You are here

T2

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Julian. Epist. 45 [426a-c], Ζήνωνι ἀρχιητρῶι

1,2Πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα σοι μαρτυρεῖ καὶ τῆς ἰατρικῆς τέχνης εἰς

τὰ πρῶτα3 ἀνήκειν καὶ4 ἤθους ἐπιεικείας καὶ βίου σωφροσύνης5

συμφώνως πρὸς τὴν τέχνην ἔχειν, νῦν δὲ προσῆλθε6 τὸ κεφά-

λαιον τῆς μαρτυρίας. τὴν τῶν Ἀλεξανδρέων πόλιν ἀπὼν ἐπι-

  στρέφεις εἰς σεαυτόν7· τοιοῦτον8 αὐτῆι κέντρον ὥσπερ μέλιτ-

τα καταλέλοιπας9 , εἰκότως· καλῶς γὰρ εἰρῆσθαι καὶ Ὁμήρωι 

(Λ 514) δοκεῖ τὸ10 «ἰητρὸς11 γὰρ12 ἀνὴρ πολλῶν ἀντάξιος ἄλλων ».

(2) σὺ δὲ οὐκ ἰατρὸς ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ διδάσκαλος τοῖς βου-

λομένοις τῆς τέχνης, ὥστε σχεδὸν ὃ πρὸς τοὺς πολλούς13 εἰσιν

οἱ ἰατροί, τοῦτο ἐκείνοις σύ. λύει δέ σοι τὴν φυγὴν καὶ ἡ πρό-

φασις αὐτή14, καὶ μάλα λαμπρῶς· εἰ γὰρ διὰ Γεώργιον15 μετέστης

τῆς Ἀλεξανδρείας , οὐ δικαίως μετέστης, καὶ δικαιότατα ἂν

ὀπίσω κατέλθοις· κάτιθι τοίνυν ἐπίτιμος  καὶ τὸ πρότερον ἔχων

ἀξίωμα , καὶ ἡμῖν16 κοινὴ17 πρὸς ἀμφοτέρων18 χάρις ἀντικείσθω19,

Ἀλεξανδρεῦσι μὲν Ζήνωνα , σοὶ δὲ ἀποδοῦσι20 τὴν Ἀλεξάν-

δρειαν.

  1. [Vid. Julian. edd. Hertlein (: Hert., II [1876], pp. 548-49, με´), unde Hadjioannou ΑΚΕΠ Γα´ (1975) 109.1; Wright (: Wr.; III [1923 / 1990], pp. 42-44, no. 17); Bidez (: Bid.; I.2 [1924 / 19602], p. 66, no. 58), cum siglis.]
  2. Tit. ἀρχιητρῶι sec. ΒΔΧ (ἀρχιητρῶ) dubit. scripsimus; ἀρχιατρῷ Bid.: om. C, Hert. Wr.
  3. 2 πράγματα pro πρῶτα X ‖
  4. καὶ ante ἐπιεικείας add. C, it. Hert. Wr. ‖
  5. σώφρονος ΒΔ
  6. 3 προσῆλθες X
  7. 4-5 ἐπιστραφεὶς εἰς ἑαυτὸν X
  8. 5 τοσοῦτον BC, it. Hert. Wr.
  9. 6 ἐγκαταλέλοιπας Wyttenbach et Cobet, it. Wr.
  10. 7 τὸ C, edd.: om. cett. ‖
  11. Εἷς ante ἰητρὸς Hert. Wr. ‖
  12. γὰρ om. C, Hert. Wr.
  13. 9 ἄλλους pro πολλούς XV
  14. 11 αὐτή C, Hert. Wr.: αὐτῆς sec. ΒΔC Bid., fort. recte ‖
  15. γεωργίας C
  16. 14 ὑμῖν X ‖
  17. κοινὴ om. X ‖
  18. πρὸς ἀμφοτέρων P. Thomas, Bid.; -ους codd.: παρ' ἀμφοτέροις Hert. Wr. ‖
  19. ἀποκείσθω Hert. Wr.
  20. 15 ἀποδοῦσα ΔCX, Hert. Wr.
Ἰουλιαν. Ἐπιστ. 45 [426 a-c], Στὸν Ζήνωνα τὸν ἀρχίατρο

Καὶ πολλὰ ἄλλα μὲν μαρτυροῦν καὶ ὅτι ἀνήκεις στοὺς πρώτους τῆς
ἰατρικῆς τέχνης καὶ ὅτι ἔχεις σύμφωνα μὲ τὴν τέχνη εἰλικρίνεια ἤ-
θους καὶ σωφροσύνη βίου, τώρα ὅμως προστέθηκε ἡ κεφαλαιώδης
μαρτυρία: Καίτοι ἀπὼν πετυχαίνεις νὰ στραφεῖ σὲ σένα τὸ ἐνδιαφέ-
ρον τῆς πόλεως τῶν Ἀλεξανδρινῶν· τέτοιο κεντρί, ὅπως ἀκριβῶς ἡ
μέλισσα, ἔχεις ἀφήσει σ' αὐτήν, εὔλογα· γιατὶ φαίνεται ὅτι ὀρθῶς
ἔχει λεχθεῖ ἀπὸ τὸν Ὅμηρο τὸ «διότι ἕνας γιατρὸς ἀξίζει ὅσο πολλοὶ
ἄλλοι». Κι ἐσὺ δὲν εἶσαι ἁπλῶς ἕνας γιατρός, ἀλλὰ καὶ διδάσκαλος
τῆς τέχνης (αὐτῆς) σ' ὅσους ἐπιθυμοῦν, ὥστε σχεδὸν ὅ,τι εἶναι οἱ για-
τροὶ γιὰ τοὺς πολλούς, αὐτὸ (εἶσαι) ἐσὺ γιὰ κείνους. Δίνει δὲ τέλος
στὴν ἐξορία σου καὶ ἡ αἰτία αὐτή, καὶ μάλιστα μὲ πολλὴ λαμπρότη-
τα· γιατί, ἂν ἐξαιτίας τοῦ Γεωργίου διώχθηκες ἀπὸ τὴν Ἀλεξάν-
δρεια, δὲν διώχθηκες δίκαια, καὶ δικαιότατα θὰ γύριζες στὴν πατρί-
δα ἀπὸ τὴν ἐξορία· γύρνα λοιπὸν πίσω μὲ κάθε τιμὴ κι ἔχοντας τὴν
προηγούμενη ἐκτίμηση καὶ φήμη, κι ἐμεῖς ἂς ἔχουμε κοινὴ τὴν εὐ-
γνωμοσύνη καὶ τῶν δύο, ποὺ δίνουμε πίσω στοὺς Ἀλεξανδρινοὺς
τὸν Ζήνωνα καὶ σὲ σένα τὴν Ἀλεξάνδρεια.

Σχόλια: 

Πηγή: Ἰουλιανός (Ἐπιστ. 45 [με´], 426a-c), ὁ παραβάτης καὶ ἀποστάτης, κατὰ τὸν Σουίδα (ι 437), Ῥωμαίων βασιλεύς, Κωνσταντίνου βασιλέως τοῦ μεγάλου ἀνεψιός (...), ὁ ὁποῖος ἔγραψε τοὺς καλουμένους Καίσαρας [: ἢ Συμπόσιον ἢ Κρόνια]· (...) καὶ τὸν Μισοπώγωνα ἢ Ἀντιοχικόν· (...) Πρὸς τὸν κύνα Ἡράκλειτον πῶς κυνιστέον [: Πρὸς Ἡράκλειον κυνικὸν περὶ τοῦ πῶς κυνιστέον καὶ εἰ πρέπει τῷ κυνὶ μύθους πλάττεινἐπιστολὰς παντοδαπάς, καὶ ἄλλα, ὅπως τὸ Κατὰ χριστιανῶνΚατὰ Γαλιλαίων· κατὰ τὸν Ἰωάννη Μαλάλα (Χρον. 326.16 Dindorf), ἐκλήθη παραβάτης, διότι ἀρνησάμενος τὸ δόγμα τῶν αὐτοῦ προγόνων, τὸ τῶν χριστιανῶν, γέγονεν Ἕλλην. ἦν δὲ φίλος καὶ ὁμόχρονος Λιβανίου. Γεννημένος τὸ 332 μ.Χ., ἔχασε σὲ βρεφικὴ ἡλικία τὴ μητέρα του Βασιλίνα κι ἔζησε στὰ πέντε του χρόνια μαζὶ μὲ τὸν ἑτεροθαλῆ ἀδελφό του Γάλλο τὴ σφαγὴ τοῦ πατέρα του καὶ ἄλλων ἀρσενικῶν μελῶν τῆς αὐτοκρατορικῆς οἰκογένειας (στὸ πραξικόπημα τοῦ 337). Ἐκτοπισμένος στὴ Νικομήδεια μυήθηκε στὸ χριστιανικὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Εὐσέβιο ἀλλὰ καὶ στὸν κόσμο τοῦ Ὁμήρου ἀπὸ τὸν παιδαγωγὸ τῆς μητέρας του Μαρδόνιο. Στὰ ἕντεκά του χρόνια μὲ αὐτοκρατορικὴ διαταγὴ κλείστηκε μαζὶ μὲ τὸν μεγαλύτερο κατὰ ἕξι χρόνια ἑτεροθαλῆ ἀδελφό του σ' ἕνα ἀπομονωμένο ἀγρόκτημα στὸ Μάκελλο τῆς Καππαδοκίας, ὅπου πέρασε ἕξι δύσκολα μοναχικὰ χρόνια, μὲ νέο παιδαγωγό του τὸν τυχοδιώκτη ἐπίσκοπο Καππαδοκίας Γεώργιο (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 11), ποὺ τοῦ πρόσφερε μὲν λεπτομερῆ γνώση τῶν διδαγμάτων τοῦ χριστιανισμοῦ ἀλλ' ὄχι καὶ σεβασμὸ πρὸς αὐτά. Συνέχισε τὶς σπουδές του στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ στὴ Νικομήδεια, στὴν Ἔφεσο (351-354) καὶ στὴν Ἀθήνα (τὸ 355). Σημαντικὴ ἦταν ἡ ἐπίδραση τῶν Νεοπλατωνικῶν φιλοσόφων Μαξίμου (τοῦ κατεξοχὴν διδασκάλου του, στὴν Ἔφεσο) καὶ Πρίσκου (στὴν Ἀθήνα), ἀλλὰ καὶ τοῦ Λιβανίου (βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ Τ4, Πηγή) καὶ τοῦ Θεμιστίου, καὶ καθοριστικοὶ γιὰ τὴν ὅλη πορεία του οἱ λίγοι μῆνες παραμονῆς στὴν πόλη τῆς Ἀθηνᾶς, ὅπου σὺν τοῖς ἄλλοις γνώρισε τὸν Προαιρέσιο (βλ. ἀνωτ. Τ1 σχόλ. σ.στ. 4) κι ἀπέκτησε φίλους –καὶ μετέπειτα συνεργάτες– σὰν τὸν Κέλσο καὶ τὸν Ἱμέριο, μυήθηκε στὰ Ἐλευσίνια μυστήρια καὶ γοητεύτηκε ἀπὸ τὸ ὅλο πνευματικὸ καὶ πολιτικὸ περιβάλλον. Μὲ θυμὸ καὶ ἀπόγνωση ἐγκατέλειψε τὴν ἀληθινὴ μητρόπολη τῆς αὐτοκρατορίας ὅταν τὸ φθινόπωρο ἀνακλήθηκε στὸ Μιλάνο. Μὲ τὴν ἀποφασιστικὴ παρέμβαση τῆς αὐτοκράτειρας Εὐσεβίας γλύτωσε ἀπὸ τὸν ἐπικρεμάμενο κίνδυνο θανάτου (ὅπως καὶ τὸν προηγούμενο χρόνο), καὶ στὶς 6 Νοεμβρίου τοῦ 355 ἀνακηρύχθηκε ἀπὸ τὸν Κωνστάντιο Καῖσαρ καὶ ἀνέλαβε τὸ δύσκολο ἔργο τῆς εἰρήνευσης τῆς Γαλατίας, μὲ ἀξιοσημείωτες ἐπιτυχίες (356-359). Τὸν Φεβρουάριο τοῦ 360 ἀνακηρύχθηκε ἀπὸ τὸ στράτευμα Αὔγουστος καὶ τὸ 361 βάδισε πρὸς ἀνατολάς. Πρὶν μπεῖ ὅμως στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ Κωνστάντιος Β´ πέθανε κι ὁ Ἰουλιανὸς ὀργάνωσε λαμπρὴ τελετὴ κηδείας στὴ Βασιλεύουσα, τὸν Δεκέμβριο τοῦ 361. Αὐτοκράτωρ μέχρι τὸν θάνατό του στὶς 26 Ἰουνίου τοῦ 363, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Περσικῆς ἐκστρατείας του, ἔπραξε πολλὰ σὲ πολλούς τομεῖς κι ἔγραψε οὐκ ὀλίγα, προβαίνοντας σὲ διοικητικὲς καὶ οἰκονομικὲς μεταρρυθμίσεις καὶ διακηρύσσοντας τὴν πίστη του στὸν παγανισμό· στὸ σύντομο ὅμως διάστημα τῆς βασιλείας του, πέρα ἀπὸ τὴν κατάργηση τῶν φοροαπαλλαγῶν τοῦ κλήρου καὶ τὴν ἀπαγόρευση νὰ διδάσκουν ρητορικὴ καὶ γραμματική, οἱ Χριστιανοὶ δὲν ὑπέστησαν πραγματικὸ διωγμό. (Βλ. ἀναλυτικά, ἀνάμεσα στὰ πάμπολλα ἄλλα: Ἀθανασιάδη Ἰουλιανός1 [μὲ βιβλιογραφία στὶς σσ. 331-43]· πιὸ συνοπτικά: Cameron ΥΡωμΑ2 138-58, 308 [μὲ βιβλιογραφία], κ.ἀ. [ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ σσ. 141-42], Wright [EmpJul3 Ι, 1954] vii-xiv καὶ Norman LibJO4 I [1969] ix-xxxviii, μὲ βιβλιο­γραφία.) Λίαν ἀξιοσημείωτος εἶναι ὁ Ἰουλιανοῦ νόμος περὶ τῶν ἰατρῶν (Ἐπιστ. 75b [25b, 398b], σελ. 77 Bidez5): Τὴν ἰατρικὴν ἐπιστήμην σωτηριώδη τοῖς ἀνθρώποις τυγχάνειν τὸ ἐναργὲς τῆς χρείας μαρτυρεῖ, διὸ καὶ ταύτην ἐξ οὐρανοῦ πεφοιτηκέναι δικαίως φιλοσόφων παῖδες κηρύττουσι· τὸ γὰρ ἀσθενὲς τῆς ἡμετέρας φύσεως καὶ τὰ τῶν ἐπισυμβαινόντων ἀρρωστημάτων ἐπανορθοῦται διὰ ταύτης. ὅθεν κατὰ τὸν τοῦ δικαίου λογισμὸν συνῳδὰ τοῖς ἄνωθεν βασιλεῦσι θεσπίζοντες ἡμετέρᾳ φιλανθρωπίᾳ κελεύομεν τῶν βουλευτικῶν λειτουργημάτων ἀνενοχλή­τους ὑμᾶς τοὺς λοιποὺς χρόνους διάγειν.
  Ἡ Κύπρος μνημονεύεται ἀπὸ τὸν Ἰουλιανὸ καὶ στὸ Εἰς Ἥλ., γιὰ τοὺς κοινοὺς βωμοὺς τοῦ Ἡλίου καὶ τοῦ Δία (10.5 μαρτυράμενοι τούς τε Κυπρίων ἱερέας, οἳ κοινοὺς ἀποφαίνουσιν βωμοὺς Ἡλίῳ καὶ Διί [κ.λπ.], καὶ 22.11 συντρέχει δὲ αὐτῷ [sc. τῷ βασιλεῖ Ἡλίῳ] καὶ ἡ τοῦ Διὸς δημιουργικὴ δύναμις, <δι'> ἣν ἔφαμεν καὶ πρότερον ἱδρῦσθαί τε αὐτοῖς ἐν Κύπρῳ καὶ ἀποδεδεῖχθαι κοινῇ τὰ τεμένη), καὶ στὸ Εἰς κύν., γιὰ τοὺς τοῦ Κιτιέως (sc. Ζήνωνος, τοῦ Στωϊκοῦ) ὁμιλητάς (βλ. καὶ Θεμιστ. 3.18 διὰ τὴν στωϊκὴν ἔνστασιν, Συμπόσ. 29.2 «Ἀκούσωμεν», ἔφη, «τοῦ Στωϊκοῦ τουτουί, τί ποτε ἄρα τῶν παραδόξων ἐκείνων ἐρεῖ καὶ τεραστίων δογμάτων», Ἐπιστ. 14 [17, 385d-386a], σελ. 23.5-9 Bidez5 [Ἰουλιανὸς Ὀρειβασίῳ] οὐκ ἔστιν, ὡς λέγουσί τινες, τὰ Περιπατητικὰ δόγματα τῶν Στωϊκῶν ἀγενέστερα, τοσούτῳ δὲ μᾶλλον, ὡς ἐγὼ κρίνω, διαφέρει· τὰ μὲν γάρ ἐστιν ἀεὶ θερμότερα καὶ ἀβουλότερα, τὰ δὲ <μετὰ> φρονήσεως ἀξιοῖ τοῖς ἐγνωσμένοις ἐμμένειν).

Tit. Ζήνωνι ἀρχιητρῶι: τὰ χφφ. BΔX (Baroccianus 219, saec. XIV / Varsaviensis Zamoscianus, 123 Cimelia, saec. XV / Chalcenus 157, pars posterior, saec. XV) δίνουν τὴ γραφὴ Ζήνωνι ἀρχιητρῶ, καὶ ὁ Bidez5 γράφει Ζήνωνι ἀρχιατρῷ (βλ. καὶ Δάμπαση ΙΙΜ6 167 καὶ 238, πβ. Χατζηστεφάνου ΑΚΓ7 1045: «τοῦ ἀρχίατρου»)· οἱ Hertlein8 καὶ Wright3, κατὰ τὸν C (: Parisinus 275, saec. XV), γράφουν Ζήνωνι (χωρὶς τὸ ἀρχ., πβ. Χατζηιωάννου ΑΚΕΠ9 Γα´ 109.1)· κρατήσαμε –ὄχι χωρὶς πολλὲς ἀμφιβολίες– τὴ γραφὴ τῶν τριῶν χφφ., θεωρώντας ὅτι τὸ ἀρχιητρῷ πιὸ εὔκολα μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ στὸν ἴδιο τὸν Ἰουλιανό, κατ' ἐπίδραση Ὁμηρική (βλ. κατωτ. στ. 7 ἰητρὸς κ.λπ.), παρὰ νὰ θεωρηθεῖ ὡς μεταγενέστερη τροποποίηση ἢ προσθήκη (πβ. καὶ Φωτ. Βιβλ. 220.176b.25-33 Ἀνεγνώσθη Θέωνος ἀρχιητροῦ Ἀλεξανδρέως ἰατρικὸν βιβλίον (βλ. κατωτ. Τ5c σχόλ. σ.στ. 26-27 σ.λ. Θέων)· κι οὔτε εἶναι ἀσύμβατος μὲ ὅσα ἄλλα γνωρίζουμε γιὰ τὸν Ζήνωνα ὁ τίτλος τοῦ ἀρχιατροῦ (βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 13-14 σ.λ. τὸ πρότερον ἔχων ἀξίωμα), μὲ τὴν ἔννοια τοῦ δημοσίου ἰατροῦ (βλ. Bidez5 ὅ.π. σημ. 5 [καὶ κατωτ. 38 Τ1 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. τὸν ἰyατ˜εραν]· γιὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς ἔννοιας τοῦ ἀρχιατροῦ: V. Nutton, "Archiatri and the medical profession in antiquity"10, Papers of the British School at Rome 45 [1977] 191-226, συνοπτικά: von Staden Heroph.11 23-24, 524 σημ. 6, 548 σημ. 52 [μὲ βιβλιογραφία], Krug ΑρχΙ12 199-201 καὶ Samama MMG13 42-44 κ.ἀ. [βλ. Ind. 594 καὶ 606-7], μὲ βιβλιογραφία· βλ. ἐπίσης M. Kleijwegt, Ancient Youth. The Ambiguity of Youth and the Absence of Adolescence in Graeco-Roman Society14 [Amsterdam 1991], σσ. 148-51: "The status of the physician in the Greek East").
Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ, στὰ τέλη τοῦ 361 ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 362 κατὰ τὸν Penella GrPS15 110 (στὰ τέλη τοῦ 361 κατὰ τὸν Bidez5 [Ι.2] 41 [βλ. καὶ Δάμπαση6 ὅ.π. 167-68 καὶ 237-38, πβ. Χατζηιωάννου9 ὅ.π.: «ἐπιστρέφει τώρα τὸ 361 μ.Χ.»], στὶς ἀρχὲς τοῦ 362 κατὰ τὴ Wright [EmpJul3 III] σελ. 43), ἀπευθύνεται στὸν Ζήνωνα τὸν Κύπριον τοῦ Εὐναπίου (ἀνωτ. Τ1), κατὰ τὴν κρατοῦσα ἄποψη (βλ. Schmidt – Stählin16 II.2 1095· Fr. Kudlien, "Zenon" [15, "von Kypros"], RE17 A.9.2 [1972] 147· Α. Piganiol, L'empire chrétien [1972] 430 [βλ. Penella15 ὅ.π. 109 σημ. 66]· Bidez5 ὅ.π. [βλ. καὶ Δάμπαση6 ὅ.π. 237-39, κυρίως 338 μὲ σημ. 1-2, καὶ von Staden Heroph.11 504 σημ. 17]· Giangrande18 ὅ.π. [σημ. στὸ Τ1.3] 146, Χατζηιωάννου9 ὅ.π. 109-109.3, Papaxen. ZyMA19 65-66, Χατζηστεφάνου7 ὅ.π. 1045-46· καὶ κυρίως Penella15 ὅ.π. 109-11 μὲ βιβλιογραφία καὶ εὔστοχη ἀντίκρουση τῆς ἄποψης τῆς Wright3 [ὅ.π. lxiii-lxiv [βλ. καὶ PLRE120 σ.λλ. Zenon 2 / Zenon 4], βλ. καὶ ἀνωτ. Τ1 σχόλ. σ.στ. 2-3] πὼς ὁ Ζήνων τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ τοῦ Λιβάνιου εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Ζήνωνα τὸν Κύπριον τοῦ Εὐνάπιου), ταυτιζόμενον –πιθανῶς– μὲ αὐτὸν τοῦ Λιβανίου.

5-6. τοιοῦτον αὐτῆι κέντρον (...) καταλέλοιπας: ἡ Wright3 (ὅ.π. 43 σημ. 2) χαρακτηρίζει τὸ ἐδῶ χωρίο ("a sophistic commonplace", παραπέμποντας καὶ στὸν Ἰουλιανὸ 33a) ὡς "echo of Eupolis" [βλ. Εὐπόλ. Δῆμοι ἀπόσπ. 6 Meineke, Κράτιστος οὗτος ἐγένετ' ἀνθρώπων λέγειν· ὁπότε παρέλθοι δ', ὥσπερ ἁγαθοὶ δρομῆς ἐκ δέκα ποδῶν ᾕρει λέγων τοὺς ῥήτορας. (...) πρὸς δέ γ' αὐτοῦ τῷ τάχει πειθώ τις ἐπεκάθιζεν ἐπὶ τοῖς χείλεσιν. οὕτως ἐκήλει, καὶ μόνος τῶν ῥητόρων τὸ κέντρον ἐγκατέλειπε τοῖς ἀκροωμένοις]· πιὸ γνωστὸ ἀκόμη, ὅμως, εἶναι τὸ Πλάτ. Φαίδ. 91c εὐλαβούμενοι ὅπως μὴ ὑπὸ προθυμίας ἅμα ἐμαυτόν τε καὶ ὑμᾶς ἐξαπατήσας, ὥσπερ μέλιττα τὸ κέντρον ἐγκαταλιπὼν οἰχήσομαι (βλ. Bidez5 [Ι.2] 67 σημ. 1, μὲ παραπομπὴ καὶ στὸν Εὔπολη ὅ.π. καὶ στὸν Ἰουλιανὸ 33a καὶ 89d).

6. Ὁμήρωι: Γιὰ τὶς ἰατρικὲς γνώσεις καὶ πληροφορίες τοῦ Ὁμήρου ἔχουν γραφεῖ καὶ γράφονται πάμπολλα. Βλ. χαρακτηριστικὰ Pollak ΙατρΑ21 σσ. 28-45 («2. Οἱ ἀπαρχὲς τῆς ἰατρικῆς στὸν Ὅμηρο», «3. Ἡ πολεμικὴ Χειρουργικὴ στὸν Ὅμηρο», «4. Πάντοτε ὁ Ὅμηρος: Ἀνατομικὴ καὶ Φυσιολογία», «5. Οἱ θεραπευτὲς τῆς Ἰλιάδας») καὶ Βαρβαρούση ΙστΟρθ22 25-30 («Στοιχεία Ορθοπαιδικής και Τραυματο­λογίας στον Όμηρο» [29-30: «Γενικά, και έχοντας ως αφετηρία την πληθώρα ανατομικών γνώσεων στα Ομηρικά Έπη, αναρωτιέται κανείς, μήπως ο Όμηρος ήταν γιατρός»], μὲ σημ. 17-33 καὶ Εἰκ. 2.3-2.6), μὲ παραπομπὲς καὶ πλούσια βιβλιογραφία· βλ. ἐπίσης –μεταξὺ τῶν πολλῶν ἄλλων– Krug ΑρχΙ12 16-18 («Η ιατρική στον Όμηρο») καὶ Μανιάτη ΙστΙ23 98-99 («Όμηρος και Ιατρική»), καὶ τὰ σχόλια στὰ σχετικὰ χωρία τοῦ Ὁμήρου στὸ CIl (κυρίως σ.στ. Δ24 218-19 καὶ Λ25 829 κἑ., 831-32, 833-36, 842-48, μὲ παραπομπὴ καὶ στὸν Α. H. M. Kerkoff26, Ianus 62 [1975] 43-49, γιὰ τὴν παλαιότερη βιβλιογραφία τῆς Ὁμηρικῆς ἰατρικῆς) καὶ στὸ COd (κυρίως σ.στ. δ27 231-32 καὶ τ28 457-58)· βλ. καὶ ἀνωτ. *33 F1 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. Παίων ὁ Ἀμαθούσιος (γιὰ τὸν Παιήονα τοῦ Ὁμήρου) καὶ κατωτ. (γιὰ τὸν ἰητρὸν στὸν Ὅμηρο), μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία.

7. ἰητρὸς γὰρ ἀνὴρ πολλῶν ἀντάξιος ἄλλων: Λ 514, πβ. δ 231-32 ἰητρὸς δὲ ἕκαστος ἐπιστάμενος περὶ πάντων | ἀνθρώπων καὶ ρ 382-86, μὲ τοὺς ἰατροὺς νὰ συγκαταλέγονται ἀνάμεσα σ' ἐκείνους ποὺ καλοῦνται σὲ διάφορα μέρη, προφανῶς μὲ ἀμοιβή, γιὰ τὴν τέχνη τους: τίς γὰρ δὴ ξεῖνον καλεῖ ἄλλοθεν αὐτὸς ἐπελθὼν | ἄλλον γ', εἰ μὴ τῶν οἳ δημιοεργοὶ ἔασι, | μάντιν ἢ ἰητῆρα κακῶν ἢ τέκτονα δούρων, |ἢ καὶ θέσπιν ἀοιδόν, ὅ κεν τέρπῃσιν ἀείδων; |οὗτοι γὰρ κλητοί γε βροτῶν ἐπ' ἀπείρονα γαῖαν (βλ. καὶ COd27 σ.στ.). Ὁ τύπος ἰητρός (μὲ τὸ Ἰων. -η-) ἐμφανίζεται ἐπίσης, πλὴν τῶν ἀνωτ. χωρίων (Λ 514 καὶ δ 231), στὰ Λ 833 (-οὶ) καὶ Π 28 (-οὶ πολυφάρμακοι) καὶ στὸ Ν 213 (-οῖς), ἐνῶ ὁ τύπος ἰητήρ (ἐπίσης Ἰων.), πλὴν τοῦ ἀνωτ. χωρίου (ρ 384), καὶ στὰ Δ 190 (-ήρ), Δ 194, Λ 518 καὶ 835 (ἀμύμονος ἰητῆρος), Β 732 (ἰητῆρ' ἀγαθώ, Ποδαλείριος ἠδὲ Μαχάων), ἀλλὰ καὶ στὸν Ὁμηρ. ὕμν. 16.1 [Εἰς Ἀσκλ.: Ἰητῆρα νόσων (...), χάρμα μέγ' ἀνθρώποισιν, κακῶν θελκτῆρ' ὀδυνάων, κ.λπ.]· ἀπαντοῦν, τέλος, οἱ –ἐπίσης Ἰων.– ρηματικοὶ τύποι ἰήσασθαι καὶ ἰήσατο (Ε 899 καὶ 904), ἰήσεται (ι 520) καὶ ἰησάμενοι (τ 460 εὖ .)· ἀνάλογοι Ἰων. τύποι ἐμφανίζονται ὄχι σπάνια σὲ μεθομηρικὰ ποιητικὰ κείμενα, παράλληλα ἐνίοτε μὲ ἀντίστοιχους Ἀττ. τύπους (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 39 Τ1.1 σ.λ. Ἰατρὸς θνητοῖσι νόσ̣ων καὶ *40 Τ1.1-2 σ.λ. τόνδε σοφώτατον ... ἰατρῶμ, πβ. ὅμως κατωτ. σχόλ. σ.στ. 38 Τ1.4 [3] γιὰ τοὺς Κυπριακοὺς τύπους ἰyατ˜εραν καὶ ἰyᾶσθαι). Μὲ τὰ δεδομένα αὐτὰ ἡ γραφὴ ἀρχιητρῷ (τριῶν χφφ., βλ. ἀνωτ. Tit., σχόλ. σ.λ.) στὸν τίτλο τῆς ἐπιστολῆς, μολονότι στὸ κείμενο κυριαρχοῦν εὔλογα οἱ τύποι ἰατρ- (στ. 1, 8, 10), οὐδόλως ἀποκλείεται νὰ ὀφείλεται στὴν ἀγάπη τοῦ Ἰουλιανοῦ γιὰ τὸν Ὅμηρο (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Ἰουλιανός) καὶ σὲ πρόθεσή του νὰ παραπέμψει ἔμμεσα στοὺς πολυύμνητους Ὁμηρικοὺς ἰατροὺς καὶ στὸν τίτλο (Ζήνωνι ἀρχιητρῶι), ἐξυψώνοντας ἔτσι περαιτέρω τὸν Κύπριο ἰατρό.

11-12. διὰ Γεώργιον μετέστης τῆς Ἀλεξανδρείας: τὴν ἐδῶ μνημονευόμενη ἐπὶ Κωνσταντίου ἐξορία τοῦ Ζήνωνος –μετὰ ἀπὸ σκευωρία τοῦ Ἀρειανοῦ ἐπισκόπου Ἀλεξανδρείας Γεωργίου τὸ 360 μ.Χ., κατὰ τὴ Wright3 ([ΙΙΙ] 42 σημ. 1, γιὰ τὸν τυχοδιώκτη ἐπίσκοπο βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Ἰουλιανός, περισσότερα: Bidez5 [Ι.2] 42-43, Ἀθανασιάδη Ἰουλιανός1 57-59 [μὲ περαιτέρω παραπομπές] καὶ 160-61 σημ. 54)– φαίνεται νὰ ὑπαινίσσεται καὶ ὁ Λιβάνιος στὴν ἐπιστολὴ 171 Ζήνωνι (βλ. κατωτ. Τ4 σχόλ. σ.λ.), γραμμένη πιθανῶς τὸ 361 (τὸ 360 ἢ τὸ 361 κατὰ τὸν Bidez5 41 σημ. 3). Ὁ Γεώργιος, τέρας τι Καππαδόκιον, (...) πονηρὸν τὸ γένος, πονηρότερον τὴν διάνοιαν, (...) τραπέζης ἀλλοτρίας δοῦλον καὶ μάζης ὤνιον, πάντα ποιεῖν καὶ λέγειν ἐπὶ τῇ γαστρὶ μεμαθηκός, (...) κακουργῆσαι δὲ καὶ συγχέαι πράγματα πάντων δεινότατος (Γρηγ. Ναζ. Λόγος 21.16: PG29 XXXV 1097.41), δολοφονεῖται ἀπὸ τὸ ἐξαγριωμένο πλῆθος στὶς 24 Δεκεμβρίου τοῦ 361 (Wright3 42-43 σημ. 1), ἐν ᾧ χρόνῳ ἐβασίλευσεν Ἰουλιανὸς καὶ εἰς Ἑλληνισμὸν ἐτράπη μετὰ τὴν τελευτὴν Κωνσταντίου· Ἀλεξανδρέων γὰρ μῆνιν τηρησάντων τῷ Γεωργίῳ τοῦτον ἀπέκτειναν, καὶ καύσαντες καὶ τέφραν ποιήσαντες εἰς ἀνέμους ἐσκόρπισαν, κατὰ τὸν Ἐπιφάνιον ἐπίσκοπον Κύπρου πόλεως Κωνσταντίας (Κατὰ αἱρέσ. III 151.9 Holl).

13. κάτιθι τοίνυν ἐπίτιμος: ἡ ἀποκατάσταση τοῦ Ζήνωνα στὴν Ἀλεξάνδρεια («φθίνοντος τοῦ 361 μ.Χ.» [...] χάρις εἰς [«καὶ εἰς» 238] τὴν εὐμενῆ πρὸς τὸν Ἰουλιανὸν εἰσήγησιν τοῦ μαθητοῦ του Ὀριβασίου» κατὰ τὸν Δάμπαση ΙΙΜ6 167-68 καὶ 237-38), ποὺ φαίνεται νὰ συμπίπτει χρονικὰ μὲ τὴ δολοφονία τοῦ ὑπαιτίου τῆς ἐξορίας του (βλ. ἀνωτ.), δὲν πρέπει νὰ συνδέεται αἰτιολογικὰ μ' αὐτήν, ἀφοῦ σὺν τοῖς ἄλλοις φαίνεται νὰ προαναγγέλλεται ἀπὸ τὸν Λιβάνιο στὴ σχετικὴ ἐπιστολή του (βλ. κατωτ. Τ4).

13-14. τὸ πρότερον ἔχων ἀξίωμα: αὐτὸ τοῦ ἀρχιάτρου (βλ. Talbot Julien30 412 σημ. 4: "Celle d' archiatre ou médecin en chef", καὶ ἀνωτ. σχόλ.. σ.λ. Ζήνωνι ἀρχιητρῶι).

15. Ζήνωνα: τὸν Κύπριο ἰατρό· βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Ζήνωνι ἀρχιητρῶι, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία.

  1. Ἀθανασιάδη, Π. (2001), Ἰουλιανός (μιὰ βιογραφία), Ἀθήνα.a↑ b↑
  2. Cameron, A. (2000), Η Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (284 μ.Χ.-430 μ.Χ.), μτφρ. Ι. Κράλλη Αθήνα.
  3. Wright, W. C. (1922-1923), The Works of the Emperor Julian, Vols. I-III, Loeb Classical Library London – New York .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  4. Norman, F. (1969), Libanius, Selected Works, Vol. I. The Julianic Orations, London - Cambridge Mass..
  5. Bidez, J. (1932-1964), L'empereur Julien, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  6. Δάμπασης, Ἰ. Ν. (1968), Ἱστορικαὶ Ἰατρικαὶ Μελέται, Σειρὰ δευτέρα Ἀθῆναι.a↑ b↑ c↑ d↑
  7. Χατζηστεφάνου, Κ. Παπαδόπουλλος, Θεόδωρος (ed.) (1997-2000), Ἡ Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία, Ἱστορία τῆς Κύπρουτóμ. Α', μέρος β΄, 973-1047.a↑ b↑
  8. Hertlein, F. C. (1875-1876), Iuliani imperatoris quae supersunt praeter reliquias apud Cyrillum omnia, Vols. I-II, Leipzig.
  9. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  10. Nutton, V. (1977), Archiatri and the medical profession in antiquity, Papers of the British School at Rome 45: 191-226.
  11. von Staden, H. (1989 / 1994), Herophilus: The Art of Medicine in Early Alexandria, Cambridge – New York – New Rochelle – Melbourne – Sydney .a↑ b↑
  12. Krug, A. (1997), Αρχαία Ιατρική: Επιστημονική και Θρησκευτική Ιατρική στην Αρχαιότητα, Αθήνα.a↑ b↑
  13. Samama, E. (2003), Les médecins dans le monde grec. Sources épigraphiques sur la naissance d'un corps médical, Genève.
  14. Kleijwegt, M. (1991), Ancient Youth: The Ambiguity of Youth and the Absence of Adolescence in Graeco-Roman Society, Amsterdam.
  15. Penella, R. S. (1990), Greek Philosophers and Sophists in the Fourth Century A.D.: Studies in Eunapius of Sardis, ARCA, Classical and Medieval Texts, Papers and Monographs ,28 Leeds.a↑ b↑ c↑
  16. von Christ, W., Schmidt M. & Stählin O. (1920), Geschichte der griechischen Literatur, 6th ed., München .
  17. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .
  18. Giangrande, G. (1956), Vermutungen und Bemerkungen zum Text der Vitae Sophistarum des Eunapios, RhM 99: 133-153.
  19. Papalexopoulos, A. (1981), Zypriotische Medizin in der Antike, Würzburg.
  20. Jones, A. H. M., Martindale L. R. & Morris J. (1971), The Prosopography of the Later Roman Empire, Vol. I: A.D. 260-395, Cambridge.
  21. Pollak, K. (2005), Ἡ ἰατρικὴ στὴν ἀρχαιότητα. Ἑλλάδα – Ρώμη – Βυζάντιο. Ἡ ἰατρικὴ στὴ Βίβλο καὶ τὸ Ταλμούδ, Ἀθήνα.
  22. Βαρβαρούση, Ἀ. Ιστορία της Ορθοπαιδικής από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα (Η εξέλιξη της Ελληνικής Ορθοπαιδικής), Αθήνα.
  23. Μανιάτης, Π. (2002), Ιστορία της Ιατρικής (Από τους προϊστορικούς χρόνους έως σήμερα), Καισαριανή.
  24. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.
  25. Hainsworth, B. & Kirk G. S. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. III: books 9-12, Cambridge.
  26. Kerkoff, A. H. M. (1975), La médecine dans Homère, une bibliographie, Ianus 62: 43-49.
  27. Heubeck, A., West S. & Hainsworth J. B. (1988), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume I: Books I-VII, Oxford.a↑ b↑
  28. Russo, J., Fernandez-Gatiani M. & Heubeck A. (1992), A Commentary on Homer's Odyssey, Vol. III: Books xvii-xxiv, Cambridge.
  29. Migne, J P. (1857-1866), Patrologiae cursus completus. Series Graeca, Paris .
  30. Talbot, E. (1863), Oeuvres complètes de l'Empereur Julien, Paris.