You are here

F2

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Plut. De fluv. 12.3-4 (s.v. Σάγαρις)
  1. [Vid. FHG IV. 427-28 fr. 1 (ΓεννᾶταιΦρυγιακῶν. «Praecedunt haec:» Παράκειταικαλούμενον) et GGM II. 651; FGrH 797 F1; ΑΚΕΠ Γα΄ 77.1 (ΓεννᾶταιΦρυγιακῶν solum). *Plut. De fluv., ed. Dübner p. 89.]
  2. 1 δὲ cod., prob. Müller GGM et Jacoby: δ' Mü. FHG
  3. 3 ἐστὶν cod., prob. Jac.: ἐστὶ cett.
  4. 5 Μηδησιγίστης cod., prob. Dübn. Jac., et dubit. Mü. GGM (adnotans: «Si nomen aliunde notum desideras, cum Herchero conjicere licet Μηδεσικάστης»; vid. N 173 Μηδεσικάστην, Paus. 10.25.9 et 10 Μηδεσικάστη, *Apollod. 3.153 -η, Eust. p. 457.3, 12, 14 [in N 171-76] -ην et bis -η); Μηδεσικάστης prop. Hercher; Μηδηγίστης scr. Mü. FHG
  5. 6 ἀποτεμνόμενον dubit. prop. Wyttenbach (vid. et praecedentia [§ 2] apud Dübn., Mü. GGM et Jac. [FGrH 285 F 3] cum app. crit.) ‖
  6. lacunam post ἐγχωρίοις stat. Wytt. («Exciderunt ea quae referuntur ad declaran­dam causam, quare mons nomen Ballenaei acceperit»), prob. Mü. GGM (fort. recte)
  7. 8 Ἀστήρ (sed βαλλήν v. 11) Jac.: ἀστήρ cett. (sed Βαλλήν v. 11 Dübn.)
  8. 11 βαλλην (sic) cod.; βαλλήν, Jac. Hadjioannou; βαλλὴν, Mü.; Βαλλήν· Dübn.: βαλήν Eust. Il. p. 381.17 (in Γ 54) et Od. p. 1854.27 (in τ 28).
Πλούτ. Περὶ ποτ. 12.3-4 (σ.λ. Σάγαρις)

(3) Δίπλα ἀπ' αὐτόν (δηλ. τὸν ποταμὸ τῆς Φρυγίας ὁ ὁποῖος προη-

γουμένως ὀνομαζόταν Ξηροβάτης κι ὕστερα ἀποκλήθηκε [ἀπὸ τὸν

ὁμώνυμο γιὸ τοῦ Μύγδονος καὶ τῆς Ἀλεξιρρόης ποὺ λόγω ἀσέβειας

ἀπέναντι στὴ Μητέρα τῶν θεῶν ἔχασε τὰ μυαλά του κι ἔπεσε στὸν

ποταμό] Σάγαρις) βρίσκεται τὸ ὄρος τὸ καλούμενο Βαλληναῖον, ποὺ

μεθερμηνευόμενο σημαίνει βασιλικόν, ἔχοντας πάρει τὴν ὀνομασία

του ἀπὸ τὸν Βαλληναῖον τὸν γιὸ τοῦ Γανυμήδη καὶ τῆς Μηδησιγί-

στης· γιατὶ αὐτὸς ἀφοῦ εἶδε τὸν πατέρα του νὰ χάνεται ἐφεῦρε καὶ

ὑπέδειξε στοὺς ντόπιους καὶ τὴ γιορτὴ ποὺ μέχρι σήμερα καλεῖται

Βαλληναῖον. (4) Γεννιέται δὲ σ' αὐτό (δηλ. τὸ ὄρος Βαλληναῖο) λί-

θος καλούμενος ἀστήρ (Ἀστέρας). Αὐτὸς συνηθίζει στὴ βαθειὰ νύ-

χτα μέσα, ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ φθινοπώρου, νὰ λάμπει σὰν

τὴ φωτιά· καλεῖται δὲ στὴ διάλεκτο τῶν ντόπιων βαλλήν, ποὺ με-

θερμηνευόμενο σημαίνει βασιλεύς, ὅπως ἐξιστορεῖ ὁ Ἑρμησιά-

ναξ ὁ Κύπριος στὸ β΄ βιβλίο τῶν Φρυγιακῶν.

Σχόλια: 

1 κἑ.: τὸ ὄρος Βαλληναῖον βρίσκεται στὴ Φρυγία κοντὰ στὸν ποταμὸ Σάγαρι· τὸ ὄνομά του σημαίνει τὸ βασιλικὸν ὄρος, καὶ ὀνομάστηκε ἔτσι ἀπὸ Βαλληναίου, γιοῦ τοῦ Γανυμήδους καὶ τῆς Μηδησιγίστης, ὁ ὁποῖος καθιέρωσε καὶ τὴν καλούμενη Βαλληναῖον ἑορτὴν πρὸς τιμὴν τοῦ πατέρα του. Ὁ Γανυμήδης, γιὸς τοῦ Τρώα καὶ τῆς Καλλιρρόης, ποὺ ἀπήχθη στὸν Ὄλυμπο γιὰ νὰ συντροφεύει τὸν Δία (βλ. ΑΚυΓ1/1β´1 5 Υ1.202-17 μὲ τὰ σχόλ. σ.στ., RE2 σ.λ. Ganymedes [P. Fried­länder] καὶ ΕλλΜ3 3. 321 κἑ.), δὲν εἶναι ἀπὸ ἀλλοῦ γνωστὸς ὡς σύζυγος τῆς Μηδησιγίστης καὶ πατέρας τοῦ Βαλληναίου. Προφανῶς ἡ ἐκδοχὴ αὐτὴ ἐκφράζει τὴ διάθεση τῶν Φρυγῶν νὰ ἐνταχθοῦν στὴν εὐρύτερη μυθικὴ παράδοση τῶν Τρώων (ἤδη στὸν Εὐρ. Ἰφ. Αὐλ. 1049 κἑ. δὲν ὑφίσταται διάκριση Τρώων καὶ Φρυγῶν, καὶ ὁ Γανυμήδης ἀποκαλεῖται Φρύγας: δὲ Δαρδανίδας, Διὸς | λέκτρων τρύφημα φίλον, | χρυσέοισιν ἄφυσσε λοιβὰν ἐν κρατήρων γυάλοις | Φρύγιος Γανυμήδης), καὶ φαίνεται νὰ ἀνήκει στὴν Ἑλληνιστικὴ ἐποχή. Ὅσο γιὰ τὸ ὄνομα τῆς Μηδησιγίστης, εἶναι πιθανὴ ἡ σύνδεση τοῦ Μηδ- μὲ τοὺς Μήδους - Πέρσες, καθόσον οὔτε τοῦτο μνημονεύεται ἀλλοῦ (βλ. Bechtel HPGr4 313, ὅπου μόνο τὰ ὀνόματα σὲ Μηδο-, -μηδης, -μηδος σημειώνεται πὼς προέρχονται ἀπὸ τὸ μῆδος=ἐπινόηση, τέχνασμα). Στὴν Ἰλιάδα (Ν 173) ὁ ποιητὴς ὀνομάζει Μηδεσι­κάστην μιὰν κόρη τοῦ Πριάμου, ὅπως καὶ ὁ Παυσανίας (10.25.9 κἑ. Μηδεσικάστη, θυγατέρων μὲν Πριάμου καὶ αὕτη τῶν νόθων) καὶ ὁ *Ἀπολλόδωρος (3.153 θυγατέρες δὲ [sc. ἐξ ἄλλων Πριάμῳ γίνονται γυναικῶν] Μέδουσα Μηδεσικάστη Λυσιμάχη Ἀριστοδήμη), καὶ ὁ R. Hercher πρότεινε αὐτὴν τὴ γραφὴ στὸ κείμενο (βλ. κριτ. ὑπόμν.), ἐνῶ δὲν ἀπαντᾶ στοὺς κώδικες· δὲν ἀποκλείεται βέβαια ὁ *Πλούταρχος (ἢ ἡ πηγή του) νὰ ἔγραψε Μηδησιγίστη ἀντὶ τοῦ Μηδεσικάστη ἐκ λάθους ἢ ἀποδίδοντας μιὰν τοπικὴ προφορὰ τοῦ Ὁμηρικοῦ Μηδεσικάστη· ἀλλὰ καὶ δὲν ἀποκλείεται νὰ πρόκειται γιὰ διαφορετικὴ ἡρωίδα (βλ. καὶ RE2 σ.λ. Medesikaste, ὅπου καὶ ἐκδοχὴ γιὰ κόρη τοῦ Λαομέδοντα: *Ἀπολλόδ. Ἐπιτ. 6.15c αἱ Λαομέδοντος θυγατέρες, Πριάμου δὲ ἀδελφαί, Αἴθυλλα Ἀστυόχη Μηδεσικάστη).

7 κἑ. Γεννᾶται δ' ἐν αὐτῶι λίθος καλούμενος ἀστήρ (...): ἡ ἀφήγηση γιὰ τὰ πρόσωπα φαίνεται νὰ ἀνήκει στὸ ὑλικὸ τοῦ *Πλούταρχου, ἐνῶ ἡ περιγραφὴ καὶ ἡ ἐτυμολόγηση τοῦ λίθου στὸ β΄ βιβλ. τῶν Φρυγιακῶν τοῦ Ἑρμησιάνακτα. Κοινό τους σημεῖο εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ βαλλὴν ὡς βασιλεύς / Βαλληναῖον ὡς βασιλικόν. Ἔπειτα, ἡ δυσερμήνευτη μετοχὴ ἀποτηκόμενον (στ. 6) γιὰ τὸν Γανυμήδη (αὐτὸς ποὺ λιώνει, χάνεται, ἴσως ὁ ευνουχισμένος, ὅπως διερωτιέται στὴ μετάφραση ὁ Fr. Dübner5, σ. 59), ποὺ κέρδισε τὴν ἀθανασία, φέρνει στὸν νοῦ τὴν παρατήρηση γιὰ τὴν ἔντονη λάμψη τοῦ λίθου στὶς ἀρχὲς τοῦ φθινοπώρου (ὅταν φθίνουν οἱ καρποί), ἐνῶ ἡ ἀνάληψη τοῦ ἥρωα στοὺς οὐρανοὺς καὶ ὁ καταστερισμός του ὁδηγεῖ σὲ σκέψεις γιὰ τὴν ὀνομασία τοῦ λίθου ἀστήρ. Ἡ ὑπόθεση διαμορφώνεται ὡς ἑξῆς: ὁ λίθος λάμπει ἔντονα, καὶ τοῦτο βεβαίως δικαιολογεῖ καταρχὴν τὸ ὄνομα ἀστήρ. Μήπως ὅμως σχετίστηκε μὲ τὸν Γανυμήδη ἢ θεωρήθηκε ὡς μορφὴ τοῦ ἐκλεκτοῦ τοῦ Δία, ποὺ μεταμορφωμένος σὲ ἀστερισμὸ ἀφήνει κάτι ἀπὸ τὸ οὐράνιο σῶμα του στὴ γῆ γιὰ νὰ θυμίζει τὴν ὕπαρξή του στοὺς θνητοὺς ἀπογόνους του; Ἤδη ὁ Ἐρατοσθένης (3/2ος π.Χ. αἰ.) στοὺς Καταστερισμούς του (26) ταυτίζει τὸν Γανυμήδη μὲ τὸν ἀστερισμὸ τοῦ Ὑδροχόου, ὅπως, μεταγενέ­στερα, ὁ Σέρβιος (Comm. in Verg. Aen. 1.28 quod inter sidera conlocatus aquarii nomen accepit) καὶ ὁ Ὑγῖνος (Fab. 224 Ganymedes Assaraci filius in Aquario duodecim signorum· βλ. RE2 s.v. Ganymedes 1., 740).

Ἡ μελέτη τῶν Λιθικῶν μπορεῖ νὰ μᾶς παράσχει πληροφορίες σχετικές. Μὲ τὸν ὅρον αὐτὸ ἢ Περὶ λίθων (βλ. καὶ κατωτ. F3.11) ἐννοοῦνται ὅλα τὰ ἔργα ποὺ πραγματεύονται τὶς ἰατρικὲς ἢ μαγικὲς ἰδιότητες τῶν πολύτιμων καὶ ἡμιπολύ­τιμων λίθων, ἀνήκουν στὴν ἰατρικὴ-μαγικὴ καὶ στὴν ἀστρολογικὴ-ἀλχημιστικὴ φιλολογία, ἔχουν συνήθως ἀνατολικὴ προέλευση καὶ χρονολογοῦνται μετὰ ἀπὸ τὸν 5ο π.Χ. αἰ., κυρίως δὲ στὴν Ἑλληνιστικὴ καὶ Ρωμαϊκὴ ἐποχή. Τέτοια ἔργα ἔχουν συγγράψει ὁ Πλίνιος, ὁ Καλλίστρατος, ὁ Δημόστρατος, ὁ Πέρσης βασιλιὰς Μιθριδάτης, ὁ Ἐφέσιος Ξενοκράτης, νεοπλατωνικοὶ καὶ ἄλλοι φιλόσοφοι ὅπως οἱ Πορφύριος, Ἰάμβλιχος (Περὶ μυστηρίων), Πρόκλος (Περὶ μυθικῶν συμβόλων), Δαμάσκιος· πληροφορίες παραδίδονται καὶ σὲ παπυρικὰ ἀποκαλυπτικὰ-μαγικὰ κείμενα ποὺ διεσώθησαν σὲ ἔργα Χριστιανῶν συγγραφέων (οὐσιαστικὴ βοήθεια στὴ μελέτη τοῦ θέματος παρέχει τὸ ἄρθρο του Th. Hopfner στὴ RE2 σ.λ. Λιθικά). Τὸ ἴδιο τὸ Ψευδοπλουτάρχειο σύγγραμμα Περὶ ποτ. βρίθει ἀναφορῶν σὲ συγγραφεῖς ἔργων Περὶ λίθων (9.3 Ἀρχέλαος, 9.5 Ἀγαθαρχίδης ὁ Σάμιος, 11.4 Θράσυλλος Μενδήσιος, 13.4 Ἡράκλειτος Σικυώνιος, 14.3 Ἀριστόβουλος, 19.4 Δέρκυλλος, 20.4 Νικίας ὁ Μαλλώτης, 23.3 Δωρόθεος ὁ Χαλδαῖος, 24.1 [κατωτ. F3.11] Θεόφιλος) καὶ περιγραφῶν τέτοιων λίθων (βλ. 6.3, 7.3, 7.6, 9.3, 9.5, 10.5, 11.2, 11.4, 13.4, 14.3, 16.2, 17.2, 18.3, 18.8, 19.4, 20.2, 22.3, 23.3, 24.2, 25.2, 25.5), ποὺ κατὰ κανόνα ἔπαιρναν τὰ ὀνόματά τους ἀπὸ τὶς φυλακτικές (π.χ. ἀρουροφύλαξ [βλ. καὶ κριτ. ὑπόμν. Müller GGM6] 7.3), θεραπευτικές (παυσίλυπος 11.2) ἢ μαγικές (κρύφιος 13.4) ἰδιότητές τους, ἀπὸ τὸ σχῆμα τους (μάχαιρα 9.5, φιλάδελφοι 11.4, κύλινδρος 19.4) ἢ κατ' ἀντίφρασιν (σώφρων λίθος [ἐνῶ προκαλεῖ μανία] 9.3), κ.τ.τ. Πολὺ συχνὰ καὶ λόγω τῆς ὁμοιοπάθειας, βασικῆς ἀρχῆς στὴ λειτουργία τῶν λίθων, αὐτοὶ συσχετίζονται μὲ ἀστερισμούς, κυρίως δὲ μὲ τὸν ἥλιο καὶ τὴ σελήνη. Ὁ Th. Hopfner (ὅ.π., 754) παραπέμπει σὲ χωρία τοῦ Πρόκλου, ὅπου σημειώνεται πὼς ταῖς δὲ ἐξ οὐρανοῦ προσῆν ἐφέλκεσθαί τι φῶς ἐκεῖθεν ἐγγενόμενον, οἷον δὴ πολλάκις ἐλλάμπει καὶ λίθοις ἀπορροίας ἔχουσιν ἡλίου καὶ σελήνης καὶ ἄστρων, τοῦ Δαμάσκιου (Ἰσιδ. βί. ἀπόσπ. 6 [Zintzen7, σελ. 11.6 κἑ.]: ἀπόσπ. 233 [σελ. 300.12 κἑ.]) καὶ ἡλίτην δὲ λίθον ἔλεγεν ἑωρακέναι, οὐχ οἷον οἱ πολλοὶ ἑωράκαμεν, ἀκτῖνας διαφαίνοντα ἀπὸ τοῦ βάθους χρυσίτιδας, ἀλλὰ δίσκον ἡλιοειδῆ κείμενον μέσον τοῦ λίθου, σφαῖραν αὐτόθεν πυρός ὡς ἰδεῖν· (...) ἰδεῖν δὲ καὶ σεληνίτην (...) κατὰ φύσιν τὴν ἑαυτοῦ τρεπόμενον ὅτε καὶ ὅπως ἡ σελήνη τρέποιτο, θαυμάσιον χρῆμα τοῦτό γε φύσεως· καὶ προσθέτει στὴ συνέχεια (757) πὼς οἱ Αἰγύπτιοι λάτρευαν τὸν μαγνήτη –προερχόμενον ἀπὸ ὑλικὸ μετεωρίτη– ἐπειδὴ ἕλκει τὸν σίδηρο καὶ τὸν θεωροῦσαν εἴδωλο θεϊκὸ κατευθεῖαν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ προερχόμενο, λατρεία ποὺ ἐπαναλήφθηκε καὶ σὲ ἄλλα μέρη μὲ τέτοια πετρώματα, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ μετεωρίτη ποὺ ἔπεσε στοὺς Αἰγὸς ποταμοὺς τὸ 405 π.Χ. καὶ λατρεύθηκε γιὰ αἰῶνες: κατηνέχθη γάρ, ὡς ἡ δόξα τῶν πολλῶν, ἐξ οὐρανοῦ παμμεγέθης λίθος εἰς Αἰγὸς ποταμούς. καὶ δείκνυται μὲν ἔτι νῦν, σεβομένων αὐτῶν τῶν Χερρονησιτῶν (Πλούτ. Λύσ. 12.1).

Μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικό, ὁ λίθος βαλλήν (στ. 11) πιθανὸν νὰ λατρευόταν σχετιζόμενος μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Γανυμήδη. Καὶ σὲ νεώτερες παραδόσεις ἡ λάμψη θεωρεῖται δεῖγμα ὑπερφυσικῆς παρουσίας, ἁγιότητας, θαυματουργικῆς ἐπίδρασης ἢ προειδοποίησης, ὅπως σημειώνει ὁ Βαρβούνης (ΜΛΜ8 15, μὲ τὴ σχετικὴ βιβλιογραφία). Βλ. καὶ κατωτ. (10 κἑ.).

10 κἑ. προσαγορεύεται δὲ τῆι διαλέκτωι τῶν ἐγχωρίων βαλλήν (...): ἡ λέξη βαλλήν, ἢ βαλήν (στὸ LSJ99 σ.λ. ὑποστηρίζεται πὼς ὁ πρῶτος τύπος εἶναι ὁ ὀρθός, βλ. καὶ Ἀρκαδ. Περὶ τόν. 1.5 [Barker10, σελ. 9.4-6] εἰς ην τὰ ἁπλᾶ ἔχοντα δεδιπλασι­ασμένον σύμφωνον ὀξύνεται, ἐσσὴν, ὀσσὴν, τελλὴν, βαλλὴν, πλὴν τοῦ Ἕλλην, Ἡρωδιαν. Περὶ μον. λέξ. 17.5 [II. 923.8 Lentz] βαλλήν, οὕτως ὁ βασιλεύς, κ.ἀ.· ὁ Η. Stephanus παραθέτει τὰ σχόλιά του στὸ TGrL11 σ.λ. Βαλὴν vel Βαλλὴν, θεωρώντας πιθανὴ τὴ δεύτερη μορφή· ὁ Chantraine12 σ.λ., σημειώνει « orth. moins autorisée βαλήν ») θεωρεῖται Φρυγικῆς καταγωγῆς, σύμφωνα μὲ τὸν Ἡσύχιο σ.λ. βαλήν, ἐνῶ στὰ Σχόλ. Αἰσχ. Πέρσ. 657a σημειώνεται πὼς βαλὴν ὁ βασιλεὺς λέγεται. Εὐφορίων δέ φησιν Θουρίων εἶναι τὴν διάλεκτον, ὅθεν καὶ βαληναῖον ὄρος, ὅ ἐστι βασιλικόν. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τραγωδία Πέρσαι τοῦ Αἰσχύλου στ. 657 βαλλήν, ἀρχαῖος βαλλήν, ἴθι, ἱκοῦ (West13, βαλήν Page14), ὅπου προσδίδει ἀνατολίτικη χροιὰ στὰ λεγόμενα (βλ. Broadhead Pers.15 σελ. 170), ἀπαντᾶ καὶ σὲ σωζόμενο ἀπόσπ. (472 Ν.216, 515 Radt17) ἀπὸ τοὺς Ποιμένες τοῦ Σοφοκλῆ στὸν στίχο ἰὼ βαλλήν (βλ. Σέξτ. Ἐμπειρ. Πρὸς Γραμμ. 1.313 (Mau, σελ. 81) οὐδὲ γὰρ ἐκ τέχνης τινὸς μεμα­θήκασιν [δηλ. οἱ γραμματικοί] ὅτι οἱ παρὰ τῷ Σοφοκλεῖ ποιμένες, «ἰὼ βαλλήν» λέγοντες «ἰὼ βασιλεῦ» λέγουσι Φρυγιστί, ἀλλὰ παρ' ἄλλων ἀκούσαντες). Ἡ Φρυγικὴ καταγωγὴ τῆς λέξης θεωρεῖται ὡς ἡ πιὸ πιθανὴ τόσο ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους γραμματικούς (ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Σχολιαστὴ τῶν Περσῶν) ὅσο καὶ ἀπὸ τοὺς μεταγενεστέρους καὶ σύγχρονους λεξικογράφους (βλ. Hofmann – Παπαν.18 σ.λ.· Chantraine12 ὅ.π., ὁ ὁποῖος σημειώνει τὴ Μικρὰ Ἀσία γενικῶς ὡς χῶρο προέ­λευσης), ὅπως καὶ ἡ σημασία της «βασιλιάς» (ὁ Η. Stephanus19 ὅ.π. τὴ σχετίζει μὲ τὸ Ἑβραϊκὸ Baal, ὄνομα θεοῦ τῶν Φοινίκων ποὺ σημαίνει ἐπίσης «κύριος»). Πιθανὴ φαίνεται καὶ σχέση μὲ τὸ βαλλίον (πβ. τὴ σχετικὴ σύγχρονη Κυπριακὴ ὁρολογία), ποὺ ἀποτελεῖ Φρυγικὴ ἢ Θρακοφρυγική (κατὰ τὸν Chantraine12, σ.λ., ὅπου καὶ ἡ ἀναφορὰ στὸ Θρακικὸ γένος τῶν Τριβαλλῶν) μορφὴ τῆς λέξης φαλλός, μὲ ρίζα τὸ « *bhel = «φουσκώνειν», ἐξογκοῦσθαι » κατὰ τοὺς Hofmann – Παπαν.18 σ.λ. φαλλός, ἀπ' ὅπου καὶ τὰ φάλλαινα, φλέψ, φλέω, κ.ἄ. Ὁ Chantraine12, σ.λ. βαλλίζω, ποὺ σημαίνει «χορεύω, κωμάζω» (Σωφρόν. ἀποσπ. 11,12, 32 [Kaibel CGF20]: Ἀθήν. 8, 362a κἑ.· βλ. καὶ LSJ99 σ.λ.: “dance, jump about”), παραπέμπει καὶ στὴν ἄποψη τοῦ Ο. Haas ὅτι ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ βαλλίον. Δὲν φαίνεται ἄσχετη μία γιορτὴ χορευτῶν καὶ κωμαστῶν στὴ Σικελία καὶ στὴν Κάτω Ἰταλία μὲ τὸν φαλλό (βλ. Ἀθήν. ὅ.π.), ἀλλ' οὔτε καὶ μὲ τὸ ρῆμα βάλλω (ἡ ἄλλη ἄποψη γιὰ τὴν προέλευση τοῦ βαλλίζω)· ἀνάλογα, ὁ φαλλὸς - βαλλίον φαίνεται νὰ σχετίζεται μὲ τὴ ρίζα *bhel τοῦ «ἐξογκοῦσθαι» ἀλλὰ δὲν θα πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς ἀπόλυτος στὸν ἀποκλεισμὸ ὁποιασδήποτε σχέσης μὲ τὸ βάλλω (γιὰ τὴν ἐτυμ. βλ. Chantraine12 σ.λ.). Βαλλὴν εἶναι, οὕτως ἢ ἄλλως, ὁ βασιλιάς, καὶ αὐτό τὸ ἀξίωμα στὶς πανάρχαιες πρωτόγονες φυλὲς δὲν ἀποκλείεται νὰ συνδεόταν μὲ τὰ φυσικὰ προσόντα τοῦ βαλλίου - φαλλοῦ του (ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ τὸ βάλλειν)· τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς περίεργης ἄποψης τοῦ Εὐφορίωνα ὅτι τὸ βαλλὴν ἀνήκει στὴ γλώσσα τῶν Θουρίων βρίσκεται μᾶλλον, κατὰ τὴν Αἰκ. Θεοδωροπούλου, στὸν συσχετισμὸ αὐτόν, μέσω τῶν ἑορτῶν τοῦ βαλλίζειν ποὺ τελοῦνταν στὴν Κάτω Ἰταλία.

Μὲ βάση τὰ ἀνωτέρω, τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Βαλληναῖον ἑορτὴν (στ. 6-7, βλ. καὶ ἀνωτ.) καὶ τὸν λίθον βαλλὴν ἀποκτοῦν πρόσθετο ἐνδιαφέρον. Ὁ Κύπριος Ἑρμησιάνακτας ἀναμφίβολα γνώριζε τὴ σημασία τοῦ Φρυγικοῦ βαλλήν καὶ σημείωσε στὰ Φρυγιακά του τὴν ἑρμηνεία, ἀλλὰ παρέθεσε καὶ τὴν Ἑλληνικὴ ἢ «ἐπιστημονικὴ» ὀνομασία τοῦ λίθου, ἀστήρ (στ. 8). Ἡ δὲ ἑορτὴ ποὺ καθιέρωσε ὁ Βαλληναῖος πρὸς τιμὴν τοῦ πατέρα του φέρει τὸ δικό του ὄνομα καὶ ὄχι τοῦ Γανυμήδη, εἴτε διότι αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ βασιλιὰς τῆς περιοχῆς εἴτε διότι ὑπῆρξε πρόθεση ἀνάμνησης τοῦ βαλλίου – φαλλοῦ τοῦ διάσημου ἐραστῆ τοῦ Δία καὶ τοῦ βλαστοῦ του, τοῦ Βαλληναίου (γι' αὐτὸ ἴσως καὶ ἡ φράση τὸν γεννήσαντα θεασάμενος ἀποτηκόμενον: μόλις ἀντελήφθη ὁ γιὸς πὼς τὸ βαλλίον τοῦ πατέρα ἀποτήκεται καὶ δὲν θὰ γονιμοποιήσει πιά, ἢ πὼς θὰ εὐνουχιστῆ ὁ Γανυμήδης ὡς ἐπίσημος ἀκόλουθος τοῦ θεοῦ, ὅπως γινόταν στὴν ἀντίστοιχη περίπτωση τῶν θνητῶν). Ὁ λίθος, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὀνομάστηκε ἀστήρ εἴτε λόγω τῆς λάμψης του εἴτε ἐπειδὴ ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανό (μετεωρίτης), τόπο κατοικίας πιὰ τοῦ Γανυμήδη. Ἡ δεύτερη ἐκδοχὴ ἐνισχύεται ἐὰν γίνει ἡ σύνδεση τοῦ βαλλήν μὲ τὰ βαλλίζω καὶ βάλλω (καὶ μὲ τὸ ὄνομα ἀστερισμοῦ Βαλλιστής, βλ. LSJ99 σ.λ.)· ὅπως ἀπὸ τὰ κομμένα γεννητικὰ ὄργανα τοῦ Κρόνου ποὺ ἔπεσαν στὴ θάλασσα γεννήθηκε ἡ Ἀφροδίτη (βλ. ΑΚυΓ1/1β´1 5 Υ2.1 κἑ. μὲ σχόλ. σ.στ. 1 καὶ 5), ἀνάλογα μπορεῖ νὰ πιστευόταν πὼς ἀπὸ τὸ σπέρμα τοῦ Γανυμήδη ποὺ ἐβλήθη ἀπὸ τὸν οὐρανὸ δημιουργήθηκε ἀστήρ, καὶ ἐν τῇ διαλέκτῳ τῶν ἐγχωρίων ὀνομάστηκε βαλλήν λόγω τῶν ἀνωτέρω καὶ ἐπειδὴ ὁ Γανυμήδης ἦταν ὁ πατέρας τοῦ βασιλιᾶ τους. (Ὁ Βαρβούνης, ΜΛΜ8 15-16, θεωρεῖ πὼς ἔχουμε μιὰ σαφῆ περίπτωση προγονολατρείας καὶ παραθέτει τὴ σχετικὴ βιβλιογραφία.)

11-12. καθὼς ἱστορεῖ Ἑρμησιάναξ Κύπριος ἐν β΄ Φρυγιακῶν: (Βλ. καὶ ἀνωτ. F1 σχόλ. σ.στ. 1 καὶ 1-2 σ.λλ. Ἑρμησιάναξ ὁ Κύπριος καὶ ἱστορίας μέμνηται τοιαύτης, μὲ παραπομπές.) Ὁ τίτλος τοῦ ἔργου Φρυγιακά, στὸ ὁποῖο κατὰ τὸν συγγραφέα τοῦ Περὶ ποτ.Ἑρμησιάναξ ἱστορεῖ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἱστορία, δὲν μνημονεύεται ἀλλοῦ γιὰ τὸν Κύπριο μυθογράφο. Ἔργο ὅμως Φρυγιακὰπερὶ Φρυγίας ἔγραψαν κι ἄλλοι κατὰ τὸν συγγραφέα τοῦ Περὶ ποτ.: 9.1 Τιμόλαος ἐν α΄ Φρυγιακῶν, 9.5 Δημάρατος ἐν δ΄ Φρυγίας, 10.1 Ἀλέξανδρος Κορνήλιος ἐν γ΄ Φρυγιακῶν (πβ. καὶ Πλουτ. Μουσικ. 1132e 10 Ἀλέξανδρος δ' ἐν τῇ Συναγωγῇ τῶν περὶ Φρυγίας), 10.5 Ἀγαθαρχίδης ἐν τοῖς Φρυγιακοῖς, 12.2 Ἀρετάδης ἐν τοῖς Φρυγιακοῖς (12.4 τὸ ἐδῶ: Ἑρμησιάναξ Κύπριος ἐν β΄ Φρυγιακῶν). Καὶ μόνη ἡ ἀνωτ. διαπίστωση δείχνει πόσο μάταιη εἶναι κάθε προσπάθεια νὰ ἀναζητηθοῦν πηγὲς καὶ ἐπιδράσεις τοῦ Ἑρμησιάνακτα στὸ θέμα τοῦτο (καὶ νὰ ἐπιχειρηθῆ χρονολογικὴ τοποθέτησή του). Βλ. καὶ RE2 στὰ σχετικὰ λήμματα, κυρίως σ.λ. Phrygia 1. (1. Friedrich), καὶ FGrH21 IIIC. 833 κἑ. (ἀρ. 795-800).

  1. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑
  2. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  3. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .
  4. Bechtel, F. (1917), Die historischen Personennamen des Griechischen bis zur Kaiserzeit, Halle.
  5. Dübner, F. (1855), Πλουτάρχου Ἀποσπάσματα καὶ Ψευδεπίγραφα / Plutarchi Fragmenta et Spuria, Vol. Plutarchi operum vol. V, Paris.
  6. Müller, C. (1855-1861), Geographi Graeci Minores, Vols. I-II, Paris.
  7. Zintzen, C. (1967), Damascii Vitae Isidori reliquiae, Olms.
  8. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1990), Μυθολογικὰ καὶ Λαογραφικὰ Μελετήματα, Ἀθήνα.a↑ b↑
  9. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑
  10. Barker, E. H. (1820), Ἀρκαδίου Περὶ τόνων, Leipzig.
  11. Citekey 1150 not found
  12. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  13. West, M. L. (1990), Aeschyli Tragoediae, Stuttgart.
  14. Page, D. L. (1972), Aeschylus, Oxford.
  15. Broadhead, H. D. (1960), The Persae of Aeschylus, Cambridge.
  16. Radt, S. (1977), Tragicorum Graecorum Fragmenta, Vol. IV: Sophocles, Göttingen.
  17. Nauck, A. (1889), Tragicorum Graecorum Fragmenta, 2nd ed., Leipzig.
  18. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .a↑ b↑
  19. Stephanus, H. (1954), Θησαυρὸς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης: Thesaurus Graecae Linguae, Vols. I-IX(2), Graz .
  20. Kaibel, G. (1899), Comicorum Graecorum Fragmenta, vol. I.1: Doriensium comoedia, Mimi, Phlyaces, Berlin.
  21. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.