You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Dio Chrys. Orat. 64.2-4 (De fort. II)

1(2) Ἐρῶ δὲ ὑμῖν τινα καὶ Κύπριον λόγον, εἰ βούλεσθε. ἤνεγκεν ὁ 

παλαιὸς βίος καὶ ἐνδόξους γυναῖκας, Ῥοδογούνην πολεμικήν,

Σεμίραμιν2 βασιλικήν3, Σαπφὼ μουσικήν, Τιμάνδραν καλήν· οὕ-

τω καὶ ἐν Κύπρωι Δημώνασσα4 ἐγένετο, πολιτική τε ὁμοῦ

  γυνὴ καὶ νομοθετική. (3) τρεῖς ἔθηκεν αὕτη5 τοῖς Κυπρίοις νό-

μους · τὴν μοιχευθεῖσαν κειραμένην6 πορνεύεσθαι7 · θυγάτηρ αὐ-

τῆς8 ἐμοιχεύθη καὶ τὴν κόμην ἀπεκείρατο κατὰ τὸν νόμον καὶ

ἐπορνεύετο. τὸν αὑτὸν9 ἀποκτείναντα ἄταφον ῥίπτεσθαι · δεύτε-

10ρος οὗτος Δημωνάσσης11 νόμος· τρίτος12 ὥστε μὴ13 ἀποκτεῖναι βοῦν

ἀρότριον14 . δυοῖν δὲ αὐτῆι παίδων ἀρρένων ὄντων,ὁ μὲν ἐπὶ τῶι

βοῦν ἀποκτεῖναι ἀπέθανε, τὸν δὲ αὑτὸν15 ἀποκτείναντα οὐκ -

θαψεν16. (4) ἡ δέ τέως μὲν ἐκαρτέρει, καὶ ἄπαις οὖσα καὶ νομο-

θετοῦσα17· ἰδοῦσα δέ βοῦν ἐπὶ μόσχωι ἀπολλυμένωι μυκωμένην

καὶ τὴν ἑαυτῆς ἐν ἄλλωι συμφορὰν γνωρίσασα, τήξασα χαλκὸν

εἰς αὐτὸν ἥλατο. καὶ ἦν ἐκεῖ πύργος ἀρχαῖος ἀνδριάντα χάλ-

κεον18 ἔχων χαλκῶι19 ἐντετηκότα καὶ πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ ἱδρύμα-

τος καὶ πρὸς μίμημα20 τοῦ διηγήματος· ἐπιγραφὴ δὲ21 ἐπί τινος

στήλης πλησίον· Σοφὴ μὲν ἤμην, ἀλλὰ πάντ'22 οὐκ εὐτυχής23

  1. [Vid. FGrH 758 F 12; ΑΚΕΠ Α΄ 138. Di. Chrys. Orat., edd. Emperii, Dindorf, Budé, Crosby, Arnim (cum sigl.). TGF (Suppl., Snell) 124.]
  2. 3 Σεμίραμινμουσικήν in marg. suppl. H ‖
  3. βασιληκήν (sic) P
  4. 4 δημόνασσα (ex Δημοάνασσα?) UB (P)
  5. 5 αὐτὴ PHM
  6. 6 κειρομένην UM(P), fort. recte ‖
  7. πορνέβευεσθαι (sic) P
  8. 6-7 αὐτοῖς U
  9. 8 αὐτὸν P
  10. 9 sqq. cett. alio interpunxerunt
  11. 9 δημονάσσης UBP (vid. et supra v. 4)‖
  12. τρίτον P m. pr. ‖
  13. vv. ll.ὥστε μὴν et μὴ (pro ὥστε μὴ)
  14. 10 vv. ll. ἀρότων et ἀροτῆρα (vid. infra adnot.)
  15. 11 vv. ll. ἑαυτὸν (PH) et αὐτὸν (M)
  16. 11-12 ἔθαψαν PH
  17. 12-13 καὶαὐτὴ ταῦτανομοθετήσασα dubit. prop. Arnim
  18. 15-16 χάλκεον PHM, prob. edd. plerique; χάλκειον UB: χαλκοῦν Dindorf
  19. 16 χαλκὸν (pro χαλκῶι) Hadjioannou
  20. 17 μνήμην (pro μίμημα) UB ‖
  21. δὴ (pro δὲ) Β
  22. τἄλλ' vel τἄργ' (pro πάντ') coni. Schmidt Krit. Stud. III. 30).
  23. 18 ἀλλὰ οὐ πάντα εὐτυχής cod. Paris. Suppl. Gr. 134 (Miller, Mélanges orientaux p. 221) ‖
Δί. Χρυσ. Λογ. 64.2-4 (Περὶ τύχ. β΄)

(2) Θὰ σᾶς πῶ μιὰν κατεξοχὴν Κυπριακὴ ἱστορία, ἂν θέλετε. Ἀνέ-

δειξε ἡ παλαιὰ ἐποχὴ καὶ ἔνδοξες γυναῖκες, τὴ Ροδογούνη τὴν πο-

λεμίστρια, τὴ Σεμίραμι τὴ βασίλισσα, τὴ Σαπφὼ τὴν ποιήτρια, τὴν

Τιμάνδρα τὴν καλλονή. Ἔτσι καὶ στὴν Κύπρο γεννήθηκε ἡ Δη-

μώνασσα, γυναίκα μὲ πολιτικὲς συνάμα καὶ νομο­θετικὲς ἱκανό-

τητες καὶ διακρίσεις. (3) Τρεῖς νόμους θέσπισε αὐτὴ γιὰ τοὺς Κυ-

πρίους: Ὅποια διαπράξει μοιχεία ἀφοῦ κουρευθῆ νὰ ἐκπορνεύεται·

ἡ κόρη της διέπραξε μοιχεία, καὶ ἀφοῦ τὴν κούρεψαν σύμφωνα μὲ

τὸν νόμο ζοῦσε ὡς πόρνη. Ὅποιος αὐτοκτονεῖ νὰ πετιέται ἔξω ἄ-

ταφος· ἐτοῦτος εἶναι ὁ δεύτερος νόμος τῆς Δημώνασσας· ὁ τρίτος,

νὰ μὴ σκοτώνουν βόδι τ' ἀλετριοῦ. Δυὸ παιδιὰ ἀρσενικὰ εἶχε αὐτή,

κι ὁ μὲν ἕνας ἐξαιτίας τοῦ ὅτι σκότωσε βόδι θανατώθηκε, ἐνῶ τὸν

ἄλλο ὡς αὐτόχειρα δὲν τὸν ἔθαψε. (4) Κι ἐκείνη γιὰ κάποιο χρονικὸ

διάστημα ὑπέμενε καρτερικά, καὶ δίχως παιδιὰ ὄντας καὶ συνεχί-

ζοντας νὰ νομοθετεῖ· ὅταν ὅμως εἶδε μιὰν ἀγελάδα νὰ μουκανίζει

πάνω ἀπὸ τὸ νεκρό της μοσχάρι καὶ ἀναγνώρισε τὴ δική της συμφο-

ρὰ στὴν περίπτωση τῆς ἄλλης, ἀφοῦ ἔλιωσε χαλκό, πήδηξε μέσα. Κι

ἦταν ἐκεῖ ἕνας πύργος ἀρχαῖος ὁ ὁποῖος εἶχε χάλκινο ἄγαλμα χω-

μένο μέσα σὲ χαλκὸ λιωμένο καὶ γιὰ τὴν ἀσφαλῆ στήριξη τοῦ ἀγάλ-

ματος καὶ ὡς ἀναπαράσταση τῆς ἱστορίας· κι (ἦταν) ἕνα ἐπίγραμμα

πάνω σὲ μιὰ στήλη ἐκεῖ κοντά (πού 'γραφε): «Σοφὴ ἤμουν, ἀλλὰ

πάντως ὄχι εὐτυχής.»

Σχόλια: 

1 κἑ.: στὴ  μυθολογία τὸ ὄνομα Δημώνασσα (στ. 4, καὶ 9 Δημωνάσσης) –μ' αὐτὴ τὴ μορφὴ ἢ ὡς Δημοάνασσα, ἀπ' ὅπου πιθανῶς καὶ ἠ γραφὴ Δημόνασσα– φέρουν διάφορες γυναῖκες ἀπὸ τὸν Ἀργολικὸ κυρίως κύκλο: σύζυγος τοῦ Ἴρου καὶ μητέρα τῶν Ἀργοναυτῶν Εὐρυδάμαντα καὶ Εὐρυτίωνος, σύζυγος τοῦ Ἄδραστου καὶ μητέρα τοῦ Αἰγιαλέως κ.ἄ., κόρη τοῦ Ἀμφιάραου καὶ τῆς Ἐριφύλης, κ.ἄ. (βλ. RE1 σ.λ. Demonassa, Roscher2 σ.λ., ΕλλΜ3 3. 199 καὶ 4. 194). Σὲ ἐπιγραφὲς δὲν ἀπαντᾶ (ἐνῶ δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιο μὲ τὸ Δημώ [βλ. LGPN24 καὶ LGPN5 σ.λ.] καὶ τὸ ἀρσ. Δημῶναξ, ποὺ ἀπαντᾶ καὶ στὴν Κύπρο [βλ. ΑΚυΓ26 11 Ε26 μὲ σχόλ. σ.στ. 3] κ.ἀ.)· στὴ λογοτεχνία ἀπαντᾶ μόνο στὸν Λουκιανό (Ἑταιρ. διαλ. 5.2-4: LGPN5 σ.λ.), γιὰ κάποια πλούσια Κορίνθια ἑταίρα.

Ὡς ἱστορικὸ πρόσωπο ἢ μορφὴ μεταξὺ μύθου καὶ ἱστορίας, πολιτική τε ὁμοῦ γυνὴ καὶ νομοθετική (στ. 4-5), ἀγνώστων λοιπῶν στοιχείων, Κυπριακῆς πάντως καταγωγῆς, μνημονεύεται κατὰ τὴν παράδοση ἀπὸ τὸν ρήτορα καὶ σοφιστὴ τοῦ 1/2ου μ.Χ. αἰ. Δίωνα ἀπὸ τὴν Προύσα τῆς Βιθυνίας (περ. 40-120 μ.Χ., ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸς ὡς Cocceianus καὶ ἀπὸ τὸν 3ον αἰ. ὡς Χρυσόστομος: βλ. RE1 καὶ OCD7 σ.λ., Lesky ΙΑΕΛ58 1140 κἑ. κ.ἀ.), στὸν 64ο λόγο του Περὶ τύχης δεύτερος 2 κἑ., ποὺ θεωρεῖται ὅμως γενικὰ νόθος καὶ ἀποδίδεται στὸν μαθητὴ τοῦ Δίωνος Φαβωρίνο, κυρίως λόγω τοῦ κομπαστικοῦ καὶ ἐπιτηδευμένου ὕφους του, τὸ ὁποῖο ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἁπλότητα τοῦ Δίωνα (βλ. ΙΑΕΛ58 1141). Ἡ πηγὴ τοῦ συγγραφέως παραμένει ἄγνωστη. Ὁ ἴδιος στὴν ἀρχὴ τῆς ἀφήγησής του ἀναφέρει: ἐρῶ δὲ ὑμῖν τινα καὶ Κύπριον λόγον (στ. 1). Ἡ τελευταία φράση σημαίνει καὶ διήγηση ποὺ τὰ στοιχεῖα της δὲν εἶναι ὅλα ἀληθινά ἢ παράδοση διαδεδομένη κυρίως προφορικά (βλ. LSJ99 σ.λ. λόγος I.3 καὶ κυρίως VI.2, καὶ Crosby10 [σελ. 47], ὁ ὁποῖος μεταφράζει “a certain Cyprian tale”). Τὸ τινα καὶ («καὶ μιὰ» Χατζηιωάννου11674), ἂν λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι ὁ σύνδεσμος καὶ σὲ τέτοιες περιπτώσεις σημαίνει «καὶ εἰδικά, ἰδίως, κυρίως» (βλ. LSJ99 σ.λ., Α.Ι.2: “to add a limiting or defining expression”), στὸ ἐδῶ χωρίο φαίνεται νὰ σημαίνει «μιὰν κατεξοχὴν Κυπριακὴ ἱστορία»· εἶναι πιθανόν, μὲ ἄλλα λόγια, νὰ ἦταν γνωστὴ ἡ διήγηση καὶ ἀλλοῦ (ἴδια ἢ παραλλαγμένη), ὁ συγγραφέας ὅμως θεωρεῖ ὡς τόπο προέλευσης ἢ κυρίως ἐπιβίωσής της τὴν Κύπρο. Τὸ οὐσιαστικὸ λόγος, τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Δημώ­νασσα μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὡς ὁμιλοῦν (ἡ ἄνασσα –βασίλισσα– τοῦ δήμου) καὶ τὸ παραμυθικὸ στοιχεῖο τῶν τριῶν παιδιῶν (οἱ δύο γιοὶ καὶ ἡ μία κόρη) ἐνισχύουν τὴν ὑπόθεση γιὰ μὴ ἱστορικότητα τοῦ προσώπου, ἐνῶ ἡ ἀναφορὰ σὲ ἀρχαῖο πύργο καὶ χάλκινον ἀνδριάντα ποὺ στήθηκε σ' ἀνάμνηση τῆς θλιβερῆς αὐτοκτο­νίας τῆς νομοθέτιδος μὲ μονόστιχο συνοδευτικὸ ἐπίγραμμα (σὲ ἰαμβικὸ τρίμε­τρο) ἐνθαρρύνουν τὸν ὑποστηρικτὴ τῆς ἀντίθετης ἄποψης. Οὔτε καὶ εἶναι καθο­ριστικὴ γιὰ τὴν ὕπαρξη τῆς Δημώνασσας ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα γιὰ τὴν ἱστο­ρικότητα ἢ μὴ τῶν νόμων ποὺ ἀποδίδονται σ' αύτήν. Ὅποιος θεωρεῖ τὴ θέσπισή τους ὡς ἱστορικὸ γεγονός, δικαιοῦται νὰ ὑποστηρίξει πὼς σὲ χρόνους πρὶν ἀπὸ τὴν ὀργάνωση τῶν Κυπριακῶν βασιλείων προικισμένοι ἄνθρωποι ἀνέλαβαν νομοθετικὸ ἔργο προκειμένου νὰ ρυθμιστοῦν ἔντονα κοινωνικὰ προβλήματα: ἡ ὕπαρξη ὅμως γυναίκας σ' αὐτὴν τὴ θέση μπορεῖ πιθανὸν νὰ ὁδηγεῖ σὲ μητριαρχικὴ ἐποχή, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποτελεῖ εὕρημα τῶν μεταγενεστέρων ποὺ προσδίδει τραγικότητα, ἐφόσον δοκιμάζεται ἡ σχέση μητέρας καὶ παιδιῶν.

Ἡ ἐξέταση τοῦ περικειμένου προσθέτει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα: Ὁ *Δίων (ἢ ὁ Φαβωρίνος) χρησιμοποιεῖ τὸν ἐδῶ λόγον ὡς παράδειγμα ἐνδόξου γυναικός (συμπεριλαμβάνοντας τὴ Ῥοδογούνην, τὴ Σεμίραμιν, τὴ Σαπφὼ καὶ τὴν Τιμάνδραν στὸν ἴδιο κατάλογο) σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλα πρόσωπα (ὅπως ἡ Μήδεια, ὁ Μίδας, ἡ Φαίδρα, ὁ Ἀλκμαίων καὶ ὁ Ὀρέστης) τὰ ὁποῖα μέμφθηκαν τὴν τύχη γιὰ τὴν πρόκληση τῶν καταστροφικῶν τους παθῶν καὶ μετέθεσαν σ' αὐτὴν τὴν προσωπική τους εὐθύνη. Στὴ συνέχεια, ἐξάλλου, ὁ ρήτορας ἀσχολεῖται μὲ τὴν ἀνάδειξη τῆς τύχης ἀφενὸς ὡς παράγοντα εὐεργετικοῦ γιὰ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀφετέρου ὡς δύναμης πολύτροπης, ἡ ὁποία σώζει ἢ καταστρέφει χωρὶς νὰ λαμβάνει ὑπόψη τὶς προθέσεις τῶν θνητῶν (γιὰ νὰ κλείσει τὸν Περὶ τύχης δεύτερον λόγο του ὁ συγγραφέας μὲ τὸ οὐδέν μοι δοκεῖ ὁ βίος τῶν ἀνθρώπων πομπῆς διαφέρειν ἐν ταῖς ἡμερησίαις μεταβολαῖς). Εἰδικὰ ὅσοι ἐπαίρονται ὑπολογίζοντας γιὰ δικά τους ὅσα ἐκείνη ἔδωσε ἢ τὴ μέμφονται θεωρώντας ὅτι τοὺς στέρησε ἀπὸ ὅσα ἐδικαιοῦντο βαίνουν πρὸς τὴν ἀπώλεια. Ὁ ἐπηρεασμὸς ἀπὸ τὴ φιλοσοφικὴ κίνηση τῶν Κυνικῶν φαίνεται ἔκδηλος στὴν κριτικὴ τῶν ἀνθρώπινων παθῶν, ὅπως ἐπιχειρεῖται ἐδῶ.

Στὴν ἱστορία τῆς Δημώνασσας φαίνεται νὰ ἀνιχνεύεται ἐπίσης τὸ πνεῦμα τοῦ κυνισμοῦ, καθὼς ἡ ἀπόπειρα τῆς ἡρωίδας νὰ ρυθμίσει ὡς νομοθέτιδα τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιο, ὅπως ἡ ἀνιδιοτελὴς προαίρεσή της τὸ ἀντιλαμβάνεται, ἀνατρέπεται ἀπὸ τὰ ἴδια της τὰ παιδιά. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ ἴδια διατηρεῖ τὴν ἀξιοπρέπειά της, δίχως μεμψιμοιρία δέχεται τὴ μεταβολὴ τῆς τύχης, καὶ στὸ τέλος αὐτοκτονεῖ. Ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμα παράδειγμα τῆς δύναμης τοῦ ἀπρόβλεπτου στὴ ζωὴ τῶν ἄλλων, τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ὑπεύθυνοι καὶ συνετοὶ θεωροῦν ὅτι ὅλα ἔχουν ρυθμιστῆ, ἀλλὰ καὶ ὑπόδειγμα συμπεριφορᾶς τοῦ ἀν­θρώπου ποὺ ύπῆρξε μὲν σοφός, ὄχι ὅμως καὶ εὐτυχής. Ἡ ἐπιγραφὴ στὸ μνημεῖο της (στ. 18, βλ. ἀνωτ. 14 F1 σχόλ. σ.στ. 27) ἀποδίδει ὄντως ἐπιγραμματικὰ –καὶ δραματικὰ– τὴν οὐσία τῆς προσωπικῆς της ἱστορίας (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ.). Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄποψη, ἡ ἀνίχνευση τοῦ λαογραφικοῦ θέματος τοῦ δημιουργοῦ ποὺ μὲ προσωπικὴ –καὶ αἱματηρὴ– θυσία ἐξασφαλίζει τὴν ἰσχὺ τῶν δημιουργημάτων του (βλ. Βαρβούνη ΜΛΜ12 13) καθίσταται μᾶλλον ἀδύνατη. Ἡ Δημώνασσα θυσιά­ζεται ὅταν συνειδητοποιεῖ τὴ σκληρότητα τῶν νόμων της καὶ τὴν καταστροφικὴ ἀνατροπὴ ποὺ τῆς ἐπιφύλαξε ἡ τύχη, γιὰ νὰ διασώσει τὴν ἀξιοπρέπειά της περισσότερο παρὰ γιὰ νὰ κατοχυρώσει τὴν ἰσχὺ τοῦ δημιουργήματός της· ἡ αὐτοκτονία ἐξάλλου ἀποτελοῦσε γι' αὐτὴν ἀξιόποινη πράξη. (Βλ. καὶ κατωτ.)

Στοὺς νεώτερους χρόνους, μνεία τῆς ἱστορίας τῆς Δημώνασσας ἀπαντᾶ στὸ σύγγραμμα τοῦ Ἀρχιμ. Κυπριανοῦ13 (Ἱστ. 502-3), ὁ ὁποῖος, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν περιληπτικὴ ἀναφορὰ στὸ ἐδῶ χωρίο τοῦ *Δίωνα, παραθέτει καὶ ἐπίγραμμα ἐννέα ἐλεγειακῶν διστίχων μὲ τὸ ἴδιο θέμα, ποὺ σύνθεσε ὁ Χιώτης λόγιος τῆς διασπορᾶς Λέων Ἀλλάτιος (1586-1669). Πηγὴ τοῦ τελευταίου ὑπῆρξε, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ὁ *Δίων (δὲν κατέστη ὅμως δυνατὸς ὁ ἐντοπισμὸς τοῦ ἐπιγράμματος στὰ γνωστὰ ἔργα τοῦ Ἀλλάτιου· ὡς ἐκ τούτου, παραθέτουμε τὸ κείμενο ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ Ἀρχιμ. Κυπριανοῦ):

Ἄρρεσι πρὸς δυσὶ καὶ Κούρη μιᾷ ὄλβιος οὖσα,

Δημώνασσα, νόμους τρεῖς Κυπρίοισι θέτο.

Μοιχὶς κειραμένη πορνευέτω. Αἶψα δ' ἑταίρει (;)

Μοιχευθεῖσα, τρίχας κειραμένη θυγάτηρ.

5          Βοῦν ἀρότην κτείναντι, κακὸς ξίφει οἶτος ἑπέσθω,

Καὶ εἷς ἐξ υἱέων ἔφθιτο Βοῦν ὀλέσας.

            Χερσὶ δαμεὶς σφετέραις, ἄταφος κυσὶ κύρμα γενέσθω

Καὶ τρίτου αὐτοφόνου ρίφθεν ἄθαπτα μέλη.

Οὐδὲ δύαις ὀκλάσασα σιδήρεος ἄλλον ἐπ' ἄλλῳ.

10              Θεσμὸν ἀεὶ θεμένη ἦγεν ἀνασσομένους,

Μέχρις Βοῦν γοόωσαν ὀλωλότα μόσχον ἰδοῦσα.

Ὅν ποτε πῆμα σαφῶς φράσσατ' ἐν ἀλλοτρίοις.

Καὶ χαλκὸν τήξασα, φλογέαισιν ἐνέππεσε δίναις.

Ἆ πόσον σοφίης φέρτερός ἐστι τύχη;

15        Οὐ θρόνος, οὐ Βασίλειον ἐπήρκεσεν, οὐ μένος Ἀνδρῶν,

Τίς δ' οὐκ οἶδε πέλειν παίγνια ταῦτα τύχης;

Μέμφα κάκ' ἠγνοίησε μακαρτάτη. Ὦ πολύολβοι

Φῶτες ἀιδρείῃ, κάμμοροι ἰδμοσύνῃ ...

5-6. τρεῖς ἔθηκεν αὕτη τοῖς Κυπρίοις νόμους: Τὸ συμπέρασμα ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν ἐξέταση τῶν τριῶν νόμων τῆς Δημώνασσας (βλ. τὰ ἑπόμενα) εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἴσχυσαν στὴν πρώιμη περίοδο ὀργάνωσης τῶν Κυπριακῶν βασιλείων, ὅταν ἡ προστασία τοῦ θεσμοῦ τῆς οἰκογένειας, ἡ ἀποτροπὴ τῆς αὐτοκτονίας ὡς βίαιης στέρησης τῆς πολιτείας ἀπὸ ἐνεργὰ μέλη καὶ ἡ ἐξασφάλιση τῶν μέσων γιὰ τὴ γεωργικὴ παραγωγὴ ἀποτελοῦσαν ἐπιτακτικὲς κοινωνικὲς ἀνάγκες χρήζουσες πολιτικῆς καὶ νομο­θετικῆς ρύθμισης. Τὰ ἴδια ἀκριβῶς θέματα ἀντιμετωπίστηκαν μὲ παρόμοια μέτρα στὸν ὑπόλοιπο Ἑλλαδικὸ χῶρο, καὶ ὄχι μόνον. Ἂν καθιερώθηκαν ἢ ὄχι ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο πρόσωπο, παραμένει ἀναπάντητο ἐρώτημα (πβ. καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴ σαρκοφαγία, ἀνωτ. 16 F1 μὲ σχόλ., κυρίως σ.στ. 2).

6. τὴν μοιχευθεῖσαν κειραμένην πορνεύεσθαι: στὶς περισσότερες ἀρχαῖες ἀλλὰ καὶ σὲ μεταγενέ­στερες κοινωνίες, μολονότι ὁ σύζυγος δὲν εἶναι αὐστηρὰ ὑποχρεωμένος νὰ μένει πιστὸς στὴ γυναίκα του, ὀφείλει ἀπαραίτητα νὰ σέβεται τὴ νόμιμη σύζυγο τοῦ συμπολίτη του. Σὲ περιπτώσεις ἀποπλάνησης ἢ ἑκούσιας συνουσίας μὲ ὕπανδρη γυναίκα, ἡ αὐστηρὴ τιμωρία εἶναι ἐπιβεβλημένη, καὶ συχνὰ καθορίζεται ἀπὸ τὸν νόμο. Ὁ κώδικας τοῦ Thompson (Motif - Index14) παρέ­χει ἀρκετὰ στοιχεῖα στὸ λῆμμα «ποινὲς μοιχείας» (Q 241 “Adultery punished”): ἀναφέρουμε ἐνδεικτικὰ τὸν θάνατο στὴν ἀγχόνη ἢ τὸ κάψιμο στὴν πυρά (Q 411.0.1.4, 413.2, 414.0.2, γιὰ τὴν Ἰταλία, Ἱσπανία, Ἰρλανδία, Γερμανία, Ἰσλανδία, ἀλλὰ καὶ τοὺς Βουδιστές), καὶ πλῆθος ἐξευτελισμῶν, ὅπως ὁ διασυρμὸς τοῦ πτώματος τῆς μοιχαλίδας στοὺς δρόμους (Q 473.0.2), ὁ καταναγκασμὸς σὲ γεῦμα μὲ σκύλους (Q 478.2), ἡ ὑποχρέωση διατήρησης τοῦ σκελετοῦ τοῦ ἐραστῆ στὸ δωμάτιό της (Q 478.1.3), μέχρι καὶ κανιβαλισμοὶ στὸ σῶμα τοῦ μοιχοῦ (Q 478.1.2, 1.2.1).

Στὴν Ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα τὸ μοτίβο ἀποτυπώνεται ἤδη στὴν Ὀδύσσεια (θ 267 κἑ.) –στὶς τάξεις τῶν θεῶν, μάλιστα– μὲ τὴν ἀφήγηση τοῦ παράνομου ἔρωτα Ἄρη καὶ Ἀφροδίτης, τὴν κατασκευὴ τῶν ἄλυτων δεσμῶν ἀπὸ τὸν προσβεβλημένο Ἥφαιστο, τὴν ἀποκάλυψη τῶν ἐραστῶν καὶ τὸν διασυρμό τους ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους Ὀλύμπιους θεούς, καὶ τὴ λήξη τοῦ ἐπεισοδίου μὲ τὴν παρέμβαση τοῦ Ποσειδώνα (βλ. καὶ τὰ σχόλια Hainsworth στὸ χωρίο: COd15 Ι.363 κἑ.). Οἱ πληροφορίες τῶν ἱστορικῶν χρόνων προέρχονται κυρίως ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Ἐκεῖ, ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου προβλεπόταν ἀπὸ νόμο τοῦ Δράκοντα (ἐσφαλμένα ἀποδιδόμενο στὸν Σόλωνα) σὲ περίπτωση σύλληψης κατὰ τὴν πράξη. Ὑπῆρχε ἡ γραφὴ μοιχείας, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου νὰ εἰσαγάγει γραφὴ ἀδίκως εἱρχθῆναι ὡς μοιχόν. Σὲ περίπτωση καταδίκης, ὁ νόμιμος σύζυγος εἶχε δικαίωμα νὰ ὑποβάλει τὸν μοιχὸ σὲ διάφορες ταπεινώσεις ἢ νὰ ζητήσει χρηματικὴ ἀποζημίωση (βλ. Harrison, LAth16 1. 32 κἑ.). Ὅσον ἀφορᾶ στὴ μοιχαλίδα, νόμος ποὺ παραδίδεται ἀπὸ τὸν Δημοσθένη προβλέπει ἀποκλεισμό της ἀπὸ τὸν οἶκον καὶ ὅλες τὶς δημόσιες ἐκδηλώσεις: ἐπειδὰν δὲ ἕλῃ τὸν μοιχόν, μὴ ἐξέστω τῷ ἑλόντι συνοικεῖν τῇ γυναικί· ἐάν δὲ συνοικῇ, ἄτιμος ἔστω. μηδὲ τῇ γυναικὶ ἐξέστω εἰσιέναι εἰς τὰ ἱερὰ τὰ δημοτελῆ, ἐφ' ᾗ ἂν μοιχὸς ἁλῷ· ἐὰν δ' εἰσίῃ, νηποινεὶ πασχέτω ὅ,τι ἂν πάσχῃ, πλὴν θανάτου (Κατὰ Νεαίρ. 87). Ὁ Harrison16 (ὅ.π. 38), ἑρμηνεύοντας τὸ Ἀθηναϊκὸ δίκαιο στὰ περὶ γάμου θέματα, σημειώνει ὅτι ἡ γυναίκα προστατεύεται μόνον στὸν βαθμὸ ποὺ ἐθεωρεῖτο ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ὁμαλὴ ἐξέλιξη τοῦ οἴκου, καὶ σὲ καμμιὰ περίπτωση ὅταν δὲν εἶναι νόμιμη σύζυγος ἢ Ἀθηναία. Τὸ ἴδιο πνεῦμα παρατηρεῖται καὶ στὸν νόμο τῆς Δημώνασσας, ἐφόσον ἡ μοιχαλίδα ἀποκλείεται καὶ στὴν Κύπρο ἀπὸ τὸ σπίτι της, καλούμενη νὰ ἐπιβιώσει ἐλεύθερα μόνον στὶς τάξεις τῶν πορνῶν.

Σχετικὰ μὲ τοὺς ἐξευτελισμοὺς τῶν μοιχῶν, τὰ σύντομα σχόλια τοῦ Ἡσύχιου σ.λλ. ἀκρίστιος· ἡ ἐπάνω τοῦ ἱστοῦ καθεζομένη. ἔστι δὲ ἡ ἄτιμος καὶ ὀνιβάτιδες· αἱ ἐπὶ μοιχείᾳ ἁλοῦσαι γυναῖκες καὶ ἐξενεχθεῖσαι ἐπὶ ὄνων μᾶς δίνουν μιὰν πρώτη ἰδέα. Ἀνατριχιαστικὲς λεπτομέρειες περιέχουν τὰ ἀρχαῖα σχόλια σὲ στίχο τοῦ Ἀριστοφάνη (Νεφ. 1083: Schol. in Aristoph. Nyb. ΙΙΙ2. 402, 1083b-c) γιὰ τὴν ῥαφανίδωσιν: ἐὰν ἑάλω τις μοιχεύων, ἔβαλον εἰς τὸν πρωκτὸν αὐτοῦ ῥαφανίδα καὶ τέφραν χλιαρὰν καὶ ἐπαρέτιλλον αὐτόν. νόμος ἦν Ἀθηναίοις τὸν ἁλόντα μοιχὸν οὕτω τιμωρεῖσθαι. Σὲ ἄλλον στίχο (Ἀχαρν. 849) διαβάζουμε: κεκαρμένος μοιχὸν οὕτω μιᾷ μαχαίρᾳ (βλ. LSJ99 σ.λ. μοιχός Ι. “having the head close shaven with a razor, as was done by way of punishment to persons taken in adultery”), καὶ τὸ ταπεινωτικὸ κούρεμα συμπίπτει μὲ τὸ κειραμένην τῆς Δημώνασσας. Ἱππομένης δὲ εἷς τῶν Κοδριδῶν, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Ἀριστοτέλης (ἀπόσπ. 611.1 Rose17), λαβὼν ἐπὶ τῇ θυγατρὶ Λειμώνῃ μοιχόν, ἐκεῖνον μὲν ἀνεῖλεν ὑποζεύξας μετὰ τῆς θυγατρὸς τῷ ἅρματι, τὴν δὲ ἵππῳ συνέκλεισεν ἕως ἀπόληται, ἀλλὰ καὶ ὅτι οἱ Λεπρεεῖς οὓς ἂν λάβωσι μοιχοὺς περιάγουσι τρεῖς ἡμέρας τὴν πόλιν δεδεμένους καὶ ἀτιμοῦσι διὰ βίου, τὴν δὲ γυναῖκα ια΄ ἐπ' ἀγορᾶς ἄζωστον ἐν χιτῶνι διαφανεῖ ἱστᾶσι καὶ ἀτιμοῦσι (ὅ.π. 611.42· βλ. καὶ RE1 σ.λ. μοιχεία).

Ἡ διήγηση, ὅμως, ποὺ ἐμφανίζει περισσότερα κοινὰ σημεῖα μὲ τὴν ἐδῶ γιὰ τὴ Δημώνασσα προέρ­χεται ἀπὸ τὸ ἀπόσπ. 593 τοῦ Ἀριστοτέλη (Στέφ. Βυζ. σ.λ. Τένεδος, κ.ἀ.): φησὶν Ἀριστοτέλης ἐν τῇ Τενεδίων πολιτείᾳ ὅτι βασιλεύς τις ἐν Τενέδῳ νόμον ἔθηκεν τὸν καταλαμβάνοντα μοιχοὺς ἀναιρεῖν πελέκει ἀμφοτέρους. ἐπειδὴ δὲ συνέβη τὸν υἱὸν αὐτοῦ καταληφθῆναι μοιχόν, ἐκύρωσε καὶ περὶ τοῦ ἰδίου παιδὸς τηρηθῆναι τὸν νόμον καὶ ἀναιρεθέντος εἰς παροιμίαν παρῆλθε τὸ πρᾶγμα ἐπὶ τῶν ὠμῶς πραττομένων. διὰ τοῦτό φησι καὶ ἐπὶ τοῦ νομίσματος τῶν Τενεδίων κεχαράχθαι ἐν μὲν τῷ ἑτέρῳ μέρει πέλεκυν, ἐπὶ δὲ τοῦ ἑτέρου δύο κεφαλὰς εἰς ὑπόμνησιν τοῦ περὶ παῖδα παθήματος. Ἀπαντᾶ δηλ. καὶ ἐδῶ τὸ θέμα τοῦ βασιλιᾶ ποὺ νομοθετεῖ γιὰ τὴ μοιχεία ἀλλὰ ὁ ἴδιός του ὁ γιὸς καταπατᾶ τὸν νόμο καὶ τιμωρεῖται στὸ ἀκέραιο, καὶ τὸ ἱστορικὸ τεκμήριο τοῦ συμβάντος, ἡ ἀπεικόνιση τοῦ πέλεκυ καὶ τῶν ἐραστῶν στὸ νόμισμα τῆς πόλης. Ἡ ἀφήγηση, βεβαίως, μπορεῖ νὰ δημιουργήθηκε καὶ γιὰ νὰ αἰτιολογήσει τὴν παροιμία Τενέδιος πέλεκυς (ἐπὶ τῶν ἤτοι πικρῶς καὶ μᾶλλον συντόμως ἀποκοπτόντων τὰ ζητήματα καὶ τὰ ἄλλα πράγματα, κατὰ τὸν Στέφ. Βυζ. ὅ.π.).

8. τὸν αὑτὸν ἀποκτείναντα ἄταφον ῥίπτεσθαι: ἡ ψυχὴ τοῦ νεκροῦ πλανᾶται καὶ ἡ εἴσοδός του στὸν Ἅδη ἐμποδίζεται ἐφόσον τὸ σῶμα του δὲν ταφῆ. Ἡ πίστη αὐτὴ ἴσχυσε σὲ ὅλες τὶς κοινωνίες τοῦ Ἑλλα­δικοῦ χώρου καὶ ὁδήγησε στὴν ἀνέγερση ταφικῶν μνημείων (ἁπλῶν ἢ μνημειωδῶν), στὴν ὁριοθέτηση νεκροταφείων, καὶ στὴ λατρεία τῶν νεκρῶν μὲ προσφορὲς δώρων καὶ σπονδῶν, καθὼς καὶ στὴν ἀνάθεση ἀγαλμάτων ἢ ἐπιτυμβίων ἐπιγραφῶν μὲ σκοπὸ τὴν ὑστεροφημία (Lattimore TGLE18, 220 κ.ἑ.· Θεοδωροπούλου ΕΚυΕ19 223 κ.ἑ., 288-90). Ἡ στέρηση, ἑπομένως, τοῦ δικαιώματος ταφῆς καὶ ἀπόδοσης τῶν νενομισμένων ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀτιμωτικὴ πράξη, ἡ ὁποία εἴτε καταδικάζεται, ὅταν ἐπιβάλλεται ἄδικα (μὲ χαρακτηριστικὸ τὸ παράδειγμα τῆς ἐκστρατείας τῶν Ἀθηναίων ἐναντίον τῆς Θήβας γιὰ τὴν ἀνάληψη τῶν νεκρῶν τῶν Ἀργείων ποὺ οἱ Θηβαῖοι ἀρνοῦνταν νὰ θάψουν μετὰ τὴ μεταξύ τους μάχη, βλ. Ἡρόδ. 9.27.3, Λυσ. Ἐπιτ. 7-10), εἴτε προβλέπεται ὡς ἔσχατη ποινὴ σὲ περιπτώσεις βαρύτατων ἀνοσιουργη­μάτων (πατροκτονίας, μητροκτονίας, ἀδελφοκτονίας, ἱεροσυλίας καὶ προδοσίας: βλ. Σοφ. Ἀντ. 26 κἑ. καὶ Οἰδ. Τύρ. 1732, Διόδ. Σικ.16.25.2, Πλάτ. Νόμ. 960b ὅπου συνοπτικὰ ὀνομάζονται ἄταφοι πράξεις τὰ ἀνωτέρω). Στὴν Ἀθήνα ἐπίσης οἱ διὰ τῆς τοῦ κωνείου πόσεως κατὰ τὸ πάτριον ἔθος τὸν βίον καταλύσαντες ἐρρίφθησαν ἄταφοι πάντες ἐκ τῶν τῆς Ἀττικῆς ὅρων (Διόδ. Σικ. 18.67.6).

Ἡ αυτοκτονία θεωρεῖται σοβαρὸ ἔγκλημα, σὺν τοῖς ἄλλοις διότι ὁ αὐτόχειρας ἀποκλείει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ καὶ τὴ μοίρα ποὺ τοῦ χάρισαν οἱ θεοί, διαπράττοντας τὴ μέγιστη ἀσέβεια πρὸς αὐτοὺς καὶ τὴν πλέον ἐγωιστικὴ πράξη πρὸς τοὺς συνανθρώπους του καὶ τὴν πολιτεία ποὺ τὸν ἀνέθρεψε. Ὁ Πλάτων θεωρεῖ τὴν πράξη δεῖγμα ἀργίας καὶ δειλίας, ἐφόσον δὲν ἔχει προσταχθῆ ἀπὸ τὴν πολιτεία, δὲν προκύπτει ἀπὸ ἀναπόφευκτη ἀνάγκη ἢ δὲν ἐπιβάλλεται γιὰ τὴν προάσπιση τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ ἀτόμου σὲ περιπτώσεις βαριᾶς αἰσχύνης (Νόμ. 873c-d). Ὁ ἴδιος προτείνει τὴν ποινὴ γιὰ τέτοια κρούσματα: τάφους δ' εἶναι τοῖς οὕτω φθαρεῖσι πρῶτον μὲν κατὰ μόνας μηδὲ μεθ' ἑνὸς συντάφου, εἶτα ἐν τοῖς τῶν δώδεκα ὁρίοισι μερῶν τῶν ὅσα ἀργὰ καὶ ἀνώνυμα θάπτειν ἀκλεεῖς αὐτούς, μήτε στήλαις μήτε ὀνόμασι δηλοῦντας τοὺς τάφους (ὅ.π. 873d). Ἡ ἀπαγόρευση ταφῆς, ὡστόσο, ἴσχυε σὲ κάποιες κοινωνίες, ἐνῶ στὴν Ἀθήνα ὁ νόμος ἀπαιτοῦσε τὴν χεῖρα τοῦ αὐτόχειρος νὰ ἀφήνουν ἄταφη. Ἡ μεταγενέστερη μαρτυρία τοῦ Φλάβιου Ἰώσηπου (1ος μ.Χ. αἰ.) εἶναι ἀρκετὰ διαφωτιστική: ὅσοις δὲ καθ' ἑαυτῶν ἐμάνησαν αἱ χεῖρες, τούτων ᾅδης μὲν δέχεται τὰς ψυχὰς σκοτεινότερος, ὁ δὲ τούτων πατὴρ θεὸς εἰς ἐγγόνους τιμωρεῖται τοὺς τῶν πατέρων ὑβριστάς. διὰ τοῦτο μεμίσηται παρὰ θεῷ τοῦτο καὶ παρὰ τῷ σοφωτάτῳ κολάζεται νομοθέτῃ· τοὺς γοῦν ἀναιροῦντας ἑαυτοὺς παρὰ μὲν ἡμῖν μέχρις ἡλίου δύσεως ἀτάφους ἐκρίπτειν ἔκριναν καίτοι καὶ πολεμίους θάπτειν θεμιτὸν ἡγούμενοι, παρ' ἑτέροις δὲ καὶ τὰς δεξιὰς τῶν τοιούτων νεκρῶν ἀποκόπτειν ἐκέλευσαν, αἷς ἐστρατεύσαντο καθ' ἑαυτῶν, ἡγούμενοι καθάπερ τὸ σῶμα τῆς ψυχῆς ἀλλότριον οὕτως καὶ τὴν χεῖρα τοῦ σώματος (Ἰουδ. πόλ. 3.375 κἑ.). Ἡ ποινὴ ἑπομένως ποὺ ὁρίζει ἡ Δημώνασσα ἐπὶ αὐτοκτονίας εἶναι ἡ πιὸ σκληρὴ ἀπὸ τὶς προβλεπόμενες, ἀπαντᾶται ὅμως καὶ ἀλλοῦ στὶς ἀρχαῖες κοινωνίες.

9-10. μὴ ἀποκτεῖναι βοῦν ἀρότριον: σὲ ἀρκετὲς κοινωνίες, ἀπὸ τὴν Ἰνδία καὶ τὴν Κίνα μέχρι τὴν Εὐρώπη καὶ τὸν Καναδά, ἰσχύουν παρόμοιες ἀπαγορεύσεις ὅσον ἀφορᾶ στὰ ζῶα ποὺ βοηθοῦν τὸν ἄνθρωπο (βλ. Thompson Motif-Index14, C 221.2.1, C 841). Ὑπαγορεύθηκαν ἀπὸ τὴν ἀνάγκη προφύλαξης τῶν ζώων ποὺ συνεισέ­φεραν στὴ γεωργικὴ παραγωγὴ σὲ κοινωνίες οἱ ὁποῖες κατεξοχὴν στηρίζονταν σ' αὐτήν. Γιὰ τὴν ἀπαγόρευση σφαγῆς ζώων τῆς σπορᾶς μέχρι σήμερα στὸν Ἑλλαδικὸ χῶρο βλ. Βαρβούνη ΜΛΜ12 12-13. Ὁ Σακελλάριος (Κυπρ.20 Α΄ 249) σ.λ. βόες σημειώνει ὅτι «Τὸ ζῷον τοῦτο καὶ οἱ ἀρχαῖοι Κύπριοι διὰ τὴν γεωργίαν ἐτίμων καὶ θανάτῳ ἐζημίουν τὸν βοῦν φονεύσαντα». Σύμφωνα μὲ νεώτερες Κυπριακὲς παραδόσεις, οἱ γεωργοὶ σταύλιζαν τὰ βόδια τους στὸ ἴδιο τους τὸ σπίτι, καὶ στὶς μεγάλες γιορτὲς συνεόρταζαν. Κι ἂν κάποτε –λόγω ἀτυχήματος– ὑποχρεωνόταν κάποιος νὰ σφάξει βόδι του, θεωροῦσε μεγάλο ἁμάρτημα νὰ φάει ἀπὸ τὸ κρέας τοῦ ἀγαπημένου του συνεργάτη (βλ. Ἀ. Πανάρετος, Λαογραφικὰ Κύπρου Ἀνάλεκτα21, Λευκωσία [Ἔκδοση Παγκυπρίου Ἑνώσεως Γεωπόνων] 1977, σσ. 10 καὶ 98).

Πρόβλημα παραμένει ἂν πρέπει νὰ γράψουμε ἐδῶ βοῦν ἀρότριον. Ἡ φράση δὲν ἀπαντᾶ ἀλλοῦ. Ἀρότριος στὸν Ὀρφ. ὕμν. 34 (Ἀπόλλωνος). 3 ἀρότριε ἀποκα­λεῖται ὡς «προστάτης τῶν ἀροτριώντων» (LSK22 / “of husbandry” LSJ99) ὁ Ἀπόλλων· ὁ δὲ Δαγών, ἐπειδὴ εὗρε σῖτον καὶ ἄροτρον, ἐκλήθη Ζεὺς Ἀρότριος κατὰ τὸν Ἐρέννιο Φίλωνα τὸν Βύβλιο (1/2ος αἰ. μ.Χ.), ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Εὐσέβιος (Εὐάγγ. προπ. 1.10.25: FGrH23 790 F 2, σελ. 811). Νὰ συνδυάσουμε τὰ ἀνωτ. καὶ νὰ υἱοθετήσουμε ἐδῶ τὴ γραφὴ ἀρότριον (υἱοθε­τούμενη ἀπ' ὅλους τοὺς ἐκδότες), δὲν εἶναι ἄνευ ἐρείσματος· σὺν τοῖς ἄλλοις φαίνεται νὰ δικαιολογεῖ παλαιογραφικὰ τὴν ὕπαρξη τῶν γραφῶν ἀρότην (PH, U p. corr. [ἀρότριον a. corr.]: βλ. Arnim24 καὶ Jacoby25) καὶ ἀροτῆρα (βλ. ἔκδ. A. Emperii26), καὶ ὡς ἅπαξ λεγομένη γιὰ βοῦν μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὡς lectio difficilior. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ φράση βοῦν ἀροτῆρα ἐμφανίζεται συχνότατα στὶς ἀρχαῖες πηγές (ἤδη στὸν Ἡσ. Ἔργ. 405, στὸν Ὅμ. Ψ 835 ἀροτὴρ καὶ Σ 542 ἀροτῆρες ὡς οὐσ. γιὰ τὸν γεωργό, τὸν «ζευκαλάτη» [*ζευγαλάτης < ζευγελάτης / ζευγηλάτης] στὴν Κυπρ. διάλεκτο σήμερα), κι ὄχι σπάνια ἡ φράση βοῦν ἀρότην (Ἰπποκρ. Περὶ ἄρθρ. 8.20 βοῶν οἱ ἀρόται, Ἀπολλων. Ροδ. Ἀργ. 1.1217 βοῦν ἀρότην, κ.ἀ.), ἐνίοτε ἐκ παραλλήλου στὸν ἴδιο συγγραφέα (ὅπως στὸν Γρηγ. Ναζ. Κατὰ Ἰουλιαν. α΄ [PG27] 35. 661.31 ἀρότην βοῦν καὶ Εἰς Κυριακήν 36. 617.48-49 βοῦν ἀρότην, Ἔπη ἠθ. 37. 616.10 βοὸς ... ἀροτῆρος [πβ. 627.1], κ.ἄ.). Μὲ πολλὲς ἀμφιβολίες υἱοθετήσαμε τὴ γραφὴ βοῦν ἀρότριον, μὴ παραγνωρίζοντας τὴν πολὺ ἰσχυρὴ παρουσία τῆς γραφῆς βοῦν ἀρότην στὴ χειρόγραφη παράδοση καὶ τῆς γραφῆς βοῦν ἀροτῆρα στὶς ἀρχαῖες πηγές. (Γιὰ τὴν ἐτυμ. καὶ τὰ ἄλλα ἐτυμολογικῶς συγγενῆ βλ. κυρίως Chantraine28 σ.λ. ἀρόω.)

17-18. ἐπιγραφὴ – εὐτυχής: ἔμμετρη ἐπιγραφὴ ἐδῶ, δηλ. ἐπίγραμμα (βλ. ἀνωτ. 14 F1 σχόλ. σ.στ. 27, καὶ κυρίως ΑΚυΓ26 σσ. 49 κἑ., μὲ βιβλιογραφία). Ἡ ἐπιγραφὴ αὐτή, ἐπί τινος στήλης πλησίον, ἦταν μονόστιχη, σὲ μέτρο ἰαμβικὸ τρίμετρο καὶ περιεχόμενο ποὺ εὔλογα θεωρήθηκε καὶ ἐκδόθηκε ὡς ἀπόσπ. τραγικοῦ ποιητῆ («videtur inscriptio ista tragici poetae versum referre» Snell29 [Ν.2 TGF29, Suppl.], ἀπόσπ. 124 [Trag. Adesp.], ὅπου καὶ βιβλιογραφία). Τὸν ἴδιο στ. διασώζει ὁ κώδικας Paris. Suppl. Gr. 134, ὅπου ὅμως ἀλλὰ οὐ πάντα εὐτυχής (μὲ τὸ μέτρο νὰ ἀπαιτεῖ συνίζη­ση τῆς λήγουσας τοῦ πάντα καὶ τῆς α΄ συλλ. τοῦ εὐτυχής [-ταεὐ -] ἢ ἀνάπαιστο, ἢ νὰ θεωρηθῆ τὸ ὡς γραφόμενο μὲν ἀλλ' ἐκθλιβόμενο μετρικά [ὅπως συμ­βαίνει ὄχι σπάνια σὲ ἐπιγραφὲς ἔμμετρες: βλ. Θεοδωροπούλου ΕκυΕ19 94 κἑ. μὲ πίν., καὶ ΑΚυΓ26 11 Ε7 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. ἐγώ ἐμ', κ.ἀ.], καὶ μὲ μετάθεση τοῦ ἀρνη­τικοῦ μορίου οὐ πρὸ τοῦ πάντα). Τὸ κείμενο τοῦ κώδ. αὐτοῦ φαίνεται νὰ ἐνισχύει τὴν παρουσία τοῦ πάντ' (= πάντα) στὸ κείμενο τοῦ Δίωνα (ἐξασθενίζοντας παράλληλα τὴν πιθανότητα νὰ ἔγραψε ἐδῶ ὁ συγγραφέας τἄλλ'τἄργ', ὅπως ὑποθέτει ὁ F. G. Schmidt, KStud III. 30), καὶ νὰ καθοδηγεῖ σὲ μετάφραση τοῦ πάντ' οὐκ εὐτυχής ὡς ἰσοδύναμου πρὸς τὸ οὐ πάντα εὐτυχής (: ὄχι σ' ὅλα εὐτυχής· μὲ κανένα ὅμως τρόπο «ὄχι πάντα εὐτυχισμένη» [Χατζηιωάννου30], καθὼς τὸ πάντα δὲν εἶναι χρονικό). Ἔχουμε ὅμως τὴν αἴσθηση ὅτι ἡ ἔμφαση φαίνεται νὰ προσδί­δεται σκόπιμα στὴ δυστυχία τῆς Δημώνασσας, ὁπότε ἢ θὰ πρέπει νὰ μεταφράσει κανεὶς «σ' ὅλα ὄχι εὐτυχής» = «σ' ὅλα δυστυχής» ἢ –μᾶλλον– «ἀλλὰ πάντως ὄχι εὐτυχής» (μὲ τὸ πάντα = πάντως, βλ. LSJ99 σ.λλ. πᾶς D.II.4 καὶ πάντως, πβ. Μπαμπ. σ.λ. πάντως). Γιὰ τὸν τύπο ἤμην ὁ Snell29 ὅ.π. παραβάλλει τὰ Εὐρ. Ἑλ. 931 (ἐγὼ δὲ προδότις οὐκ ἄρ' ἦ φίλων, βλ. κριτ. ὑπόμν. Murray: «ἦν LP: οὐκ ἤμην τέκνον (voluit τέκνων) citat Choerob. can. ii. p. 882.9») καὶ Τρω. 474 (ἦμεν τύραννοι, βλ. καὶ κριτ. ὑπόμν. Murray: «ἦ μὲν τύραννος Elmsley: ἤμην τύραννος Apsines p. 394»), καὶ «Phryn. Ecl. p. 152»· ὅπως σημειώνουν οἱ LSJ99 (πβ. LSK22) σ.λ. εἰμί ὁ τύπος ἤμην εἶναι σχετικὰ μεταγενέστερος (ἀπαντᾶ σὲ ἐπιγραφὲς τοῦ 3ου αἰ. π.Χ., σὲ συγγραφεῖς ὅπως ὁ Πλούτ. καὶ στὴν Κ.Δ., ἀλλὰ καὶ σὲ κώδικες παλαιότερων συγγραφέων), γεγονὸς ποὺ φαίνεται νὰ ὑποδηλώνει ὅτι ὁ ἐδῶ στίχος δὲν εἶναι παλαιότατος (ἀλλὰ μπορεῖ κάλλιστα νὰ ἀποτελεῖ ἀπόδοση παλαιότερου τύπου ἀπὸ τὸν συγγραφέα τοῦ Περὶ τύχης καὶ τὸν γραφέα τοῦ σχετικοῦ κώδ.: βλ. καὶ ΑΚυΓ26 σελ. 51 μὲ σημ. 8 γιὰ ἀνάλογα παραδείγματα).

  1. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑
  2. Roscher, W H. (1884-1937), Ausführliches Lexicon der griechischen und römischen Mythologie, Vols. I-IV and 4 Supplementa, Leipzig und Berlin .
  3. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .
  4. Osborne, M. J. & Byrne S. G. (1994), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. II: Attica, Oxford.
  5. Fraser, P. M. & Mattheus E. (1997), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. IIIA: The Peloponnese – Western Greece – Sicily and Magna Graecia, Oxford.a↑ b↑
  6. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑
  7. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.
  8. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .a↑ b↑
  9. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  10. Crosby, H. L. (1951), Dio Chrysostom, Vol. 5, Loeb Classical Library London.
  11. Lloyd-Jones, H. & Parsons P. J. (1983), Supplementum Hellenisticum, Berlin – New York.
  12. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1990), Μυθολογικὰ καὶ Λαογραφικὰ Μελετήματα, Ἀθήνα.a↑ b↑
  13. Ἀρχιμανδρίτης, K. (1788), Ἱστορία Χρονολογικὴ τῆς Νήσου Κύπρου, Βενετία.
  14. Thompson, S. (1932-1936), Motif-Index of Folk-Literature: A Classification of Narrative Elements in Folktales, Ballads, Myths, Fables, Mediaeval Romances, Exempla, Fabliaux, Jest-Books and Local Legends, Vols. 1-6, Bloomington and London .a↑ b↑
  15. Heubeck, A., West S. & Hainsworth J. B. (1988), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume I: Books I-VII, Oxford.
  16. Harrison, A. R. W. (1968-1971), The Law of Athens, Vols. 1-2, Oxford.a↑ b↑
  17. Rose, V. (1886), Aristotelis qui ferebantur librorum Fragmenta, Leipzig.
  18. Lattimore, R. (1942), Themes in Greek and Latin Epitaphs, Urbana.
  19. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .a↑ b↑
  20. Σακελλάριος, Α. Α. (1890-1891), Τὰ Κυπριακά, ἤτοι Γεωγραφία, Ἱστορία καὶ Γλῶσσα τῆς Νήσου Κύπρου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Ἀθήνα.
  21. Πανάρετος, Ἀ. (1977), Λαογραφικὰ Κύπρου Ἀνάλεκτα, Λευκωσία.
  22. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑
  23. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.
  24. von Arnim, J. (1893-1896), Dionis Prusaensis quem vocant Chrysostomum quae exstant omnia, Vols. I-II, Berlin.
  25. Müller, K. & Müller T. (1841-1872), Fragmenta Historicorum Graecorum, Vols. I-V, Paris.
  26. Emperius, A. (1844), Dionis Chrysostomi Opera, parts Pars altera (or. XXXI-LXXX), Brunsviga.
  27. Migne, J P. (1857-1866), Patrologiae cursus completus. Series Graeca, Paris .
  28. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.
  29. Nauck, A. (1889), Tragicorum Graecorum Fragmenta, 2nd ed., Leipzig.a↑ b↑ c↑
  30. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.