You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

a. Tzetz. Lycophr. 883
    1,2Ἀργώιου· Ἀργὼ  ἐκλήθη ἡ τοῦ Ἰάσονος ναῦς ἢ ὅτι κατὰ Ἀπολ-
    λώνιον ἌργοςἝστοροςἈλέκτορος3 υἱὸς ἐναυπήγησεν  ἢ
3  4ὅτι ἐν Ἄργει ἐναυπηγήθη , ὥς φησιν  ἩγήσανδροςΣα-
    λαμίνιος .


bi. Etym. Gen. s.v. Ἀργώ (1129, pp. 175-76 L. – L.)
    Ἀργώ· ἡ ναῦς· ἀφ' οὗ οἱ Ἀργοναῦται, εἴρηται δέ, ὅτι Ἄργος
    αὐτὴν κατεσκεύασεν , ‹ἤ›5, ὡς ἱστορεῖ ↓ Ἡγήσανδρος6 (FHG
3  IV. 422), ὅτι ἐν Ἄργει τῆι πόλει κατεσκευάσθη .


bii. Etym. Magn. Auct. s.v. Ἀργώ (1738, p. 177 L. – L.)
     Ἀργώ· ἡ ναῦς, ἀφ' οὗ καὶ Ἀργοναῦται. εἴρηται, ὅτι Ἄργος
     αὐτὴν κατεσκεύασεν, ἢ ὅτι ἐν Ἄργει τῆι πόλει κατεσκευάσθη,
3   ὡς Ἡγή[σανδρος]7 ἱστορεῖ8, ἢ ὅτι ταχεῖα ἦν · ἀργὸν καὶ τὸ
     ταχύ, ἔνθεν καὶ λήθαργος ὁ τῆι λήθηι ταχύς. πρώτην δὲ αὐ-
     τὴν ναυπηγηθῆναί φασιν9.


  1. Cf. Schol. Apollon. Rhod. 1.1-4e [pp. 7-8 Wendel] s.v. ἤλασαν Ἀργώ· ὁ μὲν Ἀπολλώνιος καλεῖ τὴν Ἀργὼ ἀπὸ Ἄργου τοῦ κατασκευάσαντος, Φερεκύδης δὲ [3 F 106 J.] ἀπὸ Ἄργου τοῦ Φρίξου υἱοῦ. ταύτην δὲ λέγουσι πρώτην ναῦν γεγενῆσθαι. ἄλλοι δὲ λέγουσιν, ‹ὅτι› Δαναὸς διωκόμενος ὑπὸ Αἰγύπτουτὴν› πρώτην κατεσκεύασε, ὅθεν καὶ Δαναΐς ἐκλήθη.


  2. [Vid. FHG IV. 422 (a., pars) sub. tit. «Hegesander Salaminius» et 424 fr. 5 (bii., pars) sub tit. «Hegesippus Mecybernaeus»; ΑΚΕΠ Γα΄ 84 (a., bii. pars). Tzetz. Lycophr. 883, p. 286 Scheer (cum sigl.) Etym. Gen. et Etym. Magn., edd Gaisford (Magn.), Lasserre – Livadaras (Etym. Magn. Gen. / Etym. Magn. Auctum, cum sigl.).]
  3. a. 2 Ἀλέκτορος om. b
  4. 3 «Quod Thryllitzchius conjecit, apud Tzetzem pro Hegesandro scribendum esse Hegesiam (Salaminium, Cypriorum auct.), parum se commendat» Müller (p. 422)
  5. bi. 2. , ex Etym. magn. (ii.2) suppl. Livadaras ‖
  6. Ἡγίσανδρος Α
  7. bii. 3 Ἡγή[σανδρος] ex Etym. Gen. (i.2) et Tzetz. Lycophr. 883 (a.3) suppl. Lasserre: Ἡγη ( ) PSOM, [- - - - - -] Vm, Ἡγή[σιππος] Gaisford, Ἡγήσιππος Müller (p. 424) et Hadjioannou; Ἡγήτωρ P2
  8. ἱστορεῖ PSOM: ἱστορικός R., prob. Mü. (ὁ ἱστορικός) et Hadj.; ἱστορία Vm
  9. 5 φασιν om MVm.

a. Τζέτζ. Λυκόφρ. 883
Ἀργώιου· Ἀργὼ ὀνομάστηκε τὸ πλοῖο τοῦ Ἰάσονα ἢ ἐπειδὴ κατὰ

τὸν Ἀπολλώνιο τὸ ναυπήγησε ὁ Ἄργος ὁ γιὸς τοῦ Ἕστορα ἢ τοῦ

Ἀλέκτορα ἢ ἐπειδὴ ναυπηγήθηκε στὸ Ἄργος, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ

Ἡγήσαν­δρος ὁ Σαλαμίνιος.

bi.
Etym. Gen. σ.λ. Ἀργώ (1129, σσ. 175-76 L. – L.)
Ἀργώ· τὸ πλοῖο· ἀπ' αὐτὸ (τὸ πλοῖο [τὴν Ἀργώ] πῆραν τ' ὄνομά

τους) οἱ Ἀργοναῦτες, ἔχει δὲ ὀνομαστῆ ἔτσι, ἐπειδὴ τὴν κατασκεύα-

σε ὁ Ἄργος, ἤ, ὅπως ἱστορεῖ ὁ Ἡγήσανδρος (FGH IV. 422),

ἐπειδὴ κατασκευάστηκε στὴν πόλη Ἄργος.


bii. Etym. Magn. Auct. σ.λ. Ἀργώ (1738, σ. 177 L. – L.)
Ἀργώ· τὸ πλοῖο, ἀπ' ὅπου καὶ Ἀργοναῦτες. Ἔχει ὀνομαστεῖ ἔτσι,

ἐπειδὴ τὴν κατασκεύασε ὁ Ἄργος, ἢ ἐπειδὴ κατασκευάστηκε στὴν

πόλη Ἄργος, ὅπως ἱστορεῖ ὁ Ἡγήσανδρος, ἢ ἐπειδὴ ἦταν γρή-

γορη· ἀργὸν (εἶναι) καὶ τὸ γρήγορο, ἀπ' ὅπου καὶ λήθαργος ὁ γρή-

γορος στὴ λήθη (αὐτὸς ποὺ ξεχνᾶ γρήγορα). Λένε δὲ πὼς αὐτὴ ναυ-

πηγήθηκε πρώτη.

Σχόλια: 
a.1. Ἀργὼ: βλ. καὶ bi.1, bii.1 (κἑ.). Τὸ ὄνομα τοῦ πλοίου μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Ἰάσων καὶ οἱ Ἀργοναῦται ἔπλευσαν στὴ μακρινὴ Κολχίδα γιὰ νὰ ἁρπάξουν καὶ νὰ φέρουν στὴν Ἑλλάδα τὸ χρυσόμαλλο δέρας, ἀπαντᾶ συχνότατα στὶς ἀρχαῖες πηγές, στὰ πλαίσια τοῦ μύθου τῆς Ἀργοναυτικῆς ἐκστρατείας καὶ τῶν λογοτεχνικῶν ἐκφράσεών του (μὲ τὰ Ἀργοναυτικὰ τοῦ Ἀπολλώνιου τοῦ Ρόδιου, τοῦ Ὀρφέα, ἀλλὰ καὶ τοῦ Κύπριου Κλέωνος τοῦ Κουριέως [ΑΚυΓ11 σσ. 105-12: ΑΚυΓ1β´1 144-54] καὶ 6 F1-5 μὲ σχόλ.] νὰ ξεχωρίζουν ἀνάμεσά τους), ἢ σὲ σχόλια ἐτυμολογικά. Μνημονεύεται ἤδη στὸν Ὅμηρο, μ 69-70 ποντοπόρος νηῦς | Ἀργὼ πασιμέλουσα, σ' ἕνα ἀπόσπασμα ποὺ φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ τὴν πιὸ σπουδαία μαρτυρία γιὰ προομηρικὰ Ἀργοναυτικὰ ὡς πηγὴ καὶ πρότυπο γιὰ τὶς περιπέτειες τοῦ Ὀδυσσέα στὶς ραψωδίες ι-μ, κατὰ τὸν A. Heubeck (COd2 ΙΙ. 121, σημ. στὸ μ 55-72, ὅπου καὶ βιβλιογραφία). Στὸν ἴδιο φαίνεται ἐπίσης νὰ ἀνιχνεύεται ἡ πραγματικὴ ἐτυμολογία τῆς λέξεως Ἀργώ, ἀπὸ τὴ ρίζα ΑΡΓ- ποὺ βρίσκουμε στὸ ἐπίθ. ἀργὸς = (α΄) ὁ ἀπαστράπτων, λευκός, καὶ (β΄) ὁ ταχύς, μὲ χαρακτηριστικὴ τὴ χρήση του ἀφενὸς γιὰ βόες (Ψ 30 βόες ἀργοί, πβ. ο 161 ἀργὴν χῆνα) μὲ τὴν α΄ σημασία (κυρίως τοῦ ἀπαστράπτοντος, βλ. CIl VI.3 169: σημ. N. Richardson στὸ Ψ 30) καὶ ἀφετέρου γιὰ κύνας μὲ τὴ β΄ κυρίως σημασία κύνες πόδας ἀργοί Σ 578, κύνες ἀργοί Α 50 σὲ αἰτ., Σ 283, β11 [βλ. COd4 Ι. 129: σημ. St. West στὸ χωρίο], ρ 62 [μὲ σημ. J. Russo: COd ΙΙΙ.5 24, βλ. καὶ 34-35 γιὰ τὸν πιστὸ σκύλο τοῦ Ὀδυσσέα ποὺ φέρει τὸ ὄνομα Ἄργος], υ 145)· τὴ διπλὴ αὐτὴ χρήση τοῦ ἀργὸς ἐπισημαίνει ἤδη ὁ Ἀπολλών. ὁ Σοφ. (σ.λ. ἀργὸν 41.21 κἑ.): ἀργὸν ἐπὶ μὲν τοῦ λευκοῦ «αἰετὸς ἀργὴν χῆνα φέρων», ἐπὶ δὲ τοῦ ταχέος «ἅμα τῷ γε κύνες ἀργοί», καὶ ὁ συντάκτης τοῦ λ. Ἀργώ στὸ Etym. Magn. Auct.6: ἢ ὅτι ταχεῖα ἦν· ἀργὸν καὶ τὸ ταχύ, ἔνθεν καὶ λήθαργος ὁ τῆι λήθηι ταχύς (βλ. κατωτ. bii.2-3 μὲ σχόλ.), δίνοντας ἔτσι τὴν πραγματικὴ ἐτυμολογία τῆς λέξεως Ἀργώ. Πβ. καὶ ἀργίπους (Ω 211 ἀργίποδας κύνας), Πόδαργος (Ψ 295, ὠκέας ἵππους, | Αἴθην τὴν Ἀγαμεμνονέην τὸν ἑόν τε [sc. Μενελάου] Πόδαργον, βλ. καὶ Θ 185), Ποδάργη (Π 150, ὠκέας ἵππους | Ξάνθον καὶ Βαλίον, τὼ ἅμα πνοιῇσι πετέσθην, | τοὺς ἔτεκε Ζεφύρῳ ἀνέμῳ Ἅρπυια Ποδάργη, βλ. καὶ Τ 400, Ξάνθε τε καὶ Βαλίε, τηλεκλυτὰ τέκνα Ποδάργης, 404-5 πόδας αἰόλος ἵππος Ξάνθος, κ.ἄ.), ἀλλὰ καὶ ἀργής (καὶ ἀργήεις, ἀργῆς, ἀργηστής), ἀργικέραυνος, ἀργιόδους, καὶ ἄργυρος, ἀργύρεος, κ.τ.τ. «Πρέπει νὰ δεχθοῦμε στὴν ἀρχὴ μιὰν ἔννοια ποὺ ἐκφράζει τὸ ἀστραφτερὸ λευκὸ τῆς ἀστραπῆς καὶ ταυτόχρονα τὴν ταχύτητα», σημειώνει ὁ Chantraine7 (σ.λ. ἀργός, ὅπου καὶ περισσότερα, καὶ βιβλιογραφία· πβ. LSJ98 σ.λ., "in Hom. mostly in the phrase πόδας ἀργοί, of hounds, swift-footed, because all swift motion causes a kind of glancing or flickering light" / LSK9 ὅμως: «ταχύπους, ἐπειδὴ πᾶσα ταχεῖα κίνησις περιαστράπτει τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ τὸ κινούμενον φαίνεται ὡς στιλπνόν τι πρᾶγμα»). Στὸ ἐλαφρὺ καὶ ταχύτατο πλοιάριο, ποὺ σὰν ἀστραπὴ καταφέρνει νὰ περάσει –ἔστω καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῆς Ἥρας– τὰς Πλαγκτὰς πέτρας, ἀπ' ὅπου οὐδὲ ποτητὰ παρέρχεται οὐδὲ πέλειαι / τρήρωνες, ταί τ' ἀμβροσίην Διὶ πατρὶ φέρουσιν (μ 61 κἑ., βλ. καὶ ΙΕΕ10 4. 155 [4. 130 κἑ., μὲ παραπομπές), ἁρμόζει ἄριστα τὸ ὄνομα Ἀργώ.
Οἱ ἄλλες δυὸ ἀρχαῖες ἐτυμολογίες –ἢ μᾶλλον παρετυμολογίες– τῆς Ἀργοῦς κατὰ τὸ ἐδῶ ἀπόσπ. στηρίζονται στοὺς μύθους γιὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ πλοίου τοῦ Ἰάσονα, τὸν κατασκευαστή της καὶ τὸν τόπο ὅπου κατασκευάστηκε (βλ. ὅμως καὶ τὰ τοῦ Ἡσύχ. σ.λ. ἀργώ· εἶδος φυτοῦ, ἀφ' οὗ ἡ Ἀργὼ ναῦς [ἐννοώντας προφανῶς τὸ ξύλο ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατασκευάστηκε], καὶ κυρίως τὰ τοῦ ἀρχαίου σχολιαστῆ στὸ μ 69 κἑ. Ἀργώ· ἡ ἀργὴ κατ' ἀντίφρασιν. ἢ ὅτι τοὺς Ἀργείους εἶχεν, καὶ πασιμέλουσα· ἐπίθετον τῆς Ἀργοῦς ἀπὸ τοῦ πᾶσιν ἐν ἐπιμελείᾳ εἶναι διὰ τὸ κλέος. ἢ πᾶσι μέλουσα θεοῖς. πᾶσι τοῖς ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος ἐν φροντίδι οὖσα. ἐκ πάσης γὰρ τῆς Ἑλλάδος εἶχεν ἥρωας. ἢ παρὰ πάντων οὖσα διὰ φροντίδος ὡς ταχεῖα· στὸν ἴδιο σχολιαστή –στὰ προηγούμενα, ὅπου δίνεται περίληψη τοῦ ὅλου μύθου– ἡ Ἀθηνᾶ, ποὺ ἀλλοῦ ἐμφανίζεται ὡς σύμβουλος μόνο τοῦ Ἄργου, κατασκευάζει τὴν Ἀργώ). Ὁ Ἄργος, μὲ διάφορες ὅμως γενεαλογίες (βλ. κατωτ.), ἐμφανίζεται κατὰ κανόνα ὡς ὁ κατασκευαστὴς τῆς Ἀργοῦς, καὶ ἀπ' αὐτὸν πῆρε κατὰ τὸν Ἀπολλώνιον (τὸν Ρόδιο) τὸ ὄνομά της ἡ Ἀργώ, σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Τζέτζη ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀρχαίου σχολιαστῆ στὰ Ἀργ. τοῦ Ἀπολλών., ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐμφανίζεται καὶ ὁ Φερεκύδης νὰ συνδέει τὸ ὄνομα τῆς Ἀργοῦς μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἄργου, τοῦ Φρίξου υἱοῦ ὅμως αὐτός (βλ. F1a.1 κἑ., πβ. bi.1 κἑ. καὶ bii.1 κἑ., πβ. ἐπίσης *Ἀπολλοδ. 1.110 Ἰάσων Ἄργον παρεκάλεσε τὸν Φρίξου, κἀκεῖνος Ἀθηνᾶς ὑποθεμένης πεντηκόντορον ναῦν κατεσκεύασε τὴν προσαγορευθεῖσαν ἀπὸ τοῦ κατασκευάσαντος Ἀργώ) βλ. καὶ Διόδ. Σικ. 4.41.1 κἑ. (κατωτ. bii.3, πβ. Διον. Σκυτ. ἀπόσπ. 32 F 14 J.). Ὁ Ἡγήσανδρος ὁ Σαλαμίνιος, ἀπὸ τὴν ἄλλη, δίνει τὴ δική του ἑρμηνεία, συνδέοντας τὴν Ἀργὼ μὲ τὸ Ἄργος, ὅτι ἐν Ἄργει ἐναυπηγήθη (a.3) / ὅτι ἐν Ἄργει τῆι πόλει κατεσκευάσθη (bi.3, bii.2), ἐννοώντας πιθανῶς τὸ Ἄργος τῆς Πελοποννήσου (Α 30, Β 108 κ.ἀ., Ἄργος Ἀχαιϊκόν Τ 115 κ.ἀ.) κι ὄχι τὸ Πελασγικὸν Ἄργος (Β 681) καὶ ἀντλώντας ἴσως ἀπὸ τοπικὴ παράδοση. Στὴν παλαιότερη παράδοση ἡ ναυπήγηση τῆς Ἀργοῦς γίνεται στὸ ἀκρωτήριο τῆς Μαγνησίας Παγασαί, ποὺ ὀνομάστηκε ἔτσι ἀπὸ τοῦ ἐκεὶ πεπῆχθαι τὴν Ἀργώ κατὰ μιὰν ἄποψη (Σχόλ. Ἀπολλων. Ῥοδ. 1.238 [σελ. 29 Wendel11], στὴ συνέχεια: ὁ δὲ Σκήψιος ἀπὸ τοῦ πηγαῖς περιρρέεσθαι τοὺς τόπους), ὅπου ἱδρύθηκαν βωμοὶ τοῦ Ἀκτίου καὶ τοῦ Ἐμβασίου Ἀπόλλωνος σὲ ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος (καὶ γενικὰ ἐν Μαγνησίᾳ, ὅπου, κατὰ τὸν Ἡγήσανδρον τὸν Δελφόν [Ἀθήν. 13, 572d] τὴν τῶν Ἑταιριδείων ἑορτὴν συντελοῦσι Μάγνητες. ἱστοροῦσι δὲ πρῶτον Ἰάσονα τὸν Αἴσονος συναγαγόντα τοὺς Ἀργοναύτας Ἑταιρείῳ Διὶ θῦσαι καὶ τὴν ἑορτὴν Ἑταιρίδεια προσαγορεῦσαι), ἢ ἀκόμα στὸ λιμάνι Σίφα ἢ Τίφα (ἀπὸ τὸν Θεσπιὸ Ἄργο, Ὀρφ. Ἀργ. 124 κἑ. [238 κἑ.], κ.ἀ.)· κατασκευάστηκε ἀπὸ πεύκη τοῦ Πηλίου (Εὐρ. Μήδ. 1 κἑ. Εἴθ' ὤφελ' Ἀργοῦς μὴ διαπτάσθαι σκάφος / Κόλχων ἐς αἶαν κυανέας Συμπληγάδας, / μηδ' ἐν νάπαισι Πηλίου πεσεῖν ποτε / τμηθεῖσα πεύκη κ.λπ., πβ. Κάτουλλ. 64.1 κἑ., καὶ Διόδ. Σικ. 4.41.1 περὶ τὸ Πήλιον κ.λπ.) ἢ ξυλεία ἀπὸ τὰ δάση τῆς Ὄσσης (Πτολ. Χένν. Καιν. ἱστ. 147c)· κατὰ τὸν Πλίν. (Φυσ. ἱστ. 13.119: FGrH12 273 F 106) ὁ Ἀλέξανδρος Κορνήλιος ὁ Πολυίστωρ ἀποκάλεσε τὸ δένδρο ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατασκευάστηκε ἡ Ἀργὼ καὶ τὸ ὁποῖο ἦταν ἀνθεκτικὸ τόσο στὸ νερὸ ὅσο καὶ στὴ φωτιὰ λέοντα (Alexander Cornelius arborem leonem appellavit ex qua facta esset Argo, similem robori viscum ferenti, quae neque aqua neque igni possit corrumpi, sicuti nec viscum, nulli alii cognitam, quod equidem sciamκατὰ δὲ τὴν πρῷραν ἐνήρμοσεν Ἀθηνᾶ φωνῆεν φηγοῦ τῆς Δωδωνίδος ξύλον (*Ἀπολλόδ. 1.110· κατὰ τὸν Βαλέριο Φλάκκο ὅμως [1.305] ἡ Ἥρα εἶναι ἐκείνη ποὺ πρόσθεσε τὸ ὁμιλοῦν κομμάτι ξύλου ἀπὸ τὴν ἱερὴ βελανιδιὰ τῆς Δωδώνης στὴν Ἀργώ (βλ. καὶ Parke Ἑλλ. Μαντ.1329 κἑ. μὲ σημ. 5 καὶ κατωτ. 24 Τ1 σχόλ. σ.στ. 1-2)· γιὰ τὴν παράδοση τῆς τοποθέτησης ξύλων στὴν πλώρη πλοίων καὶ τὴν εὐρέως διαδεδομένη παραδοση γιὰ ὁμιλοῦντα δέντρα μὲ ὑπερφυσικὲς ἰδιότητες βλ. Βαρβούνη ΜΛΜ14 17, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία). (Γιὰ τὴν Ἀργὼ καὶ τὴν κατασκευή της βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα RE15 σ.λλ. Argo [1.] καὶ Argos, Kerényi Μυθ.16 494 [μὲ σημ.], ΕλλΜ17 4. 130 κἑ.: κυρίως 135-36 μὲ τὶς διάφορες παραλλαγὲς καὶ 242 μὲ βιβλιογραφία. Συνοπτικὴ ἔκθεση τοῦ ὅλου μύθου καὶ στὸν *Ἀπολλόδ., 1.110-147. Βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Ἄργος (...) καὶ bii.3 σ.λ. ὅτι ταχεῖα ἦν / bii.4-5 σ.λ. πρώτην δὲ αὐτὴν ναυπηγηθῆναί φασιν.)
Τί ὤθησε τὸν Ἡγήσανδρο τὸν Σαλαμίνιο νὰ δώσει τὴ δική του ἑρμηνεία γιὰ τὸ ὄνομα τῆς Ἀργοῦς; Τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Ἄργος, ὅπως καὶ ὁ Ἄργος, μπορεῖ –μέσω τοῦ ἀργός– νὰ συνδεθῆ ἐτυμολογικά (βλ. Chantraine7 σ.λλ.) μὲ τὴν Ἀργώ; Μιὰ τοπικὴ μυθολογικὴ παράδοση; Ἡ καταγωγὴ ἐκλεκτῶν Ἀργοναυτῶν (βλ. κυρίως Ἀπολλων. Ροδ. Ἀργ. 1.118 κἑ.) ἀπὸ τὸ Ἄργος καὶ τὴν Πελοπόννησο γενικά; Μήπως καὶ οἱ Ἀργειακὲς ρίζες (βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ18 27, 35 κἑ., κ.ἀ.) Ἑλλήνων τῆς Κύπρου ἢ / καὶ οἱ σχέσεις (βλ. ΑΚυΓ219 11 Ε9 μὲ σχόλια) τῆς γενέτειράς του Σαλαμῖνος μὲ τὸ Ἄργος; Ὅπως κι ἂν ἔχουν τὰ πράγματα, ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ στάθηκε ἀρκετὴ γιὰ νὰ τοῦ ἐξασφαλίσει τὴν ἀθανασία· γι' αὐτὴν καὶ μόνο μνημονεύεται.

2. Ἄργος ὁ Ἕστορος ἢ Ἀλέκτορος υἱὸς ἐναυπήγησεν: βλ. καὶ ἑπόμ., καὶ bi.1-2 / bii.1-2 Ἄργος αὐτὴν κατεσκεύασεν. Ὁ Ἄργος κυριαρχεῖ στοὺς μύθους γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς Ἀργοῦς, στοὺς ὁποίους ὅμως ἀναφέρονται καὶ ἡ Ἀθηνᾶ (βλ. ἀνωτ.), ὁ Γλαῦκος ἀπὸ τὴν Ἀνθηδόνα (Ἀθήν. 7, 296d [FGrH12 480 F 2]: Πόσσις δ' ὁ Μάγνης ἐν τρίτωι Ἀμαζονίδος τῆς Ἀργοῦς φησι δημιουργὸν γενέσθα τὸν Γλαῦκον, ποὺ μεταμορφώνεται σὲ θαλάσσιο θεὸ ἀπὸ τὸν Δία), ὁ Ἡρακλῆς (Πτολ. Χέν. Καιν. ἱστ. 147c: βλ. καὶ ἀνωτ.). Οἱ γενεαλογίες ὅμως τοῦ Ἄργου ποὺ κατασκεύασε τὴν Ἀργὼ ποικίλλουν: Εἶναι ὁ γιὸς τοῦ Ἀρέστορος (Ἀρεστορίδης στὸν Ἀπολλών. Ρόδ. Ἀργ. 1.112 καὶ 325, κ.ἀ., ἀδελφὸς τοῦ Πανόπτη Ἄργου κατὰ τὸν Φερεκύδη [FGrH12 3 F 67 κ.ἀ.], ὁ ὁποῖος φαίνεται νὰ πῆρε τὸ ὄνομα Ἄργος ἀπὸ τοὺς ἀπαστράπτοντες καὶ ταχέως κινούμενους ὀφθαλμούς του [πβ. καὶ Πανόπτης: μὲ περισσότερους τῶν δύο ὀφθαλμοὺς ὥστε νὰ βλέπει τριγύρω τὰ πάντα] ὄντας φύλακας τῆς μεταμορφωμένης εἰς βοῦν Ἰοῦς [ὅ.π. 2 F 26-27]: γιὰ τὴν ἐτυμ. πβ. LSK9 σ.λ. ἀργός), γιὰ τὸν ὁποῖο ἐπίσης οἱ γενεαλογίες ποικίλλουν· ἐδῶ ὁ Ἄργος ἐμφανίζεται ὡς ὁ Ἕστορος ἢ Ἀλέκτορος υἱὸς (μὲ τοῦ Ἀλέκτορος τὴν κόρη νυμφεύει ὁ Μενέλαος τὸν γιό του Μεγαπένθη στὸ δ 10 κἑ., καὶ στὰ ἀρχ. σχόλ. καὶ στὸν Εὐστ. σημειώνεται ὅτι ὁ Ἀλέκτωρ κατάγεται ἀπὸ περιφανεῖς γονεῖς· γράφει ὁ Εὐστ. [στὸ δ 10]: ὁ δὲ ῥηθεὶς Ἀλέκτωρ, Ἀργείου γενεαλογεῖται τοῦ Πέλοπος καὶ Ἡγησάνδρας τῆς Ἀμύκλα [παρόμοια στὰ ἀρχ. σχόλ.], βλ. καὶ COd4 Ι. 194 ὅπου ἡ St. West [μὲ παραπομπὴ στὸ LfgrE20: βλ. σ.λ. Alektor, πβ. Roscher σ.λ.] παρατηρεῖ ὅτι ὁ ποιητὴς θὰ ἀντιλαμβανόταν τὸ ὄνομα ὡς ὁ «ὑπερασπιστής», ὄχι «κόκορας»), καὶ στὸν κώδ. b παραλείπεται τὸ ἢ Ἀλέκτορος, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ὑποτεθῆ ὅτι τὸ μοναδικὸ Ἕστορος ἢ Ἀλέκτορος υἱὸς ἔχει προέλθει σταδιακὰ ἀπὸ ἀρχικὴ γραφὴ Ἀρέστορος. Ὁ Φερεκύδης (βλ. ἀνωτ. κείμ. F1a) κατὰ τὸν σχολ. τοῦ Ἀπολλών. Ρόδ. κάνει μνεία Ἄργου τοῦ Φρίξου υἱοῦ (ἀπὸ τὸν ὁποῖο κατ' αὐτὸν πῆρε τὸ ὄνομά της ἡ Ἀργώ, ὑπονοώντας πιθανῶς ὅτι αὐτὸς εἶναι ποὺ τὴν κατασκεύασε), καὶ ὁ *Ἀπολλόδ. 1.110 ἀναφέρει ρητὰ ὅτι Ἰάσων Ἄργον παρεκάλεσε τὸν Φρίξου, κἀκεῖνος Ἀθηνᾶς ὑποθεμένης πεντηκόντορον ναῦν κατεσκεύασε τὴν προσαγο­ρευθεῖσαν ἀπὸ τοῦ κατασκευάσαντος Ἀργώ. Ἄλλοι ἐμφανίζουν τὸν Ἄργον τὸν κατασκευαστὴ τῆς Ἀργοῦς ὡς γιὸ τοῦ Πολύβου (καὶ τῆς Ἀργείας) ἢ τοῦ Δαναοῦ (Ὑγῖν. 14.10) ἢ ὡς Θεσπιέα (βλ. ἀνωτ., καὶ ΕλλΜ17 4. 135, Roscher21 σ.λ. Argos 4., κ.ἀ.). Οἱ τοπικὲς διεκδικήσεις μέρους τῆς δόξας τῶν Ἀργοναυτῶν ἦταν εὔλογες, καὶ ἀναμενόμενες οἱ ποικίλες παραλλαγὲς γιὰ τὰ πρόσωπα ποὺ συμμετέχουν στὴν Ἀργοναυτικὴ ἐκστρατεία, τὸν κατασκευστὴ τῆς Ἀργοῦς καὶ τὸν τόπο κατασκευῆς της (παραλλαγὲς ὅπως τοῦ Anton. Liber. [Ἡσ. ἀπόσπ. 256 M. – W.22] Ἄργου τοῦ Φρίξου καὶ Περιμήλης τῆς Ἀδμήτου θυγατρὸς ἐγένετο Μάγνης ποὺ ὤικησεν ἐγγὺς Θεσσαλίας, καὶ τὴν γῆν ταύτην ἀπ' αὐτοῦ Μαγνησίαν προσηγόρευσαν οἱ ἄνθρωποι [βλ. καὶ ἀνωτ. γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς Ἀργοῦς στὴ Μαγνησία], διαδραματίζουν τον δικό τους ρόλο).

3. ὅτι ἐν Ἄργει ἐναυπηγήθη: βλ. καὶ bi.3 καὶ bii.2 ὅτι ἐν Ἄργει τῆι πόλει κατεσκευάσθη, καὶ ἀνωτ. F1a σχόλ. σ.στ. 1 κἑ. σ. λλ. Ἀργώ καὶ Ἄργος ὁ (...). Γιὰ τὸ Ἄργος βλ. καὶ CIl23 Ι. 128 καὶ ΙΙ. 221 (στὸ Β 108 καὶ στὸ Ζ 456-57), καὶ Ι. 58, 150, 200 (στὸ Α 42, Β 333-35 καὶ 529-30, γιὰ τὸ Ἀργεῖοι = κάτοικοι τοῦ Ἄργους, «Ἀργεῖοι», ἀλλὰ καὶ γενικὰ Ἀχαιοί), καὶ Chantraine7 σ.λ. (μὲ τὴν ὑπόθεση ὅτι πρόκειται πιθανῶς γιὰ παλιὸ τοπωνύμιο).

ὥς φησιν: πβ. bi.2 καὶ bii.3 ἱστορεῖ, καὶ βλ. κατωτ. 26 Τ1 σχόλ. σ.στ. 3-4 σ.λ. Κασσάνδρου τοῦ Σαλαμινίου (μὲ παραπομπές).

3-4. Ἡγήσανδρος ὁ Σαλαμίνιος: βλ. καὶ bi.2 / bii.3 Ἡγήσανδρος. Ὁ Τζέτζης (κι ἡ χειρόγραφη παραδοση τοῦ κειμένου τῶν σχολίων του στὴν Ἀλεξ. τοῦ Λυκόφρ.) δὲν ἀφήνει καμμιὰν ἀμφιβολία γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ συγγραφέα ποὺ ἐτυμολογεῖ τὴν Ἀργὼ ἀπὸ τὸ Ἄργος, καὶ τὴν ἴδια εἰκόνα δίνει τὸ Etym. Gen.24 (ἡ γραφὴ Ἡγίσανδρος τοῦ κώδ. Α δὲν δημιουργεῖ πρόβλημα, δεδομένης τῆς ἔκτασης τοῦ φαινο­μέ­νου τοῦ ἰωτακισμοῦ). Προβλήματα ἔχει προκαλέσει ἡ παράδοση τοῦ κειμένου τοῦ Etym. Magn. (Auct.)6, μολονότι ἡ συντομογραφία Ἡγη (PSOM) εὔκολα μπορεῖ νὰ ἀναπτυχθῆ στὸ Ἡγήσανδρος τοῦ Etym. Gen.24 καὶ τοῦ Τζέτζη (ὅπως πράττει ὁ Fr. Lasserre), ὑπ' αὐτὸ δὲ τὸ πρίσμα συμπληρώνεται εὔλογα καὶ τὸ παρεφθαρμένο κείμενο τοῦ Vm (lacuna μετὰ τὸ ) καὶ διορθώνεται ὡς συγγνωστὸ λάθος τὸ Ἡγήτωρ (P2: δεύτερο χέρι στὸν Par. gr. 2653, τοῦ 1273 μ.Χ.)· τὸ Ἡγήσιππος τοῦ Gaisford6 (Ἡγή[σιππος]) καὶ τοῦ Müller (FHG25 IV. 424: Hegesippi Mecybernaei fr. 5) εἶναι παλαιογραφικὰ ὀρθὸ μὰ δὲν στηρίζεται στὰ λοιπὰ δεδομένα. Στὴ χειρόγραφη παράδοση τοῦ Etym. Magn.24 θὰ μποροῦσε νὰ στηριχθῆ κανεὶς γιὰ νὰ γράψει ἀντὶ τοῦ Ἡγήσανδρος τὸ ὄνομα τοῦ συνδεόμενου μὲ τὰ Κύπρια ἔπη ποιητῆ Ἡγησίου ἢ Ἡγησίνου τοῦ Σαλαμινίου (βλ. ΑΚυΓ11 σσ. 65-68 [ΑΚυΓ´1 93-95] καὶ 4 Τ1-F1 μὲ σχόλ.)· ὀρθῶς ὅμως, κατὰ τὰ ἀνωτ., ὁ Müller25 ἀπορρίπτει τὴν πρόταση τοῦ Thryllitzchius νὰ γραφῆ στὸν Τζέτζη Ἡγησίας ἀντὶ Ἡγήσανδρος (προτιμότερο, τότε, θὰ ἦταν τὸ Ἡγησίνους) σημειώνοντας (IV. 422): «Quod Thryllitzchius conjecit, apud Tzetzem pro Hegesandro scribendum esse Hegesiam (Salaminium, Cypriorum auct.), parum se commendat».
Ἀβέβαιη ὣς ἕναν βαθμὸ παραμένει ἡ ταύτιση τοῦ Ἡγήσανδρου μὲ τὸν ἐπίσης Σαλαμίνιο Κάσσανδρο, ποὺ μνημονεύει ὁ Τζέτζης στὸ ἴδιο ἔργο του (βλ. ἀνωτ. *Τ1 καὶ κατωτ. 26 Τ1, μὲ σχόλ.) καὶ πιθανῶς ὁ Ἡσύχ. σ.λ. ἀοῖα βλ. κατωτ. *F2 καὶ 26 *F1, μὲ σχόλ.), ποὺ οἱ Müller25 καὶ Jacoby12 θεωροῦν ἀναμφισβήτητη, ὁ Latte βέβαιη (Hesych.26 I. 498 «Ad Lyc. 177 Tzetzes hoc nomen [sc. Ἡγήσανδρος ὁ Σαλαμί­νιος] in Κάσσανδρος corrupit», βλ. καὶ κατωτ. *F2 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. ἀοῖα) κι ἐμεῖς εὔλογη καὶ πιθανή. Τὸ ἱστορεῖ τοῦ Etym. Gen.24 καὶ τοῦ Etym. Magn.6 (ἱστορικός R, βλ. καὶ κατωτ.) παραλληλιζόμενο πρὸς τὸ τῶν λοιπῶν ἱστορικῶν τοῦ Τζέτζη (*Τ1 / 26 Τ1) καὶ τὸ ἱστορεῖ τοῦ Ἡσύχιου ἐνισχύει τὴν ταύτιση αὐτή, καὶ συμβάλλει στὸν προσδιορισμὸ τῆς ταυτότητας τοῦ Σαλαμίνιου συγγραφέα: ἱστορικός, μὲ τὴ σημασία ποὺ ἔχει ὁ ὅρος ὅταν χρησιμοποιεῖται γιὰ συγγραφεῖς ὅπως ὁ Ἄριστος ὁ Σαλαμίνιος (13 F1a.1 μυθολογεῖ / F2.1 ἱστορεῖ) καὶ ὁ Ἀσκληπιάδης ὁ Κύπριος (βλ. 16 F1a.1 σημ. σ.λ. ἱστοροῦσι), ὅπου τὸ ἱστορικὸ καὶ τὸ μυθολογικὸ ὑλικὸ συνυπάρχουν καὶ οἱ ὅροι μυθολογεῖ καὶ ἱστορεῖ χρησιμοποιοῦνται συχνὰ γιὰ τὸ ἴδιο ἢ παρόμοιο θέμα, γεωγραφικὲς δὲ παρατηρήσεις καὶ ποικίλο γλωσσικὸ ὑλικὸ ἐντάσσονται συχνὰ στὸ ἴδιο ἔργο (πβ. τὰ ἔργα τοῦ Ἀλεξάνδρου τοῦ Πολυίστορος καὶ τοῦ Ἀπολλοδώρου, βλ. καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Ἱστοριογραφία τῶν Ἑλληνι­στικῶν χρόνων καὶ τοὺς Ἱστοριογράφους καὶ Περιηγητὲς τῆς Αὐτοκρατορικῆς ἐποχῆς στὸν Lesky, ΙΑΕΛ527 1049 κἑ. καὶ 1155 κἑ.). Οὐδόλως ὅμως ἀποκλείεται νὰ ἔγραψε ὁ Ἡγήσανδρος ὁ Σαλαμίνιος καὶ ἔργα καθαρῶς γραμματικά, ὅπως κι ἄλλοι (βλ. σχετικὰ τὰ σχόλια στὸ 15 *Τ1 ἀνωτ., κυρίως σχόλ. σ.λ. τεχνογράφος)· οἱ ἐτυμολογικὲς παρατηρήσεις του γιὰ τὴν Ἀργὼ καὶ πιθανῶς γιὰ τὰ ἀοῖα ἔχουν θέση σ' ἕνα τέτοιο ἔργο, ὅπως ἔχουν σχέση σὲ ἔργο καθαρὰ μυθογραφικό, ἱστορικό-μυθογραφικό, ἱστορικο-γεωγραφικῆς περιήγησης. Ἡ μορφή, ἔτσι, τοῦ Σαλαμίνιου συγγραφέα, καθὼς τὰ ὅρια γιὰ χρονολογικὴ τοποθέτησή του μένουν ἐπίσης εὐρύτατα (μὲ terminum post quem πιθανὸ τὸν 2ον αἰ. π.Χ. καὶ term. ante quem πιθανῶς τὸν 5ον αἰ. μ.Χ., καὶ πιὸ εὔλογη τὴν τοποθέτησή του στὴν Ὕστερη Ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ ἢ τοὺς πρώιμους Αὐτοκρατορικοὺς χρόνους), δὲν μπορεῖ νὰ φωτιστῆ ἐπαρκῶς.

bi.1-2 / bii.1-2. ὅτι Ἄργος αὐτὴν κατεσκεύασεν: βλ. ἀνωτ. a σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Ἄργος (...) ἐναυπήγησεν. Τὸ ὅτι προφανῶς αἰτιολογικό (πβ. a.1 Ἀργὼ ἐκλήθη κ.λπ.).

bi.2 / bii.3. ἱστορεῖ: πβ. ἀνωτ. a.3 ὥς φησιν μὲ σχόλ. σ.λ., καὶ a.3-4 σ.λ. Ἡγήσανδρος ὁ Σαλαμίνιος. Ἡ γραφὴ ἱστορεῖ στὸ Etym. Magn.6 (κώδ. PSOM) ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν ἀντίστοιχη γραφὴ τοῦ Etym. Gen.24 Τὸ ἱστορικός τοῦ κώδ. R («Haun. reg. Rostgardii 414, saec. XVex.» L. – L.), ποὺ υἱοθετεῖ ὁ Müller25 (ὁ ἱστορικός) καὶ ὁ Χατζηιωάννου28, εἶναι γραφὴ παλαιογραφικὰ ἀσθενέστατη καὶ μὴ προτιμητέα (ὅπως –πολλῷ μᾶλλον γιὰ λόγους νοηματικούς– καὶ ἡ γραφὴ ἱστορίας Vm: «Voss. gr. S 20, saec. XIIIex, marginalia» L. – L.): δύσκολα μπορεῖ νὰ ὑποθέσει κανεὶς ἐπίδραση τοῦ Τζέτζη (καὶ τῶν λοιπῶν ἱστορικῶν *Τ1.4 ἢ / καὶ ἄλλου ὑλικοῦ γιὰ τὸν Ἡγήσανδρο) στὸν ἄγνωστο γραφέα τοῦ κωδ. R, καθὼς τὸ ἱστορεῖ μπορεῖ κάλλιστα νὰ ἐξηγήσει τὶς ἄλλες –παρεφθαρμένες– γραφές.

bi.3 / bii.2. ὅτι ἐν Ἄργει τῆι πόλει κατεσκευάσθη: βλ. ἀνωτ. a σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. ὅτι ἐν Ἄργει ἐναυπηγήθη.

bii.3. ὅτι ταχεῖα ἦν (...): βλ. ἀνωτ. a σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Ἀργὼ (γιὰ τὸ ἀργός: καὶ ὁ ταχύς). Πβ. (καὶ γιὰ τὰ ἀνωτ.) Διόδ. Σικ. 4.41.1 κἑ. περὶ τὸ Πήλιον ναυπηγήσασθαι (sc. τὸν Ἰάσονα λέγεται) σκάφος πολὺ τῷ μεγέθει καὶ τῇ λοιπῇ κατασκευῇ τὴν τότε συνήθειαν ὑπερβάλλον (...). τὴν δὲ ναῦν προσαγορευθῆναι κατὰ μέν τινας τῶν μυθογράφων ἀπὸ τοῦ τὸ σκάφος ἀρχιτεκτονήσαντος Ἄργου καὶ συμπλεύ­σαντος ἕνεκα τοῦ θεραπεύειν ἀεὶ τὰ πονοῦντα μέρη τῆς νεώς, ὡς δ' ἔνιοι λέγουσιν ἀπὸ τῆς περὶ τὸ τάχος ὑπερβολῆς, ὡς ἂν τῶν ἀρχαίων ἀργὸν τὸ ταχὺ προσαγορευόντων· πβ. ἐπίσης Σχόλ. Εὐρ. Μήδ. 1 πρότερον γάρ φησι (sc. Τιμαχίδας, ὁ Ρόδιος ἱστορικὸς τοῦ 1ου αἰ. π.Χ.) φῦναι τὰ δένδρα, εἶθ' οὕτως κατασκευασθῆναι τὴν Ἀργώ. ἢ ἀπὸ Ἄργου <τοῦ> ναυπηγήσαντος, οἱ δὲ διότι ἐταχυδρόμει· ἀργὸν γὰρ τὸ ταχύ· ἐντεῦθεν καὶ λήθαργος, ὁ τῇ λήθῃ ταχύς. καὶ πρώτην γε αὐτὴν ναυπηγηθῆναί φασιν, ἄλλοι δὲ τὴν ὑπὸ Δαναοῦ γεγενημένην. Βλ. καὶ τὰ ἑπόμενα.

bii.4-5. πρώτην δὲ αὐτὴν ναυπηγηθῆναί φασιν: πβ. Σχόλ. Εὐρ. Μήδ. 1 (ἀνωτ.) καὶ Σχόλ. Ἀπολλων. Ροδ. Ἀργ. 1.1-4e (βλ. ἀνωτ., F1a.3 κἑ.), ὅπου οἱ δύο κύριες ἐκδοχὲς γιὰ τὴν πρώτην ναῦν: τὴν Ἀργὼ (βλ. καὶ Ἐρατοσθ. Καταστερ. 35, Κάτουλλ. 64.11 κἑ.) – τὸ πλοῖο τοῦ Δαναοῦ ποὺ καὶ Δαναῒς ἐκλήθη· βλ. καὶ Πάρ. μάρμ. (FGrH12 239 Α 9): ἀφ' οὗ ναῦ[ς κατασκευασθεῖσα ὑπὸ Δαναοῦ πρώτη πεντ]ή­ [κοντα κωπ]ῶν ἐξ Αἰγύπτου εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔπλευσε καὶ ὠνομάσθη πεντηκόντο­ρος, καὶ αἱ Δαναοῦ θυγατέρες (...), ἔτη ΧΗΗΔΔΔΓΙΙ (1510/9), βασιλεύο[ντος Ἀθηνῶν Ἐριχθονίου]. Βλ. καὶ ΕλλΜ17 4. 135 (μὲ περαιτέρω παρα­πομπές).

  1. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑
  2. Heubeck, A. & Hoekstra A. (1989), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume II: Books IX-XVI, Oxford.
  3. Richardson, N. & Kirk G. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. VI: books 21-24, Cambridge.
  4. Heubeck, A., West S. & Hainsworth J. B. (1988), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume I: Books I-VII, Oxford.a↑ b↑
  5. Russo, J., Fernandez-Gatiani M. & Heubeck A. (1992), A Commentary on Homer's Odyssey, Vol. III: Books xvii-xxiv, Cambridge.
  6. Gaisford, T. (1848), Etymologicum Magnum, Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  7. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑
  8. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  9. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑
  10. (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι.
  11. Wendel, C. (1935), Scholia in Apollonium Rhodium Vetera, Bibliothecae Graecae et Latinae Auctarium Weidmannianum, edendum curavit O. Regenbogen, vol. IV Berlin.
  12. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  13. Parke, H W. (1979), Τὰ Ἑλληνικὰ μαντεῖα, Ἀθήνα .
  14. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1990), Μυθολογικὰ καὶ Λαογραφικὰ Μελετήματα, Ἀθήνα.
  15. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .
  16. Kerenyi, K. (1974), Ἡ Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων, Ἀθῆναι.
  17. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .a↑ b↑ c↑
  18. Βοσκός, Α. Ι. (1999), Μορφὼ παροικήσουσι: Λυκόφρονος Ἀλεξάνδρα, Λευκωσία Κύπρου.
  19. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.
  20. Mette, H J. (1955-1993), Lexikon des frühgriechischen Epos: In Zusammenarbeit mit dem Thesaurus Linguae Graecae und mit Unterstützung der UNESCO und der Joachim-Jungius-Gesellschaft, Hamburg, Vols. I-III, Göttingen .
  21. Roscher, W H. (1884-1937), Ausführliches Lexicon der griechischen und römischen Mythologie, Vols. I-IV and 4 Supplementa, Leipzig und Berlin .
  22. Solmsen, F., Merkelbach R. & West M. L. (1970), Hesiodi Theogonia, Opera et Dies, Scutum, Fragmenta Selecta, Oxford.
  23. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.
  24. Lasserre, F. & Livadaras N. (1976/1992), Etymologicum Magnum Genuinum, Symeonis Etymologicum (una cum magna Grammatica), Etymologicum Magnum Auctum, Rome/Ἀθῆναι.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  25. Müller, K. & Müller T. (1841-1872), Fragmenta Historicorum Graecorum, Vols. I-V, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑
  26. Latte, K. (1953-1966), Hesychii Alexandrini Lexicon, Vol. I: Α-Δ, vol. II: E-O, Hauniae .
  27. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  28. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.