You are here

T1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Eunap. Vitae soph. 19 [497], s.v. Ζήνων

1Ἰατροὶ δὲ κατὰ τούτους ἤκμαζον τοὺς χρόνους  Ζήνων τε ὁ

Κύπριος, διδα­σκαλίαν2 τε πολυύμνητον συστησάμενος3 (ἀλλ'

ἐπέβαλε τοῖς χρόνοις Ἰουλιανῶι τῶι σοφιστῆι)4 , καὶ μετ' ἐκεῖ-

νον, κατὰ τοὺς Προαιρεσίου χρόνους , οἱ διάδοχοι Ζήνω­νος .

  (2) ἄμφω δὲ ὁ Ζήνων ἐξήσκητο λέγειν τε καὶ ποιεῖν ἰατρικήν.

(3) τῶν δὲ ὀνο­μαστῶν ὁμιλητῶν αὐτοῦ διαλαχόντες οἱ μὲν τὸ

ἕτερον, οἱ δὲ ἀμφότερα, κατελεί­φθησαν· ἐκράτουν δὲ ὅμως καὶ

καθ' ὅ5 τις ἐκληρονόμησεν6 ἔργου τε7 καὶ λόγου.

  1. [Vid. Eunap. edd. Wright (: W., 1922), unde Hadjioannou ΑΚΕΠ Γα´ 109, et Giangrande (: G. infra, 1956, vid. et RhM 99, 1956, pp. 145-46), cum siglis.]
  2. 2 διδασκαλεῖον dubit. prop. G. (vid. et p. 145; acc. Penella GrPS p. 111 n. 71) ‖
  3. καὶ περιβόητον vel καὶ καταβαλόμενος post συστησάμενος prop. G.
  4. 3 ὑπερέβαλε τοὺς χρόνους Ἰουλιανοῦ τοῦ σοφιστοῦ prop. G. p. 146 (sed vid. Penella l.c. p. 110)
  5. 8 καθ' ὅ τις G.; καθό τις A: καθώς τις W. (καθότι scr. Boiss.) ‖
  6. ἐκληρονόμησανsec. Junium scr. Boiss. ‖
  7. τε W., it. G.: γε A, Boiss.
Εὐναπ. Βίοι σοφ. 19 [497], σ.λ. Ζήνων

Ἰατροὶ δὲ κατὰ τούτους τοὺς χρόνους ἄκμαζαν καὶ ὁ Ζήνων ὁ
Κύπριος, ποὺ ἵδρυσε καὶ σχολὴ διδασκαλίας πολυύμνητη (ἔζησε
ὅμως ἕνα μέρος τῆς ζωῆς του στὰ χρόνια τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ σοφι-
στῆ, ἦταν δηλαδὴ ἐν μέρει σύγχρονος ἀλλὰ νεώτερός του), καὶ μετὰ
ἀπὸ ἐκεῖνον, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Προαιρέσιου, οἱ διάδοχοι τοῦ
Ζήνωνα. Εἶχε δὲ ἐξασκηθεῖ ὁ Ζήνων τόσο στὴ ρητορικὴ ὅσο καὶ
στὴν πρακτικὴ τῆς ἰατρικῆς. Ἀπὸ τοὺς ὀνομαστοὺς πάλι μαθητές
του ἄλλοι μὲν κράτησαν τὸ ἕνα ἀπ' τὰ δυό, μοιράζοντας μεταξύ
τους ὅ,τι ἔμαθαν ἀπ' αὐτόν, ἄλλοι δὲ καὶ τὰ δύο· διακρίνονταν ὅμως
καὶ ἀνάλογα μὲ τὸ τί κληρονόμησε κάποιος ἀπὸ τὴν ἰατρικὴ πρακτι-
κὴ καὶ τὴ ρητορική.

Σχόλια: 

Πηγή: Εὐνάπιος (Βίοι σοφ. 19 [497], σ.λ. Ζήνων), ἱστορικὸς καὶ βιογράφος· κατὰ τὸν R. J. Penella (GrPS1 1 κἑ.) γεννήθηκε στὶς Σάρδεις τὸ 347 μ.Χ. (ἢ ἔστω τὸ 348, κατ' ἄλλους τὸ 349) καὶ πέθανε μετὰ τὸ 414 (κατ' ἄλλους term. a. quem εἶναι τὸ 404)· μαθήτευσε κοντὰ στὸν Χρυσάνθιο στὴ γενέτειρά του καὶ στὴ συνέχεια, ἐς ἕκτον που καὶ δέκατον ἔτος τελῶν, παρῆλθέν τε εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τοῖς ὁμιληταῖς ἐγκατεμίγη, σπουδάζοντας κοντὰ στὸν Προαιρέσιο (Βίοι σοφ. 10.8.3, πβ. 10.1.2 τελῶν εἰς ἕκτον καὶ δέκατον ἔτος κ.λπ.)· μόλις εἰς εἰκοστὸν ἔτος ἐπέστρεψε στὶς Σάρδεις καὶ στὸν Χρυσάνθιο, ποὺ κατέστη μέντοράς του (Βίοι σοφ. 6.1.6 ὁ γοῦν ταῦτα γράφων ἐκ παιδὸς ἀκροατὴς Χρυσανθίου γενόμενος, μόλις εἰς εἰκοστὸν ἔτος ἠξιοῦτο τῶν ἀληθεστέρων, βλ. καὶ 23.1.1-2 ταυτησὶ τῆς γραφῆς αἴτιος ἐγένετο Χρυσάνθιος, τόν τε γράφοντα πεπαιδευκὼς ἐκ παιδὸς καὶ διασεσωκὼς εἰς τέλος, ὥσπερ νόμον τινά, τὴν περὶ αὐτὸν εὔνοιαν. ἀλλ' οὐδέν γε διὰ τοῦτο ῥηθήσεται πρὸς χάριν· ἐκεῖνός τε γὰρ ἀλήθειαν ἐτίμα διαφερόντως καὶ τοῦτο πρῶτον ἐπαίδευεν, ἡμεῖς τε οὐ διαφθεροῦμεν τὴν δοθεῖσαν δωρεάν, πλὴν ἤ πού τι καὶ ὑφήσομεν ἐπὶ τὸ καταδεέστερον ἄγοντες). Ἔγραψε Βίους φιλοσόφων καὶ σοφιστῶν (τονίζοντας χαρακτηριστικὰ στὸ προοίμιό του [1.1.2] ὅτι οὐκ εἰς τὰ πάρεργα τῶν σπουδαίων ὁ λόγος φέρει τὴν γραφὴν ἀλλ' εἰς τὰ ἔργα, καὶ [2.2.2] πολλὴν ποιούμενος φροντίδα καὶ σπουδὴν τοῦ συνεχῆ καὶ περιγεγραμμένην εἰς ἀκρίβειαν ἱστορίαν τινὰ λαβεῖν τοῦ φιλοσόφου καὶ ῥητορικοῦ βίου τῶν ἀρίστων ἀνδρῶν), ἔργο ποὺ ἔχει σωθεῖ ὁλόκληρο), καὶ ἱστορία τῶν ἐτῶν 270-404, τῆς ὁποίας σώθηκαν μόνο ἐπιτομές (βλ. κυρίως Φωτ. Βιβλ. 77, 53b.14 κἑ. Ἀνεγνώσθη Εὐναπίου Χρονικῆς ἱστορίας τῆς μετὰ Δέξιππον νέας ἐκδόσεως ἐν βιβλίοις τεσσαρεσκαίδεκα κ.λπ.). Κατὰ τὸν Φώτιο (ὅ.π. 54a.4 κἑ.: Giangrande Eunap.2 σ. XXXIX), οὗτος ὁ Εὐνάπιος Σαρδιανὸς μὲν ἐστί (...)· δυσσεβὴς δὲ τὴν θρησκείαν ὤν, τὰ Ἑλλήνων γὰρ ἐτίμα, τοὺς μὲν εὐσεβείᾳ τὴν βασιλείαν κοσμήσαντας παντὶ τρόπῳ καὶ ἀνέδην διασύρει, καὶ μάλιστά γε τὸν μέγαν Κωνσταντῖνον, ἐξαίρει δὲ τοὺς δυσσεβεῖς, καὶ τῶν ἄλλων πλέον Ἰουλιανὸν τὸν παραβάτην, καὶ σχεδόν τι τὸ τῆς ἱστορίας αὐτῷ εἰς τὸ ἐκείνου ἐγκώμιον συντεθὲν ἐξεπονήθη. Μὲ προτροπή του ὁ Ὀρειβάσιος (βλ. ἀνωτ. 34 F5a καὶ κατωτ. Τ5b), ἔγραψε τὸ ἔργο Πρὸς ΕὐνάπιονΕὐπόριστα, ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει στὴν ἀρχή του: (Giangr.2 ὅ.π. σ. XXXVII) Ἐξ ὧν ἡμῖν διελέχθης, Εὐνάπιε κράτιστε καὶ λογιώτατε, δῆλος γέγονας ἰάσεις βουλόμενος ἐκμαθεῖν ὅσων οἷόν τε νοσημάτων ἁπλᾶς καὶ εὐπορίστους, αἷς χρήσαιο ἂν ἔν τε ὁδοιπορίαις καὶ κατ' ἀγροὺς καὶ ὁπουδήποτε μὴ παρόντος ἰατροῦ, ῥᾳδίως καὶ ὠφελίμως τοῖς ἐξαίφνης προσπίπτουσιν ἀνθιστάμενος, καὶ μάλιστα τοῖς δι' ὀξύτητα πολλὴν μηδὲ ἀναβολὴν ἐπιδεχομένοις, μήτε ὀργάνου τινὸς μήτε σκεύους ἰατρικοῦ προσδεηθεὶς δυσπορίστου. καί μοι δοκεῖς προσηκόντως ἐπὶ τοῦτο ἐληλυθέναι· γινώσκεις γάρ, οἶμαι, τῶν μὲν κατ' ἀλήθειαν ἰατρῶν πολλήν τινα οὖσαν τὴν σπάνιν, τῶν δ' ὑποκρινομένων τὴν τέχνην καὶ ὄνομα μόνον ἰατροῦ κεκτημένων πολύ τι τὸ πλῆθος (...). σὺ δὲ πλέον ἢ προσήκει τοῖς φιλιάτροις ἐπὶ τὴν θεωρίαν τῆς τέχνης ἐλήλυθας (...). Ἡ κλίση του αὐτὴ στὴν ἰατρικὴ τονίζεται καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Εὐνάπιο στὸν βίο τοῦ Χρυσανθίου (Βίοι σοφ. 23.6.3 κἑ.): τῷ δὲ Χρυσανθίῳ συμβὰν ἔκ τινος συνηθείας τὴν φλέβα διελεῖν, ὅ τε συγγραφεὺς παρῆν, οὕτω προστάξαντος, καὶ τῶν ἰατρῶν κενῶσαι βουλομένων τὸ <ἐπι>φερόμενον, αὐτὸς ἐπὶ τὸ συμφέρον φεισάμενος, παράλογον εἶναι τὸ κενωθὲν ἔφη, καὶ οὕτως ἐπισχεῖν ἐκέλευσεν· οὐ γὰρ ἄπειρος ἦν ἰατρικῆς ὁ ταῦτα γράφων (καὶ δικαιώθηκε πλήρως). (Περισσότερα: Penella GrPS1, μὲ ἐνδιαφέρουσα συζήτηση τῶν ποικίλων προβλημάτων καὶ ἀναλυτικὴ βιβλιογραφία. Συνοπτικά: Lesky ΙΑΕΛ53 1163-64 [«περίπου 345-420»], Cameron ΥΡωμΑ4 306 [349 - περίπου 404 μ.Χ.], κ.ἀ. Γιὰ τὰ ἀποσπάσματα τῆς ἱστορίας του: R. C. Blockley, The Fragmentary Classicising Historians of the Later Roman Empire5, vols. I-II, Liverpool [Cairns] 1981-1983.)

Tit., 5. Ζήνων, 1-2. Ζήνων τε ὁ Κύπριος, 4. Ζήνωνος: Ἡ λακωνικὴ αὐτὴ βιογραφία, μὲ τὴν ὁποία ὁ Εὐνάπιος –στὸ Βίοι φιλοσόφων καὶ σοφιστῶν– ἀνοίγει τὴ σύντομη παρέκβασή του γιὰ ἰατροὺς μὲ ἰδιαίτερη ἐξάσκηση στὸ λέγειν ποὺ ἄκμασαν τὸν 4ον αἰ. μ.Χ., ἀποτελεῖ ἕναν ἀληθινὸ ὕμνο γιὰ τὸν Ζήνωνα τὸν Κύπριον, ποὺ ἐξασκημένος λέγειν τε καὶ ποιεῖν ἰατρικήν (στ. 5) διδασκαλίαν τε πολυύμνητον συστησάμενος (στ. 2) ἔτυχε ὀνομαστῶν ὁμιλητῶν (στ. 6), ὅπως ὁ Μάγνος (κατωτ. Τ5a.2-3), ὁ πολὺς Ὀριβάσιος, ὁ ὁποῖος προϊὼν εἰς ἡλικίαν ἀκροατής τε ἐγένετο τοῦ μεγάλου Ζήνωνος καὶ Μάγνου συμφοιτητής (Τ5b.6-7), καὶ ὁ Ἰωνικός, ποὺ Ζήνωνος ἀκροατὴς γενόμενος εἰς ἄκρον τε ἐπιμελείας ἐξίκετο καὶ Ὀριβάσιός γε αὐτοῦ θαυμαστὴς ἐτύγχανεν (Τ5c.2-4)· τὸ ἐγκώμιο τοῦ Ζήνωνος πλέκει ἐπίσης ὁ Ἰουλιανὸς ὁ αὐτοκράτωρ (κατωτ. Τ2), μὲ λόγια (κυρίως στ. 1-3 καὶ 8-10) καὶ μὲ ἔργα (ἀποκαθιστώντας τον στὴν Ἀλεξάνδρεια), ὁ δὲ Λιβάνιος (κατωτ. Τ4) φαίνεται νὰ τὸν ἐκτιμᾶ ἐπίσης ἰδιαίτερα (γιὰ τὴ σχεδὸν βέβαιη ταύτιση τοῦ Ζήνωνος τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ τοῦ Λιβάνιου μὲ τὸν ὁμώνυμο Κύπριο ἰατρὸ τοῦ Εὐνάπιου βλ. κατωτ. Τ2 [Tit.] σ.λ. Ζήνωνι ἀρχιατρῶι καὶ Τ4 [Tit.] σ.λ. Ζήνωνι, μὲ τὴ σχετικὴ βιβλιογραφία).
Πότε ἀκριβῶς γεννήθηκε καὶ πότε πέθανε ὁ Ζήνων ὁ Κύπριος δὲν γνωρίζουμε. Term. a. quem γιὰ τὸν θάνατό του φαίνεται νὰ εἶναι τὸ ἔτος 366 μ.Χ., ὅταν πεθαί­νει ὁ Προαιρέσιος (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ.)· term. p. quem, γιὰ ὅποιον εὔλογα δέχε­ται ὅτι ὁ Ζήνων στὸν ὁποῖο γράφει ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουλιανὸς ἀποκαθιστώντας τον στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ὁ ἐδῶ Κύπριος ἰατρὸς ταυτίζονται, εἶναι τὸ 361/362 μ.Χ. (βλ. κατωτ. Τ2). Ἡ ἀκμή του φαίνεται νὰ μπορεῖ νὰ τοποθετηθεῖ κατὰ προσέγ­γιση στοὺς χρόνους περὶ τὸ 340-350 (πιθανῶς μέχρι τὸ 360, ὅταν ἐξορίζεται ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια), ἀφοῦ ἐπέβαλε τοῖς χρόνοις Ἰουλιανῶι τῶι σοφιστῆι ἀπὸ τὴ μιά, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ διάδοχοι αὐτοῦ ἀκμάζουν κατὰ τοὺς Προαιρεσίου χρόνους (ὁ Μάγνος, λ.χ., ἐμφανίζεται νὰ διδάσκει ἰατρικὴ στὴν Αἴγυπτο τὸ 364 καὶ νὰ ζεῖ τουλάχιστο μέχρι τὸ 388), ὁ δὲ Ὀρειβάσιος, γεννημένος τὸ 325, προϊὼν εἰς ἡλικίαν ἀκροατής τε ἐγένετο τοῦ μεγάλου Ζήνωνος καὶ Μάγνου συμφοιτητής (βλ. κατωτ. Τ5 σχόλ. σ.λλ., ὅπου καὶ ἡ σχετικὴ βιβλιογραφία). Ἡ γέννησή του, ἂν δὲν πέθανε ὑπερήλικας (ὅπως ὁ Προαιρέσιος) ἢ πολὺ μικρότερος (μετὰ τὴν ταλαιπωρία τῆς δυσβάστακτης ἐξορίας), μπορεῖ νὰ τοποθετηθεῖ περὶ τὸ 290-300 μ.Χ. (Ὁ Bidez [Julien6 I.2 41, μὲ σημ. 3] θεωρεῖ τὸν Ζήνωνα σύγχρονο ["contemporain"] τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ σοφιστοῦ καὶ τοῦ Αἰδεσίου, ποὺ ὅμως πεθαίνουν ἀντίστοιχα πρὶν ἀπὸ τὸ 336 [βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 3] καὶ μεταξὺ 351 καὶ 355 [βλ. Penella GrPS1 64] καὶ ἑπομένως εἶναι ἐν μέρει μόνο σύγχρονοι [βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 3], κατὰ μία δὲ γενεὰ προγενέστερο τοῦ Λιβανίου ["Le Zénon à qui il écrit est donc d'une génération antérieure à la sienne"], ὑπόθεση ποὺ φαίνεται νὰ ὑποδηλώνει γέννη­ση τοῦ Κύπριου ἰατροῦ περὶ τὸ 290 μᾶλλον παρὰ περὶ τὸ 300 μ.Χ., νοουμένου ὅτι ὁ Λιβάνιος γεννήθηκε τὸ 314 καὶ πέθανε περὶ τὸ 393 [βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ Τ4]· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ὑπόθεση, ἐν μέρει τουλάχιστον εὔλογη, παραμένει ἀβέβαιη.)
Ἀπίθανη εἶναι ἡ ὑπόθεση τοῦ J. Chapmann (στὸ Dindorf Demosth.7 III xxix-xxxi) γιὰ ταύτιση τοῦ ἐδῶ ἰατροῦ Ζήνωνος τοῦ Κυπρίου μὲ τὸν ρήτορα - σοφιστὴ τοῦ 2ου –πιθανῶς– αἰ. μ.Χ. Ζήνωνα τὸν Κιτιέα, ποὺ μνημονεύει σὺν τοῖς ἄλλοις ὁ Σουίδας (βλ. ΑΚυΓ38 21 Τ1 σχόλ. σ.στ. 1-2 σ.λ. Ζήνων, Κιτιεύς. εἰ δὲ ῥήτωρ τις ἦν ἢ φιλόσοφος ἄδηλον [κυρίως σελ. 461, γενικά: σσ. 140-53 καὶ 459-98]· γιὰ ἄλλους Ζήνωνας βλ. ὅ.π. σχόλ. στὸ *Τ6 [σσ. 481-82] γιὰ τὸ Ζήνωνες ὀκτὼ τοῦ Διογένη Λαέρτιου καὶ ἀνωτ. 31 F7 σχόλ. σ.στ. 3 γιὰ τὸν ἰατρὸ Ζήνωνα τὸν Ἡροφίλειον, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία). Ἀπίθανη εἶναι καὶ ἡ ὑπόθεση (Papaxen. ZyMA9 65-66 καὶ Χατζηστεφάνου ΑΚΓ10 1046 / μὲ ἀμφιβολίες: Δάμπασης ΙΙΜ11 168 καὶ 238, πβ. von Staden Heroph.12 504 σημ. 17) γιὰ ταύτιση μὲ τὸν ἐδῶ Κύπριο ἰατρὸ τοῦ Zenonis τοῦ ὁποίου ὁ Καίλιος Αὐρηλιανὸς μνημονεύει τὸ διὰ στοιχάδων ἢ διὰ στοιχάδος φάρμακο ἐναντίον τῆς κωλίτιδας (Cael. Aurel. [βλ. ἀνωτ. σχόλ. στὸ 31 Τ5], Tard. pass. 4.99 dantur etiam plurima alia bibenda composita vel simplicia, ut est Zenonis diastic<had>on [Bendz13, -os Drabkin14] appellatum colicum medicamen, item Cassii ex gingibere confectum, quod diagingibereoς appellant, et mille preterea, quae concurrenti tempore lacessendo medeantur, κ.λπ.)· ὁ μνημονευόμενος ἰατρὸς εἶναι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ὁ διάσημος φαρμακολόγος τοῦ β´ ἡμίσεος τοῦ 1ου αἰ. π.Χ. Ζήνων ὁ Λαοδικεύς (βλ. Fr. Kudlien, "Zenon" [13], RE15 A.9.2 [1972] 146), κατὰ δεύτερον δὲ λόγο ὁ –ταυτιζόμενος κατὰ μιὰν ἄποψη μ' αὐτὸν– Ζήνων ὁ Ἡροφίλειος (συζήτηση τοῦ ὅλου προβλήματος καὶ βιβλιογραφία: von Staden12 ὅ.π. 504-5, μὲ σημ. 19 κυρίως)· σὺν τοῖς ἄλλοις, τὸ ὑπὸ συζήτηση χωρίο φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ σὲ ἰατρὸ προγενέστερο τοῦ Cassii (τοῦ 1ου αἰ. μ.Χ., βλ. Δάμπαση11 ὅ.π. 149 κἑ.), ἀποκλεί­οντας καὶ ἔτσι τὸν Ζήνωνα τὸν Κύπριο. (Σχετικὴ ἐργασία ἑτοιμάζει –μὲ προτρο­πή μας– ὁ Δ. Παπανικολάου.)

1. κατὰ τούτους ἤκμαζον τοὺς χρόνους: Πρὶν ἀπὸ τὸν Ζήνωνα τὸν Κύπριο βιογραφεῖται ὁ Νυμφιδιανὸς ἀπὸ τὴ Σμύρνη (18.1-3), ἀδελφὸς τοῦ Μαξίμου (7.1.1-7.6.13) καὶ τοῦ Κλαυδιανοῦ (7.1.4) φιλοσοφῶν καὶ αὐτὸς ἄριστα (...) καὶ τοῦ τῶν σοφιστῶν ὀνόματος ἄξιος· ὁ δὲ αὐτοκράτωρ Ἰουλιανὸς αὐτῷ καὶ τὴν βασιλικὴν γλῶτταν ἐπέτρεψε, ταῖς ἐπιστολαῖς ἐπιστήσας, ὅσαι διὰ τῶν Ἑλληνικῶν ἑρμηνεύονται λόγων, κι ὁ θάνατος αὐτῷ συνέβη γενομένῳ πρεσβύτῃ, καὶ μετὰ τὸν ἀδελφὸν Μάξιμον (μετὰ δηλαδὴ τὸ 371/372, βλ. Penella GrPS1 109). Δὲν ἀποκλείεται ἑπομένως τὸ κατὰ τούτους ἤκμαζον τοὺς χρόνους νὰ ἀναφέρεται στὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ Ἰουλιανοῦ (361-363) καὶ τὰ γύρω ἀπὸ αὐτὴν χρόνια, καθὼς μάλιστα τὴν ἴδια περίοδο ἀκμάζουν ὁ Ἀκάκιος (βλ. Penella1 ὅ.π. 107-8) καὶ κυρίως ὁ Λιβάνιος (314-393, βλ. κατωτ. Τ4), ποὺ βιογραφοῦνται ἀμέσως πρὶν ἀπὸ τὸν Νυμφιδιανό (17.1-3 καὶ 16.1.1-16.2.10 ἀντίστοιχα). Πιὸ πιθανὸ ὅμως εἶναι νὰ ἔχει ταυτόχρονα στὸν νοῦ ὁ Εὐνάπιος τὴν ὅλη περίοδο ἀπὸ τὸ 336 ὣς τὸ 366 μ.Χ., ἀπὸ τὸν θάνατο δηλαδὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ σοφιστοῦ ὣς τὸν θάνατο τοῦ Προαιρεσίου, μαθητὴς τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε στὴν Ἀθήνα τὴν περίοδο 362-366 ὁ Σαρδιανὸς συγγραφέας, ποὺ ἀρχίζει καὶ κλείει τὴ βιογραφία τοῦ διδασκάλου του μὲ ἀναφορὰ στὴ βασιλεία τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ στὴ δική του μαθητεία στὴν Ἀθήνα (βλ. Penella1 ὅ.π. 91, 101 κ.ἀ., καὶ κατωτ.). Τὰ δύο, τὸ μέρος καὶ τὸ ὅλον, μποροῦν κάλλιστα νὰ συνυπάρχουν στὴ σκέψη τοῦ βιογράφου· πβ. τὸ 9.1.1 (βλ. Penella1 ὅ.π. 91) Ἰουλιανὸς δὲ ὁ ἐκ Καππαδοκίας σοφιστὴς εἰς τοὺς Αἰδεσίου χρόνους ἤκμαζεν καὶ ἐτυράννει γε τῶν Ἀθηνῶν: ὁ Ἰουλιανὸς πεθαίνει πρὶν ἀπὸ τὸ 336 (βλ. κατωτ.), ὁ Αἰδέσιος (6.1.1-6.11.12) μεταξὺ 351 καὶ 355 μ.Χ. (βλ. Penella1 ὅ.π. 63 κἑ., II.iii. "Aedesius and his pupils": στοὺς μαθητές του συγκαταλέγεται καὶ ὁ Χρυσάνθιος, διδάσκαλος ἐπίσης –ὅπως καὶ ὁ Προαιρέσιος– καὶ μέντορας τοῦ Εὐναπίου).

2-3. ἀλλ' ἐπέβαλε τοῖς χρόνοις Ἰουλιανῶι τῶι σοφιστῆι: ἔζησε ὅμως ἕνα μέρος τῆς ζωῆς του στὰ χρόνια τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ σοφιστῆ (ὁ Ζήνων ὁ Κύπριος, δηλαδή, ἦταν ἐν μέρει σύγχρονος τοῦ Ἰουλιανοῦ ἀλλὰ νεώτερός του). «The phrase (...) means only that there was some overlap between the lifespan of the Cypriot Zeno and that of the sophist Julianus. (...) the disputed phrase, introduced by ἀλλ', is parenthetical: despite the overlap with Julianus's lifespan, Zeno is viewed as belonging more to 'these' times, i.e., to a period extending beyond Julianus's death and peopled by Prohaeresius and his contemporaries and rivals», κατὰ τὸν Penella (GrPS1 110-11), μὲ ἀνάλογα παραδείγματα (στὴ σημ. 70): Κλήμ. Ἀλεξ. Στρωμ. 1.21.117 (σ. 74 Stählin16, πβ. LSK17 σ.λ. ἐπιβάλλω II.4 «ζῶ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον μετά τινος, τινὶ Κλήμ. Ἀλ. 327») ὥστε ἐπιβαλεῖν αὐτῷ (sc. Ὁμήρῳ) Λυκοῦργον τὸν νομο­θέτην ἔτι νέον ὄντα [βλ. καὶ 107 Ὅμηρος καὶ Ἡσίοδος πολλῷ νεώτεροι τῶν Ἰλιακῶν, μεθ' οὓς μακρῷ νεώτεροι οἱ παρ' Ἕλλησι νομοθέται, Λυκοῦργος τε καὶ Σόλων, καὶ οἱ ἑπτὰ σοφοί], Σουίδ. φ 441 κατὰ δὲ τοὺς αὐτοὺς χρόνους γέγονεν ὁ Φιλόχορος Ἐρατοσθένους, ὡς ἐπιβαλεῖν πρεσβύτῃ νέον ὄντα Ἐρατοσθένει καὶ μ 20 [ἐπιβάλλει (sc. Μάγνης) δ' Ἐπιχάρμῳ νέος πρεσβύτῃ, βλ. καὶ ι 564 Ἱπποκράτης (...) μαθητὴς γέγονε (...) Δημοκρίτου τοῦ Ἀβδηρίτου, ἐπιβαλεῖν γὰρ αὐτὸν νέῳ πρεσβύτην], III.8 (: Aristophanis comoedias18 ed. Th. Bergk, vol. I, 18672, σελ. XXXII.24-25) Κράτης Ἀθηναῖος (...), ὃς ἐπιβέβληκε Κρατίνῳ· μὲ τὸ ρῆμα στὴ μέση φωνή: E. Maass, Commentariorum in Aratum reliquiae19, Berlin 1898, 326 (βλ. καὶ LSJ920 σ.λ. ἐπιβάλλω II.9, καὶ Scholia in Aratum vetera21, ed. J. Martin, Stuttgardiae [Teubner] 1974, 21.4: Vita IV, Ἀράτου γένος) γηραιῷ δὲ τῷ Κυρηναίῳ (sc. Καλλιμάχῳ) ἐπεβάλετο (sc. Ἄρατος ὁ Σολεύς), παρ' οὗ καὶ ἐπιγράμματος ἠξιώθη. Ἡ μετάφραση τῆς Wright (σελ. 529), "Nay, he survived down to the time of Julian the sophist", μὲ πλήρως ἐσφαλμένο ὑπονοούμενο "but did not outlive him" (πβ. PLRE122 992 σ.λ. Zenon 2), δὲν εὐσταθεῖ (βλ. Penella1 ὅ.π. 110), ὅπως δὲν εὐσταθεῖ καὶ ἡ μετάφραση στὴν ΑΚΕΠ23 Γα´ (σελ. 385, «μὰ ἐπιβλήθηκε στὰ χρόνια τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ ρήτο­ρα»)· ἡ δὲ διόρθωση τοῦ κειμένου σὲ ἀλλ' ὑπερέβαλε τοὺς χρόνους Ἰουλιανοῦ τοῦ σοφιστοῦ (προτεινόμενη ἀπὸ τὸν G. Giangrande, "Vermutungen und Bemerkungen zum Text der Vitae Sophistarum des Eunapios"24, RhM 99 [1956] 146) δὲν εἶναι κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἀπαραίτητη (βλ. Penella1 ὅ.π. 110), ὅπως δὲν εἶναι ἀπαραίτητη ἡ διόρθωση τοῦ διδασκαλίαν (στ. 2) σὲ διδασκαλεῖον (πρόταση Giangrande24, ὅ.π. 145 [εὔστοχα σχολιαζόμενη ἀπὸ τὸν Penella1 ὅ.π. 111 σημ. 71], "an διδασκαλεῖον ?" στὸ κριτ. ὑπόμν. τῆς ἔκδ. του) καὶ ἡ συμπλήρωση τοῦ κειμένου στὸν στ. 2 (πρό­ταση τοῦ ἴδιου, ὅ.π. 146 καὶ κριτ. ὑπόμν. τῆς ἔκδ.: βλ. ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν.).
Ἰουλιανὸς ὁ σοφιστής (Βίοι σοφ. 9.1.1-9.2.21, βλ. Penella1 ὅ.π. 79-94 [III.i. "Julianus and Prohaeresius", κυρίως 79-83, μὲ βιβλιογραφία], κ.ἀ.), ἀπὸ τὴν Καπ­παδοκία, εἰς τοὺς Αἰδεσίου χρόνους ἤκμαζεν (μὲ τὴν ἔννοια, κατὰ τὸν Penella1 ὅ.π. 91 [βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Ζήνων] ὅτι οἱ χρόνοι τῆς ζωῆς τους συνέπεσαν [ἐπέ­βαλον] ἐν μέρει, κι ὄχι ὅτι ἦταν ἀκριβῶς σύγχρονοι) καὶ ἐτυράννει γε τῶν Ἀθηνῶν, καὶ παρὰ τοῦτον ἡ πᾶσα νεότης πανταχόθεν ἐχώρει, ῥητορικῆς ἕνεκεν τὸν ἄνδρα καὶ μεγέθους φύσεως σεβαζόμενοι (9.1.1). εὐδοκιμῶν δὲ καὶ αὐτὸς ἄγαν καὶ διὰ τῶν ὁμιλητῶν, Ἀθήνησιν ἐτελεύτα, μέγαν ἐπιτάφιον ἀγῶνα παραδεδωκὼς ἑταίροις, γιὰ τὴ διαδοχή του (9.2.21). Τὸ 336 μ.Χ. ἀποτελεῖ ἀσφαλῆ term. a. quem γιὰ τὸν θάνατό του: ὅταν ὁ Λιβάνιος ἔφθανε στὴν Ἀθήνα (16.1.2), ὁ Ἰουλιανὸς δὲν βρισκόταν πιὰ στὴ ζωή· πόσος ὅμως χρόνος εἶχε ἤδη περάσει ἀπὸ τὸν θάνατό του (πιθανῶς ὄχι πάρα πολύς) δὲν γνωρίζουμε (βλ. Penella1 ὅ.π. 91 καὶ 110).

4. κατὰ τοὺς Προαιρεσίου χρόνους: τὴν περίοδο λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ 336 ὣς τὸ 366 μ.Χ., ἀπὸ τὸν θάνατο δηλαδὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ σοφιστοῦ ὣς τὸν θάνατο τοῦ Προαιρεσίου, ἢ μέρος τῆς περιόδου αὐτῆς, ὅπως στὴ φράση εἰς τοὺς Αἰδεσίου χρόνους (9.1.1, βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1)· τὸ ἀμέσως δὲ προηγούμενο μετ' ἐκεῖνον (δηλ. τὸν Ζήνωνα), σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ τὰ λοιπὰ δεδομένα, φαίνεται νὰ ὑποδηλώνει ὅτι ὁ Εὐνάπιος, ποὺ ἀρχίζει καὶ κλείει τὴ βιογραφία τοῦ διδασκάλου του Προαιρεσίου μὲ ἀναφορὰ στὴ βασιλεία τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ στὴ δική του μαθητεία στὴν Ἀθήνα τὴν περίοδο 362-366 (βλ. Penella1 ὅ.π. 91, 101 κ.ἀ., καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1), αὐτὴ τὴν περίοδο κατὰ βάση ἔχει ἐδῶ στὸν νοῦ: ἀπὸ τὸ 362 περίπου (ἢ λίγο μετά, ὅταν πιθανῶς πεθαίνει ὁ Ζήνων, ἢ ἀπὸ τὸ 360, ὅταν αὐτὸς ἐξορίζεται ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια) ὣς τὸν θάνατο τοῦ Προαιρεσίου τὸ 366 μ.Χ. (βλ. καὶ ἀνωτ. [κυρίως σ.λ. Ζήνων] καὶ κατωτ. σχόλ. στὰ Τ2 [Tit.] σ.λ. Ζήνωνι ἀρχιατρῶι καὶ Τ4 [Tit.] σ.λ. Ζήνωνι). Ἡ μετάφραση τῆς Wright (σσ. 529/531), "and after him there were contemporaries of Prohaeresius who were the successors of Zeno", εἶναι καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ ἄστοχη (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 3).
Προαιρέσιος (Βίοι σοφ. 10.1.1-10.8.4, βλ. Penella1 ὅ.π. 79-94 [III.i. "Julianus and Prohaeresius", κυρίως 83 κἑ., μὲ βιβλιογραφία], 98, 111 κ.ἀ. [βλ. καὶ Ἀθανασιάδη 87-88, 183, 193: γιὰ τὶς σχέσεις του μὲ τὸν Ἰουλιανὸ τὸν Παραβάτη), μαθητὴς τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ σοφιστοῦ καὶ διδάσκαλος –ὅπως καὶ ὁ Χρυσάνθιος– τοῦ Εὐναπίου, διάνυε ἤδη τὸ ὀγδοηκοστὸ ἕβδομο ἔτος τῆς ἡλικίας του (γέννηση τὸ 276), ἔχοντας ἀκμαιότατες τὶς δυνάμεις του καὶ προκαλώντας τὸν θαυμασμὸ τοῦ νεαροῦ Σαρδιανοῦ μαθητῆ του: (10.1.3) ἤκμαζε δὲ οὕτω τὰ εἰς τοὺς λόγους, τῇ νεότητί τε τῆς ψυχῆς τὸ σῶμα συνηγείρετο, ὥστε ὁ ταῦτα συγγράφων ἀγήρων τινὰ καὶ ἀθάνατον αὐτὸν ἐνόμιζε καὶ προσεῖχε ὥσπερ αὐτοκλήτῳ καὶ ἄνευ τινὸς πραγματείας φανέντι θεῷ. (10.3.1) τὸ μὲν κάλλος ἦν τοῦ σώματος τοιοῦτον, καί τοι γηραιὸς ὤν, ὥστε ἀπορεῖν τε εἴ τις ἐφ' ἡλικίας οὕτω γέγονε καλός, καὶ θαυμάζειν τὴν τοῦ κάλλους δύναμιν ὅτι πρὸς τοσοῦτο σῶμα διὰ πάντων εἰς τὴν ἀρίστην πλάσιν ἐξήρκεσεν. τὸ δὲ μέγεθος ἦν ἡλίκον ἄν τις οὐ πιστεύσειεν, ἀλλὰ εἰκάσειεν μόλις· ἀνεστηκέναι γὰρ εἰς ἔνατον πόδα κατεφαίνετο, ὥστε κολοσσὸς ὁρώμενος τῶν καθ' ἑαυτὸν ἀνθρώπων. (10.3.16) Προαιρεσίῳ δὲ ὁ λόγος ἤρκει μόνος, ὥσπερ ὁ Ὁμηρικὸς Ἑρμῆς ἐπὶ τὴν σκηνὴν τὴν Ἀχιλλέως κἀν τοῖς πολεμίοις παραπέμπων τὸν Πρίαμον. (10.8.4) Προαιρέσιος δὲ ἐξ ἀνθρώπων ἀνεχώρει (τὸ 366 μ.Χ.) τοσοῦτος καὶ τοιοῦτος γενόμενος καὶ διαπλήσας τῶν ἑαυτοῦ λόγων τε καὶ ὁμιλητῶν τὴν οἰκουμένην ἅπασαν.

   οἱ διάδοχοι Ζήνωνος: αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι διαδέχθηκαν τὸν Ζήνωνα στὴ διεύθυνση τῆς σχολῆς ἰατρικῆς ποὺ αὐτὸς ἵδρυσε, τουλάχιστον δύο (διαδοχικὰ ἢ ἀπὸ κοινοῦ), στὸ διάστημα μεταξὺ τοῦ θανάτου του (λίγο μετὰ τὸ 361/362) καὶ τοῦ θανάτου τοῦ Προαιρεσίου (τὸ 366), κατὰ τὸν Penella (GrPS1 111), ἢ ἀπὸ τὸ 360, ὅταν ὁ ἐπιφανὴς Κύπριος ἰατρὸς ἐξορίζεται ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. κατὰ τοὺς Προαιρεσίου χρόνους)· ἡ πληροφορία ὅτι τὸ 364 ὁ μαθητὴς τοῦ Ζήνωνα Μάγνος (βλ. κατωτ. Τ5a, Tit.) δίδασκε ἰατρικὴ στὴν Αἴγυπτο (Λιβαν. Ἐπιστ. 1208 Foerster25 [Μαρίῳ]: Χρυσόγονος ... ἔπλευσεν εἰς Αἴγυπτον ὡς ταχέως κτησόμενος τὴν ἰατρικὴν τέχνην· καὶ γὰρ ἐκάλει Μάγνος αὐτὸν ὁ ταύτης διδάσκαλος, οἰκεῖος ὤν), ποὺ μνημονεύει ὁ Penella1 (ὅ.π.), ἐνισχύει τὴν ἀνωτέρω ὑπόθεση (ἀλλὰ τὸ τοῦ Εὐνάπιου [Βίοι σοφ. 24.1.1] Εἰσὶν δὲ μετ' αὐτὸν διάδοχοι φιλοσοφίας Ἐπίγονός τε ὁ ἐκ Λακεδαίμονος καὶ Βερονικιανὸς ὁ ἐκ Σάρδεων, ἄνδρες ἄξιοι τοῦ τῆς φιλοσοφίας ὀνόματος δὲν σημαίνει κατ' ἀνάγκη πὼς οἱ δυό τους διαδέχθηκαν ἀπὸ κοινοῦ τὸν Χρυσάνθιο καὶ μοίρασαν τοὺς μαθητές του μεταξύ τους, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Penella1 ὅ.π., μὲ σημ. 72). Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ ἤκμαζον τοῦ στ. 1 καὶ τὰ ἐν γένει δεδομένα γιὰ τοὺς μαθητὲς τοῦ Ζήνωνος (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Ζήνων καὶ κατωτ. σχόλ. στὰ Τ4 καὶ Τ5) δὲν ἐπιτρέπουν ἀποκλεισμὸ τῆς πιθανότητας νὰ ὑπονοοῦνται ἐδῶ ὄχι μόνο οἱ διάδοχοι τοῦ Ζήνωνα στὴ διεύθυνση τῆς ἰατρικῆς σχολῆς ποὺ αὐτὸς ἵδρυσε στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀλλὰ καὶ οἱ λοιποὶ μαθητές του κατὰ δεύτερο λόγο· τουλάχιστον ὁ Ὀρειβάσιος, ὁ ὁποῖος γεννημένος τὸ 325 προφανῶς ἤκμαζεν ἤδη πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Ζήνωνα καὶ δὲν φαίνεται νὰ συμπεριλαμβάνεται στοὺς διαδόχους του στὴ διεύθυνση τῆς ἰατρικῆς σχολῆς του, δύσκολα μπορεῖ νὰ ἐξαιρεθεῖ (γιὰ τὴν πρακτικὴ τοῦ Εὐνάπιου βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 καὶ 4). Τὸ διάδοχος, ἐξάλλου, δὲν ἔχει κατὰ κανόνα τὴ στενὴ σημασία τοῦ ἐπικεφαλῆς διδασκαλείου (βλ. LSJ920 σ.λ. διάδοχος, 6d: "head of a school of philosophers", μὲ παραπομπές / πβ. 1-6c), ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ ποὺ συνεχίζει τὴ «διδασκαλία» κάποιου, μιὰ «σχολὴ» σκέψεως κ.τ.τ. (πβ. π.χ. Θεοφρ. Φυσ. δόξ. 2.1-4 Τῶν δὲ ἓν καὶ κινούμενον καὶ ἄπειρον λεγόντων Ἀναξίμανδρος μὲν Πραξιάδου Μιλήσιος Θαλοῦ γενόμενος διάδοχος καὶ μαθητὴς ἀρχήν τε καὶ στοιχεῖον εἴρηκε τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον, πρῶτος τοῦτο τοὔνομα κομίσας τῆς ἀρχῆς, Σουίδ. π 1887: Παρμενίδης ..., μαθητὴς γεγονὼς Ξενοφάνους τοῦ Κολοφωνίου, ὡς δὲ Θεόφραστος Ἀναξιμάνδρου τοῦ Μιλησίου. αὐτοῦ δὲ διάδοχοι ἐγένοντο Ἐμπεδοκλῆς τε ὁ καὶ φιλόσοφος καὶ ἰατρὸς καὶ Ζήνων ὁ Ἐλεάτης, Φωτ. Βιβλ. 249, 438b Ὅτι ἔνατος ἀπὸ Πυθαγόρου διάδοχος γέγονέ, φησι, Πλάτων, Ἀρχύτου τοῦ πρεσβυτέρου μαθητὴς γενόμενος, δέκατος δὲ Ἀριστοτέλης. τῶν δὲ Πυθαγόρου οἱ μὲν ἦσαν περὶ τὴν θεωρίαν καταγινόμενοι, οἵπερ ἐκαλοῦντο σεβαστικοί, οἱ δὲ περὶ τὰ ἀνθρώπινα, οἵπερ ἐκαλοῦντο πολιτικοί, οἱ δὲ περὶ τὰ μαθήματα, γεωμετρικὰ καὶ ἀστρονομικά, οἵπερ ἐκαλοῦντο μαθηματικοί. καὶ οἱ μὲν αὐτῷ τῷ Πυθαγόρᾳ συγγενόμενοι ἐκαλοῦντο Πυθαγορικοί, οἱ δὲ τούτων μαθηταὶ Πυθαγόρειοι, οἱ δὲ ἔξωθεν ἄλλως ζηλωταὶ Πυθαγορισταί). Στὴν προκειμένη περίπτωση διάδοχοι τοῦ Ζήνωνος μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια –καὶ προφανῶς κατὰ δεύτερο λόγο– μπορεῖ νὰ θεωρηθοῦν ὅσοι –μαθηταὶ ἢ καὶ ζηλωταί του– ἐξήσκηντο λέγειν τε καὶ ποιεῖν ἰατρικήν.

  1. Penella, R. S. (1990), Greek Philosophers and Sophists in the Fourth Century A.D.: Studies in Eunapius of Sardis, ARCA, Classical and Medieval Texts, Papers and Monographs ,28 Leeds.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑ r↑ s↑ t↑
  2. Giangrande, G. (1956), Eunapii Vitae sophistarum / Εὐναπίου Βίοι φιλοσόφων καὶ σοφιστῶν, Rome.a↑ b↑
  3. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  4. Cameron, A. (2000), Η Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (284 μ.Χ.-430 μ.Χ.), μτφρ. Ι. Κράλλη Αθήνα.
  5. Blockley, R. C. (1981-1983), The Fragmentary Classicising Historians of the Later Roman Empire: Eunapius, Olympiodorus, Priscus, and Malchus, Vols. I-II, Liverpool.
  6. Bidez, J. (1932-1964), L'empereur Julien, Paris.
  7. Dindorf, W. (1851), Demosthenes, Vols. VIII-IX: Scholia Graeca, ex codicibus aucta et emendata, Oxford.
  8. Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία.
  9. Papalexopoulos, A. (1981), Zypriotische Medizin in der Antike, Würzburg.
  10. Χατζηστεφάνου, Κ. Παπαδόπουλλος, Θεόδωρος (ed.) (1997-2000), Ἡ Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία, Ἱστορία τῆς Κύπρουτóμ. Α', μέρος β΄, 973-1047.
  11. Δάμπασης, Ἰ. Ν. (1968), Ἱστορικαὶ Ἰατρικαὶ Μελέται, Σειρὰ δευτέρα Ἀθῆναι.a↑ b↑
  12. von Staden, H. (1989 / 1994), Herophilus: The Art of Medicine in Early Alexandria, Cambridge – New York – New Rochelle – Melbourne – Sydney .a↑ b↑
  13. Bendz, G. (1990-1993), Caelii Aureliani Celerum passionum libri III; Tardarum passionum libri V, Berlin.
  14. Drabkin, I. E. (1950), Caelius Aurelianus: On Acute Diseases and on Chronic Diseases, Chicago.
  15. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .
  16. Stählin, O. & Früchtel L. (1905-1909), Clemens Alexandrinus, Vols. I-III, Leipzig.
  17. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  18. Bergk, T. (1867), Aristophanis Comoedias, Vol. I, 2nd ed., Leipzig.
  19. Maas, E. Commentariorum in Aratum reliquiae, Berlin.
  20. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑
  21. Martin, J. (1974), Scholia in Aratum vetera, Stuttgart.
  22. Jones, A. H. M., Martindale L. R. & Morris J. (1971), The Prosopography of the Later Roman Empire, Vol. I: A.D. 260-395, Cambridge.
  23. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.
  24. Giangrande, G. (1956), Vermutungen und Bemerkungen zum Text der Vitae Sophistarum des Eunapios, RhM 99: 133-153.a↑ b↑
  25. Förster, R. (1903-1927), Libani Opera, Leipzig .