς αἰτ. ἑνικοῦ θηλ. γένους ἰναλαλισμένα(ν), παραβάλλοντας πρὸς τὸ τοῦ Σοφ. Τραχ. 157-58 παλαιὰν δέλτον ἐγγεγραμμένην ξυνθήμαθ', καὶ δὲν ἀποκλείεται νὰ ἔχουν ἔτσι τὰ πράγματα (βλ. ὅμως LSJ932 σ.λ. ἐναλίνω, καὶ Suppl. [: ἰναλαλισμένα], βλ. ἐπίσης ΑΚΕΠ7 Γβ΄ 88 σ.λ. διφθεραλοιφός, μὲ ἀναφορὰ στὸ τοῦ Ἡσύχ. ἀλίνειν· ἀλείφειν [Λατ. lino] καὶ στὸ ἀλειπτήριον, καὶ Chantraine29 σ.λ. ἀλίνειν).

36 [27-28]. ἰ(ν) τὰ(ν) θιὸν τὰν Ἀθάναν τὰν περ' Ἐδάλιον: βλ. συνοπτικά, ἀνάμεσα στὰ πολλὰ ἄλλα, Καραγιώργη18 ΕΘΗρΑΚ 105 κἑ. [κ.ἀ.], καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 11 [9]. Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ ἀναφορὰ τῆς Ἀθηνᾶς στὸν μεγάλο Ὁμηρ. ὕμν. Εἰς Ἀφρ. (βλ. ΑΚυΓ1β´6 5 Υ1.8-15 μὲ σχόλ., μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία). Βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. στὸ Ε5.

38 [29]. ἀνοσίyα Ϝοι γένοιτυ: πβ. ΑΚυΓ31 12 Ε8 καὶ Ε9 (κυρίως Ε8 καὶ γένοιτο αὐτῶι τὰ νοητὰ ἀνόητα κ.λπ.): (Ε8) Εἴ τις ἐπὶ τὸν τάφον ἐλ|θεῖν βασιλεὺς ἢ τύραννος | ἢ στρατηγὸς ἢ οἱοσδήποτε | ἀνὴρ ἢ γυνὴ προσελεύσε|ται, ἀρεῖ τι τῶν συνταφέντων | αὐτοῖς ἢ νεκρὸν σκυλεύσει ἢ | αὐτοὺς μεταθήσει εἰς τόπον | ἄλλον ἢ ὑπ' ἄστρα δείξει, ὑμεῖς | δαίμονες ἐνκότιοι αὐτῶ γέ|νοισθε καὶ μήτε ποσὶν μήτε | γόνασιν μήτε ὀφθαλμοῖς ὁλό|κληρος γλυκερὸν φάος ὁράτω, | καὶ μήτε βίον ἴσχοι στάσιμον | μήτε γάμον μήτε τέκνον | ἴσχοι διόλου, μήτε ἀγαθόν τι | ποιῶν χάριν ἢ κόρον ἴσχοι | μήτε κακόν τι ποιῶν λάθοι, | ἀλλ' ἐν βασάνοις ἀπόλοιτο̣ | καὶ ἐξώλης καὶ πανώλης | γένοιτο· καὶ γένοιτο αὐτῶ | τὰ νοητὰ ἀνόητα, τὰ εὔπο|ρα ἄπ̣ορα, τὰ πράξιμα ἄπρα|κτα, τὰ νόστιμα ἄνοστα, | τὰ πλωτὰ ἄπλωτα, τὰ κάρπι|μα ἄκαρπα, τὰ σπόριμα | ἄσπορα, τὰ γόνιμα ἄγονα, | τὰ γλυκέα πικρά, τὰ εὐτυχῆ | ἀτυχῆ, τὰ λαμπρὰ μέλανα, τὰ | ἱλαρὰ λυπηρά, τὰ ζῶντα νε|κρά, τὰ γενέσια πένθιμα· καὶ | μήτε παρὰ τῆ γῆ μητρὶ τε|λευτήσας τόπον ἴσχοι μήτε | ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὸ χθόνα | προσδέξοισθε, ἀλλ' ἀνόδυρ-|τος, ἄκλαυστος, ῥηπιξ̣όμε̣|νος πρὸς κύνα δε̣ινὸν καὶ | ἐχίδνης φυσήματος ἔ̣σ̣τω. [Ἂν κάποιος γιὰ νὰ πειράξει τὸν τάφο ἢ βασιλιὰς ἢ τύραννος ἢ στρατηγὸς ἢ ὁποιοσδήποτε ἄντρας ἢ γυναίκα πλησιάσει, σηκώσει κάτι ἀπ' αὐτὰ ποὺ ἔχουν ταφεῖ μαζί τους ἢ σκυλεύσει νεκρὸ ἢ τοὺς μετατοπίσει σὲ τόπον ἄλλο ἢ τοὺς ἐκθέσει κάτω ἀπὸ τ' ἄστρα, νὰ τοῦ γίνετε ἐσεῖς ἐρινύες ἐκδικητικὲς καὶ μήτε στὰ πόδια μήτε στὰ γόνατα μήτε στὰ μάτια νά 'ναι ἀκέραιος τὸ γλυκὺ τὸ φῶς νὰ βλέπει, καὶ μήτε βίο νά 'χει σταθερὸ μήτε γάμο μήτε παιδὶ διόλου νά 'χει, μήτε καλὸ σὰν κάνει νά 'χει ἀνταπόδοση ἢ πλησμονή, μήτε κακὸ σὰν κάνει νὰ ξεφύγει, μὰ νὰ ξολοθρευτεῖ μέσα στὰ βάσανα κακὸς κακῶς· καὶ νὰ γίνουνε σ' αὐτὸν τὰ κατανοητὰ ἀκατανόητα, τὰ διαβατὰ ἀδιάβατα, τὰ πράξιμα ἄπρακτα, ἡ ἐπιστροφὴ μὴ ἐπιστροφή, τὰ πλωτὰ νερὰ μὴ πλωτά, τὰ καρπερὰ ἄκαρπα, τὰ σπαρμένα ἄσπορα, τὰ γόνιμα ἄγονα, τὰ γλυκὰ πικρά, τὰ εὐτυχῆ ἀτυχῆ, τὰ λαμπερὰ μαῦρα, τὰ χαρμόσυνα λυπηρά, τὰ ζωντανὰ νεκρά, τὰ γεννητούρια πένθιμα· καὶ μήτε στὴ μάνα γῆ σὰν ἀποθάνει τόπο νά 'χει μήτε νὰ τὴ δεχτεῖτε τὴν ψυχή του κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, ἀλλ' ἀμοιρολόγητος, ἄκλαυτος, κομμάτια ἀπὸ σκύλο φοβερὸ νὰ γίνει καὶ ξερατὸ ὀχιᾶς.] / (Ε9, ἀνωτ. Εἰκ. 141) Κύριε Ἥλιε, | ὡς δικαίως ἀνατέλ|λις, μὴ λάθοιτό σε | ὁ ἐπίβουλος γενά|μενος τῆς ψυχῆς | Καλλιόπης, ἀλλὰ ἐπί|πεμψον αὐτῶ τὰς στε|ναχὰς τῶν βιαθανά|των. Καλλιόπη χρησ|τή, |>< ἐθάνη L κη´. [Κύριε Ἥλιε, ὅπως δίκαια ἀνατέλλεις, μὴν ἀφήσεις νὰ σοῦ ξεφύγει αὐτὸς ποὺ ἐπιβουλεύτηκε τὴ ζωὴ τῆς Καλλιόπης, μὰ στεῖλε πάνω του τοὺς στεναγμοὺς ὅσων πέθαναν μὲ βίαιο θάνατο. Ἡ Καλλιόπη ἡ χρηστή, ποὺ πέθανε ἐτῶν 28.]

40 [31]. ἔξο(ν)σι αἰϜεί (...): Δὲν γνωρίζουμε ἂν ὁ Ὀνάσιλος καὶ τὰ ἀδέλφια του πῆραν χρηματικὴ ἢ κτηματικὴ ἀποζημίωση, καὶ ποιά ἦταν ἡ τύχη τους τότε. Τὸ Ἰδάλιον ἔπεσε σὲ χέρια κατακτητῶν σ' ἑπόμενη πολιορκία· ὁ βασιλιὰς Στασίκυπρος ἦταν, φαίνεται, ὁ τελευταῖος Ἕλληνας βασιλιὰς τῆς πόλης (βλ. Ἀντωνιάδη Μελέτες20 85). Ὁ Ὀνάσιλος ὅμως ἔχει ἐσαεὶ τὴ μνήμη ἀθάνατη (βλ. καὶ ἀνωτ. σημ. σ.στ. 1 σ.λ. Ἐδάλιον).

  1. Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  2. Samama, E. (2003), Les médecins dans le monde grec. Sources épigraphiques sur la naissance d'un corps médical, Genève.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  3. Παπαδόπουλλος, Θ. (1997-2000), Ἱστορία τῆς Κύπρου, τóμ. Α΄-Β΄, Λευκωσία.
  4. Χατζηστεφάνου, Κ. Παπαδόπουλλος, Θεόδωρος (ed.) (1997-2000), Ἡ Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία, Ἱστορία τῆς Κύπρουτóμ. Α', μέρος β΄, 973-1047.
  5. Solmsen, F. & Fraenkel E. (1930), Inscriptiones Graecae ad inlustrandas dialectos selectae, Stuttgart.
  6. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑ r↑ s↑ t↑ u↑ v↑ w↑ x↑ y↑ z↑
  7. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑
  8. Σακελλάριος, Α. Α. (1890-1891), Τὰ Κυπριακά, ἤτοι Γεωγραφία, Ἱστορία καὶ Γλῶσσα τῆς Νήσου Κύπρου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Ἀθήνα.
  9. Περιστιάνης, Ι. Κ. (1910), Γενικὴ Ἱστορία τῆς νήσου Κύπρου: ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῆς Ἀγγλικῆς κατοχῆς, Ἀρχαιολογικαὶ καὶ Ἱστορικαὶ Μελέται Λευκωσία .
  10. Papalexopoulos, A. (1981), Zypriotische Medizin in der Antike, Würzburg.a↑ b↑
  11. Παυλίδης, Α. (1991-1993), Ιστορία της Νήσου Κύπρου, τóμ. 1-4, Λευκωσία.
  12. Δημητρίου, Α. Πύργου, Μ. (ed.) (1993), Ιδἀλιον, η Αρχαία Πολιτεία, Ιδάλιον Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑
  13. (1969), Report of the Department of Antiquities, Cyprus, Nicosia, Cyprus.
  14. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  15. Bowra, Cedric, M. (1934), Homeric Words in Cyprus, JHS 54: 54-74.
  16. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑
  17. Βοσκός, Α. Ι. (1999), Μορφὼ παροικήσουσι: Λυκόφρονος Ἀλεξάνδρα, Λευκωσία Κύπρου.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  18. Καραγιώργης, Β. (1998), Ἕλληνες Θεοί καί Ἥρωες στήν Ἀρχαία Κύπρο, Αθήνα.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  19. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .a↑ b↑ c↑ d↑
  20. Ἀντωνιάδης, Λ. (1980), Μελέτες γιὰ τὴν Κύπρο καὶ τὶς σχέσεις της μὲ τὸν Ἑλληνικὸ κόσμο τὴν περίοδο τῶν Ἀρχαίων Βασιλείων (Γενικὴ Ἱστορία – Θεσμοί– Οἰκονομία καὶ Κοινωνία), Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  21. Schwyzer, E (ed.) (1923), Dialectorum Graecarum exempla epigraphica potiora: «Delectus Inscriptionum Graecarum propter dialectum memorabilium», quem primum atque iterum ed. Paulus Cauer, Leipzig.
  22. Σταματάκος, Ἰ. (1973), Ἱστορικὴ Γραμματικὴ τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, 3η εκδ. , Ἀθῆναι.
  23. Προμπονάς, Ι. Κ. Λεξικὸ τῆς Μυκηναϊκῆς Ἑλληνικῆς, Ἀθήνα.
  24. Van Brock, N. (1961), Recherches sur le vocabulaire médical du grec ancien , Paris.
  25. Powell, J. U. (1925), Collectanea Alexandrina: Reliquiae minores poetarum Graecorum aetatis Ptolemaicae 323-146 A. C. Epicorum, Elegiacorum, Lyricorum, Oxford.
  26. How, W. W. & Wells J. (1936), A Commentary on Herodotus, Oxford.
  27. Cohn-Heft, L. (1956), The Public Physicians of Ancient Greece, Smith College Studies in History,42 Northampton Massachusetts.
  28. Frisk, H. (1960-1972), Griechisches etymologisches Wörterbuch, Vols. I-III, Heidelberg.
  29. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑
  30. Lüttelm, K. (1981), Κάς und καί: Dialectale und chronologische Probleme im Zusammenhang mit Dissimilation und Apokope, Göttingen.
  31. Pisani, V. (1961), Hom. κασίγνητος, kypr. κἀς und Verwandtes, ZVS 77: 246-251.
  32. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  33. Schwyzer, E. (1939), Griechische Grammatik: auf der Grundlage von Karl Brugmans Griechischer Grammatik, München.a↑ b↑
  34. (1978), Étrennes de septantaine: Travaux de linguistique et de grammaire comparée offerts à M. Lejeune par un groupe de ses élèves, Paris.
  35. Grumach, E (ed.) (1958), Minoica: Festschrift zum 80. Geburstag von Johannes Sundwall, Berlin.
  36. Masson, O. (1978), Le syllabaire chypriote classique: Remarques sur les signes des séries en x, y, z, ASNP 8: 817-832.
  37. Mitford, T. B. (1958), The Tsepis Stele and some others, Minos 6: 37-54.
  38. Masson, O. & Mitford T. B. (1986), Les Inscriptions Syllabiques de Kouklia – Paphos, Konstanz.
  39. Schulze, W. (1933), Kleine Schriften, Göttingen.
  40. Χατζηϊωάννου, Κ. (1996), Ἐτυμολογικὸ Λεξικὸ τῆς ὁμιλουμένης Κυπριακῆς Διαλέκτου: Ἱστορία, Ἑρμηνεία καὶ Φωνητικὴ τῶν λέξεων, μὲ Τοπωνυμικὸ παράρτημα, Λευκωσία.
  41. Γιαγκουλλής, Κ. Γ. (1997), Μικρός ερμηνευτικός και ετυμολογικός θησαυρός της κυπριακής διαλέκτου: Από τον δέκατο τρίτο αιώνα μέχρι σήμερα, Βιβλιοθήκη Κυπρίων λαϊκών ποιητών ,58 Λευκωσία.
  42. Farnell, L. R. (1896-1909), The Cults of the Greek States, Vols. I-V, Oxford.
  43. Παπαχατζής, Ν. Δ. (1974-1981), Παυσανίου Ἑλλάδος περιήγησις: (1.) Ἀττικά, (2.) Κορινθιακὰ καὶ Λακωνικά, (3.) Μεσσηνιακὰ καὶ Ἠλειακά, (4.) Ἀχαϊκὰ καὶ Ἀρκαδικά, (5.) Φωκικὰ καὶ Βοιωτικά, Vols. 1-5, Ἀθήνα .a↑ b↑
  44. di Cesnola, L. P. (1877), Cyprus: Its Ancient Cities, Tombs, and Temples: A Narrative of Researches and Excavations during ten years' residence as American Consul in that Island, New York .
  45. Hoffmann, O. (1891-1898), Die griechischen Dialekte in ihrem historischen Zusammenhange (mit den wichigsten ihrer Quellen), Vols. I-III, Göttingen .a↑ b↑
  46. Meister, R. (1882-1889), Die griechischen Dialekte: auf Grundlage von Ahrens' Werk: «De Graecae linguae dialectis», Vols. I-II, Göttingen .
  47. Deecke, W. (1884), Die griechisch-kyprischen Inschriften in epichorischen Schrift, Text und Umschreibung, Vol. I, ,Sammlung der Griechischen Dialekt-Inschriften Göttingen.
  48. Myres, J. L. (1914), Handbook of the Cesnola Collection of Antiquities from Cyprus, New York.
  49. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.a↑ b↑ c↑
  50. Καραγιώργης, Β. (1978), Ἀρχαία Κύπρος: Ἀπὸ τὴ Νεολιθικὴ Ἐποχὴ ὣς τὸ τέλος τῆς Ρωμαϊκῆς, Αθήνα .