You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Plut. De fluv. 2.3 (s.v. Ἰσμηνός)
  1. [Vid. FHG IV. 427 fr. 2 et GGM II. 640 (§ 3); FGrH 797 F 2; ΑΚΕΠ Γα΄ 77. *Plut. De fluv., ed. Dübner pp. 81-82.]
  2. 1 sqq. interpunxerunt alius alio
  3. 4 ἐγηροβόσκει Wyttenbach, prob. plerique: γηροβοσκεῖ cod., prob. Müller FHG
  4. 9-10 Ἐριννύων scr. Mü. GGM
  5. 10 μυχός Barth (prob. edd.): μῦθος cod. ‖
  6. τὴν ante φιλοστοργίαν add. Hercher, fort. recte (cf. supra διὰ τὴν ἀσέβειαν).
Πλούτ. Περὶ ποτ. 2.3 (σ.λ. Ἰσμηνός)

Ὁ Ἑρμησιάναξ ὁ Κύπριος ὅμως μνημονεύει (κατ' ἀντίθε-

ση μὲ ὅσα ἱστορεῖ ὁ Λέων ὁ Βυζάντιος [FGrH 132 F 2] στὰ Βοιωτικά)

μιὰν ἱστορία τέτοια: Ὁ Ἑλικὼν καὶ ὁ Κιθαιρών, ὄντας ἀδέλφια,

εἶχαν διαφορετικοὺς τρόπους συμπεριφορᾶς. Ὁ μὲν Ἑλικὼν δηλα-

δή, ὁ ὁποῖος ἦταν περισσότερο πράος καὶ προσηνής, γηροκο­μοῦσε

μὲ συμπάθεια τοὺς γονεῖς του· ἐνῶ ὁ Κιθαιρών, ὁ ὁποῖος ἦταν πλε-

ονέκτης καὶ ἤθελε νὰ περάσει στὰ χέρια του ἡ περιουσία, πρῶτα σκό-

τωσε τὸν γονιό του, ἀλλά, καθὼς ἔριχνε τὸν ἀδελφό του μετὰ ἀπὸ

ἐνέδρα στὸν γκρεμό, γκρεμίστηκε κι αὐτὸς κάτω μαζί του. Ἀπὸ πρό-

νοια δὲ τῶν θεῶν ἀφοῦ μεταμορφώθηκαν σὲ ὁμώνυμα βουνὰ ἔγιναν

ὁ μὲν Κιθαιρὼν γιὰ τὴν ἀσέβειά του ἡ ἔσχατη κατοικία τῶν Ἐρινύων,

ὁ δὲ Ἑλικὼν γιὰ τὴ φιλοστοργία του ἐνδιαίτημα τῶν Μουσῶν.

Σχόλια: 

1. Ἑρμησιάναξ δὲ ὁ Κύπριος: μοναδικὴ πηγὴ γιὰ τὸ πρόσωπό του παραμένει τὸ Ψευδοπλουτάρχειο σύγγραμμα Περὶ ποταμῶν καὶ ὄρων ἐπωνυμίας (καὶ τῶν ἐν αὐτοῖς εὑρισκομένων) (ed. Fr. Dübner1, 1855, σσ. 80 κἑ.), στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται τρεῖς φορὲς ὀνομαστικὰ καὶ μὲ τὸ προσηγορικὸ Κύπριος (2.3, 12.4 καὶ 24.1). Στὸ πρῶτο ἀπόσπασμα καταγράφεται ἡ ἐκδοχὴ γιὰ τὸν μύθο τῶν δύο ἀδελφῶν, τοῦ Ἑλικῶνος καὶ τοῦ Κιθαιρῶνος, ποὺ ἔδωσαν τὰ ὀνόματά τους στὰ ἀντίστοιχα ὄρη τῆς Θήβας, στὸ δεύτερο παραδίδεται ὁ τίτλος τοῦ ἔργου του Φρυγιακά, μὲ τὸ σχόλιό του γιὰ τὴ σημασία τῆς λέξης βαλλήν, ὀνόματος λίθου στὸ Βαλληναῖον ὄρος τῆς Φρυγίας, καὶ στὸ τρίτο μία ἱστορία γιὰ τὸν ἔρωτα τοῦ Διόνυσου πρὸς τὴν Ἀλφεσίβοια, σὲ σχέση μὲ τὴν ὀνομασία τοῦ ποταμοῦ Τίγρη τῆς Ἀρμενίας (βλ. καὶ Vossii HistGr22 374). Ὁ συγγραφέας (ποὺ ὁ Jacoby, στὸ ἄρθρο της RE3 σ.λ. Hermesianax 3., τὸν ὀνομάζει “Schwindelautor”: «ψευδοσυγγραφέα») φαίνεται νὰ ἀσχολήθηκε μὲ τὸ εἶδος τῆς μυθογραφίας μὲ ἄξονα τὴ γεωγραφικὴ περιήγηση καὶ μὲ ἔνταξη ποικίλου γλωσσικοῦ ὑλικοῦ (μυθογράφο τὸν ὀνομάζει ὁ Χατζηιωάννου, ΑΚΕΠ4 Γα΄ 77), καὶ νὰ ἀνήκει στὴν Ἑλληνιστικὴ ἐποχή.

Ἡ ἐκδοχὴ γιὰ τὴν ὀνομασία τοῦ Ἑλικώνα καὶ τοῦ Κιθαιρώνα ἀπαντᾶ καὶ στὰ Προλεγ. εἰς Ἡσ. Ἔργ. (FHG5 ΙΙΙ. 342 [μὲ παραπομπή: Prolegg. ad Hes. Op. p. 30 ed. Gaisf.6 = [Ἐξήγησις τοῦ σοφωτάτου γραμματικοῦ, Ἰωάννου τοῦ Τζέτζου εἰς τὰ Ἔργα καὶ τὰς Ἡμέρας τοῦ Ἠσιόδου, ἔκδ. T. H. Gaisford στὸ Poetae Minores Graeci6 II, Lipsial 1823, σσ. 10-447] Ἑλικών τε καὶ Κιθαιρὼν ἀπὸ Ἑλικῶνος καὶ Κιθαιρῶνος τῶν ἀδελφῶν ἐκλήθησαν, οἵτινες πρὸς ἀλλήλους ἐπολέμησαν, καθὼς Κυρηναῖος Λυσίμαχος ἐν τῷ πρώτῳ Περὶ ποιητῶν ἱστορεῖ), ὅπως καὶ στὸν Τζέτζη (Χιλ. 6.917-20: Ἑλικὼν καὶ Κιθαιρών, ὄρη τῆς Βοιωτίας, | Ἐξ Ἑλικῶνος ἀδελφῶν ὄντων καὶ Κιθαιρῶνος, | οἵπερ ἀλλήλους ἔκτειναν, ὡς οἱ Οἰδίπου παῖδες, | ὡς ἔγραψε Λυσίμαχος ἀνὴρ Κυρηναῖος)· ὁ Müller5 (ὅ.π.) προσθέτει ὅτι ὑπάρχει ἔντονη ὑποψία σύγχυσης τοῦ Λυσιμάχου τοῦ Ἀλεξανδρέως (τοῦ ὁποίου τὰ ἔργα συμπεριλαμβάνει στὸ FHG5 ΙΙΙ. 334-42 χωρὶς σχόλια, ὅπως καὶ τοῦ Ἑρμησιάνακτα: IV. 427-28) μὲ τὸν Λυσανίαν τὸν Κυρηναῖον, Ἀλεξανδρινὸ φιλόλογο ποὺ ὑπῆρξε δάσκαλος τοῦ Ἐρατοσθένη (κατὰ τὴ Σοῦδ. σ.λ. Ἐρατοσθένης) καὶ φέρεται ὅτι ἔγραψε Περὶ ποιητῶν ἀπὸ τὸν Ἀθήν. (304b κ.ἀ. περὶ ἰαμβοποιῶν) καὶ ἄλλους (βλ. Müller5 ὅ.π.), φαίνεται δὲ ὅτι ἔζησε τὸν 3ον αἰ. π.Χ. (ἀλλὰ “fl. 2nd c. B.C.” OCD7 σ.λ.). Ὁ Jacoby8, ἀπὸ τὴν ἄλλη, στὴν εἰσαγωγικὴ σημ. του γιὰ τὸν Λυσίμαχο (382 F 1-22, “um 200” / ἀλλὰ “4/3 B.C.” Canon39) σχολιάζει (ΙΙΙΒ. 165 κἑ.) ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ Ἑλικώνα καὶ τοῦ Κιθαιρώνα ἁρμόζει περισσότερο στὴ Συναγωγὴ τῶν Θηβαϊκῶν παραδόξων τοῦ Λυσίμαχου ἀλλὰ τὸ Περὶ ποιητῶν εἶναι ἀναμφισβήτητα ἔργο τοῦ Λυσανία (βλ. καὶ Voss2 [ὅ.π.] 384)· ἡ πατρίδα τοῦ Λυσίμαχου εἶναι ἄγνωστη, καθὼς τὸ Κυρηναῖος μπορεῖ νὰ ὀφείλεται στὴ σύγχυση μὲ τὸν Λυσανία καὶ τὸ Ἀλεξανδρεὺς μπορεῖ νὰ σημαίνει «Ἀλεξανδρινὸς» γενικά (ὁ Λυσίμαχος φαίνεται, κατὰ τὸν Jacoby8, νὰ ἔζησε λίγο μετὰ τὸν Λυσανία, τὸν 2ον αἰ. π.Χ.). Τὸ ἔργο τοῦ Λυσανία Περὶ ποιητῶν δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀποτελεῖ πηγὴ τοῦ Ἑρμησιάνακτα (ὅπως ὁ Jacoby8 ὑποστηρίζει: RE3 σ.λ. Hermesianax 3.)· ἀλλὰ δὲν ἀποκλείεται καὶ τὸ ἀντίθετο, ὅπως δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀντλοῦν ἀμφότεροι ἀπὸ κοινὴ πηγή (βλ. καὶ κατωτ. F3 σ.λλ. Θεόφιλος καὶ Ἀριστώνυμος). Σὲ κάθε περίπτωση ὁ χαρακτηρι­σμὸς τοῦ Ἑρμησιάνακτα ὡς «ψευδοσυγγραφέα» (βλ. ἀνωτ.) δὲν μπορεῖ νὰ θεω­ρηθῆ εὔστοχος· ἐὰν ὁ *Πλούταρχος ἤθελε νὰ προβάλει δικές του ἀπόψεις μὲ τὸ ὄνομα ἄλλου, δύσκολα θὰ διάλεγε τὸ ὄνομα Ἑρμησιάναξ, καὶ τὸ ἐπίθετο Κύπριος –τρὶς ἐπαναλαμβανόμενο– δὲν θὰ ἦταν πρώτη του ἐπιλογὴ (σὺν τοῖς ἄλλοις τὸ ὄνομα Ἑρμησιάναξ [βλ. LGPN110] δὲν ἀπαντᾶ στὴν Κύπρο). Βλ. καὶ κατωτ. F2.11-12 σ.λ. καθὼς ἱστορεῖ Ἑρμησιάναξ Κύπριος ἐν β΄ Φρυγιακῶν. (Γιὰ τὸ θέμα τῶν «ψευδοσυγγραφέων» τοῦ *Πλούτ. βλ. FGrH8 ΙΙΙΑ. 367-69 [“284-296. Schwindel­autoren des Ps. Plutarch”], μὲ βιβλιογραφία. Νὰ ἐφεῦρε ὅμως ὁ ἴδιος ὁ συγγρα­φέας τοῦ Περὶ ποτ. τὰ ὀνόματα τόσων συγγραφέων καὶ τοὺς τίτλους τῶν ἔργων του –ἀκόμα καὶ τὸ βιβλίο τοῦ ἔργου στὸ ὁποῖο ἑκάστοτε παραπέμπει– φαίνεται σὰν ἄκρως ἀπίθανη ὑπόθεση.)

1-2. ἱστορίας μέμνηται τοιαύτης: καὶ F3.12, πβ. F3.11-12 καὶ 18 ἱστορεῖ (καθὼς ἱστορεῖ Θεόφιλος ἐν α΄ Περὶ λίθων / καθὼς ἱστορεῖ Ἀριστώνυμος ἐν γ΄...), καὶ ἀνωτ. 16 F1a σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. ἱστοροῦσι.

2: Ἑλικὼν καὶ Κιθαιρὼν ἀδελφοὶ τυγχάνοντες: Τρεῖς ἐκδοχὲς παραδίδονται σχετικὰ μὲ τὴν προέλευση τοῦ ὀνόματος τοῦ ἑνὸς τοὐλάχιστον ἀπὸ τὰ δύο γνωστὰ ὄρη τῆς Βοιωτίας, οἱ δύο ἀπὸ τὶς ὁποῖες μνημονεύονται στὸ Περὶ ποταμῶν σύγγραμμα τοῦ *Πλούταρχου καὶ ἡ τρίτη στὸν Παυσανία. Σύμφωνα μὲ τὸν τελευταῖο (9.1.2), τὸ ὄρος Κιθαιρὼν πῆρε τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὸν ὁμώνυμο βασιλιὰ τῶν Πλαταιῶν ποὺ προηγήθηκε τοῦ Ἀσωποῦ (πού 'δωσε τὸ ὄνομά του στὸν πλησίον ποταμό)· στὸν οὐδενὸς σοφίαν ὕστερον βασιλιὰ ὀφείλεται τὸ τέχνασμα ποὺ ὁ Δίας ἔθεσε σὲ ἐφαρμογὴ προκειμένου νὰ μεταπείσει τὴν ὀργισμένη Ἥρα νὰ ἐπιστρέψει σ' αὐτόν (9.3.1: διέδωσε πὼς θὰ παντρευτῆ τὴν Πλάταιαν τὴν Ἀσωποῦ, καὶ μάλιστα στόλισε ἕνα ξόανο σὰν νύφη, καὶ τ' ἀνέβασε σὲ νυφικὴ ἅμαξα. Ἡ Ἥρα, μόλις πληροφορήθηκε τὰ συμβαίνοντα, ἔσπευσε ἐπὶ τόπου, καὶ τοῦ ἀγάλματος τὴν ἐσθῆτα περιέρρηξεν, ἥσθη τε τῇ ἀπάτῃ ξόανον εὑροῦσα ἀντὶ νύμφης γυναικὸς καὶ διαλλαγὰς ποιεῖται πρὸς τὸν Δία [καὶ προσθέτει ὁ Παυσανίας: ἐπὶ ταύταις ταῖς διαλλαγαῖς Δαίδαλα ἑορτὴν ἄγουσιν, ὅτι οἱ πάλαι τὰ ξόανα ἐκάλουν δαίδαλα κ.λπ.]). Ἡ δεύτερη ἐκδοχή, ποὺ μνημονεύεται ἀπὸ τὸν *Πλούταρχο πρὶν ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ Ἑρμησιάνακτα (2.2), ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὁ Κιθαιρὼν ἦταν ἕνας εὐπρεπὴς νεαρός, τὸν ὁποῖο ἐρωτεύθηκε παράφορα ἡ Ἐρινύα Τισιφόνη, καὶ τοῦ διεμήνυσε τὴν ἐπιθυμία της· ἐκεῖνος φοβήθηκε τὴ συνεύρεση μὲ τέτοια θεά, καὶ ἡ Τισιφόνη γιὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῆ ἐκ τῶν πλοκάμων ἕνα τῶν δρακόντων ἀπέσπασεν, καὶ ἐπὶ τὸν ὑπερήφανον ἔβαλεν· τὸ φίδι ἔπνιξε τὸν ἀτυχῆ νέο, ἐνῶ ἔβοσκε τὰ πρόβατά του στὸ ὄρος Ἀστέριος (ποὺ εἶχε ὀνομαστῆ ἔτσι ἀπὸ τὸ ἀστέρι ποὺ ἔπεσε στοὺς ὤμους τῆς Εὐρυθεμίστης κάνοντάς την ἀόρατη, γιὰ νὰ μὴν τὴν ἀντιληφθῆ ἡ δεύτερη ἐπίσημη ἐρωμένη τοῦ γιοῦ τοῦ Ποσειδώνα Βοιωτοῦ, ὅταν περίμενε καὶ τὶς δύο στὸ ἴδιο μέρος)· κατὰ δὲ πρόνοιαν τῶν θεῶν τὸ ὄρος ἀπ' αὐτοῦ μετωνομάσθη Κιθαιρών, καθὼς ἱστορεῖ Λέων ὁ Βυζάν­τιος ἐν τοῖς Βοιωτικοῖς.

Ἡ ἱστορία τοῦ Ἑρμησιάνακτα διαφέρει ἀπὸ τὶς προηγούμενες κατὰ τὸ ὅτι παρέχει ἑρμηνεία γιὰ τὴν ὀνομασία καὶ τῶν δύο ὀρέων τῆς Βοιωτίας. Ὁ Κιθαιρὼν καὶ ὁ Ἑλικὼν θεωροῦνται μυθικὰ πρόσωπα καὶ ἀδελφοὶ κατὰ τὴν ἐκδοχὴ τοῦ Κύπριου συγγραφέα, ἡ ὁποία ἐπιπρόσθετα δὲν σχετίζεται μὲ ἔρωτες καὶ ἀπάτες θεῶν καὶ θνητῶν, ἀλλὰ ἔχει περισσότερο ἠθικοδιδακτικὸ χαρακτήρα, ποὺ ταιριάζει στὴν ταραγμένη Ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ καὶ θυμίζει τάσεις τῆς Στωικῆς φιλοσοφίας γιὰ ἀπαλοιφὴ τῶν ἀδυναμιῶν ἀπὸ τὶς θεότητες καὶ ἐπικράτηση τῶν ἀνώτερων ἀξιῶν (βλ. ΕλλΜ11 1. 261-62). Δὲν ἀποκλείεται νὰ βρίσκεται καὶ ἡ φυσικὴ ἀλληγορία στὶς προθέσεις του, καθὼς ὁ Ἑλικὼν ὀρῶν τῶν ἐν τῇ Ἑλλάδι ἐν τοῖς μάλιστά ἐστιν εὔγεως καὶ δένδρων ἡμέρων ἀνάπλεως (...). λέγουσι δὲ οἱ περὶ τὸν Ἑλικῶνα οἰκοῦντες καὶ ἁπάσας ἐν τῷ ὄρει τὰς πόας καὶ τὰς ῥίζας ἥκιστα ἐπὶ ἀνθρώπου θανάτῳ φύεσθαι (Παυσ. 9.28.1, πβ. καὶ ἀνωτ. 4 F1 μὲ σχόλ. σ.στ. 9 σ.λ. πιδακόεντα, καὶ σ.λ. Ἄσκρην), ἐνῶ ὁ Κιθαιρὼν ἔχει ἄγρια βλάστηση καὶ ἀποκαλεῖται ὑψικάρηνος καὶ βαρύδουπος (Νόνν. Διον. 44.87, 45.40). Ἔτσι, ὁ πραιότερος ὑπάρχων καὶ προσηνὴς καὶ φιλόστοργος πρὸς τοὺς γονεῖς Ἑλικὼν κατακρημνίζεται ἀπὸ τὸν σκληρό, ἄδικο καὶ πλεονέκτη Κιθαιρώνα, ἀλλὰ γκρεμί­ζεται κι αὐτὸς μαζί του. Κατὰ δὲ θεῶν πρόνοιαν, γίνεται μεταμόρφωσή τους σὲ ὄρη (ὄχι ἁπλὴ μετωνομασία αὐτὴ τὴ φορά), τοῦ κακοῦ Κιθαιρώνα σὲ σπήλαιο τῶν Ἐρινύων καὶ τοῦ καλοῦ Ἑλικώνα σὲ ἐνδιαίτημα τῶν Μουσῶν.

Προφανῶς ἦταν γνωστὴ στὸν Κύπριο συγραφέα ἡ παράδοση περὶ Ἑλικωνι­άδων Μουσῶν (Ἡσ. Θεογ. 1-8 [μὲ σημ. West12 σ.λ.] καὶ Ἔργ. 658· βλ. καὶ Παυσ. 9.29.1 κἑ. γιὰ τὴν καθιέρωση τῆς λατρείας τῶν Μουσῶν [ἀνωτ. 4 F1], γιὰ τὴν πηγὴ Ἀγανίππην καὶ τὴν Εὐφήμην ποὺ ἐθεωρεῖτο τροφός τους, γιὰ τοὺς βωμοὺς καὶ τὰ ἀγάλματα πρὸς τιμὴν ποιητῶν καὶ καλλιτεχνῶν, κ.ἄ.), ποὺ δίδαξαν καὶ στὸν Ἡσίοδο τὴν ποιητικὴ τέχνη ἄρνας ποιμένονθ' Ἑλικῶνος ὕπο ζαθέοιο (Θεογ. 22-23). Ὁ Κιθαιρὼν δὲν ἀναφέρεται ἀλλοῦ σαφῶς ὡς Ἐρινύων μυχός, εἶναι συνδεδεμένος ὅμως μὲ παραδόσεις ἡρώων ἀπὸ καταραμένες γενιὲς καὶ διάφορα ἀνοσιουρ­γήματα. Ὅταν ἡ Λητὼ λ.χ. ἀγανάκτησε μὲ τὴ Νιόβη, ποὺ ὑπερηφανευόταν πὼς εἶχε περισσότερα παιδιὰ ἀπ' αὐτήν, ἔβαλε τὴν Ἄρτεμη καὶ τὸν Ἀπόλλωνα νὰ ἐκδικηθοῦν τὰ παιδιά της, καὶ τὰς μὲν θηλείας ἐπὶ τῆς οἰκίας κατετόξευσεν Ἄρτεμις, τοὺς δὲ ἄρρενας κοινῇ πάντας ἐν Κιθαιρῶνι Ἀπόλλων κυνηγετοῦντας ἀπέκτεινεν (*Ἀπολλόδ. 3.46). Ἐκεῖ διέταξαν ὁ Λάιος καὶ ἡ Ἰοκάστη νὰ παρατηθῆ ὁ γιός τους Οἰδίποδας γιὰ νὰ πεθάνει (Σοφ. Οἰδ. Τύρ. 421-23, 1391), στὸ ἴδιο ὄρος ἡ Ἀγαύη σὲ κατάσταση μανίας κομματιάζει μαζὶ μὲ τὶς Μαινάδες τὸ σῶμα τοῦ γιοῦ της Πενθέα (Εὐρ. Βάκχ., κυρίως 1114 κἑ.), ἐνῶ δὲν εἶχε καλύτερη τύχη ὁ Ἀκταίων, γιὸς τῆς Αὐτονόης καὶ τοῦ Ἀρισταίου, ἀναθρεμμένος ἀπὸ τὸν Κένταυρο Χείρωνα καὶ διάσημος κυνηγὸς ἀκολουθούμενος πάντοτε ἀπὸ τὰ πενήντα σκυλιά του: κυνηγώντας στὸν Κιθαιρώνα, κατὰ τοὺς πλείστους, ἔτυχε νὰ ἀντικρύσει γυμνὴ τὴν Ἄρτεμη νὰ λούζεται σὲ κάποια πηγή· ἡ θεὰ ὀργισμένη τὸν μετανει σὲ ἐλάφι καὶ τὰ σκυλιά του μὲ μανία τὸν ξεσκίζουν (*Ἀπολλόδ. 3.30.3 κἑ., πβ. Παυσ. 9.2.3 κἑ., καὶ βλ. ΕλλΜ11 3.75-77)· οἱ Ὀρχομένιοι τρομοκρατοῦνταν καιρὸ ἀπὸ τὸ φάντασμά του, μέχρις ὅτου τελικά, ἀκολουθών­τας τὴ συμβουλὴ τοῦ μαντείου τῶν Δελφῶν, ἔθαψαν τὰ μέλη του καὶ κατασκεύα­σαν ὁμοίωμά του, καὶ τῷ Ἀκταίωνι ἐναγίζουσιν ἀνὰ πᾶν ἔτος (Παυσ. 9.38.4 κἑ.). Στὰ Διονυσιακὰ τοῦ πολὺ μεταγενέστερου Νόννου (περ. 5ος μ.Χ. αἰ.) οἱ ἀναφορὲς στὸν Κιθαιρώνα εἶναι ἀρκετὲς σὲ σχέση μὲ τὶς δύο προηγούμενες ἱστορίες (Κιθαιρών: 5.61, 355, 428 / 9.75, 82 / 10.92 / 25.15 / 44.87, 145 / 45.40 / 46.186, 198, 262 κἑ. [ὅπου ἡ ἀποστροφὴ τοῦ Κάδμου μόλις ἀντελήφθη τὴν παιδοκτονία τῆς κόρης του: ἔρρε Κιθαιρών· | γηροκόμους Κάδμοιο κατέκτανες, ἀμφοτέρους δὲ | νεκρὸν ἔχεις Πενθῆα καὶ Ἀκταίωνα καλύπτεις], 266, 340, 344)· ἐνδιαφέρον ἔχει καὶ ἡ ἀναφορὰ τοῦ Λήμνιου σοφιστῆ Φιλόστρατου (τοῦ Πρεσβύτερου, 2/3 μ.Χ. αἰ.: βλ. κατωτ. 24 F1 σχόλ. σ.στ. 1-2, καὶ 21 *Τ3 σχόλ. σ.στ. 1 κἑ.) στὸν προσωποποιημένο Κιθαιρώνα, ὁ ὁποῖος ὀλοφύρεται ἐν εἴδει ἀνθρώπου τὰ μικρὸν ὕστερον ἐν αὐτῷ ἄχη καὶ κιττοῦ φέρει στέφανον ἀποκλίνοντα τῆς κεφαλῆςστεφανοῦται γὰρ δὴ αὐτῷ σφόδρα ἄκων ἐλάτην τε αὐτῷ παραφυτεύει Μέγαιρα καὶ πηγὴν ἀναφαίνει ὕδατος ἐπὶ τῷ Ἀκταίωνος οἶμαι καὶ Πενθέως αἵματι (Εἰκ. 14.4), καθὼς αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ μόνη σύνδεση ποὺ γνωρίζουμε μὲ τὶς Ἐρινύες (μιὰ ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶναι ἡ Μέγαιρα, οἱ ἄλλες ἡ Τισιφόνη [βλ. ἀνωτ.] καὶ ἡ Ἀληκτώ: βλ. καὶ ΕλλΜ11 2. 273 κἑ. μὲ εἰκ. 127, κ.ἀ.). Ὁ S. Eitrem (βλ. RE3 σ.λ. Kithairon 2., ὅπου καὶ ἡ παραπομπὴ στὸν Φιλό­στρατο) συνδέει καὶ τὸν Ὀρφέα με τὴ γέννηση τοῦ Διόνυσου καὶ τὸ τραγούδι του στὸν Κιθαιρώνα ἀφορμώμενος ἀπὸ ἕνα χωρίο τοῦ Λατίνου Λακτάντιου (1.22), θεωρώντας ὅτι ἡ κιθάρα τοῦ Ὀρφέα μπορεῖ νὰ ἔδωσε τὸ ὄνομα στὸ ὄρος (ἐκτὸς κι ἂν ὁ Λακτάντιος ἐννοοῦσε τὸν Ἑλικώνα, ἀφοῦ ἡ παραπομπὴ στὸν Παυσανία [9.30.4] ὁδηγεῖ σὲ ἄγαλμα τοῦ Ὀρφέα κοντὰ σὲ ἄλλα διάσημων ποιητῶν στὴν περιοχὴ τοῦ Ἑλικῶνος: βλ. τὸ ὅλο χωρίο [βλ. καὶ ἀνωτ.], μὲ τὸ κιθάραν κ.ἄ.).

Ὁ Ἑρμησιάνακτας φαίνεται νὰ εἶχε ὑπόψη του τὶς παραδόσεις σχετικὰ μὲ τὰ δύο ὄρη, μολονότι ἐμεῖς τὶς γνωρίζουμε ἀπὸ μεταγενέστερα κυρίως κείμενα, καὶ προτίμησε νὰ ἑρμηνεύσει τὴν ὑφιστάμενη ἀντίθεση ἐπινοώντας ἕνα ἐπίσης δυαδικὸ σχῆμα, αὐτὸ τῶν δύο ἀδελφῶν, τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ. Ἤδη ἦταν πολὺ γνωστὴ ἡ ἱστορία τοῦ Ἐτεοκλῆ καὶ τοῦ Πολυνείκη, γιῶν τοῦ Οἰδίποδα, οἱ ὁποῖοι μονομάχησαν γιὰ τὴν ἐξουσία τῆς Θήβας –ποὺ ὁ πρῶτος ἀρνιόταν νὰ παραδώσει νόμιμα– καὶ σκοτώθηκαν (βλ. Αἰσχ. Ἑπτ., Σοφ. Ἀντ., Εὐρ. Φοίν., *Ἀπολλόδ. 3.6.1 κἑ.· τὴ σύγκριση ἔκανε καὶ ὁ Τζέτζης, Χιλ. 6. 917-20), ὅπως καὶ ἐκείνη τοῦ Ἀμφίωνα καὶ τοῦ Ζήθου (γιῶν τῆς Ἀντιόπης καὶ τοῦ Δία γεννημένων στὶς Ἐλευθερὲς στὸν Κιθαιρώνα), οἱ ὁποῖοι ἐτείχισαν τὴ Θήβα, καὶ δὲν σκο­τώθηκαν μὲν μεταξύ τους, ἀλλὰ καὶ γι' αὐτοὺς ἰσχύει τὸ διαφόρους ἔσχον τῶν τρόπων τὰς διαθέσεις, ὄντας ὁ μὲν Ζῆθος ὁ τύπος τοῦ πρακτικοῦ ἀνθρώπου μὲ τεχνικὲς ἀσχολίες, ὁ δὲ Ἀμφίων ὁ θεωρητικὸς τύπος μὲ ἐπιδόσεις στὴ μουσική (βλ. λ 260 κἑ. [μὲ σχόλ. A. Heubeck: COd13 ΙΙ. 93], Ἡσ. ἀπόσπ. 182 Μ. – W.14 [περὶ Ζήθου καὶ Ἀμφίονος ἱστοροῦσιν ἄλλοι τε καὶ Ἡσίοδος, ὅτι κιθάρᾳ τὸ τεῖχος τῆς Θήβης ἐτείχισαν], Εὐρ. Ἀντιόπη, κ.ἀ.· ἀναλυτικὰ *Ἀπολλόδ. 3.42-44 [... Ζῆθος μὲν οὖν ἐπεμελεῖτο βουφορβίων, Ἀμφίων δὲ κιθαρῳδίαν ἤσκει ... ]· περισσότερα: ΕλλΜ11 3. 78-81).

Τὸ θέμα τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ ἀδελφοῦ βρῆκε βέβαια τὴν πιὸ διαδεδομένη ἔκφρασή του στὴ διήγηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Γένεσις) γιὰ τὸν Κάιν ποὺ σκότωσε τὸν ἀγαθὸ Ἄβελ ἐπισύροντας τὴν κατάρα τοῦ Θεοῦ (πβ. Thompson, Motif-Index15, D 1812.3.3.7, ὁ Κάιν πίνει τὸ αἷμα τοῦ Ἄβελ / Β 591.0.1, τὰ ζῶα ἀρνοῦνται νὰ κατασπαράξουν τὸν Κάιν / F 531.6.1.9, οἱ γίγαντες ὡς ἀπόγονοι τοῦ Κάιν, κ.ἄ.)· στὶς Ἑλληνικὲς δὲ παραδόσεις ἀπαντᾶ καὶ ἡ μεταμόρφωση τῶν ἀλληλοφονευθέντων σὲ στοιχεῖα τῆς φύσης, ὅπως τοῦ Κάιν στὶς κηλίδες ποὺ διακρίνονται στὴ Σελήνη, ἀφοῦ ἐκεῖ «εἶναι καταδικασμένος νὰ βάνῃ τὰ κόκκαλα τοῦ ἀδερφοῦ του σὲ τρύπιο καλάθι ...» ἢ «τότε νὰ βρῇ συγχώρεση, ὅταν γιομίσῃ μὲ τὰ κόκκαλα τοῦ ἀδερφοῦ του ἕνα ξέκωλο καλάθι», ἢ τῶν ἑπτὰ ἀδερφάδων ποὺ τὴ μία τὴ σκότωσαν οἱ ἄλλες, στὸν ἀστερισμὸ τῆς Πούλιας, ὅπου τὸ ἕνα ἀστέρι δὲν διακρίνεται καλά (βλ. Πολίτη, Παραδόσεις16 ἀρ. 234-35 καὶ 243: σσ. 130 καὶ 133, βλ. καὶ σημ. στὶς σσ. 810-13· Βαρβούνη ΜΛΜ17 14-15, ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία). Ἡ περίπτωση τοῦ Κάστορα καὶ τοῦ Πολυδεύκη, ποὺ ὁ δεύτερος ὄντας ἀθάνατος προτιμᾶ νὰ μοιράζεται τὴ μοίρα τοῦ θνητοῦ Κάστορα καὶ νὰ βρίσκεται τὸν μισὸ χρόνο στὸν Κάτω Κόσμο καὶ τὸν ὑπόλοιπο ἀνάμεσα στοὺς θεούς, ἀποτελεῖ ἄλλη μία ἱστορία διαφορετικῶν μεταξύ τους ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως διακρίνονται γιὰ τὴν ἀγάπη τους καὶ μεταμορφώνονται ἀπὸ τοὺς θεοὺς στὸν ἀστερισμὸ τῶν Διδύμων (βλ. ΕλλΜ11 3. 216-17).

  1. Dübner, F. (1855), Πλουτάρχου Ἀποσπάσματα καὶ Ψευδεπίγραφα / Plutarchi Fragmenta et Spuria, Vol. Plutarchi operum vol. V, Paris.
  2. Vossius, G. H. (1651), De Historicis Graecis (Libri IV), Leiden.a↑ b↑
  3. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑
  4. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.
  5. Müller, K. & Müller T. (1841-1872), Fragmenta Historicorum Graecorum, Vols. I-V, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑
  6. Gaisford, T. H. (1823), Poetae Minores Graeci II, Leipzig.a↑ b↑
  7. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.
  8. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.a↑ b↑ c↑ d↑
  9. Berkowitz, L. & Squitier K. A. (2000), Thesaurus Linguae Graecae, Canon of Greek Authors and Works, 3d ed., New York - Oxford.
  10. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.
  11. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  12. West, M L. (1966), Hesiod, Theogony, Oxford.
  13. Heubeck, A. & Hoekstra A. (1989), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume II: Books IX-XVI, Oxford.
  14. Solmsen, F., Merkelbach R. & West M. L. (1970), Hesiodi Theogonia, Opera et Dies, Scutum, Fragmenta Selecta, Oxford.
  15. Thompson, S. (1932-1936), Motif-Index of Folk-Literature: A Classification of Narrative Elements in Folktales, Ballads, Myths, Fables, Mediaeval Romances, Exempla, Fabliaux, Jest-Books and Local Legends, Vols. 1-6, Bloomington and London .
  16. (1904), Μελέται περὶ τοῦ βίου καὶ τῆς γλώσσης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τóμ. τόμ. Α'-Β', Παραδόσεις, Ἀθῆναι.
  17. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1990), Μυθολογικὰ καὶ Λαογραφικὰ Μελετήματα, Ἀθήνα.