You are here

F3

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Hesyc. s.v. ἀπόφαρσις
  1. [Vid. FHG IV. 419 fr. 29 et Hesych. edd.]
Ἡσύχ. σ.λ. ἀπόφαρσις

ἀπόφαρσις· ἡ παλλακίδα (ἤ: ἡ πόρνη), κατὰ τὸν Ἡγήσανδρο.

Σχόλια: 

1. ἀπόφαρσις: ἡ ἑταίρα, ὡς Ἡγήσανδρος, κατὰ τὸν Ἡσύχιο. Πβ. Ἀθήν. σ. 267c Ἕρμων δὲ ἐν Κρητικαῖς Γλώτταις μνώτας (sc. καλεῖ) τοὺς εὐγενεῖς οἰκέτας, Σέλευ­κος δ' ἄζους τὰς θεραπαίνας καὶ τοὺς θεράποντας, ἀποφράσην δὲ τὴν δούλην καὶ βολίζην, σίνδρωνα δὲ τὸν δουλέκδουλον (κ.λπ.)· πβ. ἐπίσης Εὐστ. 1090.57 (στὸ Π 865) καὶ ἄζους ἔλεγον τὰς θεραπαίνας και τοὺς θεράποντας, ἔτι δὲ χαλκίδας Λακωνικῶς τὰς θεραπαίνας καὶ ἀποφράσην καὶ βολίζην τὴν δούλην (...). Οἱ λέξεις ἀπόφαρσις καὶ ἀποφράση (γιὰ τὴ δεύτερη οἱ LSJ91 καὶ ὁ Chantraine2 σ.λ. σημει­ώνουν ὅτι εἶναι Κρητικὴ λέξη γιὰ τὴ δούλη, κι ὅτι ὁ Εὐστ. γράφει -φράτη) φαίνε­ται νὰ ἔχουν τὴν ἴδια ρίζα (αρ / ρα), ἄγνωστο ποιάν. Διαφωτιστικὰ μοιά­ζουν νὰ εἶναι χωρία ὅπως τὸ τοῦ Εὐστ. (1516.22 στὸ δ 736, βλ. τὸ ὅλο χωρίο περὶ κήπων καὶ πβ. τὰ σχετικὰ μὲ τὰ ἀοῖα ἀνωτ.) ἡ δὲ μανιόκηπος γυνὴ τοὐτέστιν ἡ περὶ μίξεις μεμηνυῖα, κήπῳ τῷ κατ' αὐτὴν οὕτω σκώπτεται. περὶ ὃν δηλαδὴ μέμηνεν ἀποφραγνῦσα τοῖς ἐθέλουσι τὴν τῆς ὥρας ὀπώραν δρέπεσθαι (πβ. 536.20 [στὸ Ε 185] Μάνης γὰρ δουλικὸν ὄνομα παρὰ τοῖς παλαιοῖς, ἐξ οὗ μετῆκται καὶ εἴ τι παικτικὸν χαλκοῦν πρόσωπον, ὃ καὶ αὐτὸ Μάνην ἐκάλουν. ἐκ τοιαύτης δὲ μανίας πέπαικται καὶ ἡ μανιόκηπος γυνή, ἤγουν ἡ περὶ μίξεις μεμηνυῖα. κῆπος γὰρ νῦν τὸ ἐπείσιον, καὶ 1921.58 [στὸ χ 128 σ.λ. λαύρην, ὅπου πολλὰ ἐπίθ. γιὰ τὴν πόρνην, ὅπως σποδησιλαῦρα, χαμαιτύπη, χαλκιδίτις, λούπα, ἀνασεισίφαλος, μύζουρις, ἀνασύρτολις κ.λπ.] καὶ πολύυμνος, ἀλλὰ τοῦτο σεμνότερον δῆθεν πόρνης ἐπίθετον διὰ τὸ αὐτῆς περιώνυμον. φορτικὸν δέ γε ἡ μανιόκηπος, ὃ δηλοῖ τὴν μεμηνυῖαν περὶ κῆπον τὸν κατ' αὐτήν, ὃς τὸ παιδογόνον σημαίνει)· τὸ τοῦ Εὐφορ. στὸν Ἀθήν. 6, 263e δωροφόροι καλεοίαθ' (sc. οἱ Μαριανδυνοὶ) ὑποφρίσσοντες ἄνακτας (καὶ στὴ συνέχεια: τοὺς Μαριανδυνοὺς ὠνόμαζαν δωροφόρους ἀφαιροῦντες τὸ πικρὸν τῆς {ἀπὸ} τῶν οἰκετῶν προσηγορίας (καὶ ἄλλα τοιαῦτα)· τὸ τοῦ Ἀθήν. 6, 245d (βλ. τὸ ὅλο χωρίο) ἑταίρας, ᾗ ὄνομα ἦν Γνώμη (κ.ἄ.). Μήπως τὰ ἀπόφρασις καὶ ἀποφράση ὀφείλονται σὲ παιχνίδι λέξεων μὲ τὰ ἀποφράζω καὶ ἀποφράσσω / ἀποφάργνυμι, ἀπόφρικτος (πβ. ὑποφρίσσω) καὶ ἀποφρύγω (πβ. Sud. σ.λ. ἀπεφρύγοντο· οἱ δὲ ὑφ' ἡδονῆς ἀπεφρύγοντο κ.λπ.); Μήπως κατὰ τὸ ἀποφεῖν· ἀπατῆσαι (<pro ἀπαφεῖν> add. Schmidt13) τοῦ Ἡσύχιου (πβ. καὶ Εὐστ. 1600, στὸ θ 360); Μήπως καὶ κατ' ἐπί­δραση λέξεων ὅπως φάρος (ἄροτρο) καὶ φάρσος, βούφαρος, φάραγξ καὶ φάρυγξ κ.λπ. (πβ. Θέογν. 581-82 ἐχθαίρω δὲ γυναῖκα περίδρομον, ἄνδρα τε μάργον, | ὃς τὴν ἀλλοτρίην βούλετ' ἄρουραν ἀροῦν), φάρη· ἱμάτια, νεφέλαι καὶ φαρικόν· φάρμακον σύνθετον θανάσιμον (κατὰ τὸν Ἡσύχ.); Οἱ ποικίλες σημασίες τῆς ἀπὸ σὲ σύνθετες λέξεις ἐπιτρέπουν ὑποθέσεις πολλές.

ὡς Ἡγήσανδρος: ποιός; Ὁ Ἡγήσανδρος ὁ Σαλαμίνιος, ὅπως πιθανὸν στὴ γλ. ἀοῖα; Ὁ Latte4, στὴ σημ. του στὸ ἀοῖα (βλ. ἀνωτ.) δὲν ἀποκλείει τὴν πιθανότητα νὰ εἶναι ὁ ἴδιος Ἡγήσανδρος ἐκεῖ («gl. 5654») καὶ ἐδῶ («gl. α 6767»)· στὸ κριτ. ὑπόμν. του στὸ ἀπόφαρσις, ὅμως, σημειώνει: «Heges. Delphius, vix Salaminius (v. ad gl. 5654)», δείχνοντας ἔτσι τὴν προτίμησή του στὸν Ἡγήσανδρον τὸν Δελφόν, ποὺ –χάρις κυρίως στὸν Ἀθήν., ὁ ὁποῖος τὸν μνημονεύει συχνότατα– εἶναι πολὺ πιὸ γνωστός. Ὁ Müller5 ἀποδίδει τὸ ἐδῶ ἀπόσπ. καὶ τὸ τοῦ Ἀθήν. ἀποφράση στὸν Ἡγήσανδρο τὸν Δελφό (FHG5 IV. 419 ἀποσπ. 29a). Κάποια ὅμως ἀπὸ τὰ χωρία τοῦ Ἀθήν. δὲν ἀποκλείεται –ἔστω κι ἂν οἱ πιθανότητες εἶναι σὲ βάρος του– νὰ ἀνήκουν σ' αὐτόν (βλ. π.χ. τὴν πρώτη ἀναφορὰ τοῦ Ἀθήν. στὸ 1, 18a, ποὺ μνημο­νεύθηκε καὶ ἀνωτ.: Ἡγήσανδρος δέ φησιν [χωρὶς τὸ ὁ Δελφός, ὅπως συχνὰ στὶς ἑπόμενες ἐμφανίσεις του] οὐδὲ ἔθος εἶναι ἐν Μακεδονίᾳ κατακλίνεσθαί τινα ἐν δείπνῳ, εἰ μή τις ἔξω λίνων ὗν κεντήσειεν· ἕως δὲ τότε καθήμενοι ἐδείπνουν. Κάσανδρος οὖν πέντε καὶ τριάκοντα ὢν ἐτῶν ἐδείπνει παρὰ τῷ πατρὶ καθήμενος, οὐ δυνάμενος τὸν ἄθλον ἐκτελέσαι καίπερ ἀνδρεῖος γεγονὼς καὶ κυνηγὸς ἀγαθός, πβ. 1, 19c: καὶ πάλι χωρὶς τὸ ὁ Δελφός: ὣς φησιν Ἡγήσανδρος, καὶ 2, 44c Ἡγήσανδρος δ' ὁ Δελφός)· καὶ τὸ γεγονὼς ὅτι ὁ Ἡγήσανδρος ὁ Σαλαμίνιος συγκεντρώνει πολλὲς πιθανότητες νὰ εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ Ἡσύχιου γιὰ τὸ λῆμμα ἀοῖα –σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ὅτι τὸ Ἡγήσανδρος (χωρὶς τὸ Δελφός, ἐδῶ) δὲν ἀναφέρεται στὴ συνέχεια ἀπὸ τὸν Ἡσύχ.– αὐξάνει τὶς πιθανότητες νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ δίνει ἕνα ἄλλο –παράλληλα πρὸς τὸ πιθανῶς Κρητικὸ ἀποφράση– λογοπαίγνιο, γιὰ τὴν ἑταίραν αὐτός· ἂς μὴ λησμονοῦμε τὴν εὐρύτατα διαδεδομένη καὶ Πανελλήνια ὀνομαστὴ λατρεία τῆς Ἀφροδίτης στὴν Κύπρο ὡς θεᾶς τοῦ ἔρωτα, καὶ τὰ σχετικὰ ἔθιμα (κυρίως τὸ τῆς ἱερᾶς πορνείας: Ἀθήν. 12, 516a [κ.ἀ., βλ. ΑΚΕΠ6 Δβ΄ σημ. στὸν ἀρ. 238 μὲ περαιτέρω παραπομπές] καὶ τὰ περὶ τὴν Ἀφροδίτην μαχλῶντα ὄργια: Κλήμ. Ἀλέξ. Προτρ. 2.12-13 [κ.ἀ.], πβ. καὶ Ἡροδ. 1.199.1 κἑ., κ.ἄ.).

  1. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  2. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.
  3. Schmidt, M. (1867), Hesychii Alexandrini Lexicon. Αἰλίου Διογενειανοῦ Περιεργοπένητες, Jena.
  4. Latte, K. (1953-1966), Hesychii Alexandrini Lexicon, Vol. I: Α-Δ, vol. II: E-O, Hauniae .
  5. Müller, K. & Müller T. (1841-1872), Fragmenta Historicorum Graecorum, Vols. I-V, Paris.a↑ b↑
  6. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.