You are here

F20

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Schol. Soph. Oed. Col. 42
  1. Cf. Sud. s.v. Εὐμενίδες (μεταβαλεῖν δέ φασιν αὐτάςΕὐμενίδων paucis omissis, et alia).


  2. [Vid. supra F 17.]
  3. 4 ἐν τῆι δ΄ L: ἐν τῆι τέσσαρες καὶ δεκάτηι MR; «utrum e ΤΗΙ ΙΙÖ Δ –duobus I in unum correptis– τῆι δ¯ , an et ΤΗΙ Δ¯ , librarii vitio, τῆ ιδ΄ factum sit, in incerto manet cum Istri Ἀττικά e XIV minime libris constasse Athenaeus (XIII 557a) Photios ([et Suidas] s.v. θεός), nos doceant» [vid. supra F10-11] Marco ‖
  4. Εὐνομίην vel Εὐρυνόμην Duentzer
  5. 5 αὐτὰς Brunck; αὗ codd.: αὐτὸν ed. Rom.
  6. 6 ἐπὶ Ὀρέστου Br.
  7. 8 Κερυνίαι dubit. Voskos coll. Diod. Sic. 19.62.6, 79.4 (et lect. L); Κερυνείαι O. Müller (apud Dindorf), prob. Papageorgius et Jac.; καρυνείᾳ Marco coll. Dittenberger3 559.67 et Head Hist. Nummorum2 417; Καρυνία L: κρανία RM Καρύᾳ Triclinius; καρνία ed. Rom., Καρνίᾳ Br., Καρνείᾳ Elmsley
  8. 8-9 Πελοποννήσου pl.: Πελοποννησίας L; τῆς πελοποννησίας ed. Rom.
Σχόλ. Σοφ. Οἰδ. Κολ. 42

τὰς πάνθ' ὁρώσας Εὐμενίδας· ὁ Ἐπιμενίδης (6/5 αἰ. π.Χ.) λέγει ὅτι οἱ

Εὐμενίδες κατάγονταν ἀπὸ τὸν Κρόνο· «Ἀπ' αὐτὸν γεννήθηκε ἡ

χρυσῆ Ἀφροδίτη ἡ καλλίκομη | κι οἱ Μοῖρες οἱ ἀθάνατες καὶ οἱ

Ἐρινύες μὲ τὰ ποικίλα δῶρα». Ὁ δὲ Ἴστρος στὸ τέταρτο βιβλίο

(τῶν Ἀτάκτων) ἀναγράφει ὡς μητέρα τῶν Εὐμενίδων τὴν Εὐωνύ-

μη, ποὺ ἐθεωρεῖτο ὅτι ταυτίζεται μὲ τὴ Γῆ. Μερικοὶ πάλι λὲν ὅτι

αὐτὲς ἄλλαξαν τ' ὄνομά τους ἐπὶ Ὀρέστη· γιατὶ τότε γιὰ πρώτη

φορὰ (λένε πὼς) ὀνομάστηκαν Εὐμενίδες, ἐπειδὴ στάθηκαν εὐνοϊ-

κὲς ἀπέναντί του ὅταν κέρδισε τὴ δίκη στὴν Ἀθήνα καὶ πρόσφερε σ'

αὐτὲς ὁλοκαύτωμα ἕνα μαῦρο πρόβατο στὴν Κερύνεια τῆς Πελο-

ποννήσου. Ὁ δὲ Φιλήμων ὁ κωμικὸς ποιητὴς (368/60-267/3 π.Χ.) λέει

ὅτι εἶναι ἄλλες οἱ Σεμνὲς θεὲς ἀπὸ τὶς Εὐμενίδες.

Σχόλια: 

20. Οἱ Ἐρινύες ἐμφανίζονται ἤδη στὸν Ὅμηρο καὶ στὸν Ἡσίοδο (βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα Ι 275, 454, 568 κἑ., Ο 204, Τ 87 καὶ 259, β 135, λ 280, ο 234, ρ 475 μὲ τὰ σχόλια [ὅπου καὶ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία] στὸ CIl καὶ στὸ COd, Θεογ. 184-85 καὶ 217-22 καὶ Ἔργ. 803-4 μὲ τὰ σχόλια West), γιὰ τὰς Εὐμενίδας καὶ τὰς Σεμνὰς γίνεται ἀργότερα πολὺς λόγος. Οἱ σχετικὲς παραλλαγὲς εἶναι ποικίλες καὶ ἡ περὶ αὐτῶν βιβλιογραφία δυσθεώρητη (βλ. συνοπτικὰ ΕλλΜ1 1. 273 κἑ. καὶ 5.186 κἑ. [κ.ἀ.], ἀναλυτικὰ M. A. Visser, The Erinyes: Their Character and Function in Classical Greek Literature and Thought2, Diss. [Toronto, 1980]· βλ. Farnell CGrS3 442 κἑ., Παπαχατζῆ Παυσ. 373 σημ. 1, καὶ Burkert ΑρΕΘ4 166, 367 μὲ σημ. 13 καὶ 16, 413 μὲ σημ. 31, 418 μὲ σημ. 13, 515 μὲ σημ. 27, κ.ἀ.). Ἡ ταύτιση τῶν Εὐμενίδων μὲ τὶς Ἐρινύες εἶναι δεδομένη (καὶ ὁ Ἐπιμενίδης, κατὰ τὸν ἀρχ. Σχολ., Κρόνου φησὶ τὰς Εὐμενίδας· «ἐκ τοῦ καλλίκομος γένετο χρυσῆ Ἀφροδίτη | Μοῖραί τ' ἀθάνατοι καὶ Ἐρινύες αἰολόδωροι»: βλ. καὶ τὶς σημ. Diels – Kranz5 στὸ ἀπόσπ., γιὰ τὸν Ἐπιμενίδη ΑΚυΓ 1/1β´6 1 Τ6.22 σχόλ. σ.λ.), ὄχι ὅμως καὶ μὲ τὰς Σεμνὰς θεάς (κατὰ τὸν ἴδιο Σχολ., Φιλήμων δὲ ὁ κωμικὸς ἑτέρας φησὶ τὰς Σεμνὰς θεὰς τῶν Ἐρινύων)· πβ. ὅμως Παυσ. 1.28.6 πλησίον δὲ ἱερὸν θεῶν ἐστιν ἃς καλοῦσιν Ἀθηναῖοι Σεμνάς, Ἡσίοδος δὲ Ἐρινῦς ἐν Θεογονίᾳ (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. στὸ F11) καὶ 2.11.4 ἔστιν ἄλσος πρίνων καὶ ναὸς θεῶν ἃς Ἀθηναῖοι Σεμνάς, Σικυώνιοι δὲ Εὐμενίδας ὀνομάζουσι (βλ. καὶ LSJ97 / LSK8 σ.λ. σεμνός, καὶ ΑΚυΓ29 11 Ε38 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. σεμνὲ μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία). Γιὰ τὴν ἐπὶ Ὀρέστηι (ὡς ἔνιοί φασι) μετονομασία τῶν Ἐρινύων σὲ Εὐμενίδες καὶ τὴν ἐν Κερυνίαι τῆς Πελοποννήσου θυσία ἀξίζει νὰ παραβάλει κανεὶς τὸ τοῦ Παυσ. 7.25.7 ἐν Κερυνείαι δὲ (sc. τῆς Πελοποννήσου) ἱερόν ἐστιν Εὐμενίδων· ἱδρύσασθαι δὲ αὐτὸ Ὀρέστην λέγουσιν (κ.λπ.)· ἐλέγοντο δὲ ὑπὸ τῶν ἐπιχωρίων ἱέρειαι ταῖς Εὐμενίσιν αἱ γυναῖκες γενέσθαι (γιὰ τὴν Κερύνειαν τῆς Πελοποννήσου καὶ τὴν ὁμώνυμη τῆς Κύπρου πόλη βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ10 21 κἑ. [μὲ σημ., ὅπου καὶ βιβλιογραφία] καὶ ἀνωτ. 17 F1 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. Κινύρειον· νὰ ὑποστηρίξει κανεὶς ὅτι στὸ ἐπίγρ. 11 Ε17 [ΑΚυΓ29] ἀπὸ τὴν Κυπριακὴ Κερύνεια μὲ τὴ φράση τοῦ στ. 3 θεῶν βωμὸν ἱδρυσάμενος ὑπονοοῦνται καὶ οἱ Εὐμενίδες, εἶναι μιὰ ἑλκυστικὴ ὑπόθεση), ἀλλὰ καὶ τὸ 8.34.1-2 (γιὰ τὰς Μανίας καὶ τὰς Εὐμενίδας, καὶ τὰ ἱερά τους ποὺ ἵδρυσε ὁ Ὀρέστης ἔξω ἀπὸ τὴ Μεγαλόπολη). Γιὰ τὰ ὅσα, τέλος, ὁ Ἴστρος ὁ Πάφιος ἐν τῆι δ΄ (βλ. ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν. καὶ σημ. σ' αὐτό) ἀναγράφει (βλ. καὶ ἀνωτ. 14 F2 σχόλ. σ.στ. 13-14) γιὰ μητέρα τῶν Εὐμενίδων Εὐωνύμην ταυτιζόμενη μὲ τὴ Γῆν (βλ. Roscher11 σ.λ. Euonyme [F. Steuding]), πβ. τὸ ἐνδιαφέρον χωρίο ἀπὸ τὰ Σχόλ. Αἰσχίν. Τιμάρχ. (1.) 188, 374a [Dilts12 53.1034· βλ. καὶ Jacoby13 640-41/515, μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια καὶ τὴ σχετικὴ βιβλιογραφία): ταῖς σεμναῖς θεαῖς] τρεῖς ἦσαν, ὧν τὰς μὲν δύο τὰς ἑκατέρωθεν Σκόπας ὁ Πάριος πεποίηκεν ἐκ τῆς λυχνίτου λίθου, τὴν δὲ μέσην Κάλαμις. οἱ δὲ Ἀρεοπαγῖται τρεῖς που τοῦ μηνὸς ἡμέρας τὰς φονικὰς δίκας ἐδίκαζον ἑκάστῃ τῶν θεῶν μίαν ἡμέραν ἀπονέμοντες. ἦν δὲ τὰ πεμπόμενα αὐταῖς ἱερὰ πόπανα καὶ γάλα ἐν ἄγγεσι κεραμείοις. φασὶ μέντοι αὐτὰς οἱ μὲν Γῆς εἶναι καὶ Σκότους, οἱ δὲ Σκότους καὶ Εὐωνύμης, ἣν καὶ Γῆν ὀνομάζεσθαι. κληθῆναι δὲ Εὐμενίδας ἐπὶ Ὀρέστου, πρῶτον Ἐρινύας καλουμένας. (Βλ. καὶ κατωτ. F29 / ἀνωτ. σχόλ. στὰ F18 καὶ 19, καὶ εἰσαγ. σημ. στὰ F 17-22.)

  1. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .
  2. Visser, M. A. (1980), The Erinyes: Their Character and Function in Classical Greek Literature and Thought, Toronto.
  3. Farnell, L. R. (1896-1909), The Cults of the Greek States, Vols. I-V, Oxford.
  4. Burkert, W. (1993), Ἀρχαία Ἑλληνική Θρησκεία: Ἀρχαϊκή καί Κλασσική Ἐποχή, μτφρ. Μπεζαντάκος, Ν Π. και Αβαγιανού, Α Ἀθήνα.
  5. Diels, H. & Kranz W. (1984-1985), Die Fragmente der Vorsokratiker: Griechisch und Deutsch, Vols. I-III, 6th ed. , Berlin.
  6. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.
  7. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  8. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  9. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.a↑ b↑
  10. Βοσκός, Α. Ι. (1999), Μορφὼ παροικήσουσι: Λυκόφρονος Ἀλεξάνδρα, Λευκωσία Κύπρου.
  11. Roscher, W H. (1884-1937), Ausführliches Lexicon der griechischen und römischen Mythologie, Vols. I-IV and 4 Supplementa, Leipzig und Berlin .
  12. Dilts, M. R. (1992), Scholia in Aeschinem, Stuttgart and Leipzig.
  13. Jacoby, F. (1949), Atthis: The Local Chronicles of Ancient Athens, Oxford .