You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Erotian. s.v. περόνας (π 37)
  1. [Vid. Erotian. edd. Klein, unde Hadjioannou ΑΚΕΠΓα´ 107 (partim), et (cum siglis) Nachmanson.]
  2. 1 περόνεις LMO.
Ἐρωτιαν. σ.λ. περόνας (π 37)

περόνας· τὶς σὲ σχῆμα κονδύλου προεξοχὲς (τὰ διογκωμένα πρηξί-

ματα) τῶν ὀστῶν. Μὲ αὐτὴν τὴ σημασία κεῖται τώρα, ἐνίοτε ὅμως

(ὁ Ἱπποκράτης) χρησιμο­ποιεῖ τὴ λέξη ἀντὶ τῆς κερκίδος (: τῆς κερ-

κίδας, τοῦ πρὸς τὰ ἔξω ὀστοῦ τοῦ ἀντιβραχίου). Ὁ Διαγόρας

πάλι ὁ Κύπριος λέγει ὅτι αὐτὸς (δηλ. ὁ Ἱπποκρά­της) ἀποκαλεῖ

περόνας τὰ προαιρετικὰ νεῦρα (δηλαδὴ τὰ νεῦρα τὰ ὁποῖα φύονται

ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλο καὶ μὲ τὰ ὁποῖα ἐπιτυγχάνονται προαιρετικὲς

κινήσεις).

Σχόλια: 

Πηγή: Ἐρωτιανός, Ἱπποκρ. λέξ. σ.λ. περόνας (π 37: 108, σ. 71.18-21 Nachm)· βλ. ἀνωτ. σχόλ. στὸ 31 Τ2, Πηγή.

1 κἑ. περόνας: Κατὰ τὸν Ἱπποκράτη, Περὶ τόπ. ἀνθρ. 6.17 κἑ., παρὰ δὲ τὸ ὀστέον περόναι δύο παρήκουσιν, ἡ μὲν ἔνδοθεν, ἡ δὲ ἐκτός, αἳ πρὸς τὰς πλάτας τῷ ὀστέῳ προσπεφυκυῖαι ἤρθρωνται. κάτω δ' ἐν τῷ ἀγκῶνι, κάτω μὲν περόνῃ ἤρθρωνται κατὰ τὸ πεφυκὸς κοιλανῶδες, ἄνω δὲ σμικρῷ τῆς περόνης ἐς τὸν ἀγκῶνα τό τε ὀστέον καὶ ἡ περόνη ἐς τὸ αὐτὸ συμβάλλοντα ἄρθρον ἐν τῷ κυβίτῳ ποιέουσιν. παρὰ δὲ τὸν πῆχυν περόναι παρήκουσι λεπταὶ πάνυ τέσσαρες, αἱ μὲν δύο ἄνω, αἱ δὲ δύο κάτω· καὶ πρὸς μὲν τὸν ἀγκῶνα δύο περόναι πεφυκυῖαι ἄνω ἐκ τοῦ ὀστέου πεφύκασιν, αὗται σὺν τῷ ὀστέῳ πεφυκυῖαι παρὰ τὸ τοῦ ὀστέου ἄρθρον ἤρθρωνται ἐς τὸ κύβιτον· αἱ δὲ κάτω κείμεναι καὶ ἐντὸς κεκλιμέναι, αὗται ἀμφότεραι ξυμβάλλουσαι πρὸς τὴν περόνην τὴν ἄνωθεν ἀπὸ τοῦ γυίου φερομένην, ἐντὸς τοῦ γυίου ἤρθρωνται, καὶ περόνην καλευμένην ποιέουσιν, αὗται ἑωυταῖς ξυμβάλλουσαι ἐν τῷ κυβίτῳ ἐντός. κάτω δὲ πρὸς τὴν χεῖρα τὸ ὀστέον ἄρθρον ἔχει· αἱ δὲ περόναι ταύτῃ ἁπαλῇ ἐούσῃ, αἱ μὲν δύο οὐκ ἐξήκουσιν ἐς τὸ ἄρθρον, ἡ δ' ἄνω καὶ ἡ κάτω σὺν τῷ ὀστέῳ ἤρθρωνται πρὸς τὴν χεῖρα. Καὶ κατὰ τὸν Γαληνό, Ἱππ. γλ. ἐξήγ. XIX 130.10, περόνη: ποτὲ μὲν ὀστοῦν ὅλον κώλου, ποτὲ δὲ ἐπίφυσιν ὀστοῦ, ποτὲ δὲ ἐπιφύσεως ἐπανάστασιν. Βλ. καὶ ἀνωτ. 31 Π2 σχόλ. σ.στ. 2.7 κἑ. (σ.λλ. πήχεος καὶ κερκίς) μὲ περαιτέρω παραπομπές· γιὰ τὶς διάφορες ἰατρικὲς σημασίες βλ. καὶ ΕΛεξΙ1 σ.λ. περόνη: «ἐπὶ τῶν ὀστῶν· ἡ ἀπόφυση» (...), «ἡ κερκίδα, τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο (τὸ πρὸς τὰ ἔξω, τὸ ἄλλο ἡ ὠλένη) ὀστᾶ τοῦ ἀντιβραχίου» (...), «ἡ περόνη, τὸ μικρότερο ἀπὸ τὰ δύο ὀστᾶ (τὸ ἄλλο ἡ κνήμη) τῆς κνήμης» (βλ. ἐπίσης LSJ92 / LSK3 γιὰ τὶς λοιπὲς σημασίες [: ὀξὺ ἀντικείμενο γιὰ διατρύπηση ἢ κάρφωμα, πόρπη κ.ἄ.] καὶ Μπαμπ.4 γιὰ τὴ σημερινὴ χρήση καὶ τὴν ἐτυμολογία τῆς λέξεως: βλ. ἀναλυτικὰ Chantraine5 σ.λ. πείρω = διαπερνῶ).

3. Διαγόρας δὲ ὁ Κύπριος: βλ. ἀνωτ. Τ1 σχόλ. σ.στ. 1 κἑ. σ.λ. Diagora καὶ Τ2 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Διαγόρου.

3-4. προαιρετικὰ νεῦρα: Κατὰ τὸν Γαληνό, Π. ὀστ. τοῖς εἰσαγ. ΙΙ 739.2, τρία τοίνυν εἶναι τῶν νεύρων ἔφασαν γένη· κωλύει δὲ οὐδὲν ἢ διαφορὰς ἢ εἴδη προσαγορεύειν αὐτά. καλοῦσι δὲ τὰ μέν τινα προαιρετικά, τὰ ἐξ ἐγκεφάλου καὶ νωτιαίου πεφυκότα· τὰ δέ τινα συνδετικά· τούτων δὲ ἡ γένεσις ἐκ τῶν ὀστῶν. ἡ τρίτη δὲ αὐτῶν διαφορὰ καλεῖται μὲν τένων, ἐκφύεται δὲ ἐκ μυός. ἵνα δὲ οὖν μηδ' ἐνταῦθά τις ἀσάφεια γένηται διὰ τὴν ὁμωνυμίαν, ὅσα μὲν ἐξ ἐγκεφάλου καὶ νωτιαίου φύεται, νεῦρα ταῦτα προσαγορεύομεν προαιρετικά· ὅσα δὲ ἐκ μυῶν, τένοντας· ὅσα δὲ ἐξ ὀστῶν, συνδέσμους. ἐπὶ ταύτῃ τῶν ὀνομάτων τῇ συνθήκῃ καιρὸς ἂν εἴη λέγειν ἤδη περὶ τῶν ὀστῶν ἰδίᾳ καθ' ἕκαστον, ἀρξαμένους ἀπὸ τοῦ κρανίου. καλοῦσι γὰρ οὕτω τὸ τῆς κεφαλῆς ὀστοῦν· βλ. καὶ Ρούφ. Ἐφεσ. Π. ὀνομ. ἀνθρ. μορ. 150.1. Τὰ δὲ ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου βλαστήματα, νεῦρα αἰσθητικά, καὶ προαιρετικά, διὰ ὧν αἴσθησις καὶ προαιρετικὴ κίνησις καὶ πᾶσα σώματος πρᾶξις συντελεῖται· πβ. ψ.-Γαλην. Ὅροι ἰατρ. XXIX 366.13. (οστ´) Νεῦρόν ἐστι σῶμα λευκὸν καὶ νᾶστον. νεύρων τρεῖς εἰσιν αἱ διαφοραί, τὰ μὲν ἐξ ἐγκεφάλου καὶ νωτιαίου ἐκπεφυκότα νεῦρα, ταῦτα κυρίως προσαγορεύεται· τὰ δὲ ἐκ μυῶν τένοντες· τὰ δὲ ἐξ ὀστῶν σύνδεσμοι. (οζ´) Νεῦρα τὰ ἀπ' ἐγκεφάλου καὶ μηνίγγων ἐκπεφυκότα, κοινά, ξηρότερα καὶ ἧττον θερμότερα φλεβῶν καὶ ἀρτηριῶν αἰσθητικώτερα τὰς προαιρετικὰς κινήσεις ἐκτελοῦντα. (οη´) Νεῦρα τὰ ἐξ ὀστῶν ἐκφυόμενα εἰσὶν τὰ ἐξ ὀστῶν εἰς ὀστᾶ συνδετικὰ καὶ συνεκτικὰ τῶν ἄρθρων καὶ τῶν μελῶν τοῦ σώματος. (π´) Μύες εἰσὶ σώματα νευρώδη ἀναμεμιγμένης αὐτοῖς καὶ σαρκὸς πρὸς κίνησιν τῶν σώματος μερῶν γεγονότες. (πα´) Περιόστεοι ὑμένες εἰσὶν εἱλύματα λεπτά, ἰνώδη ὥσπερ ἐνδύματα τῶν ὀστῶν ὑπὸ τῆς φύσεως γενόμενοι (κ.ἄ. πάμπολλα). Βλ. σὺν τοῖς ἄλλοις von Staden Heroph.6 200-1 (ἀρ. 81), 221 (ἀρ. 125), 250-55 μὲ σημ. 40 (247 κ.ἑ., "control centre, nerves")· ΕΛεξΙ1 σ.λ. νεῦρον καὶ –γιὰ τὴν ἐτυμ.– Chantraine5 σ.λ.: "[...] On pose à l'origine *snē-wer/n- apparenté à νέω « filer » [...]", βλ. καὶ Μπαμπ.5 "<(s)nē-wer/n- < I.E. *snē- κ.ἀ. «γνέθω νήματα», πβ. σανσκρ. snāvan- «τένοντας», αρμ. neard, λατ. nervus ( > γαλλ. nerf, ισπ. nervio) [...]. Ὁμόρρ. νῆ-μα (βλ.λ.), γνέ-θω (βλ.λ.)".

  1. Ἀποστολίδης, Π. Δ. (1997), Ἑρμηνευτικὸ Λεξικὸ πασῶν τῶν λέξεων τοῦ Ἱπποκράτους, Αθήνα.a↑ b↑
  2. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  3. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  4. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.
  5. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑
  6. von Staden, H. (1989 / 1994), Herophilus: The Art of Medicine in Early Alexandria, Cambridge – New York – New Rochelle – Melbourne – Sydney .