You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Cyrill. Alex. 3, 88c

   1Διαμεμνήσομαι δὲ καὶ τῆς ἐν Δωδώνηι δρυός , ἣν καὶ ἀνθρω-

   πείαι φησὶ (sc. Φιλόστρατος) κεχρῆσθαι φωνῆι. Καὶ μὴν καὶ

3 ἸσίγονοςΚιτιεὺς2  ἐν Ῥόδωι τῆι νήσωι τὸν τοῦ Διὸς

   ταῦρόν  φησιν οὐκ ἀμοιρῆσαι λόγου τοῦ καθ' ἡμᾶς.

  1. [Vid. Cyrill. Alex. Ὑπὲρ τῆς τῶν Χριστιανῶν εὐαγοῦς θρησκείας πρὸς τὰ τοῦ ἐν ἀθέοις Ἰουλιανοῦ 3, 88c: PG 76 (1859 / Ἀθῆναι 1976) στήλη 636; Isigoni (Nicaeensis) fr. 4, p. 163 Westermann et FHG IV. 435 (Müller) = fr. 22, p. 148 Giannini; ΑΚΕΠ Γα΄ 85 (Ἰσίγονος ὁ Κιττιεύς).]
  2. 3 Κιτιεὺς dubit. Voskos ut infra 27 F1.1 (Meurs), al. (vid. infra ad locc.): κιττιεὺς codd., prob. Hadjioannou (fort. recte) Κιττιεὺς (?) scr. Müller (fr. 4, sub tit. Isigonus Nicaeensis), Κιττιεὺς sed adnot. «Κιττιεὺς] f. Νικαιεύς» Westermann (sub tit. Isigoni, cum Nicaeensis frr.); Νικαιεὺς Giannini.
Κύριλλ. Ἀλεξ. 3, 88c

Θὰ μνημονεύσω καὶ τὴ δρῦ τῆς Δωδώνης, ποὺ (ὁ Φιλόστρατος) λέει

πὼς μετα­χειρίστηκε καὶ τὴν ἀνθρώπινη λαλιά. Ἀλλὰ κι ὁ Ἰσίγο-

νος ὁ Κιτιεὺς λέει πὼς στὸ νησὶ τῆς Ρόδου ὁ ταῦρος τοῦ Δία

δὲν ἔμεινε χωρὶς τὴ δική μας (ἀνθρώπινη) λαλιά.

Σχόλια: 

1-2. τῆς ἐν Δωδώνηι δρυός (...): τῆς ἐς Δωδώνην (...) δρυὸς (ἡ πρώτη μνεία ἀπαντᾶ στὴν Ὀδύσσειαν (ξ 327 κἑ.=Τ 296 κἐ. τὸν δ' ἐς Δωδώνην φάτο βήμεναι, ὄφρα θεοῖο | ἐκ δρυὸς ὑψικόμοιο Διὸς βουλὴν ἐπακούσαι [sc. Ὀδυσσεὺς] κ.λπ.), μὲ τὴν προφητική της δύναμη σαφῶς ὑποδηλούμενη· ὅτι ἡ ἱερὰ δρῦςφηγὸς τοῦ Δωδωναίου Δία ἦταν ἡ ἔκφραση τοῦ θεοῦ καὶ ὁ φορέας τῆς προφητείας του ἐνῶ οἱ Σελλοὶ ἦταν οἱ διερμηνεῖς του κατὰ τὸν Ὅμηρο (βλ. Π 233 κἑ. [μὲ τὸ στόμα τοῦ προσευχόμενου Ἀχιλλέα] «Ζεῦ ἄνα, Δωδωναῖες, Πελασγικέ, τηλόθι ναίων, | Δωδώνης μεδέων δυσχειμέρου [πβ. Β 750]· ἀμφὶ δὲ Σελλοὶ | σοὶ ναίουσ' ὑποφῆται ἀνιπτόποδες χαμαιεῦναι), εἶναι ἐπίσης σαφές (βλ. Parke Ἐλλ. Μαντ.1 29, γιὰ τὸ ὅλο θέμα στὸν Ὅμηρο τὰ σχόλ. γιὰ τὰ ἀνωτ. χωρία στὰ CIl2 I. 236 [Kirk] καὶ IV.3 348-50 [Janko], COd4 ΙΙ. 216-17 [Hoekstra] καὶ ΙΙΙ.5 91 [Russo], μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία)· ὅτι κάποτε πιστευόταν πὼς τὸ ἱερὸ δέντρο μιλοῦσε ὑποδηλώνεται καὶ ἀπὸ τὴν παλαιότατη παραλλαγὴ τοῦ Ἀργοναυτικοῦ μύθου γιὰ τὸ φωνῆεν φηγοῦ τῆς Δωδωνίδος ξύλον ποὺ ἡ Ἀθηνᾶ –ἢ ἡ Ἥρα– πρόσθεσε στὴν πρῷραν τῆς Ἀργοῦς (βλ. ἀνωτ. 22 F1a.1 σ.λ. Ἀργώ, μὲ παραπ. καὶ βιβλιογρ.), δίνοντάς της ἀνθρώπινη φωνή. Τοὺς ὑποφήτας ἀντικατέστησαν ἀργότερα τρεῖς ἱέρειες οἱ ὁποῖες ὀνομάζονταν πέλειαιπελειάδες (περιστερές), ποὺ περιπίπτοντας σὲ ἔκσταση χρησμοδοτοῦσαν καὶ κατόπιν ἀγνοοῦσαν ὅσα εἶχαν πεῖ (Burkert ΑρΕΘ6 252 καὶ σημ. 50-51), ἐνῶ οἱ Ἡσιόδειες Ἠοῖαι φαίνεται νὰ ἔκαναν λόγο γιὰ τρία περιστέρια ποὺ κατοικοῦσαν στὴν ἱερὴ φηγό (ἀπόσπ. 240 Μ.–W.7 στ. 8 ναῖον δ' ἐν πυθμένι φηγοῦ [βλ. καὶ κριτ. ὑπόμν., ''ναῖον fort. de columbis''], βλ. Burkert6 ὅ.π. μὲ σημ. 49, ὅπου καὶ μνεία παράστασης τῆς φηγοῦ μὲ τρία περιστέρια σὲ νόμισμα: P. R. Frankel, ΑΜ 71 [1956] 60-65· πβ. Parke Ἐλλ. Μαντ.1 30 κἑ. μὲ σημ. 6, βλ. καὶ ἀνωτ. 13 F2 σχόλ. σ.στ. 5 σ.λ. περιστερᾶς)· στὸ ἴδιο ὅμως χωρίο τῶν Ἠοιῶν (Σχόλ. Σοφ. Τραχ. 1167, σελ. 344 Παπαγεωργίου) δὲν ἀποκλείεται νὰ ὑποκρύπτεται πεποίθηση ὅτι στοὺς παλαιότατους χρόνους –ὅταν ὑπῆρχε μόνο ἡ φηγός, ὄχι καὶ ναὸς τοῦ θεοῦ– κατοικοῦσε στὸ ἱερὸ δέντρο ὁ ἴδιος ὁ θεός (βλ. συνέχεια κριτ. ὑπόμν., «ναῖεν (de Jove) Valckenaer: ναίει Schenkl8: vel (ναίω fluo) de fonte Iovis Ναΐου», καὶ CIl.3 IV. 349-50 [γιὰ τὸν ΝάϊονΝᾶον Δία καὶ Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ9 48 σημ. 33], πβ. COd4 ΙΙ. 216-17). Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ ἱερὴ δρῦςφηγὸς τοῦ Δωδωναίου Δία «μιλοῦσε», τοὐλάχιστο γιατὶ ἔδινε χρησμοὺς «μὲ τὸ θρόισμά της» (Burkert6 ὅ.π. 195, κ.ἀ.) ἢ μὲ τὶς «κραυγὲς τῶν πτηνῶν» (Parke1 ὅ.π. 31) ποὺ ἑρμήνευαν οἱ ὑποφῆται καὶ ἀργότερα οἱ Πελειάδες· μὰ κι ἡ μνεία τοῦ Φιλοστράτου πὼς αὐτὴ μιλοῦσε ἀνθρωπείαι (...) φωνῆι φαίνεται νὰ ἀπηχεῖ παλαιότατη καὶ εὐρύτατα διαδεδομένη λαϊκὴ ἀντίληψη. (Βλ. καὶ ἀνωτ. 22 *F2 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. ἀοῖα, μὲ τὶς ἐκεῖ παραπομπὲς καὶ τὴ βιβλιογραφία [κυρίως Βαρβούνη ΜΛΜ10 17 κἑ. μὲ σημ. 85 κἑ. γιὰ δέντρα μὲ ὑπερφυσικὲς ἰδιότητες] γιὰ τὴ δενδρολατρεία.)

   Ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ χωρίο τοῦ Λήμνιου σοφιστῆ Φιλοστράτου (τοῦ Πρεσβυτέρου [2/3 αἰ. μ.Χ.]: βλ. καὶ ἀνωτ. 20 F1 σχόλ. σ.στ. 2 καὶ 21 *Τ3 σ.στ. 1 κἑ.), Εἰκ. 2.33.1 κἑ. (Δωδώνη): Ἡ μὲν χρυσῆ πέλεα ἔτ' ἐπὶ τῆς δρυὸς ἐν λογίοις ἡ σοφὴ καὶ χρησμοί, οὓς ἐκ Διὸς ἀναφθέγγεται, κεῖται δ' οὗτος ὁ πέλεκυς, ὅν μεθῆκεν Ἑλλὸς ὁ δρυτόμος, ἀφ' οὗ κατὰ Δωδώνην οἱ Ἑλλοί, στέμματα δ' ἀνῆπται τῆς δρυός, ἐπειδὴ καθάπερ ὁ Πυθοῖ τρίπους χρησμοὺς ἐκφέρει, κ.λπ. Αὐτὸ πιθανῶς τὸ χωρίο ἔχει ὑπόψη του ὁ Κύριλλος κάνοντας μνεία τῆς ἐν Δωδώνηι δρυός. Στὰ ἀμέσως προηγούμενα ὁ ἴδιος παραπέμπει στὸν Φιλόστρατο γιὰ μιὰν ἄλλη περίπτωση ὁμιλοῦντος δένδρου (Ἀπολλών. 6.10), παραθέτων αὐτολεξεὶ τὸ τέλος (PG11 76, στ. 633): Φιλόστρατος δὲ τὸν Ἀπολλωνίου βίον ἐξειλιγμέναις καλλιεπείαις κατασεμνύνειν ἐπιχειρῶν καὶ εἰς λῆξιν ἀναφέρων τοῦ παντὸς θαύματος, ἀποκομίζει μὲν αὐτὸν πρὸς αὐτοῖς τοῖς ἀνωτάτω τέρμασι τῆς Θηβαίων (sc. ἐν Αἰγύπτῳ) γῆς· (...) συγγενέσθαι δὲ αὐτόθι Γυμνοσοφισταῖς εὖ εἰδόσι καὶ αὐτοῖς ἀριστεύειν ἐν γητείαις. Εἶτα, φησί, τὸν τῶν ὅλων προεστηκότα (Θεσπεσίων οὗτος ἦν) πρὸς τὸν Ἀπολλώνιον εἰπεῖν αὐταῖς οὕτω φωναῖς· ὅτι δ' οὐκ ἀδυνατοῦμεν σοφίζεσθαι, «τὸ δεῖνα», ἕφη, «δένδρον» (πτελέα δὲ ἦν, τρίτον ἀπ' ἐκείνου, ὑφ' ᾧ διελέγοντο), «πρόσειπε τὸν σοφὸν Ἀπολλώνιον»· καὶ προσεῖπε μὲν αὐτόν, ὡς ἐκελεύσθη, τὸ δένδρον, ἡ φωνὴ δὲ ἦν ἔναρθρός τε καὶ θῆλυς (κ.λπ.). (Ὁ Κύριλλος προφανῶς θεωρεῖ τὸν συγγραφέα τοῦ ἔργου Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον κ.ἄ. πολλῶν [Βίοι σοφιστῶν, Ἡρωϊκός, κ.λπ.], καὶ τὸν συγγραφέα τοῦ Εἰκόνες ὡς ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο, κι ἡ μαρτυρία του φαίνεται νὰ ἐνισχύει τὴν ἐπικρατοῦσα σχετικὰ ἄποψη. Γιὰ τὸ θέμα βλ. Lesky ΙΑΕΛ512 1144 κἑ., East. – Knox ΙΑΕΛ413 855 κἑ. καὶ 1073 κἑ. μὲ πλούσια βιβλιογραφία, καὶ ΙΕΕ14 Στ΄ 408 κἑ. [445 κἑ. ἐπίσης, γιὰ τὶς φιλοσοφικές του ἀπόψεις] καὶ 626 γιὰ σύντομο βιβλιογρ. σημείωμα· βλ. ἐπίσης Reardon FoGR15 46-48 κ.ἀ., Kennedy16 HCRh 230 (κἑ. κ.ἀ. [βλ. Ind. σ.λ.], Κοντιάδη ΦΦΕἰκ17 22-28 [σημ. σσ. 62-64], μὲ βιβλιογραφία.)

3. Ἰσίγονος ὁ Κιτιεὺς: ἡ χειρόγραφη παράδοση δίνει τὴ γραφὴ κιττιεὺς (μὲ δύο ταῦ, πιθανῶς κατ' ἐπίδραση τῆς Λατινικῆς προφορᾶς ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ σύνηθες στὴν Κύπρο καὶ ἀλλοῦ –καὶ μάλιστα στοὺς χρόνους τοῦ Κυρίλλου– φαινόμενο τῆς προφορᾶς διπλοῦ [σχεδόν;] σίγμα: βλ. ΑΚυΓ218 11 Ε49 σχόλ. σ.στ. 3 / 6 / 7 σ.λλ. ὁ σσπείρας / μητὰ σσοῦ / ὀσστᾶ, πβ. ὀκκτώ, ἵππταται καὶ ἄλλους παρόμοιους τύπους)· ὀρθῶς ἴσως, ἑπομένως, ὁ Χατζηιωάννου19 (κατὰ τὸν Müller20 κ.ἄ.) γράφει Κιττιεὺς, θεωρώντας ὅτι οἱ κώδ. διασώζουν τὴν ἀρχικὴ γραφὴ τοῦ ἐθνικοῦ ὀνόματος ἀπὸ τὸν Κύριλλο. [Ὁ Müller20 γράφει Κιττιεὺς (?) καὶ ἐκδίδει τὸ χωρίο ὡς ἀποσπ. 4 τοῦ Ἰσιγόνου τοῦ Νικαιέως· ὁ Westermann21, ἐκδίδοντας τὸ χωρίο ὡς ἀπόσπ. 4 τοῦ Ἰσιγόνου μαζὶ μὲ τὰ ἀποσπ. τοῦ Ἰσιγόνου τοῦ Νικαιέως ἐπίσης, γράφει Κιττιεὺς ἀλλὰ σημειώνει: "f. Νικαιεύς".] Μὲ πολλὲς ἀμφιβολίες γράψαμε Κιτιεὺς παραβάλλοντας πρὸς τὸ κατωτ. 27 F1.1, ὅπου ἡ χειρόγρ. παράδοση δίνει τὸν παρεφθαρμένο τύπο κιττῶι κι ὁ Meurs διορθώνει σὲ Κιτίωι (κατὰ τὸ ad Citium in Cypro τοῦ Πλίνιου), τὸν ἀκολουθοῦν δὲ οἱ Pfeiffer22 καὶ Giannini23 (ἐνῶ ὁ Keller πρότεινε τὴ γραφὴ Κιττίωι, ἴσως ὀρθῶς κατὰ τὰ ἀνωτ.).

   Ἡ μαρτυρία τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Κυρίλλου (4/5ος αἰ. μ.Χ., πιθ. 380-444 μ.Χ.) [Χρήστου ΕλλΠ24 Δ΄ 339 καὶ 349, πβ. OCD25 σ.λ. Cyril of Alexandria κ.ἄ.]: βλ. κυρίως Durand CyrA26 7 κἑ. καὶ Malley HellC27 [βλ. κατωτ.], ΙΕΕ14 Ζ΄ 343 καὶ 409 κἑ. [κ.ἀ., μὲ βιβλιογρ.: 480], κ.ἄ.) γιὰ Κιτιέα συγγραφέα Ἰσίγονον εἶναι μοναδική. Πιὸ γνωστὸς εἶναι ὁ Ἰσίγονος ὁ Νικαιεὺς ὁ παραδοξογράφος, τὸν ὁποῖο μνημονεύει ὁ Στέφ. Βυζ. σ.λ. Νίκαια, πόλις Βιθυνίας (...). ἐξ αὐτῆς Ἰσίγονος (vv. ll. ἀρήγονος καὶ ἀρηγόνος) καὶ Ἀσκληπιάδης κ.λπ. (ἀπόσπ. 1 [σελ. 162] Westermann21 και IV. 435 Müller20), ὁ Aulus Gellius (περ. 130-180 μ.Χ. [βλ. Rose ΙΛΛ28 165 κἑ.], Noct. Att. [Ἀττ. νύκτες] 9.4 erant autem isti omnes libri Graeci miraculorum fabulatumque pleni, res inauditae, incredulae, scriptores veteres non parvae auctoritatis: Aristeas Proconnesius et Isigonus Nicaeensis et Ctesias et Onesicritus et Philostephanus et Hegesias κ.λπ., μὲ ἀξιοσημείωτη τὴν ἀμέσως μετὰ τον Ἀριστέα τὸν Προκοννήσιο ἀναφορὰ τοῦ Ἰσιγόνου τοῦ Νικαιέως), καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ὁ Plinius Secundus (βλ. κατωτ. *F5 μὲ σχόλ.). Σ' αὐτὸν τὸν Ἰσίγονο, εὔλογα κατὰ τὰ ἀνωτ. ἀλλ' ὄχι καὶ μὲ βεβαιότητα πάντοτε ὀρθά, ἀποδίδονται κατὰ κανόνα –καὶ ὄχι στὸν ὁμώνυμο Κιτιέα– ὅσα ἀποσπ. μνημονεύουν τὸν Ἰσίγονον χωρὶς ἐπίθετο ἐθνικό (βλ. κατωτ. *F2, *F3, *F4) ἢ ὅταν τὸ ἐθνικὸ ἐπίθετο παραδίδεται παρεφθαρμένο (βλ. *F5). Ἀλλ' ἡ ἀπόδοση στὸν Νικαιέα παραδοξογράφο (ἢ Νικαέα [βλ. Στέφ. Βυζ. ὅ.π.], τοῦ 1ου πιθ. π.Χ. αἰ.: βλ. Lesky ΙΑΕΛ512 1073 [1072 κἑ. μὲ σημ., ὅπου καὶ βιβλιογρ., γιὰ τὴν παραδοξογραφία], πβ. OCD25 σ.λ. ["1st c. B.C. or 1st c. A.D."] RE29 σ.λ. [1., Kroll] καὶ Canon330 [«3 B.C. / A.D. 1»], κ.ἄ.), καὶ τοῦ ἐδῶ ἀποσπ., ὅπου ἡ χειρόγραφη παράδοση δίνει ὁμόφωνα τὴ γραφὴ κιττιεύς, οὔτε εὔλογη εἶναι οὔτε πιθανή· νὰ ὑποκατασταθῆ τὸ ὄνομα ἑνὸς ἄγνωστου –ἢ ἀνύπαρκτου, ἂν τοῦ ἀφαιρεθῆ τὸ ἐδῶ ἀπόσπ.– Ἰσίγονου ἀπὸ τὸ Κίτιο στὴ θέση ἑνὸς γνωστοῦ συγγραφέα εἶναι τοὐλάχιστο μὴ ἀναμενόμενο (τὸ ἀντίθετο εἶναι καὶ ἐκ λάθους καὶ ἐκ προθέσεως δυνατό). Καὶ ἡ ὅλη στάση τοῦ Κύριλλου ἀπέναντι στὶς πηγές του, σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ τὴν πρόθεσή του νὰ δώσει στὸ ὑπὸ συζήτηση ἔργο του ἀπάντηση πειστικὴ στὸν Ἰουλιανό, κάθε ἄλλο παρὰ ὁδηγεῖ στὴ στήριξη τέτοιου συμπεράσματος· κι ἂν ἀκόμα ὑποθέσουμε ὅτι ἡ «ἐσφαλμένη» ἀπόδοση τῆς σχετικῆς μαρτυρίας στὸν Ἰσίγονο τὸν Κιτιέα ἀνήκει σὲ κάποιαν ἀπὸ τὶς πηγὲς τοῦ Κύριλλου (σὲ κάποιον ἄλλο, λ.χ., Χριστιανὸν ἀπολογητή, ὅπως ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς), καὶ πάλι μιὰ τέτοια ὑπόθεση μοιάζει βεβιασμένη καὶ ἀπίθανη, καθὼς μάλιστα ὁ Κύριλλος, ὅπως ἔχει δείξει ἡ σύγχρονη ἔρευνα (βλ. Malley HellC27 254 κἑ., μὲ παραπομπές), δὲν διστάζει νὰ ὑπερβῆ τὶς ἔμμεσες χριστιανικὲς πηγές του καὶ νὰ προσφύγει ἄμεσα στὰ κείμενα τῶν ἐπικαλούμενων ἐθνικῶν συγγραφέων. (Βλ. καὶ Geerard GlPG31 18-19, ὅπου πλούσια βιβλιογραφία· βλ. ἐπίσης Voss32 381-82 [Isigonus Cittiensis / Isigonus Nicęensis] καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λλ. Ἰσίγονος.)

3-4. (...) τὸν τοῦ Διὸς ταῦρον (...): Ἡ σχέση τοῦ Διὸς μὲ τὸν ταῦρον τόσο στὴ μυθολογία (μὲ τὰ περὶ Εὐρώπης, Πασιφάης καὶ Ἰοῦς ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ καὶ σημαντικά) ὅσο καὶ στὴ λατρεία (βλ. ἀναλυτικὰ Cook Zeus33 ΙΙΙ. 605 κἑ. [κεφ. "Zeus as an ox; Zeus Ólbios", μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογρ.] κ.ἀ. [βλ. Ind. II. σ.λ. bull κ.λπ.], συνοπτικὰ Burkert ΑρΕΘ6 70, 152 καὶ 155 σημ. 89, κ.ἀ. [βλ. Πίν. σ.λλ. βόδι, Ζεύς, ταῦρος, καὶ Εὐρώπη, Ἰώ, κ.λπ.], εἶναι κατὰ γενικὴ ὁμολογία πανάρχαιη καὶ εὐρύτατα διαδεδομένη. Ἡ ἐν Ῥόδωι τῆι νήσωι λατρεία τοῦ Ἀταβυρίου Διός (Cook33 ὅ.π. ΙΙ2. 922-25 σημ. 5) ἐμφανίζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, ὄχι μόνο γιατὶ μικροὶ χαλκινοι ταῦροι, ποὺ πιθανῶς χρησίμευαν ὡς ἀφιερώματα στον Δία, ἔχουν ἀνακαλυφθῆ στὸ ὄρος Ἀταβύριον (ὅ.π. 924, καὶ Ι. 643 Fig. 502), ἀλλὰ κυρίως γιατὶ κατὰ τὴν παράδοση κάποια χάλκινα βόδια μούγκριζαν ὅταν κάποιο κακὸ πλησίαζε τὴν πόλη (Σχόλ. Πίνδ. Ὀλ. 7.159f εἰσὶ δὲ χαλκαῖ βόες ἐν αὐτῷ [sc. τῷ Ἀταβυρίῳ ὄρει], αἵτινες ὅταν μέλλῃ ἄτοπόν τι γενέσθαι μυκῶνται καὶ 160c εἰσὶ δὲ καὶ βόες χαλκοῖ ἐπὶ τῷ ὄρει τῆς Ῥόδου, οἳ ὅταν μέλλῃ τι τῇ πόλει γίνεσθαι κακὸν μυκῶνται, πβ. Τζέτζ. Χιλ. 4.390-93 καὶ 704-6 Ῥόδιόν ἐστιν ὄρος, | τὴν κλῆσιν Ἀταβύριον, χαλκᾶς πρὶν ἔχον βόας, | αἳ μυκηθμὸν ἐξέπεμπον χωρούσης Ῥόδῳ βλάβης· | Πίνδαρος καὶ Καλλίμαχος [ἀπόσπ. 812 Pfeiffer22] γράφει τὴν ἱστορίαν). Ὅπως σημειώνει ὁ Cook33 (ὅ.π. 924), τόσο ἡ παραλλαγὴ αὐτὴ (βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. στὸ *F2) ὅσο καὶ ἡ τοῦ Ἰσιγόνου ("of Nicaia", κατὰ τὸν Müller20), ποὺ μιλᾶ γιὰ ἕνα ταῦρο, ἐμφανίζουν δυσοίωνη ὁμοιότητα μὲ τὶς διηγήσεις γιὰ τὸν ὀγκώδη χάλκινο ταῦρο ποὺ κατασκεύασε ὁ Πέριλλος γιὰ τὸν τύραννο τοῦ Ἀκράγαντα Φάλαριν, μέσα στὸ κούφωμα τοῦ ὁποίου ἔκλειναν ὅποιον ἤθελε νὰ τιμωρήσει ὁ τύραννος κι ἄναβαν φωτιὰ ἀπὸ κάτω, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ ἀπελπισμένες κραυγὲς τοῦ ἀθέατου καὶ φρικτὰ βασανιζόμενου ἀνθρώπου νὰ δίνουν –στοὺς ἀγνοοῦντες τὴν πραγματικό­τητα– τὴν ἐντύπωση ὁμιλοῦντος ταύρου (ὅ.π. Ι. 643 κἑ. καὶ ΙΙ2. 910 σημ. 1, μὲ παραπομπές)· ἀξίζει νὰ σημειωθῆ πὼς κατὰ τὴ διήγηση πρῶτος βασανίστηκε ὁ κατασκευαστὴς τοῦ χάλκινου ταύρου, ὅπως συνέβη (βλ. ΑΚυΓ134 σελ. 47[ΑΚυΓ1β´34 σσ. 71-72]) καὶ μὲ τὸν Κύπριο μάντη Φρασίον, ὁ ὁποῖος προφήτευσε στὸν Βούσιριν ὅτι ἡ ἀνομβρία ποὺ κατέλαβε τὴν Αἴγυπτο θὰ παύσει ἄν θυσιάζουν Διὶ ἕναν ξένον ἄντρα κατ' ἔτος κι ο Αἰγύπτιος βασιλιὰς θυσίασε πρῶτον τὸν Κύπριο μάντη. Κι ἂν ἀκόμα ἀμφιβάλλει κανεὶς ἂν ὂντως οἱ σχετικὲς μὲ τὴ λατρεία τοῦ Δία στὴ Ρόδο διηγήσεις ἀποτελοῦν ἀπήχηση ἀνθρωποθυσίας (βλ. Cook33 ὅ.π., "Both versions ... may likewise be taken to cover a reminiscence of human sacrifice. If the early Cretans tolerated, for ritual purposes, the enclosing of their queen in a wooden cow (supra i. 523), the early Rhodians would hardly schrink from burning a pharmakós in a bronze bull" κ.λπ., γιὰ τὸν φαρμακὸν βλ. κατωτ. 25 F50 μὲ σχόλ.), ἡ διήγηση τοῦ *Ἀπολλόδωρου (2.116) γιὰ τὸν Φρασίον δὲν ἀφήνει καμιὰ σχετικὴ ἀμφιβολία.

   Χαρακτηριστικὲς εἶναι καὶ οἱ σχετικὲς μὲ τὸν Τεῦκρον τὸν οἰκιστὴ τῆς Κυπριακῆς Σαλαμίνας διη­γήσεις (Cook33 ὅ.π. ΙΙΙ. 642 κἑ. [σημ. 1, κυρίως 646 κἑ.], πβ. ΑΚΕΠ19 Δα΄ καὶ Δβ΄ 281 κ.ἀ., βλ. καὶ κατωτ. 25 F48 γιὰ ἀνθρωποθυσίες στὴν Κρήτη), μὲ πιὸ σχετικὴ πρὸς τὰ ἐδῶ τὴν πληροφορία τοῦ Λακτάντιου (De fals. rel. 1.21 = ΑΚΕΠ19 Δα΄ 281 καὶ Epit. 18.1, γιὰ τον Λακτάντιο βλ. Rose ΙΛΛ28 ΙΙ. 197 κἑ. καὶ 333 κἑ. σημ. 35-43) ὅτι ὁ Τεῦκρος θυσίασε ἀνθρώπινο σφάγιο στὸν Δία κι αὐτὴ ἡ θυσία διατηρήθηκε ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του ὣς τὰ χρόνια τοῦ Ἀδριανοῦ. Πβ. (γιὰ τὸ ὅλο θέμα) Πορφυρ. Περὶ ἀποχ. 2.54 κἑ. (πβ. Εὐσεβ. Εὐαγγ. προπ. 4.16.1 κἑ., βλ. ΑΚΕΠ19 Β΄ 122 καὶ Ε΄ 189, βλ. ἐπίσης ἀνωτ. 16 F1 σχόλ. σ.στ. 5 καὶ κατωτ. 25 F48) ἐθύετο γὰρ καὶ ἐν Ῥόδῳ μηνὶ Μεταγειτνιῶνι ἕκτῃ ἱσταμένου ἄνθρωπος τῷ Κρόνῳ (πβ. 56.2 = κατωτ. 25 F48 Ἴστρος δὲ ἐν τῆι Συναγωγῆι τῶν Κρητικῶν θυσιῶν φησὶν τοὺς Κουρῆτας τὸ παλαιὸν τῶι Κρόνωι θύειν παῖδας). ὃ δὴ ἐπὶ πολὺ κρατῆσαν μετεβλήθη (...). ἐν δὲ τῇ νῦν Σαλαμῖνι, πρότερον δὲ Κορωνίδι ὀνομαζομένῃ, μηνὶ κατὰ Κυπρίους Ἀφροδισίῳ ἐθύετο ἄνθρωπος τῇ Ἀγραύλῳ τῇ Κέκροπος καὶ νύμφης Ἀγραυλίδος. καὶ διέμενετὸ ἔθος ἄχριτῶν Διομήδους χρόνων· εἶτα μετέβαλεν, ὥστε τῷ Διομήδει τὸν ἄνθρωπον θύεσθαι· ὑφ' ἕνα δὲ περίβολον ὅ τε τῆς Ἀθηνᾶς νεὼς καὶ ὁ τῆς Ἀγραύλου καὶ Διομήδους· ὁ δὲ σφαγιαζόμενος ὑπὸ τῶν ἐφήβων ἀγόμενος τρὶς περιέθει τὸν βωμόν· ἔπειτα ὁ ἱερεὺς αὐτὸν λόγχῃ ἔπαιεν κατὰ τοῦ στομάχου, καὶ οὕτως αὐτὸν ἐπὶ τὴν νησθεῖσαν (νηθεῖσαν codd., νησθεῖσαν Euseb. Praep. evang. 4.16.2, ἁφθεῖσαν Cyrill. C. Julian. 4.128 [PG 76, 697c-d] πυρὰν ὡλοκαύτιζεν. τοῦτον δὲ τὸν θεσμὸν Δίφιλος ὁ τῆς Κύπρου βασιλεὺς (ante 560 B.C.) κατέλυσε, κατὰ τοὺς Σελεύκου χρόνους τοῦ θεολόγου γενόμενος, τὸ ἔθος εἰς βουθυσίαν, μεταστήσας. προσήκατο δ' ὁ δαίμων ἀντὶ ἀνθρώπου τὸν βοῦν· οὕτως ἰσάξιόν ἐστιν τὸ δρώμενον (βλ. καὶ Cook ὅ.π. 653 μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία, ΑΚΕΠ19 Ε΄ 189, Παυλίδη35 ΙΝΚ1423 κἑ., κ.ἀ.).

   Ἡ βουθυσία στὴν Κύπρο εἶναι ὄντως παλαιότατη κατὰ τὰ ἀδιάψευστα ἀρχαιολογικὰ τεκμήρια, μὲ πιὸ ἐντυπωσιακὴ τὴν παράσταση τελετουργικοῦ ἅρματος πάνω στὸ ὁποῖο μεταφέρεται ταῦρος γιὰ θυσία ποὺ βρέθηκε στὴν Ἔγκωμη μαζὶ μὲ ἄλλα χάλκινα ἀντικείμενα καὶ χρονολογεῖται στὸν 12ον αἰ. π.Χ., τότε ποὺ κατὰ τὴν παράδοση βλ. ἀνωτ. 14 Τ1 σχόλ. σ.στ. 3-4 μὲ παραπομπές) ὁ Τεῦκρος ἵδρυσε τὴ Σαλαμῖνα (βλ. C. F. A. Schaeffer, Syria36 46 [1969] 267 κἑ., Ἐπιφανίου (ἐκδ.) Τὸ Μουσεῖο τῆς Κύπρου37 ΙΙ. 139 μὲ εἰκ. 60 [πβ. 117 εἰκ. 33, 131 εἰκ. 50, 166 εἰκ. 84, 183 κἑ. εἰκ. 100, κ.ἄ.]. Παλαιὰ εἶναι καὶ ἡ λατρεία τοῦ Διὸς στὴν Κύπρο, γνωστὴ ὅμως «περισσότερο από φιλολογικές- επιγραφικές μαρτυρίες παρά από πραγματικές απεικονίσεις» (Καραγιώργη ΕΘΗρΑΚ38 132, μὲ παραπομπὴ σὲ ΑΚΕΠ19 Δβ΄ σσ. 84-93)· ὀνομαστὴ εἶναι ἡ λατρεία του στὴ Σαλαμῖνα (ὅ.π. 132 / Δα΄ καὶ Δβ΄ ἀρ. 28.21 κἑ., καὶ 282 [Amm. Marcell. 14.8.14] Cyprum item insulam ... urbes duae faciunt claram, Salamis et Paphus, altera Jovis delubris, altera Veneris templo insignis: τὴ νῆσο Κύπρο ... δυὸ πόλεις καθιστοῦν περίφημη, ἡ Σαλαμίνα καὶ ἡ Πάφος, ἡ μιὰ ὀνομαστὴ γιὰ τοὺς ναοὺς τοῦ Δία κι ἡ ἄλλη γιὰ τὸ ἱερὸ τῆς Ἀφροδίτης), καὶ ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσα ἡ λατρεία του στὸ Κίτιον (τὴν πατρίδα τοῦ ἐδῶ Ἰσιγόνου) ὡς Κεραυνίου (ὅ.π. 133 / Δα΄ καὶ Δβ΄ 28.5 κἑ.). (Πβ. καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴ λατρεία κερασφόρου θεοῦ στὴν Κύπρο: Καραγιώργης ὅ.π. 30 κἑ. [κυρίως 33 μὲ εἰκ. 8: ἀνωτ. Πίν. 73, ἀπὸ τὴν Ἔγκωμη] καὶ ΑΚΕΠ19 Δα΄ / Δβ΄ 17.29 [ἐπιγραφὴ 3ου αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὴν περιοχὴ Κιτίου: Πύλα τῆς ἐπαρχίας Λάρνακας] Ἀπόλλωνι | Κεραιάτηι | Ἀπολλώνιος | Μένωνος ἀνέθηκε] καὶ τὸ ὄνομα τῆς Κύπρου ΚεραστίαΚεραστίς: Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ9 21, 25 κἑ., 29.).

  1. Parke, H W. (1979), Τὰ Ἑλληνικὰ μαντεῖα, Ἀθήνα .a↑ b↑ c↑
  2. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.
  3. Janko, R. & Kirk G. S. (1992), The Iliad: A Commentary, Vol. IV: 13-16, Cambridge.a↑ b↑
  4. Heubeck, A. & Hoekstra A. (1989), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume II: Books IX-XVI, Oxford.a↑ b↑
  5. Russo, J., Fernandez-Gatiani M. & Heubeck A. (1992), A Commentary on Homer's Odyssey, Vol. III: Books xvii-xxiv, Cambridge.
  6. Burkert, W. (1993), Ἀρχαία Ἑλληνική Θρησκεία: Ἀρχαϊκή καί Κλασσική Ἐποχή, μτφρ. Μπεζαντάκος, Ν Π. και Αβαγιανού, Α Ἀθήνα.a↑ b↑ c↑ d↑
  7. Solmsen, F., Merkelbach R. & West M. L. (1970), Hesiodi Theogonia, Opera et Dies, Scutum, Fragmenta Selecta, Oxford.
  8. Schenkl, H. Epicteti Dissertationes, Leipzig.
  9. Βοσκός, Α. Ι. (1999), Μορφὼ παροικήσουσι: Λυκόφρονος Ἀλεξάνδρα, Λευκωσία Κύπρου.a↑ b↑
  10. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1990), Μυθολογικὰ καὶ Λαογραφικὰ Μελετήματα, Ἀθήνα.
  11. Migne, J P. (1857-1866), Patrologiae cursus completus. Series Graeca, Paris .
  12. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .a↑ b↑
  13. Easterling, P. E. & Knox B. M. W. (2000), Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Κονομή, Ν., Γρίμπα Χρ, Κονομή Μ. & Στεφανή Α. Ἀθήνα.
  14. (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι.a↑ b↑
  15. Reardon, B. P. (1991), The Form of Greek Romance, Princeton.
  16. Kennedy, G. (1994), A new History of Classical Rhetoric (an extensive revision and abridgment of “The Art of Persuasion in Greece”, “The Art of Rhetoric in the Roman World” and “Greek Rhetoric under Christian Emperors”, with additional discussion of Late Latin Rhetoric, Princeton.
  17. Κοντιάδη-Τσιτσώνη, Ε. Ι. (2001), Φλαβίου Φιλοστράτου Εἰκόνες, Αθήνα.
  18. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.
  19. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  20. Müller, C. (1855-1861), Geographi Graeci Minores, Vols. I-II, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑
  21. Westermann, A. (1839), Παραδοξογράφοι. Scriptores rerum mirabilium Graeci, Braunschweig – London.a↑ b↑
  22. Pfeiffer, R. (1949), Callimachus, Vol. I: Fragmenta, Oxford.a↑ b↑
  23. Giannini, A. (1966), Paradoxographorum Graecorum Reliquiae, Milano.
  24. Χρήστου, Π. Ν. (1989), Ἑλληνικὴ Πατρολογία, Πατριαρχικὸν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶντóμ. Δ΄: Περίοδος θεολογικῆς ἀκμῆς, Δ΄ καὶ Ε΄ αἰῶνες, Θεσσαλονίκη.
  25. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.a↑ b↑
  26. Durand, G. M. (1964), Cyrille d'Alexandrie, Deux dialogues christologiques, Sources chrétiennes,97 Paris.
  27. Malley, W. J. (1978), Hellenism and Christianity: The Conflict between Hellenic and Christian wisdom in the “Contra Galilaeos” of Julian the Apostate and the “Contra Julianum” of St. Cyril of Alexandria, Roma.a↑ b↑
  28. Rose, H. J. (1980), Ἱστορία τῆς Λατινικῆς Λογοτεχνίας, μτφρ. Γρόλλιος, Κ. Χ.τóμ. Α´- Β´, Ἀθήνα.a↑ b↑
  29. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .
  30. Berkowitz, L. & Squitier K. A. (2000), Thesaurus Linguae Graecae, Canon of Greek Authors and Works, 3d ed., New York - Oxford.
  31. Geerard, M. (1979), Clavis Patrum Graecorum, Vol. III: A Cyrille Alexandrino ad Iohannem Damascenum, Brepols – Turnhout .
  32. Vossius, G. H. (1651), De Historicis Graecis (Libri IV), Leiden.
  33. Cook, A. B. (1914-1925), Zeus: A Study in Ancient Religion, Vol. I-III, Cambridge.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  34. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑
  35. Παυλίδης, Α. (1991-1993), Ιστορία της Νήσου Κύπρου, τóμ. 1-4, Λευκωσία.
  36. Schaeffer, C. F. A. (1969), Chars de culte de Chypre, Syria 46: 267-276.
  37. Καραγιώργης, Β. (1988), Τὸ Μουσεῖο τῆς Κύπρου, Λευκωσία, Λευκωσία.
  38. Καραγιώργης, Β. (1998), Ἕλληνες Θεοί καί Ἥρωες στήν Ἀρχαία Κύπρο, Αθήνα.