You are here

F1-6

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Hist. Aug. 19.13 al. (Flav. Vop., Vita Probi )

1. 119.13. (1) Hic (sc. Proculus) tamen cum etiam post honores
     militares {cum2} se improbe libidinose, tamen fortiter gereret3, hor-
     tantibus Lugdunensibus, qui et ab Aureliano graviter contusi vide-
     bantur et Probum vehementissime pertimescebant, in imperium vo-
5   citatus est, ludo paene4 ac ioco, ut Onesimus  dicit, quod quidem
     apud nullum alium repperisse me scio. (2) nam cum in quodam
     convivio ad latrunculos luderetur, atque ipse decies imperator exis-
     set, quidam non ignobilis scurra "Ave", inquit5, "Auguste", adlataque
     lana purpurea6 umeris7 eius vinxit8 eumque adoravit; timor inde con-
10 sciorum atque inde iam exercitus temptatio et imperii.


2. 19.14. (1) Bonosus domo Hispaniensi fuit, origine Britannus,
     Galla tamen matre, ut ipse dicebat, rhetoris9 filius, ut ab aliis comperi,
     paedagogi litterarii. parvulus patrem amisit atque a matre fortissima
     educatus litterarum nihil didicit. (2) militavit primum inter ordina-
5   rios, deinde inter equites; duxit ordines, tribunatus egit, dux limitis10
     Raetici fuit, bibit quantum hominum nemo. (3) de hoc Aurelianus
     saepe dicebat, "Non ut vivat natus est, sed ut bibat," quem quidem
     diu in honore habuit causa militiae. (4) nam si quando legati bar-
     barorum undecumque gentium venissent, ipsi propinabantur, ut eos
10 inebriaret atque ab iis per vinum cuncta cognosceret. ipse quantum-
     libet bibisset, semper securus et sobrius et, ut Onesimus11 dicit,
     scriptor vitae Probi, adhuc in vino prudentior.

3.
30.4. (1) Cari patria sic ambigue a plerisque proditur, ut 12prae
    summa varietate dicere nequeam quae13 illa vera sit14. (2) Onesi-
3  mus enim, qui diligentissime vitam Probi scripsit, Romae illum et
    natum et eruditum sed Illyricianis paren­tibus fuisse contendit.

4.
30.7. (3) Nam exstant ‹et›iam15 litterae Cari, quibus apud praefec-
    tum suum de Carini moribus queratur, ut appareat verum esse quod
3 Onesimus dicit, habuisse in animo Carum ut Carino Caesar-
    eanum abrogaret imperium.

5.
30.16. (1) Carinus, homo omnium contaminatissimus, adulter,
    frequens corruptor iuventutis (pudet dicere quod in litteras One-
3 simus rettulit16), ipse quoque male usus genio sexus sui.

6.
30.17. (6) Audiebat pater eius quae ille faceret, et clamabat,
    "Non est meus." statuerat denique Constantium, qui postea Caesar
3  est factus, tunc autem praesidatum17 Dalmatiae administrabat, in
    locum eius subrogare, quod nemo tunc vir melior videbatur, illum
    vero, ut Onesimus dicit, occidere.

  1. [Vid. Hist. Aug., edd. Peter, Hohl (cum sigl.), Magie, Soverini. FHG III. 728-29 frr. 1-5; FGrH 216 F 1-4.]
  2. 1. 2 cum. del. edd. ‖
  3. gereret Baehrens, Peter2, al.; ageret Peter1: regeret vel -it codd.
  4. 5 poene B
  5. 8 inquid P
  6. 9 purporea P ‖
  7. umeros Petschenius ‖
  8. vinxit (vinx) P, def. Petschenius, prob. Magie Hohl Soverini: ingessit Σ; iunxit vulgo (prob. Peter Müller Jacoby)
  9. 2. 2 rethoris codd.
  10. 5 limitis Egnatius, edd.: militis codd
  11. 11 utnescimus (pro ut Onesimus P, om. Σ
  12. 3. 1-2 prae summa varietate Obrecht (prob. Peter Hohl Magie Sove­rini): praesumptae gravitate P, presumpte veritatem Σ (prae- v. Mü.)
  13. 2 nequeant aequae P, nequeant et quae (que) Σ
  14. sint codd. (illisint dubit. prop. Helm.)
  15. 4. 1 ‹etiam suppl. Casaubon, prob. pl.: iam codd. (jam scr. Müller)
  16. 5. 3. retulit codd. (prob. multi)
  17. 6. 3 praesidatum PM, prob. Müller Hohl Magie Soverini: praesidiatum B, prob. Peter Jacoby.
Hist. Aug. 19.13 κ.ἀ. (Flav. Vop., Vita Probi)

1. 19.13 (1) Αὐτός (δηλ. ὁ Πρόκλος), ὅμως, ὁ ὁποῖος ἀκόμα καὶ

μετὰ τις στρατιωτικὲς τιμὲς ζοῦσε ἀναίσχυντα ἀσελγῶς ἀλλὰ μὲ γεν-

ναιότητα, κατὰ παράκληση τῶν κατοίκων τοῦ Λούγδουνου, οἱ ὁ-

ποῖοι καὶ ἀπὸ τὸν Αὐρηλιανὸ (270 [274]-275) φαίνονταν νὰ δοκιμά-

ζονται σκληρὰ καὶ τὸν Πρόβο φοβοῦνταν σφοδρότατα, κλήθηκε νὰ

ἀναλάβει τὴν ἐξουσία, σὰν παιχνίδι σχεδὸν και ἀστεῖο, ὅπως λέει ὁ

Ὀνήσιμος, ποὺ ἀπ' ὅσο ξέρω ὅμως δὲν ἀνευρίσκεται σὲ κανέναν

ἄλλο. (2) Ὅταν δηλαδὴ σὲ κάποιο συμπόσιο παίζανε τοὺς πεσσούς

(κάτι σὰν σκάκι) κι ὁ ἴδιος δέκα φορὲς ἀναδείχτηκε «βασιλιάς», κά-

ποιος ὄχι ἄσημος γελωτοποιός, «Χαῖρε», εἶπε, «Αὔγουστε», καὶ φέρ-

νοντας ἕναν πορφυρένιο μανδύα μάλλινο τὸν ἔβαλε στοὺς ὤμους

του καὶ ὑποκλίθηκε μπροστά του· φόβος ὕστερα κατέλαβε ὅσους

συμμετεῖχαν στὴ συνωμοσία, κι ἔτσι ἔγινε προσπάθεια νὰ πάρουν

τὸν στρατὸ καὶ τὴν ἐξουσία.


2. 19.14. (1) Ὁ Βόνωσος ἦταν γεννημένος στὴν Ἱσπανία, Βρεταννι-

κῆς καταγωγῆς, μὲ μάνα ὅμως Γαλλίδα· ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, γιὸς ρή-

τορα, μὰ ὅπως ἀπ' ἄλλους ἔχω πληροφορηθῆ, δασκάλου τῶν γραμ-

μάτων. Πολὺ μικρὸς ἔχασε τὸν πατέρα του καὶ καθὼς ἀνατράφηκε

ἀπὸ τὴ μάνα του, μιὰ πολὺ γενναία γυναίκα, τίποτε δὲν ἔμαθε ἀπὸ

γράμματα. (2) Ὑπηρέτησε στὴν ἀρχὴ ὡς ἁπλὸς στρατιώτης στὸ πε-

ζικό, ὕστερα ὡς ἱππέας· ὁδήγησε τάξεις στρατιωτῶν, χρημάτισε χι-

λίαρχος, ὑπῆρξε ἡγεμόνας τῆς περιοχῆς τῶν Ραιτῶν, ἤπιε ὅσο κα-

νένας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. (3) Γι' αὐτὸν ὁ Αὐρηλιανὸς συχνὰ ἔλε-

γε: «Δὲν γεννήθηκε γιὰ νὰ ζεῖ, ἀλλὰ γιὰ νὰ πίνει», ἀλλὰ λόγω τῆς

γενναιότητάς του στὸν πόλεμο γιὰ πολὺν χρόνο τὸν περιέβαλλε μὲ

τιμές. (4) Γιατὶ ὅταν ἔρχονταν ἀπὸ ὁπουδήποτε ἀπεσταλμένοι τῶν

βαρβαρικῶν φύλων, ἔπιναν μαζί του, ὥστε νὰ τοὺς μεθύσει καὶ ἀπ'

αὐτοὺς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ κρασιοῦ νὰ μάθει τὰ πάντα. Ὁ ἴδιος ὅσο

κι ἄν εἶχε πιεῖ, πάντα ἔμενε ἤρεμος καὶ νηφάλιος, κι ὅπως λέει ὁ

Ὀνήσιμος, συγγραφέας τῆς βιογραφίας τοῦ Πρόβου, ὅσο ἦταν

μεθυσμένος ἦταν πιὸ σοφός.


3. 30.4. (1) Σχετικὰ μὲ τὸν τόπο γέννησης τοῦ Κάρου ὑπάρχει τέ-

τοια διάσταση ἀπόψεων ἀνάμεσα στοὺς διάφορους συγγραφεῖς,

ὥστε λόγω τῆς μεγάλης ποικιλίας δὲν εἶμαι σὲ θέση νὰ πῶ ποιά εἶναι

ἡ ἀλήθεια. (2) Ὁ Ὀνήσιμος λόγου χάριν, ὁ ὁποῖος ἔγραψε μὲ

μέγιστη ἐπιμέλεια βιογραφία τοῦ Πρόβου, ὑποστηρίζει πὼς ὁ ἴδιος

(ὁ Κάρος) γεννήθηκε καὶ μορφώθηκε στὴ Ρώμη ἀλλ' οἱ γονεῖς του

ἦταν Ἰλλυριοί.


4.
30.7. (3) Γιατὶ σώζονται ἀκόμα γράμματα τοῦ Κάρου, στὰ ὁποῖα

ἐκφράζει τὰ παράπονά του στὸν προϊστάμενό του για τὸ ἦθος τοῦ

Καρίνου, ὥστε φαίνεται νὰ εἶναι ἀληθινὸ αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ὀνή-

σιμος, ὅτι ὁ Κάρος σκόπευε νὰ ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸν Καρίνο τὴν

Καισαρικὴ ἐξουσία.


5. 30.16 (1) Ὁ Καρίνος, ὁ πιὸ διεφθαρμένος ἀπ' ὅλους τοὺς ἀνθρώ-

πους, μοιχός, ἐπίμονος διαφθορέας τῶν νέων (ντρέπομαι νὰ πῶ τί

ἔγραψε ὁ Ὀνήσιμος), κάνοντας ὁ ἴδιος ἐπίσης κακὴ χρήση τῶν

ἀπολαύσεων τοῦ φύλου του.


6.
30.17 (6) Ἄκουε ὁ πατέρας του ὅσα ἐκεῖνος ἔπραττε κι ἀναφω-

νοῦσε: «Δὲν εἶναι δικός μου (γιός)». Καὶ στὸ τέλος ὅρισε νὰ ἀντικα-

ταστήσει τὸν Καρίνο ὁ Κωνστάντιος (Α΄, ὁ Χλωρός), ποὺ ἀργότερα

(305-306) ἔγινε Καίσαρας μὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὑπηρετοῦσε ὡς κυβερ-

νήτης τῆς Δαλματίας, γιατὶ κανένας τότε ἄντρας δὲν φαινόταν κα-

λύτερος, κι ἐκεῖνον, ὅπως λέει ὁ Ὀνήσιμος, νὰ τον σκοτώσουν.

Σχόλια: 

1.5, 2.11, 3.2-3, 4.3, 5.2-3, 6.5. Onesimus: παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις ποὺ ἔχουν κατὰ καιροὺς διατυπωθῆ (βλ. Brzoska1 καὶ Stegemann1 ὅ.π. μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία, πβ. PIR2 ΙΙ. 433 ἀρ. 68), ἡ ταύτιση τοῦ ἐδῶ (Onesimus: Ὀνάσιμος / Ὀνήσιμος [ἴσως καὶ Ὀνέσιμος: πβ. PPC3 O 38 / LGPN14 σ. 352 σ.λ. Ὀνήσιμος]) μὲ τὸν τῆς Σούδ. (ἀνωτ. Τ1 καὶ Τ2a-b) ἐπιβάλλεται ἀπὸ –ἢ τουλάχιστο δὲν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ– τὰ δεδομένα. Ἡ Historia Augusta (βλ. RE1 σ.λ. [E. Diehl] καὶ OCD5 σ.λ. [A. Momigliano] μὲ τὴν παλαιότερη βιβλιογραφία, Rose ΙΛΛ6 Β΄ 234 κἑ. μὲ σημ. [καὶ 383: Βιβλιογραφία], Syme HAugP7 [κυρίως 100 κἑ.], Cameron ΥΡωμΑ8 34, 46-49, 63, 245-46 κ.ἀ., συνοπτικὰ 307 μὲ βιβλιογραφία), ἔργο πιθανῶς τοῦ ὕστερου 4ου αἰ. μ.Χ., κάλλιστα μπορεῖ νὰ ἀντλεῖ καὶ ἀπὸ τὸν Ὀνάσιμο: Ὁ Probus (Πρόβος, 276-282), ὁ Carus (Κάρος, 282-283), ὁ Carinus (Καρίνος, 283-285) καὶ ὁ Constantius (Κωνστάντιος Α΄, 306-337) κάλλιστα θὰ μποροῦσαν νὰ εἶχαν ἀπασχολήσει τὸν Ὀνάσιμο σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ ἄλλα πλεῖστα ἔργα ποὺ ἔγραψε (βλ. γι' αὐτοὺς Cameron8 ὅ.π. 301-2, καὶ 61 [Πρόβος, Κάρος καὶ Καρίνος], 62-63, 78-80, κ.ἀ. [Κωνστάντιος Α΄], καὶ ΙΕΕ9 Στ΄ 582 κἑ. μὲ βιβλιογραφία στὴ σ. 629 [ἐπίσης: 395 κἑ. μὲ βιβλιογρ. 625 κἑ.] και Ζ΄ 6 κἑ. μὲ βιβλιογρ. στὴ σ. 474).

  1. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑
  2. Platthy, J. (1985), The Mythical Poets of Greece, Washington .
  3. Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg .
  4. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  5. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.
  6. Rose, H. J. (1980), Ἱστορία τῆς Λατινικῆς Λογοτεχνίας, μτφρ. Γρόλλιος, Κ. Χ.τóμ. Α´- Β´, Ἀθήνα.
  7. Syme, R. (1983), Historia Augusta Papers, Oxford.
  8. Cameron, A. (2000), Η Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (284 μ.Χ.-430 μ.Χ.), μτφρ. Ι. Κράλλη Αθήνα.a↑ b↑
  9. (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι.