You are here

T1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Galen. Meth. med. 1.10 [18-19]

1εἰ δή σοι τὰ Πρόκλου καὶ Ῥηγίνου καὶ Ἀντιπάτρου λέγοιμι, καὶ

πρὸς τούτοις Εὐδήμου καὶ Μνασέου καὶ Φίλωνος καὶ Διονυ-

σίου , λάθοιμ' ἂν ἐμαυτὸν ἐκπεσὼν τῆς προκειμένης νῦν πραγμα-

τείας, ἐπιστημονικῆς τε οὔσης καὶ τὸ χρήσιμον αὐτὸ πει-

  ρωμένης ἐκδιδάσκειν. ἀλλὰ τῆς μὲν ἐκείνων διαφωνίας ἴσως ἄν

ποτε καὶ ὕστερον εἴη μνημονεῦσαι, καὶ σὺν αὐτοῖς γε τοῖς νῦν

εἰρημένοις τοῦ πάντα σοφώτερον ἐπιταράξαντός τε καὶ συγχέ-

αντος αὐτῶν τὰ πράγματα Μενεμάχου , καὶ τοῦ ληρώδους -

λυμπικοῦ  καὶ μετ' αὐτοῦ Ἀπολλωνίδου ↓ καὶ Σωρανοῦ  καὶ

τοῦ νῦν ἔτι ζῶντος Ἰουλιανοῦ . τούτωι μέν γε καὶ ἡμεῖς ἐνετύ-

χομεν, ἵνα καὶ παρὰ ζῶντος ἀνθρώπου φωνῆς ἐκμάθωμεν λή-

ρους μακρούς. εἶχε δ' οὖν οὐδ' οὗτος λέγειντί ποτ' ἐστὶ πά-

θος καὶ νόσημα. καὶ τεκμήριόν γε τούτου μέγιστον· ἐτῶν γὰρ

ἤδη πλειόνωνεἴκοσι γεγονότων ἐξ οὗπερ ἡμεῖς ἐπὶ τῆς Ἀλε-

ξανδρείας αὐτῶι τούτωι συνεγενόμεθα, γεγραφὼς εἰσαγωγὰς

ἄλλας ἐπ' ἄλλαις (ἀεὶ γὰρ αὐτὰς μετατίθησί τε καὶ μεταρρυ-

θμίζει τῶι μηδέποτ' ἀρκεῖσθαι ταῖς γραφείσαις), κατ' οὐδεμίαν

αὐτῶν ἐτόλμησεν εἰπεῖντί ποτ' ἐστὶ νόσος, καίτοι γε μηδὲν

πρὸς ἔπος ἐν αὐταῖς διεξέρχεται μέχρι τοῦ καὶ τὰ τοιαῦτα ζη-

τεῖν, εἰ ζωγραφία χρήσιμος ἰατροῖς ἐστιν. ἀλλ' ὅμως τοσαῦτά τε

(19) καὶ τοιαῦτα γράφων καὶ δῆλος ὤν, ὥσπερ καὶ Μενέμαχος,

ὅτι σαφῶς ἔγνωκε τῆς Μεθοδικῆς αἱρέσεως τὴν ἀτοπίαν, οὐ-

δέπω καὶ τήμερον ἔγραψεν ἐν ταῖς εἰσαγωγαῖςτί ποτε νόσον

πάθος ὀνομάζει. ἐμοὶ δ' οὖν ἐρομένωι ποτ' αὐτὸν οὕτω μα-

κρῶς τε ἅμα καὶ ἀσαφῶς διῆλθεν, ὡς, ὧν μὲν ἔλεγε συνιέναι

μηδενός, ἀναγκασθῆναι δὲ τό γε τοσοῦτον εἰπεῖν πρὸς αὐτόν,

ὡς διαφέρεσθαί μοι δοκοίη πρὸς Ὀλυμπικὸν  καίτοι πάππον

αὐτοῦ τῆς διδασκαλίας ὄντα· μαθητὴς γάρ ἐστιν οὗτος ὁ Ἰου-

λιανὸς  Ἀπολλωνί‹δ›ου2  τοῦ Κυπρίου , ἐκεῖνος δ' ἦν -

λυμπικοῦ  φοιτητής.

  1. [Vid. Galen. Meth. med. 1.10 (18-19): X 52.16-54.12 Kühn.]
  2. 29 Ἀπολλωνίδου coll. supra v. 9 et infra F1.2 et 8 dubit. scripsimus: Ἀπολλωνίου Kühn (vid. infra ad loc.).
Γαλην. Θεραπ. μεθ. 1.10 [18-19]

Ἂν τώρα ἤθελα νὰ σοῦ ἀναφέρω τὰ τοῦ Πρόκλου καὶ τοῦ Ρηγίνου

καὶ τοῦ Ἀντίπατρου, καὶ ἐπιπρόσθετα τοῦ Εὔδημου καὶ τοῦ Μνα-

σέα καὶ τοῦ Φίλωνα καὶ τοῦ Διονύσιου, προδίδοντας τὸν ἑαυτό μου

θὰ ἔπεφτα ἔξω ἀπὸ τοὺς στόχους τῆς προκείμενης τώρα πραγμα-

τείας, ποὺ καὶ ἐπιστημονικὴ εἶναι καὶ τὸ καθ' αὐτὸ χρήσιμο ἐπιχειρεῖ

ἀκριβῶς νὰ διδάσκει. Ἀλλὰ τὴν παραφωνία ἐκείνων ἴσως μᾶς δοθεῖ

κάποτε καὶ ὕστερα ἡ εὐκαιρία νὰ μνημονεύσουμε, καὶ μαζὶ μ' αὐτὰ

βέβαια ποὺ τώρα ἔχουν λεχθεῖ τὰ τοῦ Μενέμαχου, ποὺ μὲ πολλὴ

σοφία (πανουργία) τάραξε ἀκόμα περισσότερο καὶ σύγχυσε ὅλα τὰ

πράγματα αὐτῶν, καὶ τοῦ φλύαρου Ὀλυμπικοῦ, καὶ μαζὶ μ' αὐτὸν

τοῦ Ἀπολλωνίδη καὶ τοῦ Σωρανοῦ καὶ τοῦ μέχρι τὶς μέρες μας

ἀκόμα ζῶντος Ἰουλιανοῦ. Μ' αὐτὸν βέβαια κι ἐμεῖς συναντηθήκαμε,

γιὰ ν' ἀκούσουμε κι ἀπὸ τὸ στόμα ζῶντος ἀνθρώπου φλυαρίες ἀ-

τέλειωτες. Οὔτε αὐτὸς λοιπὸν εἶχε νὰ μᾶς πεῖ τί τέλος πάντων εἶναι

τὸ πάθος καὶ τὸ νόσημα. Κι ὑπάρχει βέβαια μέγιστη ἀπόδειξη γι'

αὐτό· ἐνῶ δηλαδὴ πέρασαν ἤδη περισσότερα ἀπὸ εἴκοσι χρόνια ἀπὸ

τότε ποὺ συναναστραφήκαμε μὲ τὸν ἴδιο στὴν Ἀλεξάνδρεια, ἂν καὶ

ἔχει γράψει ἐπάλληλες εἰσαγωγές (γιατὶ συνεχῶς τὶς μεταθέτει καὶ

μεταρρυθμίζει ἐξαιτίας τοῦ ὅτι ποτὲ δὲν ἱκανοποιεῖται μ' αὐτὲς ποὺ

ἔγραψε), σὲ καμμιὰν ἀπ' αὐτὲς δὲν τόλμησε νὰ πεῖ τί τέλος πάντων

εἶναι ἡ νόσος, μολονότι βέβαια πραγματεύεται διεξοδικὰ γιὰ θέματα

ἄσχετα μέχρι τοῦ νὰ ἀναζητεῖ καὶ τὰ τοιαῦτα, ἂν ἡ ζωγραφικὴ εἶναι

χρήσιμη στοὺς γιατρούς. Ἀλλ' ὅμως, ἐνῶ γράφει τόσα καὶ τέτοιου

εἴδους καὶ ἐνῶ εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ Μενέμα-

χος, ἔχει ἀντιληφθεῖ σαφῶς τὸ ἄτοπο τῆς Μεθοδικῆς σχολῆς, οὐδέ-

ποτε μέχρι καὶ σήμερα ἔγραψε στὶς εἰσαγωγὲς τί τέλος πάντων ὀνο-

μάζει νόσον ἢ πάθος. Ρωτώντας τον, μάλιστα, κάποτε μοῦ ἔδωσε

τόσο μακροσκελῆ καὶ συνάμα ἀσαφῆ περιγραφή, ὥστε ἀπ' ὅσα μὲν

ἔλεγε τίποτε δὲν καταλάβαινα, ἀναγκάστηκα δὲ νὰ πῶ βέβαια σ'

αὐτὸν τόσο μόνο, πὼς μοῦ φαίνεται ὅτι διαφωνεῖ μὲ τὸν Ὀλυμπικό,

μολονότι εἶναι παππούς του στὴ διδασκαλία· γιατὶ αὐτὸς ὁ Ἰουλια-

νὸς εἶναι μαθητὴς τοῦ Ἀπολλωνίδη τοῦ Κύπριου, κι ἐκεῖνος

ἦταν φοιτητὴς τοῦ Ὀλυμπικοῦ.

Σχόλια: 

Πηγή: Γαληνός, Θεραπ. μεθ. 1.10 [18-19], X 52.16-54.12 (Kühn1)· βλ. ἀνωτ. 31 *Τ3, Πηγή (μὲ ἀναλυτικὴ ἀναφορὰ στὴ σχέση του μὲ τὴν Κύπρο) καὶ 35 *F7 (Περὶ ἀντιδ., βλ. καὶ 31 Τ5.6 σ.λ. Curationum Apollonii Citiensis). Στὸ ὀγκῶδες αὐτὸ ἔργο του (βιβλία ιδ´: Γαληνοῦ Θεραπευτικῆς μεθόδου βιβλίον Α [κ.λπ.] - βιβλίον Ξ), ποὺ γράφεται πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ὁ Γαληνός (129-199 περ. μ.Χ.) –στὰ πρῶτα βιβλία– ἀσκεῖ ἔντονη κριτικὴ κατὰ τοῦ Μεθοδικοῦ ἰατροῦ Θεσσαλοῦ τοῦ Τραλλιανοῦ (βλ. Τσεκουράκη ΓαλΥγ2 45-46), ποὺ ἔδρασε στὴ Ρώμη τὴν ἐποχὴ τοῦ Νέρωνα (54-68 μ.Χ.) καὶ ἀσχολήθηκε ἰδιαίτερα μὲ τὴ θεραπευτική (βλ. H. Diller, "Thessalos" [6], RE3 A.6.1 [1936] 168-82, καὶ Lesky ΙΑΕΛ54 1217), καὶ κατὰ τῶν ἀπ' αὐτοῦ (πβ. Γαλην. Κατ' Ἰουλ. XVIII1 269.6 τῶν ἀμφ' αὐτὸν ἰατρῶν, καὶ βλ. Μαυρ. Ἀρχιγέν.5 34 σημ. 138: «Ἡ ἀκμὴ τοῦ Θεσσαλοῦ τοῦ Τραλλιανοῦ τοποθετεῖται γύρω στὸ 50 μ.Χ. [βλ. καὶ 108 «1ος αἰώνας μ.Χ.», καὶ –γιὰ τὸ ἔργο του Χειρουργούμενα– 133 σημ. 389], ὁπότε λογικὰ ὁ Γαληνὸς κάνει λόγο γιὰ τοὺς ἄμεσους μαθητές του ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ δεύτερη γενιὰ τῶν μαθητῶν του»). Χαρακτηριστικὰ εἶναι τὰ ἀμέσως προηγούμενα τοῦ ἐδῶ ἀποσπάσματος: (52.6-16) ὁ μὲν οὖν Θεσσαλὸς οὐδ' ἐπεχείρησεν ὅλως ἀφορίσασθαι νόσον, ἀλλὰ χρὴ μαντεύεσθαι κατὰ τίνος ἐπιφέρει τοὔνομα πράγματος. (...) οἱ δ' ἀπ' αὐτοῦ πάντες ἄνω καὶ κάτω στρέφονται, λυγιζόμενοί τε καὶ παρακαλυπτόμενοι, καὶ πάντα ποιοῦντες ὡς ἤτοι παντάπασιν ἀσαφῶς εἰπεῖν ἢ μηδ' ὅλως, ὥσπερ αὐτὸς ὁ Θεσσαλὸς καὶ πρὸ τούτου Θεμίσων (ὁ Λαοδικεύς, τῆς ἐποχῆς τοῦ Αὐγούστου: βλ. K. Deichgräber, "Themison" [7], RE3 A.5.2 [1934] 1632-38) ὁ τὴν ῥίζαν αὐτοῖς τῆς ἐμπληξίας ταύτης ὑποθέμενος, βλ. καὶ κατωτ.).

1-3. Πρόκλου καὶ Ῥηγίνου καὶ Ἀντιπάτρου (...) Εὐδήμου καὶ Μνασέου καὶ Φίλωνος καὶ Διονυσίου: κατὰ τὸν ψ.-Γαληνό, Εἰσαγ. XIV 684.1κἑ. [683.5 κἑ. Τίνες προέστησαν τῶν τριῶν αἱρέσεων: βλ. καὶ ἀνωτ. 31 *Τ σχόλ. σ.στ. 6-7 σ.λ. Apollonii duo] μεθοδικῆς δὲ ἦρξε μὲν Θεμίσων ὁ Λαοδικεὺς τῆς Συρίας (βλ. ἀνωτ.), παρ' Ἀσκληπιάδου τοῦ λογικοῦ ἐφοδιασθεὶς εἰς τὴν εὕρεσιν τῆς μεθοδικῆς αἱρέσεως. ἐτελείωσε δὲ αὐτὴν Θεσσαλὸς ὁ Τραλλιανός (βλ. ἀνωτ.). οἱ δὲ μετὰ τούτους Μνασέας, Διονύσιος, Πρόκλος, Ἀντίπατρος· διεστασίασαν δὲ περί τινων ἐν αὐτῇ Ὀλυμπιακὸς ὁ Μιλήσιος καὶ Μενέμαχος Ἀφροδισιεὺς καὶ Σωρανὸς ὁ Ἐφέσιος (βλ. καὶ κατωτ.). Ὁ Πρόκλος (1ος αἰ. π.Χ. [: Canon36 σελ. 333 ἀρ. 1056], ἴσως, ὅπως καὶ ὁ ἀναφερόμενος στὴ συνέχεια Ἀντίπατρος), εἶναι γνωστὸς –σὺν τοῖς ἄλλοις– γιὰ τὴν ποδαγρικήν του (Παύλ. Αἰγιν. Ἐπιτ. ἰατρ. 7.11.59 Ἡ Πρόκλου ποδαγρικὴ καὶ πρὸς ἰσχιάδας, Ὀρειβ. Σύν. Εὐστ. 3.103.1 Ποδαγρικὸς ὁ Πρόκλου, βλ. H. Diller, "Proklos" [7], RE3 23.1 [1957] 247)· ὁ Ἀντίπατρος (1ος αἰ. π.Χ.: βλ. M. Wellmann, "Antipatros" [32], RE3 1.2 [1894] 2517, καὶ Μαυρ. Ἀρχιγέν.5 106 κ.ἀ.) γιὰ τὴν θηριακήν του ἀντίδοτον (Γαλην. Π. ἀντιδ. XIV 160.3 ἀντίδοτος Ἀντιπάτρου θηριακή, καὶ πρὸς ἀσπιδοδήκτους, προδιδομένη καὶ ἐπιδιδομένη, ᾗ χρῶμαι)· ὁ Μνασέας (ἢ Μνασεύς, 1ος αἰ. μ.Χ.: βλ. K. Deichgräber, "Mnaseas" [7], RE3 15.2 [1932] 2252-53 ["lebte unter Nero"], καὶ Μαυρ.5 ὅ.π. 355 μὲ σημ. 454 [«1ος αἰ. μ.Χ.»], ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία) γιὰ τὴν ἔμπλαστρον ποὺ φέρει τὸ ὄνομά του (Γαλην. Π. συνθ. φαρμ. κ. γέν. XIII 962.3- 966.10 [τὴν μαλακτικὴν τοῦ Μν. ἔμπλαστρον κ.τ.τ.]. βλ. καὶ 983.15 μάλαγμα Ἀντιπάτρου πρὸς κωλικοὺς καὶ πάντα τὰ ἐντός, 931.11 ἄλλη διαφορητικὴ Ἀντιπάτρου, κ.ἄ.)· ὁ Διονύσιος (πιθανῶς ὁ χειρουργός, τῶν μέσων ἴσως τοῦ 1ου αἰ. π.Χ.: βλ. Μαυρ.5 ὅ.π. 276-77 μὲ σημ. 174-75, ὅπου καὶ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία) γιὰ τὴν ὁμώνυμη ἔμπλαστρον (Ἀέτ. Λόγ. ἰατρ. 15.15 καὶ 19, 16.38 καὶ 39: Διονυσιάς, καὶ 6.89: Διονυσία). Περίφημη εἶναι ἡ Φιλώνειος ἀντίδοτος, τοῦ Φίλωνος τοῦ Ταρσέως (1ος αἰ. π.Χ.: βλ. H. Diller, "Philon" [47], RE3 20.1 [1941] 52-53, Pollak ΙατρΑ7 280 μὲ σημ. 77 [«περ. 50 π.Χ.»], ΑΕΙ8 455-56, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία), ἡ ὁποία μνημονεύεται συχνὰ –μεταξὺ ἄλλων (βλ. Canon36 σελ. 306)– ἀπὸ τὸν Γαληνό (Θεραπ. μεθ. X 818.7 [6 κἑ.] τὸ τοῦ Φίλωνος [sc. φάρμακον] οὐδενὸς ἧττον ἔνδοξον, Πρὸς Γλαύκ. XI 114.5 κἑ. τὸ τοῦ Ταρσέως Φίλωνος ἅπασι τοῖς ἰατροῖς γινωσκόμενον [15 τῷ Φιλωνείῳ φαρμάκῳ], Π. συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XIII 267.8 κἑ. ἡ τοῦ Φίλωνος ἔνδοξος ἐγένετο, περὶ ἧς αὐτὸς ἐποίησε ἐλεγεῖα· Ἡ Φίλωνος ἀντίδοτος. | Ταρσέως ἰητροῖο μέγα θνητοῖσι Φίλωνος | εὕρεμα, πρὸς πολλάς εἰμι παθῶν ὀδύνας [κ.λπ.] καὶ 269.3 κἑ. Γαληνοῦ ἐξάπλωσις τῆς Φίλωνος ἀντιδότου, Π. ἀντιδ. XIV 24.4 κἑ. Φιλώνειον μὲν οὖν τις ἀντίδοτον [...] συντιθείς, οὐ πάνυ τι δεῖται τῶν εἰς ἄκρον ἀρίστων φαρμάκων, Εἰς Ἱππ. στ´ Ἐπιδημ. XVII2 331.12 κἑ. τίς γὰρ οὐκ οἶδεν ὡς ἐν τῷ Φιλωνείῳ φαρμάκῳ τὴν μὲν τῆς ὀδύνης παῦλαν ἡ τῆς αἰσθήσεως νάρκη ποιεῖ, τὰ δὲ ἐργαζόμενα ταύτην ἐστὶν ὅ τε τοῦ μήκωνος ὀπὸς καὶ τὸ τοῦ ὑοσκυάμου σπέρμα, κ.λπ.). Τοῦ Εὐδήμου, τοῦ Περγαμηνοῦ (βλ. M. Wellmann, "Eudemos" [19], RE3 6.1 [1907] 905, μολονότι πρέπει νὰ κρατηθοῦν ἐπιφυλάξεις γιὰ τὴν ταύτιση, καθώς, ὅπως παρατηρεῖ ὁ von Staden [Heroph.9 62-63], "More than one [: 5] Eudemus was known in medical circles in Galen's time"), κάνει μνεία ὁ μαθητής του Γαληνὸς καὶ στὴ συνέχεια, ἀναφερόμενος στὴν Ἶσιν ἐπονομαζομένην ἔμπλαστρον καὶ τὴν ἐπιτυχῆ χρήση της (Θεραπ. μεθ. X 454.7 κἑ. [: von Staden9 ὅ.π. ἀρ. 4] καί τις ἡμέτερος πολίτης ἐχρῆτο διὰ παντός [...]. πρεσβύτης δὲ ἦν οὗτος ἱκανῶς τρίβων τὰ τοιαῦτα τῆς τέχνης· οὐ μὴν οὔτε ἄλλον τινὰ χρώμενον εἶδον, οὔτε αὐτὸς ἐτόλμησα χρήσασθαι. τοσοῦτο μόνον ἔχω μαρτυρεῖν τῷ Εὐδήμῳ, τοῦτο γὰρ ὁ πρεσβύτης ἐκαλεῖτο, ὡς ἐσώζοντο μᾶλλον οἱ ὑπ' ἐκείνου θεραπευόμενοι τῶν παρηγορικῶς ἀγομένων. ἐπεχείρησα δ' ἄν ποτε καὶ αὐτὸς δι' ἐμαυτοῦ πειραθῆναι τῆς τοιαύτης ἀγωγῆς κ.λπ., βλ. καὶ Π. συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XIII 291.9 κἑ. τροχίσκος Εὐδήμου πρεσβυτέρου [Canon36 σελ. 158: «EUDEMUS Senior Med., ante A.D. 2»], πβ. ὅμως Π. ἀντιδ. XIV 185.1 κἑ. Ἄλλη [sc. ἀντίδοτος] τῶν παρ' Εὐδήμου ἐμμέτρως ἀναγεγραμμένη, θηριακὴ Ἀντιόχου τοῦ Φιλομήτορος [ὅ.π.: «EUDEMUS Poet. Med., A.D. 1»]). Ποιόν ὅμως ὑπονοεῖ ὁ Γαληνὸς μὲ τὸ ἐδῶ Ῥηγίνου (στ. 1, πουθενὰ ἀλλοῦ στὸν ἴδιο), εἶναι ἀβέβαιο (βλ. καὶ ΑΚυΓ310 σχόλ. στὸ 24 *F2a-b [σσ. 525-27]).

8. Μενεμάχου, 21. Μενέμαχος: Ἀφροδισιεύς (1ος αἰ. μ.Χ.), ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν ψ.-Γαληνό (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1-3), περιλαμβάνεται στοὺς ὀπαδοὺς τῆς Μεθοδικῆς Σχολῆς ποὺ διεστασίασαν περί τινων ἐν αὐτῇ (πβ. τὸ ἐδῶ στ. 21-22 δῆλος ὤν [sc. Ἰουλιανός], ὥσπερ καὶ Μενέμαχος, ὅτι σαφῶς ἔγνωκε τῆς Μεθοδικῆς αἱρέσεως τὴν ἀτοπίαν). Ὁ Ὀρειβάσιος ἀναφέρεται σ' αὐτὸν σὲ δύο κεφ. τῶν Ἰατρ. συναγ. του (7.22 Μενεμάχου περὶ βδελλῶν καὶ 10.14 Ἐκ τῶν Μενεμάχου περὶ ψιλώθρου, δηλ. περὶ ἀποτριχωτικῆς ἀλοιφῆς). Φαρμακευτικὲς συνταγές του μνημονεύονται ἀπὸ τὸν Γαληνό (Π. συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XII 625.5) κ.ἄ. (Βλ. J. Raeder, "Menemachos" [6], RE3 15.1 [1931] 838, καὶ von Staden Heroph.9 461, μὲ ἀναφορὰ στὸν J. Benedum, "Zeuxis Philalethes und die Schule der Herophileer in Menos Kome"11, Gesnerus 31 [1974] 226-28.)

8-9, 29-30. Ὀλυμπικοῦ, 27. Ὀλυμπικὸν: Ὀλυμπικὸς (ἢ Ὀλύμπικος: Μαυρ. Ἀρχιγέν.5 363, κ.ἄ.) ἢ Ὀλυμπιακός (κατὰ τὸν ψ.-Γαληνό, Εἰσαγ. XIV 684.1κἑ.: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1-3), Μιλήσιος ἰατρὸς τῆς Μεθοδικῆς Σχολῆς ποὺ συγκαταλέγεται ἀπὸ τὸν ψ.-Γαληνὸ ὅ.π. σ' ἐκείνους ποὺ διεστασίασαν περί τινων ἐν αὐτῇ καὶ κατὰ τὸν Γαληνὸ σαφῶς ἔγνωκε τῆς Μεθοδικῆς αἱρέσεως τὴν ἀτοπίαν (ἐδῶ στ. 21-22)· φαίνεται νὰ ἄκμασε περὶ τὸ 100 μ.Χ. (βλ. K. Deichgräber, «Ὀλυμπικός» [2], RE3 18.1 [1939] 199 [: «ca. 100 n. Chr.»] καὶ W. Kroll, «Ὀλυμπικός» [3], ὅ.π.: βλ. κατωτ. [περισσότερα: σχόλ. σ.λλ. γιὰ τὸν Κύπριο φοιτητή του Ἀπολλωνίδην καὶ γιὰ τὸν διδάσκαλο τοῦ τελευταίου Ἰουλιανόν], πβ. Canon36 σελ. 285: «OLYMPICUS Med., A.D. 2: Milesius», καὶ ΑΕΙ8 σελ. 367: «2ος αἰ. μ.Χ.»), μολονότι τὸ Olympico τοῦ Πλίνιου στὶς πηγὲς τοῦ βιβλίου 37 (1.37, ex auctoribus externis) προβληματίζει (πβ. K. Deichgräber3 ὅ.π.: οἱ δύο ταυτίζονται / W. Kroll3, ὅ.π.: ὁ Olympicus τοῦ Πλίνιου [3] γράφει στὴν ἀρχὴ τῆς βασιλείας τοῦ Βεσπασιανοῦ [69-79 μ.Χ.], ὄντας κατὰ μία γενεὰ νεώτερος ἀπὸ τὸν Μιλήσιο ἰατρό [2], εἶναι δὲ συγγραφέας ἔργου περὶ λίθων κι ὄχι ἰατρός). Ὁ Γαληνὸς ἀσκεῖ ἔντονα εἰρωνικὴ κριτικὴ γιὰ τὶς ἀπόψεις τοῦ Ὀλυμπικοῦ –καὶ τῶν περὶ τὸν Ὀλυμπικὸν– καὶ στὴ συνέχεια τῶν ἐδῶ: (54.12) ὁ τοίνυν Ὀλυμπικός, ὡς ἔφην, ὁρίσασθαι τολμήσας ὑγείαν τε καὶ πάθος, τὴν μὲν ὑγείαν διάθεσιν ἔφησε κατὰ ἐκτότητα νόσου· τὸ δ' αὖ πάθος τροπὴν τοῦ κατὰ φύσιν εἰς τὸ παρὰ φύσιν, ἐπίμονον. ἔστι μὲν δὴ καὶ τούτων ἑκάτερον ἀλογίας παμπόλλης ἀνάπλεων, ἣν καὶ τότε διῆλθον τῷ Ἰουλιανῷ καὶ νῦν ἐπὶ κεφαλαίων ἐρῶ. (..., 67.9) τολμήσας γοῦν ὁ Ὀλυμπικὸς ἀφορίσασθαι τί ποτ' ἐστὶ πάθος, οὐ πάθους ἀλλὰ συμπτωμάτων εἴρηκεν ἔννοιαν. (..., 68.3) αὕτη μὲν ἡ θαυμαστὴ ῥῆσις Ὀλυμπικοῦ τοῦ σοφοῦ (...)· τοσούτων δ' ἐστὶν ἁμαρτημάτων μεστὴ ὥστε μοι παρίσταται τὸ τοῦ μωροῦ τοῦ πρὸς κόσκινον εἰπόντος οὐχ εὑρίσκειν ὅ τι βύσειεν ἢ μὴ βύσειεν αὐτοῦ. (..., 74.7) ὁ Θεσσαλὸς μὲν δὴ τοιοῦτος. οἱ δὲ περὶ τὸν Ὀλυμπικόν, ὡς ἂν εἰς ἄκρον ἥκοντες σοφίας, οὐχ οὕτω διορίζουσι πάθος συμπτώματος, ἀλλὰ τὸ μὲν πάθος ὡς προείρηται, τὸ σύμπτωμα δὲ τὸ τῷ πάθει συμβαῖνον ὑπάρχειν φασί (...).

9. Ἀπολλωνίδου, 29. Ἀπολλωνί<δ>ου τοῦ Κυπρίου: ἡ χειρόγραφη παράδοση δίνει στὴ δεύτερη περίπτωση (στ. 29) τὴν –υἱοθετούμενη καὶ ἀπὸ τὸν Kühn1– γραφὴ Ἀπολλωνίου· ἀλλὰ τὰ συμφραζόμενα δὲν ἀφήνουν πολλὲς ἀμφιβολίες ὅτι στὸν στ. 9 καὶ στὸν στ. 29, μολονότι θὰ ἀνέμενε κανεὶς τὸ τοῦ Κυπρίου στὴν πρώτη κι ὄχι στὴ δεύτερη περίπτωση, γίνεται λόγος γιὰ τὸν ἴδιο –Κύπριο– ἰατρό (αὐτὸν ποὺ μνημονεύει ὁ Γαληνὸς καὶ στὸ Π. σφυγμ. αἰτ.: κατωτ. F1)· νὰ ὑποθέσει κανεὶς πὼς ὁ Κύπριος ἰατρὸς ἦταν γνωστὸς καὶ μὲ τὰ δύο ὀνόματα, δὲν φαίνεται πολὺ πιθανό, μολονότι ἡ σύγχυση δὲν εἶναι δύσκολη, δεδομένης τῆς στενῆς ἐτυμολογικῆς συγγένειας (: ἀπὸ Ἀπόλλωνος· Ἀπολλωνίδαι καὶ Ἀπολλώνιοι, κατὰ τὸν Θεόφ. Ἀντιοχ., Αὐτόλ. 2.7.37), καὶ τὰ ἀνάλογα παραδείγματα δὲν λείπουν. Γιὰ τὴν ταύτιση βλ. M. Wellmann, "Apollonides" (33), RE3 2.1 (1895) 121: "Arzt aus Kypros (Gal. X 54) aus dem Ende des 1. Jhdts. n. Chr." (κ.λπ.)· Papaxen. ZyMA12 59 ("Teil VI. Zypriotische Ärzte", σ.λ. "Apollonides"): "Er lebte im 1. Jh. n. Chr., war Schüler des Olympikos aus Alexandria" (κ.λπ.)· Χατζηστεφάνου ΑΚΓ13 1044: «Ὁ Ἀπολλωνίδης μᾶς εἶναι γνωστὸς ὡς Κύπριος γιατρὸς ἀπὸ τὸν Γαληνό. Ἔζησε τὸν 1ο αἰῶνα μ.Χ.» (κ.λπ.)· Μαυρ. Ἀρχιγ.5 363 (μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία): «Ἀπολλωνίδης ὁ Κύπριος (1ος αἰώνας μ.Χ.)», (...) «ἡ δράση του τοποθετεῖται γύρω στὰ τέλη τοῦ πρώτου αἰῶνα μ.Χ.» κ.λπ. (σχετικὰ μὲ τὴ χρονολόγηση βλ. κατωτ.)· βλ. ἐπίσης LGPN114 σ.λ. Ἀπολλωνίδης (45: RE3 33 [βλ. κατωτ.]), μὲ ἀμφιβολίες: "CYPRUS ?"). Πβ. ὅμως Δάμπαση ΙΙΜ15 237 (μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία), γιὰ τὸ ἐδῶ χωρίο (μὲ ἐσφαλμένη χρονολόγηση τῆς ἀκμῆς τοῦ ἐδῶ Ἀπολλωνίδου πρὶν ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 2ου μ.Χ. αἰ., ὅπου ἐσφαλμένα τοποθετεῖται ἡ ἀκμὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ (βλ. κατωτ.), καὶ ἐντελῶς ἄστοχη ταύτιση τοῦ ἐδῶ Ἀπολλωνίου τοῦ Κυπρίου μὲ τὸν πολὺ προγενέστερο Ἀπολλώνιο τὸν Κιτιέα): «Ὁ ἐν λόγῳ Ἀπολλωνίδης διαχωρίζεται ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ συγγραφέως (: τοῦ Γαληνοῦ) τοῦ Ἀπολλωνίου τοῦ Κυπρίου καὶ ἡ πιθανότης τῆς ἐκ Κύπρου καταγωγῆς τοῦ πρώτου δὲν φαίνεται νὰ εὐσταθῇ» (βλ. καὶ κατωτ.).
Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὸ ὄνομα Ἀπολλωνίδης ἀπαντᾶ συχνὰ σὲ Κυπριακὲς ἐπιγραφὲς τῆς ἴδιας περίπου περιόδου: LGPN114 σ.λ. Ἀπολλωνίδης 43, ἀγνώστου προελεύσεως ("? ii AD": SEG16 XXXI 1371, βλ. καὶ I. Nicolaou, RDAC17 1981 189 k [ed. pr.], χωρὶς χρονολόγηση)· 46 («imp.») καὶ 47, Ἀμαθούντας (: MSW ECy18 σελ. 96)· 48-51, Κιτίου (48, "ii-iii AD": BCH 20 [1896] 344 ἀρ. 15 / 49-50: Myres HCC19 553 ἀρ. 1934 καὶ 1935 / 51, "iii AD" : SEG16 XXX 1619, βλ. καὶ Mitford NIRCy20 81, μὲ χρονολόγηση στὰ μέσα τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ.).
Ὁ ΑΠΟΛΛΩΝΙΔΗΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ, ὡς μαθητὴς τοῦ Ὀλυμπικοῦ καὶ διδάσκαλος τοῦ Ἰουλιανοῦ (στ. 28-30 μαθητὴς γάρ ἐστιν οὗτος ὁ Ἰουλιανὸς Ἀπολλωνί<δ>ου τοῦ Κυπρίου, ἐκεῖνος δ' ἦν Ὀλυμπικοῦ φοιτητής, βλ. καὶ στ. 27-28 ὡς διαφέρεσθαί μοι δοκοίη [sc. ὁ Ἰουλιανὸς] πρὸς Ὀλυμπικὸν καίτοι πάππον αὐτοῦ τῆς διδασκαλίας ὄντα), φαίνεται νὰ ἀκμάζει περὶ τὰ τέλη τῆς α´ εἰκοσιπενταετίας τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ.: Ὁ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ (βλ. κατωτ.), λίγο μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν Γαληνό, ζεῖ ἀκόμη (στ. 10 τοῦ νῦν ἔτι ζῶντος Ἰουλιανοῦ) ὅταν ὁ δεύτερος (129-199 περ. μ.Χ.) –στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του (βλ. ἀνωτ.)– γράφει τὸ Θεραπ. μεθ. ἔργο του· καὶ φαίνεται νὰ ἀκμάζει ἤδη τὴ δεκαετία τοῦ '50, ὅταν ὁ Γαληνὸς σπουδάζει στὴν Ἀλεξάνδρεια (περ. 150-157 μ.Χ., βλ. καὶ στ. 13-15: ἐτῶν γὰρ ἤδη πλειόνων ἢ εἴκοσι γεγονότων ἐξ οὗπερ ἡμεῖς ἐπὶ τῆς Ἀλεξανδρείας αὐτῷ τούτῳ συνεγενόμεθα, γεγραφὼς εἰσαγωγὰς κ.λπ.). Τὰ δεδομένα αὐτὰ φαίνεται νὰ στηρίζουν καὶ τὴν ἄποψη ὅτι ὁ ΟΛΥΜΠΙΚΟΣ ἀκμάζει περὶ τὸ 100 μ.Χ. (βλ. ἀνωτ.), εἶναι δὲ συμβατὰ μὲ τὴν εὔλογη ὑπόθεση ταύτισης τοῦ ἐδῶ Ἀπολλωνίδη μὲ τὸν ὁμώνυμο χειρουργὸ τοῦ Ἀρτεμίδωρου (βλ. κατωτ. *Τ2) καὶ δὲν ἀνατρέπονται κι ἂν ἀκόμα δεχθεῖ κανεὶς τὴν ὑπόθεση ταύτισης μὲ τὸν ἐπίσης ὁμώνυμο ἀποδέκτη ἐπιστολῆς τοῦ Φρόντωνος (βλ. κατωτ. *Τ3).

9. Σωρανοῦ: τοῦ Ἐφέσιου ἰατροῦ, τοῦ διασημότερου ἐκπροσώπου τῆς Μεθοδικῆς Σχολῆς (κατὰ τὸν Καίλιο Αὐρηλιανό [Χρόν. παθ. 1.50], τὸν Τερτυλλιανό [De anima 6: Sorano Methodicae medicinae instru­ctissimo auctore], κ.ἄ.), μολονότι κατὰ τὸν ψ.-Γαληνὸ περιλαμβάνεται σὲ ἐκείνους ποὺ διεστασίασαν περί τινων ἐν αὐτῇ (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1-3). Σύγχρονος περίπου τοῦ Ἀπολλωνίδου, ὅπως συνάγεται καὶ ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Γαληνοῦ, ἔζησε τὴν ἐποχὴ τοῦ Τραϊανοῦ καὶ τοῦ Ἀδριανοῦ (98-117 καὶ 117-138 μ.Χ. [von Staden Heroph.9 299: "a distinguished physician who lived at the time of the Emperors Trajan and Hadrian"], «πρῶτο μισὸ τοῦ 2ου αἰῶνα μ.Χ.» κατὰ τὸν Pollak IatrA7 272, «1ος / 2ος αἰώνας μ.Χ.» κατὰ τὸν Μαυρ. Ἀρχιγέν.5 322 κἑ., ὅπου καὶ βιβλιογραφία). Ὀνομαστὰ εἶναι τὰ ἔργα του Γυναικείων βιβλία δ´, Περὶ σημείων καταγμάτων, Περὶ ἐπιδέσμων, Ἱπποκράτους γένος καὶ βίος κατὰ Σωρανόν (ἔκδ. I. Ilberg21, Lipsiae 1927), Γυναικείων κατ' ἐπερώτησιν βιβλία β´, Περὶ ψυχῆς, Περὶ ὀξέων καὶ χρονίων παθῶν (ποὺ διέσωσε σὲ μετάφραση ὁ Καίλιος Αὐρηλιανός: βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σχόλ. σ.στ. στὸ 31 Τ5, Πηγή), κ.ἄ. [Περισσότερα: F. E. Kind, "Soranos", RE3 A.3.1 (1927) 1113-1130· von Staden Heroph.9 168, 235-36, 299-301, 396, 403-4 σημ. 36, 474, 509, 540-41 κ.ἀ. (βλ. Ιnd. σσ. 639 καὶ 663)· συνοπτικά: Lesky ΙΑΕΛ54 1217-18, καὶ 672. Βλ. ἐπίσης –μεταξὺ τῶν πολλῶν ἄλλων– Ο. Temkin, Soranus' Gynecology22, Baltimore 1956· van der Eijk, "Antiquarianism and Criticism. Forms and Functions of Medical Doxography in Methodism (Soranus, Caelius Aurelianus)", AHM23 397-452· κ.ἄ.]

10. Ἰουλιανοῦ, 28-29. Ἰουλιανὸς: Μεθοδικὸς ἰατρὸς τοῦ 2ου μ.Χ. αἰ., ἀκμάσας περὶ τὰ μέσα τοῦ αἰώνα (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. σ.λ. Ἀπολλωνίδου), ποὺ εἶχε διδάσκαλο τὸν Ἀπολλωνίδη καὶ πάππον αὐτοῦ τῆς διδασκαλίας τὸν Ὀλυμπικό (στ. 27 κἑ.). Ὁ –λίγο νεώτερός του– Γαληνός, ὁ ὁποῖος, ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει (στ. 14-15), ἐπὶ τῆς Ἀλεξανδρείας (τὴ δεκαετία τοῦ '50) αὐτῷ τούτῳ συνεγενόμεθα, δὲν ἐκτιμᾶ ἰδιαίτερα τὶς ἀπόψεις του. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ χωρίο τοῦ ἔργου του Πρὸς τὰ ὑπὸ Ἰουλιανοῦ ἀντειρημένα τοῖς Ἱπποκράτους ἀφορισμοῖς XVIII1 287.5 κἑ.: οἱ μάλιστα ληροῦντες, ὧν, εἰ χρὴ τἀληθὲς εἰπεῖν, ὁ κορυφαῖός ἐστιν Ἰουλιανός, ἀνομίλητος μὲν ἀεὶ διατελέσας τοῖς ἔργοις τῆς τέχνης, ἐξ ὧν δ' αὐτὸς ἔγραψε <γνωρίζεται θρασυνό>μενος· βλ. καὶ τὸ ἐδῶ στ. 10-11 τούτωι μέν γε καὶ ἡμεῖς ἐνετύχομεν, ἵνα καὶ παρὰ ζῶντος ἀνθρώπου φωνῆς ἐκμάθωμεν λήρους μακρούς. [Βλ. σὺν τοῖς ἄλλοις H. Gossen, "Iulianus" (4), RE3 10.1 (1917) 11-12 (μὲ τὴν παλαιότερη βιβλιογραφία), καὶ Μαυρ. Ἀρχιγέν.5 320 σημ. 324 («περ. 150 μ.Χ.»), ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία.]

  1. Kühn, C G. (1821-1833), Κλαυδίου Γαληνοῦ Ἅπαντα. Claudii Galeni Opera omnia, Vols. I-XX, Leipzig.a↑ b↑
  2. Τσεκουράκης, Δ. (2002), Γαληνός. Ὑγιεινά, τóμ. Α', Ἀθήνα.
  3. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑
  4. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .a↑ b↑
  5. Μαυρουδῆς, Α. Δ. (2000), Ἀρχιγένης Φιλίππου Ἀπαμεύς: Ὁ βίος καὶ τὰ ἔργα ἑνὸς Ἕλληνα γιατροῦ στὴν Αὐτοκρατορικὴ Ρώμη, Πονήματα: Συμβολὲς στὴν ἔρευνα τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Λατινικῆς Γραμματείας,3 Ἀθῆναι.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  6. Berkowitz, L. & Squitier K. A. (2000), Thesaurus Linguae Graecae, Canon of Greek Authors and Works, 3d ed., New York - Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  7. Pollak, K. (2005), Ἡ ἰατρικὴ στὴν ἀρχαιότητα. Ἑλλάδα – Ρώμη – Βυζάντιο. Ἡ ἰατρικὴ στὴ Βίβλο καὶ τὸ Ταλμούδ, Ἀθήνα.a↑ b↑
  8. Γεωργακόπουλος, Κ. (1998), Ἀρχαῖοι Ἕλληνες Ἰατροί, Ἀθῆναι.a↑ b↑
  9. von Staden, H. (1989 / 1994), Herophilus: The Art of Medicine in Early Alexandria, Cambridge – New York – New Rochelle – Melbourne – Sydney .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  10. Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία.
  11. Benedum, J. (1974), Zeuxis Philalethes und die Schule der Herophileer in Menos Kome, Gesnerus 31: 221-236.
  12. Papalexopoulos, A. (1981), Zypriotische Medizin in der Antike, Würzburg.
  13. Χατζηστεφάνου, Κ. Παπαδόπουλλος, Θεόδωρος (ed.) (1997-2000), Ἡ Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία, Ἱστορία τῆς Κύπρουτóμ. Α', μέρος β΄, 973-1047.
  14. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.a↑ b↑
  15. Δάμπασης, Ἰ. Ν. (1968), Ἱστορικαὶ Ἰατρικαὶ Μελέται, Σειρὰ δευτέρα Ἀθῆναι.
  16. Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden.a↑ b↑
  17. (1969), Report of the Department of Antiquities, Cyprus, Nicosia, Cyprus.
  18. Murray, A S., Smith A H. & Walters H B. (1900), Excavations in Cyprus: Request of Miss E. T. Turner to the British Museum, London.
  19. Myres, J. L. (1914), Handbook of the Cesnola Collection of Antiquities from Cyprus, New York.
  20. Mitford, T. B. (1950), New Inscriptions from Roman Cyprus, OArch 6: 1-95.
  21. Ilberg, I. (1927), Sorani Gynaeciorum libri IV, De signis fracturarum, De fasciis, Vita Hippocratis secundum Soranum, CMG,IV Leipzig and Berlin.
  22. Temkin, O. (1956), Soranus' Gynecology, Baltimore .
  23. van der Eijk, P. J. (1999), Ancient Histories of Medicine. Essays in Medical Doxography and Historiography in Classical Antiquity, Studies in Ancient Medicine,20 Leiden – Boston – Köln.