You are here

T1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Tzetz. Lycophr. 177

1Καὶ τοῦ Πολυίστορος2 Ἀλεξάνδρου (273 Τ 8 J.) καὶ Ἀπολλο-

δώρου καὶ Ῥηγίνου τοῦ Πολυμνήμονος3 καὶ Ἀρτέμωνος τοῦ

Περγαμηνοῦ (569 Τ 4 J.) καὶ 4Κασσάνδρου (i.e. Ἡγη-

σάνδρου?) τοῦ Σαλαμινίου  καὶ τῶν λοιπῶν ἱστορι-

  κῶν ἱστορικώτεροι καθεστήκαμεν5. καὶ ἀλληγορεῖν ἐπιστάμεθα

καὶ ὑπὲρ Κορνοῦτόν τε καὶ Παλαίφατον καὶ Δομνῖνον καὶ

Κεφαλίωνα (93 Τ 3a J.) καὶ Ἡράκλειτον καὶ τοὺς ἄλλους, ὁ-

πόσοι ἢ ἑτέρωθεν ἀρυσάμενοι ἢ ἀφ' ἑαυτῶν γράφοντες 6ἠλλη-

γόρησαν· ἐκεῖνοι μὲν γὰρ ἢ ἀσύμφοραπαντελῶς ὀλίγα ἠλλη-

γορήκεισαν ὡς καὶ ΦικούληςΚορίνθιος7, ἡμεῖς δ' ἀφ' ἑαυτῶν

μεμαθήκαμεν καὶ κατὰ πλάτος καὶ καιρίως ἀλληγορεῖν καὶ

ἱστορίας πλάτος ἐπεξεργάζεσθαι.

  1. [Vid. Tzetz. Lycophr. 177, pp. 87-88 Scheer; FHG IV. 422 (vv. 1-4 τοῦΣαλαμινίου); FGrH 273 T 8 et 569 T 4 (vv. 1-5 τοῦκαθεστήκαμεν), et 93 T 3a (vv. 5-10 καὶ ἀλληγορεῖνΚορίνθιος).]
  2. 1 πολυίστορος Scheer, Jacoby 569 T 4
  3. 2 πολυμνήμονος Scheer
  4. 3-4 Κασσάνδρου (i.e. Ἡγησάνδρου?) τοῦ Σαλαμινίου dubit. scripsimus; «Hic. (sc. Ἡγήσανδρος ὁ Σαλαμίνιος, Tzetz. Lycophr. 883 = supra 22 F1a) procul dubio est idem qui Cassander dicitur ad Lycophr. v. 177» put. Müller (FHG IV. 422, cf. IV. 359), cf. Jacoby (RE s.v. Kassandros 9., et s.v. Hegesandros 5.); vid. infra adnot.
  5. 5 καθεστήκαμεν καὶ (sine interp.) cett., fort. recte
  6. 8-9 ἠλληγόρησαν. (forte interp.) cett.
  7. 10 ΦικούληςΚορίνθιος, i.e. Φιλάλιος ὁ Κορίνθιος (Tzetz. Lycophr. 673), fort. Φιδάλιος ὁ Κ. (FGrH 30 F 2, et Φειδίας aut Φιλάδιος F1; vid. infra adnot.).
Τζέτζ. Λυκόφρ. 177

Καὶ ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο τὸν Πολυίστορα (1ος αἰ. π.Χ.) καὶ ἀπὸ τὸν

Ἀπολλόδωρο (τὸν Ἀθηναῖο [FGrH 244, 2ος αἰ. π.Χ.];) καὶ ἀπὸ τὸν

Ρηγίνο τὸν Πολυμνήμονα (βλ. ἀνωτ. 24 *F2a σχόλ. σ.στ. 2) καὶ ἀπὸ

τὸν Ἀρτέμωνα τὸν Περγαμηνό (περὶ τὸ 150 π.Χ.) καὶ ἀπὸ τὸν

Κάσσανδρο (δηλ. τὸν Ἡγήσανδρο [βλ. ἀνωτ. 22 F1];) τὸν

Σαλαμίνιο καὶ ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἱστορικοὺς ἔχουμε καταστῆ πιὸ

ἱκανοί. Καὶ ξέρουμε νὰ δίνουμε ἀλληγορικὲς ἑρμηνεῖες καλύτερα

καὶ ἀπὸ τὸν Κορνοῦτο (1ος αἰ. μ.Χ.) καὶ ἀπὸ τὸν Παλαίφατο (4ος

περ. αἰ. μ.Χ.;) καὶ ἀπὸ τὸν Δομνίνο καὶ ἀπὸ τὸν Κεφαλίωνα (1ος αἰ.

μ.Χ.) καὶ ἀπὸ τὸν Ἡράκλειτο (6/5 αἰ. π.Χ.) καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους,

ὅσοι ἢ ἀπὸ ἀλλοῦ ἀντλώντας ἢ ἀπὸ μόνοι γράφοντας ἔδωσαν ἀλλη-

γο­ρικὲς ἑρμηνεῖες· γιατὶ ἐκεῖνοι μὲν εἶχαν γράψει ἀλληγορίες ἢ ἀ-

πρόσφορες ἢ ἐντελῶς ἀνεπαρκεῖς, ὅπως καὶ ὁ Φικούλης ὁ Κορίν-

θιος (: ὁ Φιλάλιος [ἴσως Φιδάλιος, FGrH 30 F 1-2] ὁ Κορίνθιος, Τζέτζ.

Λυκόφρ. 673), ἐνῶ ἐμεῖς ἔχουμε ἀπὸ μόνοι μάθει νὰ δίνουμε καὶ

κατὰ πλάτος καὶ εὔστοχες ἀλληγορίες καὶ νὰ ἐπεξεργαζόμαστε

τὴν ἱστορία σ' ὅλο της τὸ εὖρος.

Σχόλια: 

3-4. Κασσάνδρου τοῦ Σαλαμινίου: ἡ μοναδικὴ ἀναμφισβήτητη ἀναφορά του, ὡς ἑνὸς τῶν ἱστορικῶν (στ. 4-5) μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Τζέτζης συγκρίνει τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν βρίσκει ἱστορικώτερον· ὁ ἴδιος, νομίζουμε, φαίνεται νὰ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸ πιθανῶς παρεφθαρμένο Νάσσανδρος τῆς χειρόγραφης παράδοσης τοῦ Ἡσυχίου (σ.λ. ἀοῖα: βλ. κατωτ. *F1 [καὶ 22 *F2], μὲ κριτ. ὑπόμν. καὶ σχόλ.). Μετὰ τὴν ἐδῶ μνεία Κασσάνδρου τοῦ Σαλαμινίου στὰ σχόλιά του στὸν στ. 177 τῆς Ἀλεξάνδρας τοῦ Λυκόφρονα, ὅμως, ὁ Τζέτζης σχολιάζοντας τὸ Ἀργώιου τοῦ στ. 883 μνημονεύει ὡς μίαν ἀπὸ τὶς πηγές του γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ πλοίου τῶν Ἀργοναυτῶν Ἀργὼ τὸν Ἡγήσανδρο τὸν Σαλαμίνιο, μὲ τὴ φράση ὥς φησιν Ἡγήσανδρος ὁ Σαλαμίνιος (βλ. ἀνωτ. 22 F1a.3-4 μὲ σχόλ.)· στὸ δὲ Etym. Gen.1 σ.λ. Ἀργώ ὡς πηγὴ γιὰ τὸ ἴδιο θέμα μνημονεύεται ὁ ἴδιος, μὲ τὴ φράση ὡς ἱστορεῖ Ἡγήσανδρος (βλ. ἀνωτ. 22 F1bi.2 μὲ σχόλ., πβ. bii.3 ὡς Ἡγήσανδρος ἱστορεῖ· γιὰ τὴν ἐναλλαγὴ τῶν φησίν / ἱστορεῖ [κ.τ.τ.] βλ. ἀνωτ. 16 F1a σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. ἱστοροῦσι, ὅπου καὶ περαιτέρω παραπομπές. Μ' αὐτὰ τὰ δεδομένα ἡ ταύτιση τοῦ Κασσάνδρου τοῦ Σαλαμινίου μὲ τὸν Ἡγήσανδρον τὸν Σαλαμίνιον, ἀναμφισβήτητη («procul dubio»: μακρὰν ἢ πέραν ἀμφιβολίας, ἀναμφισβητήτως) κατὰ τὸν Müller (FHG2 IV. 422, πβ. IV. 359) καὶ κατὰ τὸν Jacoby (RE3 σ.λ. Kassandros 9. "Er ist wohl sicher mit dem ebenfalls nur aus Tzetzes bekannten Hegesandros von Salamis (o. Bd. VII S. 2602, 5 [: Hegesandros 5.]) identisch"), εἶναι, νομίζουμε, πολὺ πιθανή.
Ἀξίζει νὰ σημειωθῆ ὅτι ὁ ἐδῶ (στ. 10) ἀναφερόμενος ἐπίσης ἀπο τὸν Τζέτζη Φικούλης ὁ Κορίνθιος (μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἢ ἀσύμφορα ἢ παντελῶς ὀλίγα ἠλληγορήκεισαν στ. 9-10, βλ. καὶ στ. 7-9 ὁπόσοι ἢ ἑτέρωθεν ἀρυσάμενοι ἢ ἀφ' ἑαυτῶν γράφοντες ἠλληγόρησαν) εἶναι ἀναμφίβολα ὁ μνημονευόμενος στὴ συνέχεια ἀπὸ τὸν ἴδιο (Λυκόφρ. 673 σ.λ. θηρόπλαστον) Φιλάλιος ὁ Κορίνθιος (θηρόπλαστον τὴν Κίρκην τὴν χοίρους ποιήσασαν κατὰ τὸν μῦθον τοὺς ἑταίρους Ὀδυσσέως, ἀλληγορικῶς δὲ καὶ Φιλάλιος ὁ Κορίνθιος καὶ ἡμεῖς καὶ ἕτεροι τὴν ἀλήθειαν ἐπιστάμεθα), ὅπως καὶ ὁ μνημονευόμενος ἀπὸ τὸν Ἰω. Μαλάλα ὡς ΦιλάδιοςΦειδίαςΦιδάλιος ὁ Κορίνθιος: FGrH4 30 F 1.17 ἥντινα ἑρμηνείαν Φειδίας (?, στὸ κριτ. ὑπόμν. "Φειδίας Mal Φιλάδιος Ε") καὶ F 2.24 Φιδάλιος ("Φειδάλιος Mal") ὁ Κορίνθιος (βλ. τὸ ὅλο χωρίο: ὁ δὲ προγεγραμμένος σοφὸς Φιδάλιος ὁ Κορίνθιος ἐξέθετο τὴν ποιητικὴν ταύτην σύνταξιν, ἑρμηνεύσας οὕτως· ὅτι τῆι Κίρκηι οὐδὲν ἥρμοζε πρὸς ἥν ἐβούλετο ἐπιθυμίαν πολυοχλίαν ποιεῖν τοὺς ἀνθρώπους θηριομόρφους: πβ. τὸ τοῦ Τζέτζη θηρόπλαστον τὴν Κίρκην κ.λπ.). [Ὁ Jacoby, FGrH4 30. PHIDALIOS (;) VON KORINTH, δὲν παραθέτει τὰ ἐδῶ μνημονευ­όμενα χωρία τοῦ Τζέτζη· ὁ Scheer5, ΙΙ. 88, σημειώνει γιὰ τὸ Φικούλης ὁ Κορίνθιος (στ. 10 ἐδῶ, στ. 7 σ' αὐτόν): "Φικούλης 673 Τ", ἐπισημαίνοντας ἔτσι τὴν ταύτισή του μὲ τὸν Φιλάλιον τὸν Κορίνθιον. Βλ. καὶ RE3 σ.λ. Philalios (?), ἄρθρο τοῦ W. Kroll.] Ὅτι τὸ Φικούλης ἀποτελεῖ ὑποκοριστικὸ τοῦ Φιλάλιος στὸν Τζέτζη χρησιμοποιούμενο μὲ μειωτικὴ σημασία, δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει ἀμφιβολία· μπορεῖ νὰ παραβάλει κανεὶς καὶ τὸ Βασιλίσκος τοῦ ἴδιου, ἀντὶ τοῦ Βασιλικὸς κατὰ πᾶσαν πιθανότητα (βλ. ἀνωτ. 21 Τ2: a.4 [Συριαν.] Βασιλικόν / b.3 [Τζέτζ.] Βασιλίσκος: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ.), ὅπου βέβαια τὸ μέτρο δὲν μπορεῖ νὰ ἀγνοηθῆ, ἀλλὰ χωρία ὅπως τὸ τῆς Σούδ. σ.λ. Βασιλίσκος (ὁ Θηρίνης ἀδελφὸς τῆς βασιλίδος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ Λέοντος τοῦ βασιλέως ἀντὶ Ῥουστικίου στρατοπεδάρχου ᾑρέθη, εὐεπίτευκτος μὲν ὢν ἐν μάχαις, βραδύνους δὲ καὶ φενακίζουσιν ὑπαγόμενος ῥᾳδίως) φαίνεται νὰ δίνουν τὸ δικό τους στίγμα. (Βλ. καὶ ἀνωτ. 24 *F3.3: Ἀγαθοσθένης / Ἀγλαοσθένης, καὶ 25 F59 [σημ.]: Τίμαιος / Ἐπιτίμαιος καὶ Ἐπιτιμίδης.) Ἡ χρήση παρωνύμων –συχνὰ ὁμιλούντων ὀνομάτων– εἶναι εὐρέως χρησιμοποιημένη ἤδη ἀπὸ τὸν Ὅμηρο (βλ. χαρακτηριστικὰ τὰ περὶ ἈλκυόνηςΚλεοπάτρας, ΣκαμανδρίουἈστυάνακτος κ.τ.τ. [Βοσκοῦ ΜΑΦ 30 κἑ.: MAPh26 41 κἑ.], πβ. τὰ σχετικὰ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοφράστου στὴ Σοῦδ. [σ.λ.: οὗτος πρότερον ἐκαλεῖτο Τύρταμος· διὰ δὲ τὸ θείως φράζειν ὑπ' Ἀριστοτέλους ἐκλήθη Εὔφραστος, εἶτα Θεόφραστος· ὥσπερ Πλάτων διὰ τὸ ἐν τοῖς λόγοις πλάτος τοῦτο ἐπωνομάσθη, πρότερον καλούμενος Ἀριστοκλῆς], ὁ ὁποῖος καὶ τιμήθηκε παρὰ Κασσάνδρῳ τῷ Ἀντιπάτρου).
Γιὰ ποιόν λόγο ὁ Ἡγήσανδρος ὁ Σαλαμίνιος θὰ ἀπεκαλεῖτο Κάσσανδρος, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ὑποθέσει κανείς. Οἱ μὴ φιλικὲς σχέσεις τοῦ Κάσσανδρου μὲ τὸν Ἀλέξανδρο κι ἡ φήμη πὼς εὐθύνεται γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Μακεδόνα στρατηλάτη (βλ. ΙΕΕ7 Δ΄ 14, 211, κ.ἀ.), τὸ γεγονὸς ὅτι ἐμπλέκεται στὶς ἔριδες τῶν διαδόχων κι ἡ Κύπρος ἀποτελεῖ πεδίο σύγκρουσής τους (ὅ.π. 267, κ.ἀ.), κι ἄλλα παρόμοια, δὲν ἀποκλείεται νὰ διαδραμάτισαν τὸν δικό τους ρόλο, ὅπως δὲν ἀποκλείεται νὰ ὑποδηλώνεται κάποια σχέση τοῦ Σαλαμίνιου συγγραφέα μὲ τὸν Κάσσανδρο, στὴ ζωή (ὁπότε πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ὡς σύγχρονοι) ἢ στὸ ἔργο (βλ. π.χ. τὸ χωρίο τοῦ Ἀθήν. 1, 18a: Ἡγήσανδρος [πιθανῶς ὁ Δελφός] / Κάσανδρος, ὅπου μάλιστα ὁ Κ. ἐμφανίζεται ὡς οὐ δυνάμενος τὸν ἆθλον ἐκτελέσαι κ.λπ.)· ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἕνα παιχνίδι λέξεων ἀνάμεσα στὰ ἩγήσανδροςΚάσσανδρος, καὶ Ἄσανδρος (βλ. ὅ.π. 267 [Κάσσανδρος / σατράπης τῆς Καρίας Ἄσανδρος], κ.ἀ.) καὶ Νάσσανδρος (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 1-2), δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστῆ (ἂς σημειωθῆ, λ.χ., πὼς κατὰ τὸν Ἡσύχ. σ.λ. κάς· Κύπριοι ἀντὶ τοῦ καί: βλ. ΑΚυΓ28 σχόλ. σ.στ. 11 Ε6.1 σ.λ. κὰ(π) πῶθι καὶ Ε7.1 σ.λ. κά, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία).

  1. Lasserre, F. & Livadaras N. (1976/1992), Etymologicum Magnum Genuinum, Symeonis Etymologicum (una cum magna Grammatica), Etymologicum Magnum Auctum, Rome/Ἀθῆναι.
  2. Müller, K. & Müller T. (1841-1872), Fragmenta Historicorum Graecorum, Vols. I-V, Paris.
  3. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑
  4. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.a↑ b↑
  5. Scheer, E. (1958), Lycophronis Alexandra, Vols. I-II, Berlin.
  6. Βοσκοῦ, Ἀ. Ἰ. (1974), Μελέαγρος – Ἀχιλλεὺς καὶ Φοῖνιξ: Συμβολὴ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ἑνότητος τῆς Ἰλιάδος, Σειρὰ ἐπιστημονικῶν διατριβῶν, 1 Λευκωσία.
  7. (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι.
  8. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.