You are here

*F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Hesych. s.v. ἀοῖα

   1ἀοῖα2 · δένδρα κοπτόμενα καὶ ἀνατιθέμενα τῆι Ἀφροδίτηι, ὡς

2 ἱστορεῖ Κάσσανδρος3  (i.e. Ἡγήσανδρος?) πρὸς ταῖς

   εἰσόδοις.

  1. [Vid. Hesych., edd. Schmidt, Latte. FGrH 758 F 9. ΑΚΕΠ Γα΄ 84.1 / Γβ΄ 36.]
  2. 1 Ἀοῖα Latte.
  3. 2 Κάσσανδρος (i.e. Ἡγήσανδρος?) dubit. scripsimus coll. supra T1 (22 *T1): Ἡγήσανδρος Latte, prob. Hadjioannou (fort. recte; vid. supra 22 F1 cum adnot.); €Νάσσανδρος («€ΝάσσανδροςΝίκ-?›») Schmidt1, Νάσσανδρος Schmidt2 (adnot.: «Ἄλκανδρος πρὸς τοῖς ἠοίοις coni. Pearso; malim ὡς ἱστορεῖ Μνασέας πρὸς ταῖς εἰσόδοις»), dubit. [«Νάσσανδρος (?)»] prob. Jacoby.
Ἡσύχ. σ.λ. ἀοῖα

ἀοῖα· δέντρα ποὺ κόπτονται καὶ ἀφιερώνονται στὴν Ἀφροδίτη, ὅ-

πως ἱστορεῖ ὁ Κάσσανδρος (δηλ. ὁ Ἡγήσανδρος [ὁ Σαλα-

μίνιος, ἀνωτ. 22 F1];), κοντὰ στὶς εἰσόδους.

Σχόλια: 

1. ἀοῖα: βλ. ἀνωτ. 22 *F2.1 (καὶ σχόλ. σ.λ.).

1-2. ὡς ἱστορεῖ Κάσσανδρος: πβ. ἀνωτ. 22 F1bi.2 ὡς ἱστορεῖ Ἡγήσανδρος καὶ bii.3 ὡς Ἡγήσανδρος ἱστορεῖ (βλ. καὶ προηγ. σχόλ., μὲ περαιτέρω παραπομπές). Ἡ χειρόγραφη παράδοση δίνει τὸν τύπο Νάσσανδρος, ἀμάρτυρον ἀλλοῦ. Ὁ Schmidt1στὴ μικρὴ ἔκδ. τοῦ Λεξικοῦ τοῦ Ἡσύχιου, θεωρώντας τὸ κείμενο παρεφθαρμένο καὶ διερωτώμενος μήπως ὑποκρύπτεται τὸ Νίκανδρος, ἐκδίδει: €Νάσσανδρος <Νίκ-?>· στὴν πολύτομη ὅμως ἔκδοσή του (post Ioannem Albertum) ἐκδίδει: Νάσσανδρος (χωρὶς τὸ σύμβολο παραφθορᾶς, €), σημειώνει στὸ κριτ. ὑπόμν. του τὴν πρόταση τοῦ Pearson Ἄλκανδρος πρὸς τοῖς ἠοίοις (ποὺ σαφῶς εἶναι ἄστοχη, καὶ παλαιογραφικὰ ἀστήρικτη ὡς πρὸς τὸ β΄ κυρίως σκέλος της: πρὸς τοῖς ἠοίοις ἀντὶ πρὸς ταῖς εἰσόδοις) καὶ προσθέτει ὅτι θὰ προτιμοῦσε γραφὴ ὡς ἱστορεῖ Μνασέας πρὸς ταῖς εἰσόδοις (μὲ τὸ Μνασέας [βλ. ἀνωτ. σχόλ. στὸ 14 *Τ2a-b] ὅμως ἐμφανῶς ἀστήρικτο παλαιογραφικά)· Νάσσανδρος γράφει –μὲ ἀμφιβολίες ["Νάσσανδρος (?)"]– καὶ ὁ Jacoby (FGrH2 758 F 9). Ὁ Latte3 διόρθωσε σὲ Ἡγήσανδρος (μὲ τὸν ὁποῖο καὶ ταυτίζει τὸν Κάσσανδρον τοῦ Τζέτζη [ἀνωτ. Τ1]: βλ. καὶ ἀνωτ. 22 F1 σχόλ. σ.στ. 3-4 σ.λ. Ἡγήσανδρος ὁ Σαλαμίνιος καὶ *F2 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. ἀοῖα), καὶ τὸν ἀκολούθησε ὁ Χατζηιωάννου.
   Μὲ ἐπιφυλάξεις πολλὲς γράψαμε Κάσσανδρος (i.e. Ἡγήσανδρος?), γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: (α΄) Τὸ Νάσσανδρος δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστῆ μὲ βεβαιότητα· σ' ἕνα παιχνίδι λέξεων, μὲ ὑπονοούμενο α΄ συνθ. τύπους ὅπως νᾶσσα (= νῆσσα καὶ νῆττα, πάπια), νᾶσος (= νῆσος), νασμός (ρεῦμα, ρυάκι, πηγή, ἀπὸ τὸ νάω, ἀπ' ὅπου ἀείναος καὶ ἀέναος, νάματα κ.λπ., καὶ Κυπρ. τοπωνύμιο Ναός: βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ 37 καὶ 48 σημ. 33), νάστης (οἰκιστής· καὶ κύριον ὄνομα κατὰ τὸν Ἡσύχ. σ.λ., ἀπὸ τὸ ναίω), ναστός (στερεός, καὶ εἶδος ἄρτου, ἀπὸ τὸ νάσσω), κ.ἄ. (βλ. LSJ94 / LSK5 σ.λλ.), στοὺς ὁποίους τὸ α ὁδηγεῖ καὶ στὴν Κυπρ. διάλεκτο (κυρίως ὅπου ἡ Ἰων. καὶ ἡ Ἀττ. ἔχουν τύπους μὲ η), τὸ Νάσσανδρος μπορεῖ νὰ παραπέμπει στὰ Κάσσανδρος / Ἡγήσανδρος. (β΄) Τὸ ΝΑΣΣΑΝΔΡΟΣ δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀποτελεῖ παραφθορὰ τοῦ ΗΓΗΣΑΝΔΡΟΣ (ΗΓΗ- / ΝΑΣ-), κατ' ἀντιγραφὴ ἀπὸ χφ. κακοδια­τηρημένο. Πιὸ πιθανὸ ὅμως φαίνεται νὰ ὀφείλεται ἡ –ὑποτιθέμενη– παραφθορὰ σὲ κακοδιατηρημένο χφ. μὲ τὸν τύπο ΚΑΣΣΑΝΔΡΟΣ (ΚΑΣ-/ ΝΑΣ-, πβ. Latte Hesych.3 σ. 498 «Utrumque ex H pro N et pro K accepta originem duxit»), ἄσχετα ἄν, ὅπως πιστεύουμε (βλ. ἀνωτ.), κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸ Κάσσανδρος τὸ Ἡγήσανδρος, ἢ ὄχι. Σὲ κάθε περίπτωση, οἱ ἀμφιβολίες παραμένουν.

  1. Schmidt, M. (1867), Hesychii Alexandrini Lexicon. Αἰλίου Διογενειανοῦ Περιεργοπένητες, Jena.
  2. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.
  3. Latte, K. (1953-1966), Hesychii Alexandrini Lexicon, Vol. I: Α-Δ, vol. II: E-O, Hauniae .a↑ b↑
  4. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  5. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .