You are here

*F7

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Galen. De antid. 2.13-14 [921-922]

a.2.13 [921]1
     Ἄλλη (sc. ἀντίδοτος) ἐκ τῶν Ἀπολλοδώρου , ἣν καὶ ὁ Ταρα- ↓
     ντῖνος (sc. Ἡρακλείδης)  ἐν τῶι Πρὸς Ἀστυδάμαντα ἀνα-
     γράφει, πρὸς παντὸς θηρίου πληγὴν καὶ τὰ σφοδρότατα τῶν
     ἀλγημάτων καὶ πνίγας ὑστερικάς. κωνείου χυλοῦ, ὑοσκυάμου 
5   ἀνὰ <· δ´· καστορίου, πεπέρεως λευκοῦ, κόστου, σμύρνης, ὀ-
     πίου ἀνὰ <· α´. ταῦτα λεάνας καὶ ἐπιβαλὼν κυάθους β´ γλυκέ-
     ος (sc. οἴνου), τρῖβε ἡλιάζων, ἕως συστραφῆι, καὶ ἀνάπλαττε
     τροχίσκους κυάμου Ἑλληνικοῦ τὸ μέγεθος καὶ δίδου μετ' οἴ-
     νου κυάθων β´.


b. 2.14 [921-922]
     [Τῶν δὲ συνθέτων (sc. ἀντιδότων), ἡ μὲν παρ' Ἀπολλοδώ- 
     ρου  τεθειμένη καὶ ὑπὸ Σωστράτου ἐπαινουμένη , καὶ πάντων
     δὲ τῶν μετενεγκόντων παρ' αὐτοῦ, ἡ διὰ τοῦ αἵματος τοῦ χε-
     λώνης, ἐστὶν ἥδε.] Κυμίνου ἀγρίου σπέρματος ὀξύβαφον· χε-
5   λώνης θαλασσίας αἵματος ξηροῦ <· δ´, στατῆρας β´· πιτυᾶς νε-
     βροῦ, εἰ δὲ μή, λαγωοῦ <· γ´· ἐριφείου αἵματος <· δ´. πάντα μί-
     ξας (922) καὶ οἴνωι βελτίστωι ἀναλαβὼν ἀπόθου. ἐν δὲ τῆι χρή-
     σει λαβὼν ἐλαίας τὸ μέγεθος τρίψας μετ' οἴνου ὡς βελτίστου
     κυάθου ἥμισυ δίδου πίνειν· ἐὰν δὲ ἀπεμέσει τὸ φάρμακον, πά-
10 λιν δίδου ἐλαίας τὸ ἥμισυ, καθὰ προείρηται· καὶ πάλιν, εἰ ἀπο-
     βάλλειν, ἐκ τρίτου δίδου κυάμου Αἰγυπτίου τὸ μέγεθος, καθὰ
     προείρηται.

  1. [Vid. Galen. XIV 181.12-182.2 et 184.1-12 Kühn.]
Γαλην. Περὶ ἀντιδ. 2.13-14 [921-922]

a. 2.13 [921]: XIV 181.12-182.2 Kühn
Ἄλλο (ἀντίδοτο) ἀπ' αὐτὰ τοῦ Ἀπολλοδώρου, τὸ ὁποῖο ἀναγράφει καὶ ὁ (Ἡρακλείδης ὁ) Ταραντίνος στὸ Πρὸς Ἀστυδάμαντα ἔργο του, γιὰ κάθε θηρίου πληγὴ καὶ τοὺς πιὸ σφοδροὺς πόνους καὶ πνιξίματα τῆς μήτρας: Χυλὸ κωνείου καὶ ὑοσκυάμου δραχμὲς 4 ἀπ' τὸ καθένα· καστόριο, πιπέρι λευκό, κόστο, σμύρνα, ὄπιο δραχμὴ 1 ἀπ' τὸ καθένα. Αὐτὰ ἀφοῦ λειώσεις καὶ προσθέσεις κυάθους 2 γλυκοῦ (κρασιοῦ), τρίβε στὸν ἥλιο, ἕως ὅτου συμπυκνωθεῖ, καὶ πλάθε τροχίσκους (χάπια) στὸ μέγεθος κουκκιοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ δίνε μὲ κρασὶ κυάθων 2.

b. 2.14 [921-922]: XIV 184.1-12 Kühn
[Ἀπὸ τὰ σύνθετα (δηλ. ἀντίδοτα, τὰ σύνθετα φάρμακα), αὐτὸ ποὺ ἔχει ἐπινοηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἀπολλόδωρο καὶ ἐπαινεῖται ἀπὸ τὸν Σώστρατο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅλους ὅσοι τὸ ἔχουν πάρει ἀπ' αὐτόν, τὸ ὁποῖο ἔχει ὡς κύριο συστατικὸ τὸ αἷμα τῆς χελώνας, εἶναι τὸ ἑξῆς:] Σπόρο ἄγριου κυμίνου ἕνα ποτήρι· ξηρὸ αἷμα θαλάσσιας χελώνας δραχμὲς 4, στατῆρες 2· πυτιὰ νεβροῦ (ἐλαφόπουλου), εἰδεμή, λαγοῦ δραχμὲς 3· αἷμα ἐριφίου (κατσικίσιο) δραχμὲς 4. Ἀφοῦ τὰ ἀναμείξεις ὅλα καὶ ἀφοῦ ἀναδέψεις μέσα σὲ κρασὶ ἄριστο, φύλαξέ το. Κατὰ δὲ τὴ χρήση παίρνοντας (ἕνα κομμάτι) στὸ μέγεθος ἐλιᾶς, ἀφοῦ τὸ τρίψεις, μαζὶ μὲ κρασὶ ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ καλό δίνε (στὸν ἀσθενῆ) νὰ πίνει μισὸ κύαθο· ἐὰν ἐξεμέσει δὲ τὸ φάρμακο, πάλι δίνε του τὸ μισὸ (ἀπὸ τὸ κομμάτι μεγέθους) ἐλιᾶς, ὅπως ἔχουν λεχθεῖ προηγουμένως· καὶ πάλι, ἂν τὸ ἀποβάλλει, δίνε του γιὰ τρίτη φορὰ (ἕνα χάπι) στὸ μέγεθος κουκκιοῦ Αἰγυπτιακοῦ, ὅπως ἔχουν λεχθεῖ προηγουμένως.

Σχόλια: 

Πηγή: Γαληνός, Περὶ ἀντιδ. 2.13-14 [921-922], XIV 181.12-182.2 καὶ 184.1-12 (Kühn1)· βλ. ἀνωτ. 31 *Τ3, Πηγή (μὲ ἀναλυτικὴ ἀναφορὰ στὴ σχέση του μὲ τὴν Κύπρο).

a.1 κἑ., b.1 κἑ. (ἀντίδοτοι): Κατὰ τὸν Γαληνό (Π. ἀντιδ. XIV 1.1 [Βιβλίον πρῶτον], Τί ἐστιν ἡ ἀντίδοτος καὶ πόθεν τὴν γένεσιν ἔχει ἡ θηριακή) Τὰς ἰωμένας τὰ πάθη δυνάμεις οὐκ ἔξωθεν ἐπιτιθεμένας ἀλλ' εἴσω τοῦ σώματος λαμβανομένας ἀντι­δότους ὀνομάζουσιν οἱ ἰατροί. τρεῖς δ' αὐτῶν εἰσιν αἱ πᾶσαι διαφοραί· τινὲς μὲν γὰρ ἕνεκα τῶν θανασίμων προσφέρονται φαρμάκων, τινὲς δὲ τῶν ἰοβόλων ὀνομαζο­μένων θηρίων, τινὲς δὲ τοῖς ἐκ φαύλης διαίτης γιγνομένοις πάθεσιν ἀρήγουσιν. ἔνιαι δὲ τὰς τρεῖς ἐπαγγέλλονται χρείας, ὥσπερ καὶ ἡ θηριακὴ καλουμένη, συντεθεῖσα μὲν ὑπὸ Ἀνδρομάχου τοῦ ἰατροῦ, παρωσαμένη δὲ τὴν Μιθριδάτειον ὀνομαζομένην, καὶ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ συνθέντος αὐτὴν οὕτω κληθεῖσαν (βλ. καὶ 106.1 [Βιβλίον δεύτερον, Περὶ τῶν Μιθριδατείων καὶ ἄλλων τινῶν Ἀνδρομάχου ἀντιδό­των] ὕστερον δὲ Ἀνδρόμαχος ὁ Νέρωνος ἀρχιατρός, ἔνια μὲν προσθείς, ἔνια δὲ ἀφελών, ἐποίησε τὴν θηριακὴν ὀνομαζομένην ἀντίδοτον, οὐκ ὀλίγην ἐχιδνῶν σάρκα μίξας τοῖς ἄλλοις, ἣν οὐκ εἶχεν ἡ Μιθριδάτειος). Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ μνεία στὴ συνέχεια πάμπολλων ἀντιδότων φαρμάκων γιὰ τοὺς δηχθέντας ἢ νυχθέντας ὑπό τινος τῶν ἰοβόλων ζῴων, ὅπως αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐπέγραψαν οἱ περὶ τὸν Ἀσκληπιάδην τε καὶ Δαμοκράτην (167.13, 168.1 Τὰ ὑπὸ Ἀσκληπιάδου γεγραμμένα κατὰ τὸ ε´ τῶν Ἄσωνος, πρὸς τὰς ἐκ τῶν ἰοβόλων βλάβας) καὶ τὰ ἀναφερόμενα στὸ περικείμενο τῶν ἐδῶ ἀποσπ.: 180.5 Πρὸς φαλαγγίων δήγματα Χαρίτωνος ὀχλαγωγοῦ, 180.10 κἑ. Ἄλλο Σιμμία τοῦ Μηδίου (βλ. καὶ 182.13 ἐπίθεμα πρὸς φαλαγγίων πληγὰς καὶ παντὸς ἑρπετοῦ. τὸ δ' αὐτὸ καὶ πινόμενον βοηθεῖ. τούτῳ Σιμμίας ὁ ὀχλαγωγὸς ἐχρήσατο), 180.15 Ἀνδρέου πρὸς φαλαγγιοδήκτους, 181.1 Ἄλλο, σφόδρα γενναῖον, 181.9 Πρὸς φαλάγγια καὶ σκορπίους καὶ παντὸς ἑρπετοῦ πληγάς, ὡς ἐχρήσατο Διόφαντος. ੫ 200 Καστορίου, πεπέρεως λευκοῦ, σμύρνης, ὀποῦ μήκωνος, ἑκάστου τὸ ἴσον, οἴνῳ διαλύσας ἀνάπλαττε τροχίσκους καὶ διδοὺς τριώβολον μετ' οἴνου ἀκράτου κυάθων γ´. ὡς Διόφαντος. [13] Ἄλλη. ੫ 200 Μανδραγόρου φλοιοῦ ῥίζης, πεπέρεως λευκοῦ, καστορίου ὀποῦ μήκωνος, ἑκάστου τὸ ἴσον, σκεύαζε, καὶ δίδου καθὰ προείρηται (πβ. τὴν ἀμέσως ἑπόμενη ἀντίδοτο, τὴν ἐκ τῶν Ἀπολλοδώρου: ἐδῶ *F7a), 183.6 (ἀνάμεσα στὰ ἐδῶ a. καὶ b.) Φάρμακα πρὸς ἐχιοδήκτους, ἐν οἷς καὶ ἡ Ἀντιόχου θηριακὴ περιέχεται, ἣν Πλίνιός φησι παρὰ πυλῶν Ἀσκληπιοῦ ἀναγεγράφθαι (: Πλίν. Φυσ. ἱστ. 20.264 Et discessu<ri> ab hortensiis unam conpositio­nem ex his clarissimam subteximus adversus venenata animalia incisam in lapide versibus Coi in aede Aesculapi: serpylli duum denariorum pondus, opopanacis et m<e>i tantundem singulorum, trifolii seminis pondus denarii, anesi et feniculi seminis et ammi et apii denarium senum e singulis generibus, ervi farinae denarium XII. haec tusa cribrataque vino quam possit excellenti digeruntur in pastillos victoriati ponderum. ex his singuli dantur ex vini mixti cyathis ternis. hac theriace Magnus Antiochus rex adversus omnia venenata usus traditur aspide excepta), 185.1 κἑ. Ἄλλη τῶν παρ' Εὐδήμου ἐμμέτρως ἀναγεγραμμένη, θηριακὴ Ἀντιόχου τοῦ Φιλομήτορος (...), 187.14 Δωροθέου φάρμακον ἐπιτετευγμέ­νον πρὸς παντὸς ἑρπετοῦ πληγήν, 186.10 Ἡρακλείδου Ταραντίνου ἐννεαφάρμακος (βλ. κατωτ.), 188.9 Ἄλλη Ὑβριστοῦ Ὀξυρρυγχίτου, φάρμακον ἐπιτετευγμένον πρὸς παντὸς ἰοβόλου πληγήν. ἀνεγράφη ὑπὸ Ἀπολλωνίου τοῦ Μεμφίτου (βλ. καὶ ἀνωτ. 31 F7 σχόλ. σ.στ. 10 σ.λ. ὁ Κιτιεὺς Ἀπολλώνιος), 191.1 Ἀντίδοτοι Δαμοκράτους πρὸς ἑρπετὰ καὶ λυσσοδήκτους, κ.ἄ. (βλ. καὶ ἀνωτ. *F2 σχόλ. σ.στ. 2, καὶ κατωτ. 36 Τ1 σχόλ. σ.στ. 1-3: ἀντίδοτος Ἀντιπάτρου θηριακή).

a.1, b.1-2. Ἀπολλοδώρου: Ἡ ταύτιση μὲ τὸν ὁμώνυμο συγγραφέα τοῦ 3ου αἰ. π.Χ. ποὺ ἔγραψε σὺν τοῖς ἄλλοις Περὶ θηρίων καὶ εἶναι γνωστὸς ὡς «Ἰολόγος» («Iologorum dux» κατὰ τὸν Ο. Schneider Nicandr.2 181 κἑ.) προβάλλει εὔλογα ὡς ἡ πιὸ πιθανή (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. Τ1*b.1 καὶ *F6.1/8 [μὲ περαιτέρω παραπομπές], καὶ Ο. Schneider2 ὅ.π. 188 καὶ 196 ἀπόσπ. XIII), μολονότι τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα γιὰ τὸ Π. ἀντιδ. ἔργο τοῦ Γαληνοῦ –καὶ ἄλλα πολλά, ὅπως τὰ σχετικὰ μὲ τὸ Ἀνων. Π. ἰοβ. καὶ δηλητ. (βλ. Μαυρ. Ἀρχιγ.3 387-90)– δείχνουν ὅτι τὸ θέμα ἦταν ἰδιαίτερα δημοφιλὲς καὶ τὰ σχετικὰ ἔργα οὐκ ὀλίγα μέχρι τοὺς χρόνους τοῦ Γαληνοῦ (κι ὄχι μόνο), ἐπιβάλλοντας ἔτσι σοβαρὲς ἐπιφυλάξεις. Τὰ ἐδῶ γραφόμενα δίνουν ὡς term. a. quem τὸν 1ον αἰ. π.Χ. (βλ. κατωτ.) ἀλλ' ὄχι καὶ ἀνάλογο term. p. quem, μὴ ἐπιτρέποντας ἀκριβέστερη χρονολόγηση τοῦ ἐδῶ Ἀπολλοδώρου.

a.1-2. ὁ Ταραντῖνος (sc. Ἡρακλείδης): ὁ ἀξιόλογος ἐμπειρικὸς ἰατρὸς ποὺ ἄκμασε τὸ α´ ἥμισυ τοῦ 1ου αἰ. π.Χ. καὶ ἔγραψε –μεταξὺ τῶν πολλῶν ἄλλων– Περὶ σκευασίας καὶ δοκιμασίας φαρμάκων, Περὶ θηρίων, Πρὸς Ἀστυδάμαντα (βλ. ἀνωτ. *F4 σχόλ. σ.στ. 6 σ.λ. Heraclides medicus καὶ 31 F σχόλ. σ.στ. 5-6 σ.λ. ὁ Ταραντῖνος Ἡρακλείδης)· τὸ ἔργο του Πρὸς Ἀστυδάμαντα ἀναφέρεται ἀναλυτικὰ ἀπὸ τὸν Γαληνὸ στὸ Π. συνθ. φαρμ. κ. γέν. XII 717.1 κἑ. ([Περὶ τῶν ὑφ' Ἡρακλείδου γεγραμμένων] Καιρὸς οὖν ἤδη καὶ περὶ τῶν ὑφ' Ἡρακλείδου τοῦ Ταραντίνου γεγραμμένων ἐν τῇ Πρὸς [πρὸς Kühn1] Ἀστυδάμαντα βίβλῳ μνημονεῦσαι· πιστὸς γὰρ ἀνὴρ εἴπερ τις ἄλλος ἐστί, τὰ διὰ τῆς πείρας αὐτῷ κεκριμένα μόνα γράφων. οὗτος οὖν ὁ ἀνὴρ κατὰ λέξιν οὕτως ἔγραψεν, κ.λπ.)· ἀπὸ τὸ Περὶ θηρίων ἀντλεῖ ὁ Γαληνὸς τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἐννεαφάρμακον (Π. ἀντιδ. XIV 186.10 Ἡρακλείδου Ταραντίνου ἐννεαφάρμακος· ταύτην ἔθηκεν ἐν τῇ Περὶ [περὶ Kühn1] θηρίων αὐτοῦ πραγματείᾳ). Τὸ ἀναγράφει τῶν στ. 2-3 δίνει μὲ ἀσφάλεια –ἀλλ' ὄχι μὲ ἀκρίβεια, ἀφοῦ δὲν γνωρίζουμε πότε ἔγραψε ὁ Ἡρακλείδης τὸ Πρὸς Ἀστυδάμαντα ἔργο του– ὡς term. a. quem τὸν 1ον αἰ. π.Χ. (πιθανῶς τὸ α´ ἥμισυ τοῦ αἰ.).

4. ὑοσκυάμου: Λατ. hyoscyamos, -us καὶ -um (βλ. André NPlR4 σ.λ. hyoscyamos: στὴν κυριολεξία «fève de porc», δηλ. κουκὶ τοῦ χοίρου)· κατὰ τὸν Διοσκ. (Ὕλ. ἰατρ. 4.68), οἱ δὲ Διὸς κύαμος, οἱ δὲ Πυθώνιον, οἱ δὲ ἀδάμας, οἱ δὲ ἀδαμ<άντ>ινον, οἱ δὲ ὑπνωτικόν, οἱ δὲ ἐμμανές, (...) Δημ<όκριτος> θριάμβιον, Πυθαγόρας προφήτης, (...) Ῥωμαῖοι ἰνσάνα, οἱ δὲ δεντάρια, οἱ δὲ Ἀπολλινάρις (...), κατὰ δὲ τὸν ψ.-Γαλην. (Λέξεις βοτανῶν 392.18) ὑοσκύαμον ἄγριον τὸ παρά τινων λεγόμενον λύκον τὸν φυόμενον ἐν τοῖς φαβάτοις· στὰ Ν.Ε. γερούλι, γέρος ἢ γέροντας (βλ. ΕΛεξΙ5 σ.λ. ὑοσκύαμος, καὶ LSK6 σ.λ.), ἢ μηλόχορτο (γιὰ τὸ ὁποῖο βλ. Μπαμπ.7 σ.λ.). Φυτὸ δηλητηριῶδες (βλ. καὶ ἀνωτ. *F4b.5), προκαλεῖ ταραχὴν καὶ παραφροσύνην κατὰ τὸν Πλούτ. (Συμποσ. 649a. 11) κατὰ τὸν ψ.-Διοσκ. (Ἀλεξιφ. 15.1) ποθεὶς ἢ βρωθεὶς παρακοπὴν τοῖς μεθύουσιν· κατὰ δὲ τὸν Γαληνό (Π. ἁπλ. φαρμ. XII 147.15 Περὶ ὑοσκυάμου): ὑοσκύαμος, ὁ μὲν τὸ μέλαν ἔχων σπέρμα μανιώδης τε καὶ καρωτικὸς ὑπάρχων. πλησίον δ' αὐτοῦ τὴν δύναμίν ἐστι καὶ οὗ τὸ σπέρμα μετρίως ξανθόν ἐστι, φεύγειν δ' ἀμφοτέρους ὡς ἀχρήστους τε καὶ δηλητηρίους. ἐπιτηδειότατος δὲ πρὸς τὰς ἰάσεις οὗ καὶ τὸ σπέρμα καὶ τὸ ἄνθος λευκόν, ἐκ τῆς τρίτης που τάξεως ὑπάρχων τῶν ψυχόντων (...). Οἱ θεραπευτικὲς ἰδιότητες τοῦ φυτοῦ (κατὰ τοῦ τεταρταίου πυρετοῦ, τοῦ τετάνου κ.λπ.) ἐπισημαίνονται ἤδη ἀπὸ τὸν Ἱπποκράτη (βλ. ΕΛεξΙ5 ὅ.π.), καὶ συχνὰ ἀπὸ τοὺς μεταγενεστέρους.

b.2. ὑπὸ Σωστράτου ἐπαινουμένη: ἡ ἐδῶ πληροφορία τοῦ Γαληνοῦ δὲν προσφέρεται γιὰ ἀκριβέστερη χρονολόγηση τοῦ Ἀπολλοδώρου (πβ. τὶς ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. a.1/b.1-2 καὶ a.1-2), ἀφοῦ ὁ Σώστρατος ὁ Ἀλεξανδρεὺς τοποθετεῖται στὸν 1ον αἰ. π.Χ., στοὺς χρόνους τῆς Κλεοπάτρας (ἀκμάζων πιθανῶς μετὰ τὸ 30 π.Χ., βλ. OCD8 σ.λ.: "probably practised in Alexandria after 30 B.C."). Ὀνομαστὸς χειρουργός, γυναικολόγος καὶ ζωολόγος ὁ Σώστρατος γράφει σὺν τοῖς ἄλλοις Περὶ ζῴων (ἢ Περὶ φύσεως ζῴων), Περὶ ἄρκτων, Περὶ βλητῶν καὶ δακέτων (βλ. κυρίως Σχόλ. στὰ Νικάνδρ. Θηρ. 565d, 747a.760b καὶ 764a, περισσότερα: ἀνωτ. 31 *Τ4 σχόλ. σ.στ. 6 σ.λ. Sostratus.

  1. Kühn, C G. (1821-1833), Κλαυδίου Γαληνοῦ Ἅπαντα. Claudii Galeni Opera omnia, Vols. I-XX, Leipzig.a↑ b↑ c↑
  2. Schneider, O. (1856), Nicandrea. Theriaca et Alexipharmaca, Leipzig.a↑ b↑
  3. Μαυρουδῆς, Α. Δ. (2000), Ἀρχιγένης Φιλίππου Ἀπαμεύς: Ὁ βίος καὶ τὰ ἔργα ἑνὸς Ἕλληνα γιατροῦ στὴν Αὐτοκρατορικὴ Ρώμη, Πονήματα: Συμβολὲς στὴν ἔρευνα τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Λατινικῆς Γραμματείας,3 Ἀθῆναι.
  4. André, J. (1985), Les noms de plantes dans la Rome antique, Collection d'études anciennes Paris.
  5. Ἀποστολίδης, Π. Δ. (1997), Ἑρμηνευτικὸ Λεξικὸ πασῶν τῶν λέξεων τοῦ Ἱπποκράτους, Αθήνα.a↑ b↑
  6. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  7. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.
  8. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.