You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Plut. Demetr. 27.4

  1Διὸ καὶ τῶν κωμικῶν2 τις  οὐ φαύλως τὴν Λάμιαν3  Ἑλέπολιν ↓

2 ἀληθῶς4 προσεῖπε. Δημοχάρης δ' ὁ Σόλιος5 ↓ τὸν Δημή-

  τριον αὐτὸν6 ἐκάλει Μῦθον · εἶναι7 γὰρ αὐτῶι καὶ Λάμιαν8 .

  1. [Vid. FHG II. 449 (DEMOCHARES LEUKONOENSIS, fr. 5); FGrH 75 (DEMOCHARES VON ATHEN) F 7 ("Zweifelhafter Herkunft und Unsicheres"); ΑΚΕΠ Α΄ 86.6α et Γα΄ 79. Plut. Demetr., edd. (Doehner, Bekker, Sintenis, Manni, Ziegler,) Ziegler – Gärtner (cum sigl.) et Flacelière – Chambry.]
  2. 1 κωμῶν P ‖
  3. Λαμίαν Doehner
  4. 2 ἀληθῶς del. Stegmann ‖
  5. Λευκονοεὺς pro Σόλιος Müller
  6. 3 αὐτὸν om. r ‖
  7. εἰ pro εἶναι P1, corr. P2
  8. λαμείαν K (Λαμίαν Doehner – Müller).
Πλουτ. Δημήτρ. 27.4

Γι' αὐτὸν τὸν λόγο (ἐπειδὴ δηλαδὴ ἡ Λάμια κυρίευσε τὸν Δημήτριο

καὶ τὸν ἔκανε ὅτι ἤθελε) κάποιος ἀπὸ τοὺς κωμωδιογράφους ὄχι

ἄστοχα προσαγόρευσε τὴ Λάμια Ἑλέπολιν (δηλαδὴ Πολιορκητικὴ

μηχανὴ σὰν αὐτὴν ποὺ κατασκεύασε ὁ Δημήτριος ὁ Πολιορκητής)

στ' ἀλήθεια. Ὁ δὲ Δημοχάρης ὁ Σόλιος ἀποκα­λοῦσε τὸν ἴδιο

τὸν Δημήτριο Μῦθον· γιατὶ ὑπῆρχε σ' αὐτὸν καὶ Λάμια.

Σχόλια: 

1. τῶν κωμικῶν τις: ὁ κωμικὸς ποιητής, κωμωδιογράφος (ὅπως ἐδῶ), ἀλλὰ καὶ κωμικὸς ἠθοποιός (βλ. LSJ91 / LSK2 σ.λ.)· πβ. κωμῳδός (βλ. ΑΚυΓ13 σελ. 102 [ΑΚυΓ1β´3  140] μὲ σημ. 102 καὶ ΑΚυΓ24 Ε47 μὲ σχόλ., κυρίως σ.στ. 2).

τὴν Λάμιαν: τὴν ἱστορικὴ ἑταίρα τῆς ἐποχῆς τοῦ Δημήτριου τοῦ Πολιορκητῆ (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. Λάμιαν).

Ἑλέπολιν: εὔστοχο προσωνύμιο τῆς ἑταίρας Λάμιας, ἀπὸ τὴν ἑλέπολιν τὴν πολιορκητικὴ μηχανὴ τὴν ὑπεραίρουσαν πολὺ τῷ μεγέθει τῶν πρὸ αὐτῆς γενομένων (Διοδ. Σικ. 20.91.2) ποὺ κατασκεύασε ὁ Δημήτριος ὁ Πολιορκητὴς κατὰ τὴν πολιορκία τῆς Σαλαμίνας τῆς Κύπρου φέρνοντας καὶ τεχνίτας ἐκ τῆς Ἀσίας καὶ σίδηρον, ἔτι δ' ὕλης πλῆθος καὶ τῆς ἄλλης χορηγίας τὴν ἐπιτηδείαν κατασκευήν (ὅ.π. 20.48.1 κἑ.) καὶ ἀπέβη τὸ κύριο ὅπλο του στὴν ἀπὸ ξηρᾶς ἐκπολιόρκηση πόλεων. Κατὰ τὸν Πλούτ. (Δημήτρ. 21.1 κἑ.), ἐκπολιορκώντας ὁ Δημήτριος τὴ Ρόδο, τὴν μεγίστην ἑλέπολιν τοῖς τείχεσι προσήγαγεν, ἧς ἕδρα μὲν ἦν τετράγωνος, ἑκάστην ἔχουσα τοῦ κάτω πλαισίου πλευρὰν ὀκτὼ καὶ τεσσαράκοντα πηχῶν, ἓξ δὲ καὶ ἑξήκοντα πηχῶν ὕψος εἶχεν, εἰς κορυφὴν συννεύουσα ταῖς ἄνω πλευραῖς στενοτέραν τῆς βάσεως. ἔνδοθεν μὲν οὖν στέγαις διεπέφρακτο καὶ χώραις πολλαῖς (κ.λπ.)· πβ. Διόδ. Σικ. 20.48.1 κἑ. τὸ δ' ὕψος πηχῶν ἐνενήκοντα, διειλημμένην στέγαις ἐννέα κ.λπ. Ὁ χαρακτηρισμὸς Ἑλέπολις γιὰ τὴν ἑταίρα Λάμια, ἡ ὁποία κυρίευσε τὴν ψυχὴ τοῦ Δημήτριου καὶ τὸν ἔκανε ὅ,τι ἤθελε, ποὺ τῶν κωμικῶν τις οὐ φαύλως (στ. 1) ἐπινόησε, ἁρμόζει ἀληθῶς (στ. 2) σ' αὐτήν (καὶ τὸ ἀληθῶς, ποὺ ὁ W. Stegmann ἔκρινε ὀβελιστέο, ὀρθῶς διατηρεῖται στὸ κείμενο ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐκδότες, καθὼς προσδίδει ἔμφαση καὶ νέα διάσταση στὸ οὐ φαύλως· πβ. τὴ μετάφραση τῶν Flacelière – Chambry5: « C'est pourquoi un poète comique dit non sans esprit que Lamia était vraiment Hélépole »). Βλ. καὶ ΙΕΕ6 Δ΄ 282 κἑ. (μὲ τὸν πίν. τῶν σσ. 288-89: ἑλέπολις κ.λπ.) καὶ Παυλίδη ΙΝΚ17 330 κἑ. (μὲ εἰκ. 97 στὴ σ. 333), καὶ ἀνωτ. Πίν. 24 (μὲ παραπομπές).

2. Δημοχάρης δ' ὁ Σόλιος: τὸ ὄνομά του παραδίδεται μία φορὰ στὸ ἔργο τοῦ Πλουτάρχου Δημήτριος (27) μὲ τὸ προσηγορικὸ Σόλιος, τὸ ὁποῖο κατὰ κανόνα ἀναφέρεται στοὺς καταγόμενους ἐκ τῶν Σόλων τῆς Κύπρου (γιὰ τὴ διάκριση ἀπὸ τοὺς Σολεῖς τῆς Κιλικίας ἀλλὰ καὶ τὴν προβληματική της μὲ τὸ πέρασμα τῶν χρόνων βλ. ΑΚυΓ13 σσ. 120 κἑ. [ΑΚυΓ1β´3 164 κἑ.]). Κατὰ τὸν Πλούταρχο, εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀποκάλεσε τὸν Δημήτριο Πολιορκητὴ Μῦθον, διακωμωδώντας τὴ σχέση του μὲ τὴν ἑταίρα Λάμιαν. Καθὼς δὲν δίδεται καμμία πληροφορία γιὰ τὸ ἔργο του, οὔτε ἄλλο ἐπίθετο ποὺ νὰ τὸν χαρακτηρίζει ὡς συγγραφέα, δὲν εἴμαστε βέβαιοι γιὰ τὸ ἂν ὑπῆρξε ἱστοριογράφος ἢ ποιητὴς (ὅπως καὶ ὁ τῶν κωμικῶν τις ποὺ οὐ φαύλως τὴν Λάμιαν Ἑλέπολιν ἀληθῶς προσεῖπε) ἢ καὶ τὰ δύο («Plutarcho teste [in Demetrio], poëta fuit, ac fabulam, nomine Demetrium, fecit», κατὰ τὸν Voss, HistGr28 68). Εἶναι ὅμως ἀπὸ τοὺς λίγους Κύπριους συγγραφεῖς μὲ σχετικὰ ἀσφαλῆ χρονολογικὴ τοποθέτηση στὸ τέλος τοῦ 4ου καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 3ου π.Χ. αἰ., καθὼς φαίνεται σύγχρονος τῶν γεγονότων στὰ ὁποῖα ἀναφέρεται (σὲ ἐνάντια περίπτωση terminus ante quem εἶναι ὁ 1ος μ.Χ. αἰ., κατὰ τὸν ὁποῖο ἔγραψε ὁ Πλούταρχος).

Ἡ ἀπουσία ἄλλων μαρτυριῶν ὁδήγησε τὸν Müller (FHG9 ΙΙ. 449 ἀπόσπ. 5) στὴν ἀβασάνιστη διόρθωση τοῦ Σόλιος σὲ Λευκονοεύς, καὶ στὴν ἀπόδοση τοῦ χωρίου στὸν πιὸ γνωστὸ Δημοχάρη τῆς ἐποχῆς, τὸν γιὸ τῆς ἀδελφῆς τοῦ Δημοσθένη καὶ τοῦ Λάχητος Λευκονοέως, πολιτικό, ρήτορα καὶ ἱστοριογράφο (360-270 π.Χ. περί­που): Διακρίθηκε γιὰ τοὺς ἀγῶνες του κατὰ τῆς διακυβέρνησης τοῦ Δημητρίου Φαληρέως, ὑπῆρξε ὀργανωτὴς τῆς ἀντίστασης κατὰ τοῦ Κασσάνδρου (306-5 π.Χ.) ἀλλὰ καὶ ὀξύτατος κριτὴς τῆς πολιτικῆς τοῦ Δημητρίου τοῦ Πολιορκητῆ ποὺ βασιζόταν στὴ λατρεία τοῦ προσώπου του καὶ τὴν κατασπαταληση τοῦ δημόσιου χρήματος. Ἐξορίστηκε γιὰ δέκα χρόνια, ἀλλὰ ἐπέστρεψε στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ πέθανε. Τιμητικὸς ἀνδριάντας μὲ τὴ μορφή του στήθηκε στὴν εἴσοδο τοῦ Πρυτα­νείου, ἐνῶ στους συγγενεῖς του δόθηκε τιμητικὴ σίτιση σ' αὐτό. (Βλ. τὰ σχετικὰ λλ. σὲ RE10 [Demochares, 6.] καὶ OCD11, καὶ Lesky ΙΑΕΛ512 843, 927 μὲ σημ. 2, κ.ἀ., ὅπου καὶ βιβλιογραφία. Μαρτυρίες σχετικὲς καὶ ἀποσπ. στὰ FHG9 ΙΙ. 445-449 [μὲ ἀξιόλογο εἰσαγωγικὸ σημείωμα] καὶ FGrH13 75 Τ 1-4 καὶ F 1-8 [μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια]). Ὁ Πλούτ. ἀναφέρεται συχνὰ σ' αὐτόν: Δημοσθ. 30.4 Δημοχάρης ὁ τοῦ Δημοσθένους οἰκεῖος, Δημήτρ. 24.10 κἑ. [δίς] Δημοχάρης ὁ Λευκονοεύς / Δημο­χάρης, Βί. δ. ῥητ. 840e-841d [ἐπανειλημμένα, μὲ τὰ σχετικὰ ψηφίσματα] ἐκ τοῦ Δημοχάρους λόγου / ἀδελφιδοῦς αὐτῷ Δημοχάρης / τοῦ ἀδελφιδοῦς Δημοχάρους / Δημοχάρης Λάχητος Λευκονοεύς / Δημοχάρει Λάχητος Λευκονοεῖ.) Ὁ Müller9 περιέλαβε τὸ ἐδῶ χωρίο στὸ 21ο βιβλίο τῶν Ἱστοριῶν τοῦ Δημοχάρη, θεωρώντας ἐπιπλέον ὅτι τὸ πρόσωπο γιὰ τὸ ὁποῖο γίνεται λόγος εἶναι ὁ Δημήτριος ὁ Φαληρεύς (ὅ.π., μετάφραση), ἐνῶ τὰ συμφραζόμενα στὸ κείμενο τοῦ Πλου­τάρχου δὲν ἐπιτρέπουν τέτοια σύγχυση. Ἔπειτα, ἡ γραφὴ Σόλιος γιὰ τὸν Δημοχάρη παραδίδεται ἀπὸ ὅλους τοὺς κώδικες καὶ εἶναι lectio difficilior· ὁ Πλούταρχος, ποὺ γνωρίζει πολὺ καλὰ τὸν Ἀθηναῖο Δημοχάρη (βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα FGrH13 75 Τ 1, F 3, F 6c), ἀκριβῶς γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴ σύγχυση παραθέτει τὸ προσηγορικὸ Σόλιος. Ὁ Jacoby13 (ὅ.π., 75 F 7) συμπεριλαμβάνει ἐπίσης τὸ χωρίο στὰ ἀποσπ. τοῦ Δημοχάρη τοῦ Ἀθηναίου, ἀλλὰ μὲ ἐπιφυλάξεις (στὰ Ἀβέβαια ἢ Ἀμφίβολα, βλ. καὶ Manni14, Vita Dem. σημ. στο χωρίο). Ὀρθῶς ὁ Voss8 (ὅ.π., 68) δὲν ταυτίζει τοὺς δύο, καὶ ὀρθῶς ὁ Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ15 Ε΄ 257) ἀναρωτιέται «γιατὶ νὰ ὑποπέση σ' αὐτὸ τὸ λάθος ὁ Πλούταρχος;» καὶ ὀρθῶς ἐντάσσει (Γα΄ 79) τὸν συγγραφέα στοὺς Κύπριους ὁμοτέχνους του (βλ. ἐπίσης RE10 Suppl. 3 (1918) σ.λ. καὶ LGPN116 σ.λ., 3.).

Ὁ Δημοχάρης ὁ Σόλιος φαίνεται πὼς ἐπεζήτησε τὴν ἀναγνώριση τῆς τέχνης του ἐκτὸς τῶν στενῶν ὁρίων τῶν Σόλων καὶ τῆς Κύπρου καὶ ἀποφάσισε νὰ δοκιμάσει τὴν τύχη του ἐρχόμενος στὴν Ἀθήνα, πόλο ἕλξης κάθε πνευματικοῦ ἀνθρώπου. Ἐξάλλου, καὶ ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία μεσουρανοῦσε τὸ ἄστρο τοῦ Δημητρίου, ἡγέτη μὲ σκανδαλώδη συχνὰ βίο, ποὺ χαιρόταν τὴ συναναστροφὴ τῶν καλλιτεχνῶν ἀνεχόμενος καὶ τὴν κολακεία, προσφερόταν γιὰ τὴν ἀνάδειξη ἐντὸς τοῦ αὐλικοῦ κύκλου ἢ καὶ στὴν περιφέρειά του, ἐὰν κάποιος ἐπέλεγε τὴ σάτιρα. Ποιητὲς ὕμνησαν τὸν Πολιορκητὴ μὲ παιάνες μετὰ τὴν πρώτη εἴσοδό του ὡς ἐλευθερωτῆ στὴν Ἀθήνα τὸ 307/6 π.Χ. (Ἀθήν. 15.697a) ἀλλὰ καὶ κατὰ τὶς ἐπανόδους του: Τὸ 302 προκειμένου νὰ μυηθῆ στὰ Ἐλευσίνια μυστήρια, καὶ τὸ 291/90 μᾶλλον μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Λευκάδας καὶ τῆς Κέρκυρας (ὅ.π., 253b-c· σημειώνουμε ὅτι ὁ Jacoby13 (75 F 2) τοποθετεῖ τὶς δεύτερες ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις, στὶς ὁποῖες καὶ προσοδιακοὶ χοροὶ καὶ ἰθύφαλλοι μετ' ὀρχήσεως καὶ ὠιδῆς ἀπήντων αὐτῶι κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Δημοχάρη τοῦ Λευκονοέως στὸν Ἀθήναιο, στὸ 291, ὅταν ὁ Δημήτριος πέρασε πάλι ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ὡς βασιλιὰς τῆς Μακεδονίας, ἐνῶ οἱ Droysen – Ἀποστολ. [ΙΔΜΑ17 2. 522-23 καὶ σημ. 1018Η, μὲ βιβλιογραφία γιὰ τὶς ἀντικρουόμενες ἀπόψεις] στὸ 302). Βλ. καὶ ΑΚυΓ13 σσ. 113 κἑ. [ΑΚυΓ1β´3 155 κἑ.], μὲ παραπομπὲς καὶ ἀποσπάσματα.

Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ κλίματος ποὺ ἐπικρατεῖ στοὺς πνευματικοὺς κύκλους τῆς Κύπρου καὶ ὠθεῖ τοὺς δημιουργοὺς στὴ μετα­νάστευση ἡ ὑπενθύμιση ὅτι τὴν ἴδια ἐποχὴ βρίσκεται στὴν Ἀθήνα ὁ ποιητὴς Καστορίων, ἐπίσης ἀπὸ τοὺς Σόλους (βλ. ΑΚυΓ13, 113 κἑ.), συνθέτοντας ὕμνο γιὰ τὸν βασιλιά. Μόνο ποὺ ὁ συμπατριώτης του Δημοχάρης ἐπέλεξε νὰ σταθῆ στὸ πλευρὸ ὅσων –ψύχραιμα παρακολουθώντας τὶς ἐξελίξεις– κατέκριναν τὴν ἀσυδοσία τοῦ Πολιορκητῆ καὶ τὸν ἠθικὸ ξεπεσμὸ τῶν Ἀθηναίων, διακωμω­δώντας τους. Δὲν ἀποκλείεται βέβαια νὰ γνώρισε τὴν ἑταίρα Λάμιαν (βλ. Πλούτ. Δημήτρ. 16.3 κἑ., καὶ κατωτ.) στὴν Κύπρο τὸ 306, ὅταν ὁ Δημήτριος ἔμεινε μαζί της μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Σαλαμίνας, καὶ νὰ διατύπωσε –ἐνοχλημένος ἀπὸ τότε– τὸ εἰρωνικό του σχόλιο ἔχοντας καὶ προσωπικὴ ἐμπλοκὴ στὰ γεγονότα.

2-3. τὸν Δημήτριον αὐτὸν ἐκάλει Μῦθον: τὸν Δημήτριο τὸν Πολιορκητή, γιὸ τοῦ Ἀντίγονου καὶ τῆς Στρατονίκης (γεννήθηκε τὸ 336 π.Χ.), σύζυγο τῆς κόρης τοῦ Ἀντίπατρου Φίλας (μετὰ τὸν θάνατο τοῦ τελευταίου τὸ 319), ἀλλὰ καὶ τῆς ἀδελφῆς τοῦ Πύρρου Δηιδάμειας (τὸ 301) καὶ τῆς Ἀθηναίας Εὐρυδίκης (τὸ 307). Φιλολογικὲς πηγὲς γιὰ τὸν βίο του ἀποτελοῦν κυρίως τὸ ἔργο τοῦ Πλουτάρχου Δημήτριος (στὸ Βίοι παράλληλοι, σὲ ζεῦγος μὲ τὸν Ἀντώνιον) καὶ ἡ Ἱστορία τοῦ Διόδωρου τοῦ Σικελιώτη (19.69, 80-85, 93, 97-100 / 20.19, 45-53, 74-76, 82-88, 91-100, 102-3, 105, 107, 110-13 / 21.4, 9, 14-15, 20).

Ἡ ζωή του ὑπῆρξε θυελλώδης (βλ. ἐνδεικτικὸ ΙΕΕ6 Δ΄ 262 κἑ.). Ἐμφανίστηκε πρώτη φορὰ στὰ πεδία τῶν μαχῶν, δίπλα στὸν πατέρα του, τὸ 317 στὴ μάχη τῆς Παραιτακηνῆς ἐναντίον τοῦ Εὐμένους καὶ ἔκτοτε τὸν ἀκολούθησε στὶς νικηφόρες ἐκστρατεῖες του στὴ Μικρὰ Ἀσία, τὴ Φοινίκη καὶ τὴ Συρία (316-14). Μετὰ τὴν ἀτυχῆ καταδίωξη τοῦ Πτολεμαίου στὴν Κιλικία, ἀντιμετώπισε μόνος του στὴ Γάζα τὸ 312 τὰ στρατεύματα τοῦ Πτολεμαίου καὶ τοῦ Σέλευκου ἀλλὰ ἡττήθηκε. Ἀκολούθησαν ἡ νίκη ἐναντίον τοῦ Πτολεμαίου στὸν Μυοῦντα τῆς Ἄνω Συρίας καὶ ἡ κατάληψη τῆς Βαβυλώνας, ποὺ ἀνῆκε στὸν Σέλευκο. Μὲ τὴν εἰρήνη τοῦ 311 ὁ Ἀντίγονος ὁρίζεται κύριος τῆς Ἀσίας καὶ σχεδιάζει τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδας, μὲ ἀρχηγὸ τοῦ ἐκστρατευτικοῦ σώματος τὸν Δημήτριο. Τὸ 307 μετὰ τὴν κατάληψη τῶν Μεγάρων καὶ τὴν ἐπιτυχῆ πολιορκία τῶν τειχῶν τῆς Μουνιχίας (τὰ ὁποῖα ὑπεράσπιζαν ὁ Διονύσιος καὶ ἡ Μακεδονικὴ φρουρά), ὁ Δημήτριος μπαίνει μὲ τὸν στρατό του θριαμβευτὴς στὴν Ἀθήνα, ὡς ἐλευθερωτὴς τῆς πόλης μετὰ τὴ δεκάχρονη ὑποταγή της στοὺς Μακεδόνες τοῦ Κασσάνδρου καὶ τὴν ἐπαχθῆ –γιὰ τοὺς περισσότερους– διακυβέρνηση τοῦ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως. Σὲ κλίμα γενικοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ὁ δῆμος τιμᾶ τὸν Ἀντίγονο καὶ τὸν γιό του ὡς εὐεργέτες – σωτῆρες, μὲ ἐκδηλώσεις προσωπολατρείας καὶ ἄκρατης κολακείας (Πλούτ. Δημήτρ. 10.1 κἑ.): Ἀνδριάντες τους στήθηκαν παντοῦ, προστέθηκαν δύο νέες φυλές, ἡ Ἀντιγονὶς καὶ ἡ Δημητριάς, καθιερώθηκαν ἐτήσιοι ἀγῶνες καὶ θυσίες πρὸς τιμήν τους, ὁ μήνας Μουνιχιὼν μετονομάστηκε σὲ Δημητριῶνα, καὶ τὰ Διονύσια σὲ Δημήτρια, κ.τ.τ. Ὁ Δημήτριος ἔμεινε ἀρκετοὺς μῆνες στὴν πόλη ποὺ πάντα θαύμαζε, συναναστρε­φόμενος μὲ πολίτες καὶ ἑταῖρες· νυμφεύθηκε μάλιστα τὴν Εὐρυδίκη ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ Μιλτιάδη. Μὲ διαταγὴ τοῦ πατέρα του ὅμως ἄφησε τὸν πόλεμο στὴν Ἑλλάδα καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 306 ἀναχώρησε γιὰ τὴν Ἀνατολή, ὅπου θὰ ἀντιμετώπιζε τὸν Πτολεμαῖο.

Ἀκολούθησε ἡ νίκη στὴ Σαλαμίνα τῆς Κύπρου ἐναντίον τοῦ στρατηγοῦ Μενελάου. Ἡ ἐφευρετικότητά του στὴν κατασκευὴ πολιορκητικῶν μηχανῶν, μὲ κορυφαία ἐπινόηση τὴν ἑλέπολιν (βλ. ἀνωτ.), ἡ ἐπιμονὴ καὶ ἡ ταχύτητα στὸν σχεδιασμὸ καὶ τὴν ἐκτέλεση τῶν ἐπιχειρήσεων τόσο ἀπὸ ξηρᾶς ὅσο καὶ διὰ θαλάσσης τοῦ χάρισαν, μετὰ ἀπ' αὐτὴν τὴν νίκη, τὴν προσωνυμία Πολιορκητής. Στὴν Κύπρο ἔμεινε ἀρκετοὺς μῆνες. Ἀκολούθησε τὸν πατέρα του στὴν ἀποτυχη­μένη ἐκστρατεία κατὰ τῆς Αἰγύπτου. Ὀργάνωσε (305) τὴν πολιορκία τῆς Ρόδου, ἀλλὰ ἡ σθεναρὴ ἀντίσταση τῶν Ροδίων τὸν ἀνάγκασε νὰ τὴ λύσει καὶ νὰ συνάψει εἰρήνη. Ὡς ἐλευθερωτὴς τῆς Ἑλλάδας ξεκίνησε νέα ἐκστρατεία κατὰ τῶν δυνάμεων τοῦ Κασσάνδρου (304), κυριαρχώντας σύντομα στὴν Πελοπόν­νησο καὶ τὴ Στερεὰ Ἑλλάδα, καὶ περνώντας πάλι τὸ 302 ἀρκετὸν καιρὸ στὴν Ἀθήνα, συντροφιὰ μὲ τὴ Λάμια. Μετὰ τὴ συμμαχία Κασσάνδρου, Λυσιμάχου, Σελεύκου καὶ Πτολεμαίου ἐναντίον τοῦ Ἀντιγόνου, τὸ θέατρο τοῦ πολέμου μεταφέρθηκε στὴ Μικρὰ Ἀσία. Τὸ 301 ἔγινε ἡ μάχη τῆς Ἰψοῦ, κατὰ τὴν ὁποία σκοτώθηκε ὁ Ἀντίγονος, καὶ μιὰ ἄστοχη ἐνέργεια τοῦ Δημητρίου προκάλεσε τὴν ἥττα.

Ἐνῶ οἱ νικητὲς ἀσχολοῦνταν μὲ τὴ διανομὴ τῶν χωρῶν ποὺ εἶχαν καταλάβει, ὁ Πολιορκητής, συμμαχώντας εὐκαιριακὰ μὲ τὸν Σέλευκο, κατάφερε πάλι νὰ γίνει κύριος τῆς Συρίας, τῆς Φοινίκης καὶ τῆς Κύπρου. Ἀπέσπασε γιὰ δεύτερη φορὰ τὴν Ἀθήνα ἀπὸ τοὺς Μακεδόνες (295), ἀλλὰ στὴ συνέχεια ἔχασε πόλεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπὸ τὸν Λυσίμαχο, τὴν Κιλικία ἀπὸ τὸν Σέλευκο καὶ τὴν Κύπρο ἀπὸ τὸν Πτολεμαῖο (294). Ἀναμειγνυόμενος στὶς ἐμφύλιες διαμάχες τῶν διεκδικητῶν τοῦ θρόνου τῆς Μακεδονίας Ἀντιπάτρου καὶ Ἀλεξάνδρου πέτυχε τὴν ἀναρρίχησή του στὸν θρόνο τῆς Μακεδονίας, ὑποτάσσοντας ὁριστικὰ καὶ τὴν Ἀθήνα τὸ 292/1. Κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ἐνεπλάκη σὲ πολέμους μὲ τὸν βασιλιὰ τῆς Ἠπείρου Πύρρο, ἐξεστράτευσε πάλι στὴ Μικρὰ Ἀσία, ὅπου καὶ συνελήφθη ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ Σελεύκου. Ἔζησε αἰχμάλωτος τρία χρόνια στὴν Ἀπάμεια τῆς Συρίας περνώντας τὸν καιρό του μὲ ἀσωτεῖες, ὥσπου τὸ 283/2 ἀρρώστησε καὶ πέθανε. Ἡ κηδεία του ἔγινε στὴν Κόρινθο, ἐνῶ ἡ στάχτη του μεταφέρθηκε ἀπὸ τὸν γιό του Ἀντίγονο στὴ Δημητριάδα τῆς Θεσσαλίας.

Πρόκειται ἀναμφίβολα γιὰ σημαντικότατη φυσιογνωμία τῆς ἐποχῆς τῶν Διαδόχων· γιὰ προσω­πικότητα ποὺ συνδύασε τὴν εὐστροφία τοῦ ἡγέτη, τὴ γενναιότητα καὶ τὴν τόλμη τοῦ πολεμιστῆ μὲ τὴν τάση γιὰ ἔκλυτο βίο καὶ ἀπό­λαυση ὅλων τῶν ἡδονῶν. Ἡ ἀκατάπαυστη δράση δίχως προδιαγεγραμμένο σχέ­διο γιὰ τὴν ἡγεμονία ἦταν ὁ μόνος στόχος τῆς ζωῆς του. Ὁ Πλούταρχος στὸ Βίοι παράλληλοι τὸν τοποθέτησε δίπλα στὸν Ἀντώνιο ὡς ζεῦγος ἀμφίβολης ἠθικό­τητας καὶ ἀρνητικὸ παράδειγμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὅμως μπορεῖ νὰ διδαχθῆ κάποιος πολλά (ὅ.π., 1.1 κἑ., μὲ τὸ παροιμιῶδες [1.7] καὶ κακίας μεγάλας ὥσπερ ἀρετὰς αἱ μεγάλαι φύσεις ἐκφέρουσι). Ὁ ἴδιος σημειώνει ὅτι ἦταν μέγας, ἰδέᾳ δὲ καὶ κάλλει προσώπου θαυμαστὸς (...), καὶ συνεκέκρατο τῷ νεαρῷ καὶ ἰταμῷ, δυσμίμητος ἡρωική τις ἐπιφάνεια καὶ βασιλικὴ σεμνότης (ὅ.π., 2.1 κἑ.), ἐνῶ ὁ Διόδ. Σικ. σχολιάζει: ὑπῆρχε καὶ τῇ ψυχῇ μετέωρος καὶ μεγαλοπρεπὴς καὶ καταφρονῶν οὐ τῶν πολλῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν δυναστείαις ὄντων, καὶ τῶν πάντων ἰδιώτατον, κατὰ μὲν τὴν εἰρήνην ἐν μέθαις διέτριβε καὶ συμποσίοις ἔχουσιν ὀρχήσεις καὶ κώμου (...) κατὰ δὲ τοὺς πολέμους ἐνεργὸς ἦν καὶ νήφων, ὥστε παρὰ πάντας τοὺς ἐργατευομένους ἐναγώνιον παρέχεσθαι τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν (20.92). (Βιβλιο­­γραφία γιὰ τὸν βίο καὶ τὴ δράση τοῦ Δημητρίου τοῦ Πολιορκητῆ: RE10 σ.λ. Deme­trios 33. [Kaerst] καὶ OCD11 σ.λ. Demetrius, 4. [Griffith]· Droysen – Ἀποστολ. ΙΔΜΑ17 2. 107 κἑ., Cl. Wehrli, Antigone et Démétrios18 [Genève 1969], κ.ἄ. Βλ. καὶ ΙΕΕ6 Δ΄ 526.)

3. Λάμιαν: ἡ ἱστορικὴ Λάμια (βλ. ἀνωτ. στ. 1) ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς διασημότερες ἑταῖρες τῆς ἐποχῆς τοῦ Δημήτριου τοῦ Πολιορκητῆ (βλ. RE10 σ.λ. Lamia, 5.). Κόρη τοῦ Ἀθηναίου Κλεάνορος, αὐλητρίδα (Ἀθήν. 13.577c, Πλούτ. Δημήτρ. 16.4 κἑ.), βρέθηκε κατὰ τὴν πολιορκία τῆς Σαλαμίνας στὴν Κύπρο, τὸ 306, στὴν ἐξουσία τοῦ Δημητρίου ὡς λάφυρο. Μολονότι δὲν ἦταν νέα, ἐντυπωσίασε τὸν πολὺ νεώτερό της Δημήτριο μὲ τὴ γοητεία της (ἤδη λήγουσα τῆς ὥρας καὶ πολὺ νεώτερον ἑαυτῆς λαβοῦσα τὸν Δημήτριον, ἐκράτησε τῇ χάριτι καὶ κατέσχεν, ὥστ' ἐκείνης εἶναι μόνης ἐραστήν, τῶν δ' ἄλλων ἐρώμενον γυναικῶν) καὶ ἔμεινε μαζί του γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τῶν ἐπινικίων. Ὅταν ὁ Δημήτριος ἐπέστρεψε στὴ Συρία, ὁ Ἀντίγονος, γνωρίζοντας τὴν ἐπιρροή της, λέγεται πὼς εἶπε χαριτολογώντας «δοκεῖς Λάμιαν ὦ παῖ καταφιλεῖν», καὶ κάποια στιγμὴ ποὺ ὁ γιός του προφασιζόταν ἀσθένεια γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὴν ἀπουσία του ἀπὸ τὰ γυμνάσια, μπῆκε στὴ σκηνή του τὴν ὥρα ποὺ ἔφευγε ἡ Λάμια καὶ ἐκείνου εἰπόντος ὅτι νῦν ὁ πυρετὸς ἀποκεχώρηκεν, ἀπάντησε «καὶ ἐμοὶ νῦν περὶ θύρας ἀπιὼν ἀπήντηκε» (Πλούτ., ὅ.π. 19.5 κἑ.). Ἰδιαίτερες τιμὲς τῆς ἀπέδωσαν οἱ Ἀθηναῖοι, ἱδρύοντας ναὸν πρὸς τιμὴν τῆς Λαμίας Ἀφροδίτης καὶ τελώντας θυσίες· κι ὅταν οἱ κολακεῖες στὸ πρόσωπο τοῦ Πολιορκητῆ ἔφθασαν σὲ τέτοιο σημεῖο δουλικότητας ὥστε νὰ ἀπορεῖ καὶ ὁ ἴδιος (λέγοντας ὅτι ἐπ' αὐτοῦ οὐδεὶς Ἀθηναίων γέγονε μέγας καὶ ἁδρὸς τὴν ψυχήν, Ἀθήν. 6, 253b), ἐπιδίωξε τὸν ἐξευτελισμό τους μέσω αὐτῆς. Τοὺς κάλεσε λοιπὸν νὰ συγκεντρώσουν τὸ ὑπέρογκο ποσὸ τῶν 250 ταλάντων καὶ ὅταν τοῦ τὸ ἔφεραν ἐκέλευσε τῇ Λαμίᾳ καὶ ταῖς περὶ αὐτὴν ἑταίραις εἰς σμῆγμα (: γιὰ καλλυντικὴ ἀλοιφή) δοθῆναι (Πλούτ., ὅ.π. 27.1)! Ναὸ Λαμίας Ἀφροδίτης ἵδρυσαν καὶ οἱ Θηβαῖοι, σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Πολέμωνα στὸν Ἀθήναιο (6, 253b). Ἡ ἴδια ἡ Λάμια εἶχε τὴν ἐπιμέλεια τῶν βασιλικῶν γευμάτων, τὰ ὁποῖα ἔμειναν στὴν ἱστορία γιὰ τὴν πολυτέλειά τους, καὶ ἐξασφάλιζε τὴν εὔνοια τοῦ Δημητρίου διαβάλλοντας συνεχῶς τοὺς φίλους του καὶ παραγκωνίζοντας τὶς νόμιμες συζύγους. Τὰ κείμενα τοῦ Πλούταρχου καὶ τοῦ Ἀθήναιου βρίθουν ἀπὸ ἀνέκδοτα τῆς ἐποχῆς, ὅπως αὐτὸ μὲ τὸν διάλογο τῆς Δημῶς (ἄλλης ἑταίρας) μὲ τὸν Δημήτριο, ὅταν ὁ τελευταῖος καυχιέται γιὰ τὰ δῶρα ποὺ τοῦ στέλνει διαρκῶς ἡ ἀγαπημένη του καὶ ἡ Δημὼ ἀγανακτισμένη «πλείονα», ἔφη, «πεμφθήσεταί σοι παρὰ τῆς ἐμῆς μητρός, ἐὰν θέλῃς καὶ μετ' αὐτῆς καθεύδειν» (Πλούτ. ὅ.π. 27.8), ἢ ἐκεῖνο μὲ τὴν ἀπάντηση τοῦ Δημήτριου στὸν Λυσίμαχο, ποὺ πρόσβαλε τὸ ταλέντο τῆς Λάμιας, «ἀλλ' ἡ παρ' ἐμοὶ πόρνη σωφρονέστερον τῆς παρ' ἐκείνῳ Πηνελόπης ζῇ» (Ἀθήν. 14, 651a). Ἀκολούθησε τὸν βασιλιὰ σὲ ἀρκετὲς ἐκστρατεῖες του καὶ ἀπέκτησε μαζί του μία κόρη, τὴ Φίλα. Πρέπει νὰ εἶχε κάποια καλλιτεχνικὰ ἐνδιαφέροντα, καθὼς μαρτυρεῖται (ἀπὸ τὸν Πολέμωνα στὸν Ἀθήν. 13, 577c) πὼς ἔκτισε μιὰν ποικίλην στοὰν στὴ Σικυώνα (τὴν πόλη ποὺ μετονομάστηκε Δημητριὰς πρὸς τιμὴν τοῦ βασιλιᾶ τὸ 303]. Τὸ πρόσωπό της ἔγινε στόχος, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, τῆς σάτιρας τῶν πεζογράφων καὶ τῶν ποιητῶν τῆς ἐποχῆς.

Ἡ μυθικὴ Λάμια σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση τοῦ Δούριδος, τοῦ Εὐριπίδη, λεξικογράφων καὶ παροι­μιογράφων (βλ. RE10 σ.λ. Lamia 1., Grimal Dict. Myth.19 σ.λ., κ.ἀ.), ἦταν κόρη τοῦ Βήλου καὶ τῆς Λιβύης, ποὺ τὴν ἐρωτεύθηκε ὁ Δίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ποὺ γεννοῦσε παιδί, ἡ Ἥρα φρόντιζε νὰ τὸ ἐξαφανίζει. Σὲ κατάσταση ἀπόγνωσης ἡ ΛάμιαΛαμὼ μεταμορφώθηκε σὲ τέρας καὶ κρύφτηκε σὲ ἐρημικὴ σπηλιά, ὅπου παραμόνευε, ἅρπαζε τὰ ξένα παιδιὰ καὶ τὰ καταβρόχθιζε. Ὁ μύθος τῶν θηλυκῶν τεράτων ποὺ μεταμορφώνονται σὲ ἑλκυστικὲς ὑπάρξεις παρασύροντας νεαρὰ θύματα καὶ πίνοντας τὸ αἷμα τους ἐπιβίωσε καὶ στοὺς Βυζαντινοὺς χρόνους, φθάνοντας στὴ Νεοελληνικὴ παράδοση· ψηλόκορμες, μακρυμαλλοῦσες ξωθιὲς ποὺ κατοικοῦν σὲ σπηλιές, βρύσες, περιβόλια (λαμνό­σπιτα καὶ λαμνοπερίβολα) πνίγουν παιδιὰ καὶ ἐκδικοῦνται χωριὰ ὁλόκληρα (βλ. Πολίτη Παραδόσεις20 491-99· Βαρβούνη ΜΛΜ21 11-12, ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιο­γραφία). Τὸ μοτίβο γνωρίζει διάδοση σὲ ἀρκετοὺς λαοὺς τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀφρικῆς (βλ. Thompson Motif-Index22, Β 29.1).

Στὸ σχόλιο τοῦ Δημοχάρη τοῦ Σόλιου παρατηροῦμε τὴν ἀντιστοιχία: ὅπως ἡ μυθικὴ Λάμια ἐμφανίζεται ἑλκυστικὴ μέχρι νὰ παρασύρει τὸ θύμα της, ἔτσι καὶ ἡ ἑταίρα Λάμια σαγήνευσε τὸν Δημήτριο μὲ σκοπὸ νὰ τὸν ἀπομυζήσει καὶ νὰ τὸν καταστρέψει, ἐπαληθεύοντας τὸν μῦθον. Ἐξάλλου εἶναι γνωστό (βλ. RE10 σ.λ. Hetairai, εἰδικὰ τοὺς κατατοπιστικοὺς καταλόγους τοῦ K. Schneider 1358-1360, καὶ 1362 κἑ., ἀπ' ὅπου καὶ τὰ κατωτέρω παραδείγματα) πὼς τὰ ὀνόματα τῶν ἑταιρῶν (ὅπως, φυσικά, καὶ ἄλλων ἀνθρώπων, ἀλλὰ ὄχι σὲ τέτοια ποσοστά) συχνότατα εἶναι ὁμιλοῦντα καὶ παραπέμπουν στὰ προτερήματα ἢ τὰ ἐλαττώματα τῶν γυ­ναικῶν, ὅπως, λ.χ., Βακχίς, Βόα, Βιττώ, Βρομιάς, Χελιδόνιον, Γλυκέρα, Γνάθαινα, Γοργόνα, Ἡδύλιον, Λαΐς, Λέαινα (ἑταίρα ἐπίσης τοῦ Δημήτριου). Σὲ μερικὲς δὲ περι­πτώσεις ἀπαντοῦν καὶ παρωνύμια, ὅπως Ἀξίνη, Δίδραχμον, Παγίς, Πασιφίλη, Σκοτοδίνη (ἤδη ὁ Πλούταρχος στὶς ἑπόμενες γραμμὲς τοῦ χωρίου ποὺ ἐξετάζουμε σημειώνει γιὰ ἄλλην ἑταίρα: Δημὼ γοῦν ἡ ἐπικαλουμένη Μανία). Κάποια ὀνό­ματα δημιουργήθηκαν ἐκ τῶν ὑστέρων γιὰ νὰ χαρακτηρίσουν τὶς γυναῖκες, ἐνῶ ἄλλα ἀπαντοῦν καὶ σὲ μὴ ἑταῖρες. (Ἐντυπωσιακὰ εἶναι τὰ τοῦ Ἀλκμ. ἀπόσπ. 40 [107] Ρ.23 Πολλαλέγων ὄνυμ' ἀνδρί, γυναικὶ δὲ Πασιχάρηα καὶ τοῦ Ἀρχίλ. 331 W.24 [15 D.] συκῆ πετραίη πολλὰς βόσκουσα κορώνας, | εὐήθης ξείνων δέκτρια Πασιφίλη.) Στὴν περίπτωση τῆς Λάμιας δὲν γνωρίζουμε ἐὰν τὸ ὄνομα τῆς δόθηκε ἀφοῦ ἐπιδόθηκε στὸ ἐπάγγελμα ἢ τὸ εἶχε ἀπὸ πρίν, πιθανότερη ὅμως εἶναι ἡ πρώτη ἐκδοχή. Ἡ παρουσία της, πάντως, στὴ ζωὴ τοῦ Δημήτριου δικαιολογεῖ ἀπολύτως τὸν συνειρμό, καὶ ὁ Δημοχάρης ὁ Σόλιος εὔστοχα ἐπέλεξε νὰ δώσει τὸ παρώνυμο Μῦθος στὸν Πολιορκητή, μιὰ ποὺ τὸ ὄνομα τῆς ἑταίρας Λαμίας παρέπεμπε ἤδη στὸν μῦθον χωρὶς νὰ χρειάζεται ἄλλη διευκρίνιση.

  1. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  2. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  3. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  4. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.
  5. Flacelière, R. (1964-1977), Plutarque Vies, Paris.
  6. (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι.a↑ b↑ c↑
  7. Παυλίδης, Α. (1991-1993), Ιστορία της Νήσου Κύπρου, τóμ. 1-4, Λευκωσία.
  8. Vossius, G. H. (1651), De Historicis Graecis (Libri IV), Leiden.a↑ b↑
  9. Müller, K. & Müller T. (1841-1872), Fragmenta Historicorum Graecorum, Vols. I-V, Paris.a↑ b↑ c↑
  10. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  11. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.a↑ b↑
  12. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  13. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.a↑ b↑ c↑ d↑
  14. Manni, E. (1953), Plutarchi Vita Demetri Poliorcetis, Firenze.
  15. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.
  16. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.
  17. Droysen, J. G. (1993), Ἱστορία τῶν Διαδόχων τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, τóμ. I-II, Ἀθῆναι.a↑ b↑
  18. Wehrli, C. (1969), Antigone et Démétrios, Genève.
  19. Grimal, P. (1987), The Dictionary of Classical Mythology, 2nd ed., Oxford.
  20. (1904), Μελέται περὶ τοῦ βίου καὶ τῆς γλώσσης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τóμ. τόμ. Α'-Β', Παραδόσεις, Ἀθῆναι.
  21. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1990), Μυθολογικὰ καὶ Λαογραφικὰ Μελετήματα, Ἀθήνα.
  22. Thompson, S. (1932-1936), Motif-Index of Folk-Literature: A Classification of Narrative Elements in Folktales, Ballads, Myths, Fables, Mediaeval Romances, Exempla, Fabliaux, Jest-Books and Local Legends, Vols. 1-6, Bloomington and London .
  23. Page, D L. (1962), Poetae Melici Graeci, Oxford.
  24. West, M L. (1971-1972), Iambi et Elegi Graeci, Vols. I-II, Loeb Classical Library Oxford - New York .