You are here

F16

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Phot. et Sud. s.v. περιστίαρχος
  1. Vid. et Apostol. 14.21 (II. 611 L. – S.) s.v. περιεστίαρχος ἐγένου· ἐπὶ τῶν καθαιρόντων· καὶ γὰρ οὗτοι περιεκάθαιρον τὰς ἑστίας καὶ τὰς ἐκκλησίας καὶ τὰς πόλεις. Ἴστρος δὲἔχοντες. Cf. Phot. s.v. 1307 Περιστίαρχος (: Schol. Aristoph. Eccl. 128)· ὁ τῶν καθαρσίων προηγούμενος ἐν ταῖς ἐκκλησίαις· περίστια γὰρ τὰ καθάρσια, atque Hesych. s.v. περιστίαρχος (Aristoph. Eccl. 128)· περικαθαίρων τὴν ἑστίαν καὶ τὴν ἐκκλησίαν. Cf. etiam Poll. 8.104 s.v. περιεστίαρχοι· ἐκάθαιρον χοιριδίοις μικροῖς οὗτοι τὴν ἐκκλησίαν καὶ τὸ θέατρον. καθάρσιον δὲ τοῦτο χοιρίδιον ἐκαλεῖτο.


  2. 1 sqq. vv.ll. περιεστίαρχ- et περιέστια (vid. Apostol., cf. Poll.)
  3. 5 χοιροφοροῦντες Phot., prob. Jac. (cf. Poll. loc. cit. ac Lex. rhet. p. 269.16 Bekker s.v. καθαρσίων· χοῖρος βραχὺς ἦν τὸ καθάρσιον, ὧι ἐκάθαιρον τὴν ἐκκλησίαν οἱ λεγόμενοι περιστίαρχοι); χοιροφοροῦντος Bernhardy: μαχαιροφοροῦντος Sud.; μαχαιροφοροῦντες Apostol. ‖
  4. ἱερ‹έ›ων Bernh. ‖
  5. οἰκίαις plerique (€οἰκίαις scr. Jac.): στοαῖς vel αἱμασιαῖς Hemsterhuys; ὁρίοις Adler; οἰκίας Apost., Bernh.
  6. 6 περιειλημμένου Phot., prob. Jac.: περιειλημμένοι Sud. Apost., Bernh. ‖
  7. δημοσίας Apost., Bernh. ‖
  8. ἔχοντος Hemst., prob. Jac.: ἔχοντες Phot. Sud. Apost.
Φώτ. καὶ Σοῦδ. σ.λ. περιστίαρχος

περιστίαρχος· αὐτὸς ποὺ κάνει ὁλόγυρα καθαρμό στὴν (ἀπολυμαί-

νει, ἐξαγνίζει, καθαίρει τὴν) ἑστία καὶ τὴν Ἐκκλησία τοῦ δήμου καὶ

τὴν πόλη, ἀπὸ τὴν ἑστίαν ἢ τὸ περιστείχω (βαδίζω ὁλόγυρα, περιο-

δεύω, περιέρχομαι). Ὁ δὲ Ἴστρος στὰ Ἀττικά: «περίστια»,

λέει, «καλοῦνται τὰ καθάρσια (μικρὰ χοιρίδια μὲ τὰ ὁποῖα γινόταν ἡ

κάθαρση, καὶ οἱ καθαρτήριες θυσίες χοιριδίων), καὶ αὐτοὶ ποὺ κά-

νουν τὸν καθαρμὸ περιστίαρχοι· γιατὶ περιοδεύουν ἔξω κρατώντας

χοιρίδια, καθὼς τὸ κάθε ἱερὸ περιστοιχίζεται ἀπὸ δημόσια οἰκοδο-

μήματα καὶ ἔχει περίβολο».

Σχόλια: 

16. Ὅπως σημειώνει ὁ Burkert (ΑρΕΘ1 187), τὸ ὄνομα περιστίαρχοι (ἐδῶ στ. 4) «ὑποδηλώνει ὅτι ἀρχικά ἡ τελετή προῆλθε ἀπό τόν "καθαρμό" μιᾶς οἰκιακῆς ἑστίας, ὅτι ἦταν μιά προκαταρκτική θυσία πρίν ἀπό τήν ἀναζωπύρωση τῆς ἑστίας καί τήν συνέχιση τῶν κανονικῶν θυσιῶν καί προσευχῶν πρός τούς θεούς»· οἱ διάφορες γραφὲς περιεστίαρχος καὶ περιέστια, καὶ τύποι ὅπως γιστία (στὴν Κυπρ. διάλεκτο νιστιὰ καὶ νισκιά, ἀπὸ τὴν αἰτ. τὴν ἑστίαν) καὶ ἐπίστιος καὶ Ἱστίη (βλ. ΑΚυΓ1β´2 5 Υ1.21-30 μὲ σχόλ. στοὺς στ.), ἐνισχύουν τὴν ἐτυμ. συσχέτιση μὲ τὴν ἑστίαν (βλ. ἀνωτ. σημ. στὸ κριτ. ὑπόμν., καὶ γιὰ τὴν ἐτυμ. Chantraine3 σ.λ. ἑστία). Περισσότερα στὸν Jacoby4 639 μὲ παράλληλα χωρία καὶ βιβλιογραφία / 514-15.

  1. Burkert, W. (1993), Ἀρχαία Ἑλληνική Θρησκεία: Ἀρχαϊκή καί Κλασσική Ἐποχή, μτφρ. Μπεζαντάκος, Ν Π. και Αβαγιανού, Α Ἀθήνα.
  2. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.
  3. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.
  4. Jacoby, F. (1949), Atthis: The Local Chronicles of Ancient Athens, Oxford .