You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

a. Steph. Byz. Ethn. s.v. Καρπασία

    1Καρπασία2· πόλις Κύπρου , ἣν Πυγμαλίων ἔκτισεν , ὡς Ἑλλάνι-
    κος (4 F 57 J.) ἐν τοῖς Κυπριακοῖς . Διονύσιος (F2 Heitsch) δὲ
    διὰ διφθόγγου Κραπάσειαν3  αὐτήν φησιν ἐν τρίτωι Βασσαρι-
    κῶν  «ἠδ' ὁπόσοι Κινύρειον  ἰδ' αἰπεινὴν Κραπάσειαν4». ἔστι καὶ
5  νῆσος Καρπασία κατὰ τὴν ἄκραν τὴν5 Σαρπηδονίαν· Ξεναγό-
    ρας6 (240 F 34 J.) δὲ Κάρπαθον7 αὐτήν φησι· Δημήτριος δ'
    ὁ Σαλαμίνιος Καρβασίαν φησίν, ὅτι πρὸς τὸν καλούμε-
    νον καρβὰν8 ἄνεμον κεῖσθαι δοκεῖ. ὁ πολίτης Καρπασεώτης ὡς
    Μαρεώτης, καὶ τὸ κτητικὸν Καρπασεωτικὸς καὶ Καρπασεωτι-
10 κὴ ἄκρα. Θεόπομπος  (115 F 19 J.) ἐν δεκάτωι Καρπασεῖς αὐ-
    τούς φησιν, ἴσως ἀπὸ τοῦ Κάρπασος, ὡς Ἀντίοχος Ἀντιοχεύς,
    ἀφ' οὗ Καρπάσεια.


b. Herodian. De prosod. cath. I. 294.9-13 L.
    Καρπασία πόλις Κύπρου, ἣν Πυγμαλίων ἔκτισεν, ὡς Ἑλλάνι-
    κος ἐν τοῖς Κυπριακοῖς. ἔστι καὶ νῆσος Καρπασία  κατὰ τὴν
    ἄκραν τὴν Σαρπηδονίαν· Ξεναγόρας  δὲ Κάρπαθον αὐτήν φησι·
    Δημήτριος δ' ὁ Σαλαμίνιος  Καρβασίαν φησίν , ὅτι
5  πρὸς τὸν καλούμενον κάρβαν ἄνεμον κεῖσθαι δοκεῖ.


  Cf. Herodian. De orthogr. ΙΙ2. 530.29-31 L. Καρπασία νῆσος κατὰ
 τὴν ἄκραν τὴν Σαρπηδονίαν· Ξεναγόρας δὲ Κάρπαθον αὐτήν φησι9·
  Δημήτριος δ' ὁ Σαλαμίνιος Καρβασίαν φησί, ὅτι πρὸς τὸν
  καλούμενον κάρβαν ἄνεμον κεῖσθαι δοκεῖ.

  1. [Vid. FHG IV. 382; FGrH 765 F 1; ΑΚΕΠ Γα΄ 75 (pars) et Β΄ 155.2. Steph. Byz. Ethn., ed. Meineke (cum sigl.). (b.) Herodian., ed. Lentz.]
  2. a.1 Καρπάσια Müller
  3. 3 Κραπάσειαν Meineke Hadjioannou (Β΄ 155.2): Καρπάσειαν codd., prob. Xylander et Th. de Pinedo (fort. recte)
  4. 4 Κινύρειον ἰδ' αἰπεινὴν Κραπάσειαν Berkel (jam Xyl. et Pin.), prob. Mei. (metri gratia); Κραπάσειαν sed Κινύρειαν Hadj.: Κινύριον ἠδ' αἰ. Καρπάσειαν codd
  5. 5 vv. ll. (Steph.) ἀγράντιν, Ἀκραγάντιν, Ἀκραγαντίνων (pro ἄκραν τὴν)
  6. 6 sqq. (et b.3 sqq.) ante Ξεναγόρας et Δημήτριος forte interp. omnes; sed vid infra adnot. s.v. Καρβασίαν
  7. Κάρπαθον codd. (prob. Mü. et Jacoby coll. P.Oxy 2086: cf. et b.3 et 7): Κάρπασον Holste
  8. 8 καρβὰν codd. (καρβάσιον P), prob. Jac. coll. Herodian. I. 13.29 et II. 504.19 L.: κάρβαν Mei. (Κάρβαν Mü.), Hadj. (fort. recte; cf. infra Herodian., b.5 et 9)
  9. b.8 φησί: cf. b.4 et a.7 φησίν.

a. Στέφ. Βυζ. Ἐθν. σ.λ. Καρπασία

Καρπασία· πόλη τῆς Κύπρου, τὴν ὁποία ἔκτισε ὁ Πυγμαλίων, ὅπως

(γράφει) ὁ Ἑλλάνικος (ὁ Λέσβιος, 5ος αἰ. π.Χ.) στὰ Κυπριακά. Ὁ

Διονύσιος (ἀβέβ. χρον.) ὅμως τὴ λέει Κραπάσειαν μὲ δίφθογγο στὸ

τρίτο βιβλίο τῶν Βασσαρικῶν (στὸν στ.) «κι ὅσοι (κατοικοῦν) τὸ Κι-

νύρειον καὶ τὴν ὑψηλὴ Κραπάσειαν». Ὑπάρχει καὶ νῆσος Καρπασία

ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ἀκρωτήριο Σαρπηδονία ὁ δὲ Ξεναγόρας (2/1 αἰ.

π.Χ.) τὴ λέει Κάρπαθον· κι ὁ Δημήτριος ὁ Σαλαμίνιος τὴν

ὀνομάζει Καρβασίαν, γιατὶ πιστεύει ὅτι βρίσκεται πρὸς τὸν ἄνεμο

τὸν ἀποκαλούμενο κάρβαν. Ὁ πολίτης (καλεῖται) Καρπασεώτης

κατὰ τὸ Μαρεώτης, καὶ τὸ κτητικὸ (εἶναι) Καρπασεωτικός, καὶ Καρ-

πασεωτικὸν ἀκρωτήριο. Ὁ Θεόπομπος (ἀπὸ τὴ Χίο, 4ος αἰ. π.Χ.)

στὸ δέκατο βιβλίο ὀνομάζει αὐτοὺς (τοὺς κατοίκους τῆς Καρπα-

σίας) Καρπασεῖς, ἴσως ἀπὸ τὸ Κάρπασος, ὅπως Ἀντίοχος Ἀντιο-

χεύς, ἀπὸ ὅπου (παράγεται τὸ) Καρπάσεια.


b. Ἡρωδιαν. Περὶ καθ. προσῳδ. Ι. 294.9-13 L.
Καρπασία πόλη τῆς Κύπρου, τὴν ὁποία ἔκτισε ὁ Πυγμαλίων, ὅπως

(γράφει) ὁ Ἑλλάνικος στὰ Κυπριακά. Ὑπάρχει καὶ νῆσος Καρπα-

σία ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ἀκρωτήριο Σαρπηδονία· ὁ Ξεναγόρας, πάλι, τὴ

λέει Κάρπαθον· κι ὁ Δημήτριος ὁ Σαλαμίνιος τὴν ὀνομά-

ζει Καρβασίαν, γιατὶ πιστεύει ὅτι βρίσκεται πρὸς τὸν ἄνεμο τὸν

ἀποκαλούμενο κάρβαν.

Σχόλια: 

a.1 κἑ. (καὶ b.1 κἑ.): Ἡ Καρπασία, παλαιὰ πόλις Κύπρου, ἐμφανίζεται συχνὰ στὶς ἀρχαῖες πηγές (βλ. ΑΚΕΠ1 Ε΄ Γεν. πίν.), ὅπως στὸν Στράβ. (βλ. ἀνωτ. 14 Τ1.5 κἑ. μὲ σχόλ.). Ἀναφέρεται ἐπίσης μὲ τὰ ὀνόματα Καρπάσεια καὶ Κραπάσεια, Κάρπασος (καὶ Κάρπαθος), Καρβασία (βλ. κατωτ.), Καρπάσιον καὶ Καρπάσιν ἀργότερα, καὶ Καρπασέων πόλις. Ἀναφέρεται ἐπίσης νῆσος Καρπασία (βλ. κατωτ.) καὶ στὸν πληθ. Καρπάσιαι νῆσοι, καὶ Καρπασεωτικὴ ἄκρα (βλ. κατωτ.)· ὁ πολίτης ΚαρπασεώτηςΚαρπασεύς (βλ. κατωτ.). Σήμερα Καρπασία ὀνομάζεται ὁλόκληρη ἡ Χερσόνησος (τμῆμα τῆς Σαλαμινίας παλαιότερα καὶ τῆς Ἐπαρχίας Ἀμμοχώστου ἀργότερα), ἐνῶ ἡ διάδοχος πόλη ὀνομάζεται Ριζοκάρπασο, Καρπα­σίτης ὁ κάτοικος τῆς πόλης καὶ τῆς ἐπαρχίας γενικά, Καρπασίτικα τὰ νησιά. Βλ. τοὺς παλαιότερους καὶ νεώτερους χάρτες τῆς Κύπρου (Στυλιανοῦ HCart2 καὶ Χατζηπ. – Ιακώβου ΧαΑ3, καὶ Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ4), καὶ τὰ σχετικὰ λήμματα στὴν ΑΚΕΠ1 (κυρίως Β΄ καὶ Δα΄ / Ε΄ 107, 123, 178, 193, 198, 200) καὶ στὴ ΜΚΕ5· βλ. ἐπίσης Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ4 23 κἑ. (μὲ εἰδικὴ ἀναφορὰ στὴν ἐγκατάσταση Ἀχαιῶν στὴν περιοχή).


1, b.1. ἣν Πυγμαλίων ἔκτισεν: Μοναδικὴ μαρτυρία σχετική, ὀφειλόμενη προφανῶς σὲ μιὰ τάση τῆς παράδοσης νὰ συνδεθῆ ἡ ἵδρυση πόλεων τῆς Κύπρου μὲ τοὺς γενάρχες τῆς Κυπριακῆς μυθολογίας, τὸν Πυγμαλίωνα (βλ. ἀνωτ. 16 F1a σχόλ. σ.στ. 6 κἑ., σ.λ.) καὶ τὸν Κινύραν (βλ. ἀνωτ. ΑΚυΓ16 σσ. 47-54 [ΑΚυΓ´6 71-78] καὶ 1 Τ1-7 μὲ σχόλια, κυρίως τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Πάφον τὴν κόρη τοῦ Πυγμαλίωνα ἢ τὸν Πάφον ποὺ κατὰ τὸν Εὐστ. Διον. Περιηγ. 509 [ΑΚΕΠ1 Α΄ 14.11] κτίζει Πάφον, οὗ υἱὸς Κινύρας κ.λπ., καὶ πβ. τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Ἀρκάδα Ἀγαπήνορα ὡς οἰκιστὴ τῆς Πάφου [Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ4 21 κἑ., μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία], βλ. ἐπίσης κατωτ. σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. Κινύρειον), ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν Ἄδωνιν (Σχόλ. Θεοκρ. 15.100-101 [ΑΚΕΠ1 Α΄ 28.1, πβ. ὅμως 28] γιὰ τοὺς Γολγούς: πόλις Κύπρου ὠνομασμένη ἀπὸ Γολγοῦ τοῦ Ἀδώνιδος καὶ Ἀφροδίτης). Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Καρπασία θεωροῦνταν Φοινικική, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι κατοικοῦνταν ἀπὸ Φοίνικες (τὸ τοῦ *Σκύλ. [ΑΚΕΠ1 Α΄ 34: Müller7 I p.77.103] Καρπάσεια, Κερύνεια, Λήπηθις Φοινίκων σημαίνει τὴ Φοινικικὴ ἐπικυριαρχία)· εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὴν περιοχὴ δὲν βρέθηκαν Φοινικικὲς ἀλλὰ πάμπολλες Ἑλληνικὲς ἐπιγραφές, ἀνάμεσά τους καὶ συλλαβικὲς μὲ ὀνόματα Ἑλληνικά (Masson ICS8 328-334: Φαύω, Φιλοτίμω, Ὀνασικύπρω, Ὀνασίλω, Ἀριστοκύπρω κ.λπ., σὲ συνήθη στὴν Κυπριακὴ διάλεκτο λήγουσα γεν. ἑνικοῦ σὲ -ω = ου: βλ. ΑΚυΓ29 11 Ε10 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Πνυταγόρω (-ō), μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία)· ὅπως ἐξάλλου προσθέτει ὁ Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ1 Ε΄ 123 [βλ. καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὰ ἀνωτ.], μὲ παραπομπὴ στὸν Mitford, AJA10 65 [1961] 122), στὴν ἐπιγραφὴ τοῦ πρίσματος τοῦ Ἐσαρχαδδόν, ποὺ γράφτηκε τὸ 673/2 π.Χ., δὲν ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν δέκα μνημονευόμενων πόλεων ἡ Καρπασία, «ἑπομένως ἡ πόλις δὲν φαίνεται νὰ κτίστηκε πρὶν ἀπὸ τὴ χρονολογία αὐτή». (Βλ. καὶ ΜΚΕ5 σ.λλ. Καρπασία).

1-2, b.1-2. Ἑλλάνικος ἐν τοῖς Κυπριακοῖς:ΛέσβιοςΜυτιληναῖος ἱστορικὸς ἢ συγγραφεύς, ἀνὴρ πολυίστωρ, πλείστην εὐχέρειαν ἐπιδεικνύμενος ἐν πάσηι σχε­δόν τι τῆι γραφῆι κατὰ τὶς ἀρχαῖες μαρτυρίες (FGrH11 4 Τ 1-30), ποὺ κατὰ τὴ Σοῦδ. (σ.λ., ὅ.π. Τ 1) γεννήθηκε κατὰ τὰ Περσικὰ ἢ μικρῶι πρόσ<θεν> (πβ. Τ 6 τῆι αὐτῆι ἡμέραι μὲ τὸν Εὐριπίδη [480/79 π.Χ., ἐν ἧι ἐνίκων τὴν περὶ Σαλαμῖνα ναυμαχίαν οἱ Ἕλληνες), συνεγράψατο δὲ πλεῖστα πεζῶς τε καὶ ποιητικῶς, ὅμως (Τ 13) ἀπλά­στως παρέδωκε τὴν ἱστορίαν καὶ ὁ Ἔφορος αὐτὸν (Τ 18) ἐν τοῖς πλείστοις ψευ­δόμενον ἐπιδείκνυσιν (πβ. καὶ τὰ ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. ἣν Πυγμαλίων ἔκτισεν). Ἀνάμεσα στὰ πάμπολλα ἔργα του (ὅ.π. F 1-200) εἶναι καὶ τὰ Κυπριακά, κατὰ τὴν ἐδῶ μοναδικὴ μαρτυρία τοῦ Στέφ. Βυζ. (F 57), κατὰ τὸν ὁποῖο –Ἐθν. σ.λ. Αἴπεια (F 198)– ὁ Ἑλλάνικος σὲ μὴ μνημονευόμενο ἔργο του ἀναφερόταν καὶ στὴν ὁμώνυμη Κυπριακὴ πόλη: Αἴπεια· πόλις Λακωνικῆς, ὡς Ζέλεια. «καλήν τ' Αἴπειαν καὶ Πήδασον» (Ι 152 ~ 294). ἔστι καὶ ἑτέρα Κύπρου. τρίτη Κρήτης, ὡς Ἑλλάνικος (γιὰ τὴν Κυπριακὴ ΑἰπεῖανΑἴπειαν βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ4 21, 31, 46 σημ. 28). Βλ. RE12 καὶ OCD13 σ.λ. Vossii HistGr214 7-8 καὶ 448-51 (κυρίως: 450), Lesky ΙΑΕΛ515 466 κἑ. (κ.ἀ.), Pearson LocHA16 1-26 μὲ βιβλιογραφία, καὶ τὰ σχετικὰ σχόλια Jacoby11.

2-4. Διονύσιος (...) ἐν τρίτωι Βασσαρικῶν: Ὁ E. H. Warmington ἀποδίδει τὸ ἔργο Βασσαρικά (= Διονυσιακά) στὸν Διονύσιο τὸν Περιηγητὴ (OCD13 σ.λ.), ποὺ ἔζησε πιθανῶς στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀδριανοῦ (βλ. ὅ.π., Lesky ΙΑΕΛ515 1113 καὶ East. – Knox ΙΑΕΛ417 794), καὶ τὸ αὐτὸ φαίνεται νὰ πιστεύουν οἱ East. – Knox17 (ὅ.π. 936, καὶ Εὑρετήριο 1132: «Διονύσιος ο Περιηγητής, 794, 936), ὅπως καὶ ὁ Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ1 Ε΄ 144, σσ. 147-48)· «ἀδικαιολόγητη» χαρακτηρίζει τὴν ταύτιση αὐτὴ ὁ Lesky (ΙΑΕΛ515 1117 μὲ σημ. 3, ὅπου καὶ βιβλιογραφία)· βλ. καὶ Voss14 170-74 (170: «Bassaricorum, sive operis de gestis Bacchi, auctor erat Dionysius Rhodius, qui aliis Samius. Alter Dionysius περιηγητής, patriâ Milesius» [βλ. καὶ 441], καὶ 174: «Βασσαρικὰ autem, quia stylum habeant incultum, lò indugbna esse vusa autm qual Dionysii hujus crederentur: sed potiùs adscribenda esse Dionysio Samio» κ.λπ. [γιὰ τὸν Σωτήριχο, καὶ 245], βλ. καὶ 12). Βασσαρικὰ ἤτοι Διονυσιακὰ ἔγραψε Σωτήριχος, γεγονὼς ἐπὶ Διοκλητιανοῦ, κατὰ τὴ Σοῦδ. σ.λ. Βασσαρικά, καὶ σ.λ. Σωτήριχος· Ὀασίτης, ἐποποιός, γεγονὼς ἐπὶ Διοκλητιανοῦ. Ἐγκώμιον εἰς Διοκλητιανόν, Βασσαρικὰ ἤτοι Διονυσιακὰ βιβλία δ΄ κ.λπ. (βλ. FGrH11 641 Τ 1) χρονολογούμενα στὸν 3/4 αἰ. μ.Χ. ("284/305p" ὅ.π.). Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ σχέση τῶν Βασσαρικῶν τοῦ Διονύσιου πρὸς αὐτὰ τοῦ Σωτήριχου, ὁ ὁποῖος μνημονεύεται ἐπίσης ἀπὸ τὸν Στέφ. Βυζ. σ.λ. Ὕασις [ὅ.π. Τ 2] ὡς ποιητὴς ... ὁ καὶ τὰ Πάτρια γεγραφὼς αὐτῆς), τὰ Βασσαρικὰ τοῦ Διονύσιου ἀποτελοῦν προφανῶς μιὰν ἀπὸ τὶς πηγὲς τοῦ Νόννου (βλ. East. – Knox17 ὅ.π. 936, καὶ κατωτ.). (Περαιτέρω βιβλιογραφία: Page LPP18 σσ. 536 κἑ., ἀπόσπ. 134 [Διονύσιος, Βασσαρικά: "4 A.D."] καὶ Heitsch GDRK19 60 κἑ.· συνοπτικά: RE12 σ.λ. Dionysius 95. [Knaack]: «μᾶλλον τῆς Ὕστερης Αὐτοκρατορικῆς ἐποχῆς».) Ἀξίζει νὰ σημειωθῆ ὅτι στὶς πολλὲς ἀναφορὲς τοῦ Στέφ. Βυζ. στὰ Βασσαρικὰ τοῦ Διονυσίου συμπεριλαμβάνονται κι ἄλλες μνεῖες Κυπριακῶν πόλεων: (α΄) σ.λ. Ἐρύσθεια (F 1 H.) πόλις Κύπρου, ἐν ᾗ Ἀπόλλων τιμᾶται Ὑλάτης. Διονύσιος Βασσαρικῶν τρίτῃ «οἵ τ' ἔχον Ὑλάταο θεοῦ ἕδος Ἀπόλλωνος, / Τέμβρον Ἐρύσθειάν τε καὶ εἰναλίην Ἀμαμασσόν» (πβ. Νόνν. Διον. 13.444 κἑ. οἵ τ' ἔχον Ὑλάταο πέδον καὶ ἐδέθλια Σηστοῦ / καὶ Τάμασον καὶ Τέμβρον Ἐρύσθειάν τε πολίχνην / καὶ τέμενος βαθύδενδρον ὀρεσσαύλοιο Πανάκρου)· πβ. Ἀμαμασσός· πόλις Κύπρου, ἐν ᾗ τιμᾶται Ὑλάτης Ἀπόλλων καὶ Τέμβρος· πόλις Κύπρου, ἐν ᾗ τετίμηται Ὑλάτης Ἀπόλλων (χωρὶς ἀναφορὰ στὴν πηγή, ἀλλὰ μὲ ἐμφανῆ τὴν ὁμοιότητα πρὸς τὰ ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Ἐρύσθεια καὶ –ἑπομένως– πιθανὴ πηγὴ τὴν ἴδια· πβ. Ὕλη· πόλις Κύπρου, ἐν ᾗ Ἀπόλλων τιμᾶται Ὑλάτης. Λυκόφρων «καὶ Σέτραχον βλώξαντες Ὑλάτου τε γῆν», καὶ βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ4 21 κἑ.)· (β΄) Τεγησσός· πόλις Κύπρου. Διονύσιος ἐν Βασσαρικῶν τρίτῳ. τὸ ἐθνικὸν Τεγήσσιος καὶ Τεγησσεύς. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Κυρ. Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ1 Ε΄ 192), πόλεις τῆς Κύπρου Ἀμαμασσός, Ἐρύσθεια καὶ Τεγησσός (κατὰ τὸν Ἡσύχ., Τεγησσός [καὶ Τειγησόςἀκρωτήριον Κύπρου) δὲν ἀναφέρονται ἀλλοῦ, καὶ τὸ αὐτὸ ἰσχύει γιὰ τὶς πόλεις τῆς Κύπρου Διωνία καὶ Κρήσιον γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ Στέφ. ὁ Βυζ. μνημονεύει ὡς πηγή του τὰ Φιλιππικὰ τοῦ Θεοπόμπου (βλ. κατωτ.), ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς πόλεις Ἀκράγας (πβ. Ἄκρα), Ἀλεξάνδρεια, Κορώνεια (πβ. Κορώνη·... μοῖρα τῆς Σαλαμῖνος τῆς ἐν Κύπρῳ), Λακεδαίμων, Πηγαί (πβ. καὶ Ἄσφαξ·... ἔθνος ἐποικίσαν τὴν Κύπρον, καὶ Ὠτιεῖς· μοῖρα Κυπρίων [μὲ μνεία στὴ συνέχεια τῆς πηγῆς: Ἔφορος (FGrH11 70 F 134) «Ἀμαθούσιοι δὲ καὶ Σόλιοι καὶ Ὠτιεῖς ἀντέχοντες ἔτι τῷ πολέμῳ»], κ.ἄ.). Ἡ ἐντύπωση ποὺ δίνεται εἶναι πὼς ὁ Στέφ. Βυζ. ἀντλεῖ τὶς πάμπολλες περὶ Κύπρου ἀναφορές του ἀπὸ ποικίλες πηγές (βλ. καὶ κατωτ. σ.λλ. Ξεναγόρας καὶ Θεό­πομπος), ἐποχῶν διάφορων καὶ κύρους μικρότερου ἢ μεγαλύτερου· ἀλλὰ πίσω ἀπὸ τὶς πληροφορίες γιὰ ἀσήμαντες πόλεις –οἰκισμοὺς μικροὺς κατὰ πᾶσαν πιθανότητα– φαίνεται νὰ βρίσκεται πηγὴ ἢ πηγὲς μὲ ἰδιαίτερη ἐξοικείωση μὲ τὴν Κύπρο καὶ τὰ περὶ αὐτῆς, ἀπ' ὅπου ἀντλεῖ καὶ ὁ Διονύσιος ὁ συγγραφέας τῶν Βασσαρικῶν μέρος τοῦ ὑλικοῦ του (βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λ. Δημήτριος ὁ Σαλαμίνιος). Στὶς πηγὲς τοῦ Στέφ. Βυζ. γιὰ τὴν Κύπρο περιλαμβάνεται ἴσως καὶ ὁ Διονύσιος ὁ περιηγητής –κ.ἀ. μνημονευόμενος ἀπὸ τὸν Στέφ. Βυζ. καὶ– σ.λ. Κύπρος· νῆσος μεγάλη (καὶ ἐπιφανεστάτη, κειμένη) ἐν τῶι Παμφυλίωι κόλπωι, <καθώς φησιν ὁ περιηγητὴς Διονύσιος· «Κύπρος δ' εἰς αὐγὰς Παμφυλίου ἔνδοθι κόλπου». ἐκλήθη δὲ> ἀπὸ Κύπρου τῆς θυγατρὸς Κινύρου <ἢ τῆς Βύβλου καὶ Ἀφροδίτης, ὡς Φιλο­στέφανος ἐν τῷ Περὶ νήσων καὶ Ἴστρος (βλ. κατωτ. 25 F45) ἐν Ἀποικίαις Αἰγυπτίων ἱστόρησαν,> ἢ ἀπὸ τοῦ φυομένου ἄνθους κύπρου (κ.λπ., βλ. FGrH11 758 F 1a, μὲ κριτ. ὑπόμν.)· τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ σχετικὸ μὲ τὸν Διονύσιο τὸν Περιηγητὴ ἀπόσπ. προστίθεται ἐδῶ ἀπὸ τὸν Κωνστ. Πορφ. Περὶ θεμ. 1.13, μειώνει τὶς πιθανότητες ταύτισης τοῦ Διονυσίου τοῦ Περιηγητῆ μὲ τὸν συγγραφέα τῶν Βασσαρικῶν Διονύσιο, ἀλλὰ δὲν τὶς αἴρει· ἀντίθετα, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Διονύσιος ὁ Περιηγητὴς φαίνεται νὰ ζεῖ περὶ τοὺς χρόνους τοῦ Ἀδριανοῦ (117-138 μ.Χ.) καὶ ὁ Ἡρωδιανός, ποὺ ζεῖ στὴ Ρώμη στοὺς χρόνους τοῦ Μάρκου Αὐρήλιου (161-180 μ.Χ.), δὲν τὸν ἀναφέρει (μόνον αὐτὸν ἀπὸ τοὺς μνημονευόμενους στὸν Στέφ. Βυζ. συγγραφεῖς στὸ ἐδῶ χωρίο, αὐτολεξεὶ παρατιθέμενο κατὰ τὰ ἄλλα), φαίνεται -σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ τὰ ἀνωτέρω– νὰ ἀποκλείει κάθε πιθανότητα ταύτισης: ὁ Διονύσιος ὁ συγγραφέας τῶν Βασσαρικῶν, ἔτσι, πρέπει νὰ τοποθετηθῆ στὸν 3ον αἰ. μ.Χ. κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, μὲ term. ante quem τὸν P. Brit. Mus. 273 (H. J. Milne20, LPBM 1927, n. 40 et tab. 1), 3/4 αἰ. μ.Χ. ("s. III/IV": Heitsch19 ὅ.π. σελ. 60), καὶ term. post quem τὸν Ἡρωδιανό (ποὺ μνημονεύει ἐπανειλημμένα τὸν Διονύσιο τὸν Ἁλικαρνασσέα τὸν συγγραφέα τῆς Ῥωμαϊκῆς ἀρχαολογίας [στὴ Ρώμη ἀπὸ τὸ 30 π.Χ. γιὰ πολλὰ χρόνια], μεταξὺ ἄλλων).

3, 4. Κραπάσειαν: στὴ χειρόγρ. παράδοση Καρπάσειαν (τύπος ἀπαντώμενος ὄχι σπάνια ἀντὶ τοῦ Καρπασία, σὲ νεώτερους σχετικὰ γεωγράφους: ΑΚΕΠ1 Β΄ 153.3 [Ἀνων. Σταδ. 178, 314, 315], 155.1 [= Α΄ 34, *Σκύλ.: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. ἣν Πυγμαλίων ἔκτισεν], 155.2: κατωτ. στ. 12, κ.ἀ.). Ἡ διόρθωση σὲ Κραπάσειαν στὸν παρα­τιθέμενο ἑξάμετρο στ. ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὸ μέτρο (Κρᾰ-, ἐνῶ Κāρπ-)· πβ. καὶ Νόνν. Διον. 13.455 (στὴν ἐκτεταμένη ἀναφορὰ στὶς Κυπριακὲς φάλαγγες: βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ4 29, καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λ. Κινύρειον) οἵ τ' εἶχον Κραπάσειαν, ἁλιστεφὲς οὖδας ἀρούρης, καὶ τὸ τοῦ Νόννου ἁλιστεφὲς οὖδας 14 Τ1 σχόλ. σ.στ. 5, καὶ Χάρτες) πρὸς τὸ αἰπεινὴν τοῦ Διονύσιου: συχνὸ Ὁμηρικὸ ἐπίθ. γιὰ πόλη αἰπεῖαν (Ι 152 ~ 294, Αἴπειαν [βλ. ἀνωτ. σ.λ. Ἑλλάνικος], πβ. τὸ Πήδασον ἀμπελόεσσαν τῶν ἀνωτ. στ. πρὸς τὸ Πήδασον αἰπεινὴν τοῦ Ζ 35 καὶ τὸ Π. αἰπήεσσαν τοῦ Φ 87), δηλ. ὑψηλὰ κειμένην (σὲ μέρος ἀπόκρημνο, καὶ βραχῶδες).

4. Κινύρειον: στὴ χειρόγρ. παράδοση Κινύριον, διορθούμενο σὲ Κινύρειον (-ρει -, ἐνῶ -ρῐ-) γιὰ λόγους μετρικούς, ὅπως καὶ τὸ ἑπόμενο ἰδ' (ἰδὲ = ἠδὲ, βλ. ἀνωτ. ἠδ' ὁπόσοι) ἢ –ἀπὸ τὸν Χατζηιωάννου1– σὲ Κινύρειαν (πιθανῶς ὀρθῶς: πβ. Νόνν. 13. 451 οἵ τε πόλιν Κινύρειαν ἐπώνυμον εἰσέτι πάτρην | ἀρχε­γόνου Κινύραο)· στὰ Λατ. Cinyria (Πλιν. Φυσ. ἱστ. 5.130 = ΑΚΕΠ1 Δα΄ 292). Ὁ Νόννος, ἀναφέροντας τὴν Κινύρειαν μετὰ τὴ μνεία τῆς γειτονικῆς Λαπήθου (στ. 447), στὸ βασίλειο τῆς ὁποίας ὑπαγόταν ἡ Κερύνεια κατὰ κανόνα στὴν ἀρχαιότητα (βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ4 43 σημ. 8, καὶ 21 κἑ., 43 σημ. 7, κ.ἀ.), καὶ πρὸ τῆς Οὐρανίης (στ. 452), ἡ ὁποία ἦταν πόλη τῆς Χερσονήσου τῆς Καρπασίας κοντὰ στὴν πόλη Καρπασίαν (βλ. Διόδ. Σικ. 20.47.2 κατεστρατοπέδευσεν [δηλ. Δημήτριος] ἐν τῇ παραλίᾳ τῆς Καρπασίας, καὶ ... τοῖς πλησιοχώροις προσβολὰς ποιησάμενος εἷλε κατὰ κράτος Οὐρανίαν καὶ Καρπασίαν, βλ. καὶ Χάρτες), δὲν ἀφήνει καμμιὰν ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κινύρεια εἶναι ἡ Κερύνεια (ποὺ ἀναφέρεται καὶ ὡς Κερυνία, Κηρυνία, Κερωνία καὶ Κεραυνία: βλ. ΑΚΕΠ1 Ε΄ Γεν. πίν. σελ. 347), ποὺ κατὰ μιὰν ἄλλη παράδοση πῆρε τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὴν Ἀχαϊκὴ Κερύνειαν (βλ. Ἀ. Βοσκοῦ4 ὅ.π. 21 κἑ. καὶ κατωτ. σχόλ. στὸ 25 F20). Τὰ δύο ὀνόματα, ποὺ ἀντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικὲς τάσεις τῆς τοπικῆς παράδοσης (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. ἣν Πυγμαλίων ἔκτισε, πβ. Στέφ. Βυζ. Ἐθν. σ.λ. Ἀμαθοῦς, ἡ ὁποία ἀπὸ Ἀμαθοῦντος τοῦ Ἡρακλέους ἐκλήθη ἢ ἀπὸ τῆς Κινύρου μητρὸς Ἀμαθούσης καὶ σ.λλ. Κούριον [βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ4 27], Μάριον, καὶ Κύπρος), δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀπηχοῦν παλαιότερη Ἐτεοκυπριακὴ ὀνομασία τῆς πόλεως (βλ. Ἀ. Βοσκοῦ4 ὅ.π., κυρίως 43 σημ. 7 γιὰ τὸ Λάπηθος).

5, b.2 (καὶ 6). νῆσος Καρπασία: πβ. ἀνωτ. 14 Τ1.7 κἑ. (μὲ σχόλ.). Ὁ Στράβ. δὲν ἀφήνει καμμιὰν ἀμφιβολία γιὰ τὸν προσεκτικὸν ἀναγνώστη ὅτι αἱ Καρπάσιαι νῆσοι (σύμπλεγμα μιᾶς μικρῆς νήσου καὶ βραχονησίδων) βρίσκονται στὴ νότια πλευρὰ τῆς Χερσονήσου τῆς Καρπασίας, νοτιοανατολικὰ τῆς πόλεως Καρπασίας, ἡ ὁποία κεῖται στὴ βόρεια ἀκτὴ τῆς Χερσονήσου κατὰ τὴν ἄκραν τὴν Σαρπηδόνα (βλ. ἀνωτ. Πίν. 20). Ἂν τὸ ἐδῶ κατὰ τὴν ἄκραν τὴν Σαρπηδονίαν (ἀκρωτήριο στὰ βόρεια τῆς Καρπασίας, στὴν ἀκτὴ τῆς Κιλικίας: βλ. Χατζηπ. – Ιακώβου ΧαΑ21 ἀρ. 64 "C. Sarpedon", κ.ἀ.) στηρίζεται στὸ ἀντίστοιχο χωρίο τοῦ Στράβ., ὅπως φαίνεται πιθανό, τότε ἢ πρέπει νὰ χρησιμοποιεῖται μὲ τὴ σημασία τοῦ «ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ἀκρωτήριο Σ.» (μὲ ὄχι στενὴ ἔννοια) κι ὄχι «πρὸς τὴν πλευρὰ τοῦ ἀκρωτηρίου Σ.» ἢ πρέπει νὰ ὑποδηλώνει ὅτι ἐσφαλμένα τοποθετεῖται ἡ νῆσος Καρπασία (Καρπασία νῆσος b.6) στὰ βόρεια τῆς Χερσονήσου τῆς Καρπασίας (πιθανῶς, τότε, κατὰ παρερμηνεία τοῦ Στράβ.).

5-6, b.3/7. Ξεναγόρας: Ἡρακλεώτης ἐκ Πόντου κατὰ τὴ Σοῦδ. σ.λ. Νύμφις (FGrH11 240 Τ 1), ποὺ ἀκμάζει περὶ το 90 π.Χ. καὶ γράφει Χρονικὸ τῶν Ἑλληνικῶν (καὶ Ἰταλικῶν;) πόλεων (ἐν α΄ Χρόνων F 1, ἐν τᾶι α΄ τāς Χρονικᾶς συντάξιος F 2, κ.τ.τ.) καὶ Περὶ νήσων (F 26 κἑ.). (Βλ. Vossi HistGr214 422-23, OCD13, καὶ RE12 σ.λ. Xenagoras 1.) Ὁ Στέφ. Βυζ. ἀντλεῖ ἀπ' αὐτὸν –καὶ γιὰ τὸ Ἀκόντιον (πόλις Ἀρκαδίας ... καὶ ἑτέρα Εὐβοίας, F 33), καὶ τὸ ἐδῶ λ. Καρπασία– καὶ γιὰ τὸ λ. Χύτροι (F 27b)· Κύπρου πόλις, ἣν ὠνομάσθαι μὲν Ξεναγόρας φησὶν ἀπὸ Χύτρου τοῦ Ἀλεξάνδρου τοῦ Ἀκάμαντος. ὁ πολίτης Χύτριος. Ἀλέξανδρος ἐν τῷ περὶ Κύπρου «τὴν δὲ Γορδίαν ἀποδοῦναι Χυτρίοις». καὶ πάλιν «Εὐρυνόην τῶν Χυτρίων βασιλεὺς ἔγημεν». ἀναλογεῖ δὲ τὸ ἐθνικὸν πρὸς τὸ Χύτρος ἑνικόν, ὡς Κύπριος πρὸς τὸ Κύπρος (πβ. Ἁρποκρ. σ.λ. Χύτροι [F 27a] ... πόλις ἐστὶν ἐν Κύπρῳ οὕτω καλουμένη, καθά φησι Ξεναγόρας ἐν ταῖς Νήσοις)· ἀπὸ τὸν Ξεναγόρα ἀντλοῦν ἐπίσης περὶ Κύπρου πληροφορίες ὁ Πλίν. (Φυσ. ἱστ. 5.129: F 26b) καὶ τὰ Σχόλ. Εἰς Λυκόφρονος Ἀλεξάνδραν 447 (σ.λ. Σφήκειαν, F 26a· βλ. καὶ Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ 21 κἑ.).

6-7, b.4/8. Δημήτριος δ' ὁ Σαλαμίνιος: Ἡ μετακίνηση τοῦ term. ante quem ἀπὸ τὸν Στέφ. Βυζ. (4/5ος μ.Χ. αἰ., πιθ.), τοῦ ὁποίου τὰ Ἐθν. σώζονται κυρίως σὲ ἐπιτομὴ ποὺ φαίνεται νὰ συντάχθηκε μεταξὺ 6ου καὶ 10ου αἰ. μ.Χ. (ἴσως ἀπὸ τὸν Ἑρμόλαο, κατὰ τὴ Σοῦδ. σ.λ. Ἑρμόλαος· γραμματικὸς Κωνσταντινου­πόλεως, γράψας τὴν ἐπιτομὴν τῶν Ἐθνικῶν Στεφάνου γραμματικοῦ, προσφωνηθεῖσαν Ἰουστινιανῷ τῷ βασιλεῖ [βλ. συνοπτικὰ RE12 καὶ OCD13 σ.λ., καὶ τὴν ἀναλυτικὴ Εἰσαγωγὴ τοῦ A. Lentz στὸ HTR22 I. CXXVI κἑ. «De Stephano Byzantio»: κυρίως CLIII κἑ. καὶ CLXV]), στὸν Ἡρωδιανόν (2ος αἰ. μ.Χ.: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Διονύσιος) καὶ ἀβέβαιη εἶναι (ἀνοικτὴ μένει πάντα ἡ πιθανότητα μεταγενέστερης προσθήκης τῶν περὶ Δημητρίου, πβ. τὸ τῆς Σοῦδ. σ.λ. Ἀριστόδημος· Ἐπιτομὴν τῆς Καθόλου Ἡρωδιανοῦ ἔγραψε πρὸς Δαναόν) καὶ ἐλάχιστα διαφωτιστικὴ ὡς πρὸς τὴν ταύτιση τοῦ Δημήτριου τοῦ Σαλαμίνιου μὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς πάμπολλους ὁμώνυμους συγγραφεῖς, ὅπως εἶναι ὁ Δημήτριος ποὺ κατὰ τὸν Στέφ. Βυζ. Ἐθν. σ.λ. Ἀπία (βλ. κατωτ. 25 F39b.8, μὲ σχόλ.) ἔκανε λόγο γιὰ τὸν ποταμὸν Ἀπιδανὸν τῆς Τρωάδος (στὸ ἴδιο –μὲ τὸ ἐδῶ ἀπόσπ.– ἔργο, χωρὶς δηλωτικὸ καταγωγῆς ἐπίθετο). Ὁ Κυρ. Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ1 Γα΄ 75/75.1), ξεκινώντας ἀπὸ τὴ διαπίστωση ὅτι ὁ Δημήτριος ὁ Σαλαμίνιος «δὲν δύναται νὰ ταυτισθῇ πρὸς τὸν συγγράψαντα τὰ Ἀργολικά (Κλήμ. Ἀλεξ. Προτρ. 4.41 P.), ὅστις φαίνεται ὅτι εἶναι Τροιζήνιος (Ἀθήν. 1, 29a καὶ 4, 139c), οὔτε πρὸς τὸν συγγράψαντα τὰ Παμφυλιακά (Τζέτζ. Λυκόφρ. 440), ὅστις φαίνεται ὅτι εἶναι ἐκ Ταρσοῦ (Πλουτ. Ἠθικ. 410e καὶ 419e)», προχωρεῖ στὴν ὑπόθεση ὅτι «Ὁ Δημήτριος ὁ συγγράψας Περὶ τῶν κατ' Αἴγυπτον εἶναι πιθανῶς ὁ Σαλαμίνιος» καὶ συγκαταλέγει στὰ ἀποσπ. τοῦ Κύπριου συγγραφέα τὸ χωρίο Ἀθην. 15, 680a-b (75.1: FHG23 IV. 383 [βλ. καὶ 382 κἑ. γιὰ τὰ Παμφυλιακὰ καὶ τὰ Ἀργολικά], ὅπου ὅμως ὁ Müller7 σημειώνει ὅτι «Hic Demetrius fortasse idem est cum eo qui De Judaeis scripsi» [βλ. καὶ Canon324 124 «DEMETRIUS Judaeus Hist.|ante A. D. 1: Alexandrinus | Cf. DEMETRIUS Hist. (1299)»], πβ. RE12 σ.λ. Demetrios 84. ["von Salamis in Kypros", E. Schwartz] καὶ FGrH11 43 ["DEMETRIOS, Vor Apion"] F 1): Δημήτριος δ' ἐν τῶι Περὶ τῶν κατ' Αἴγυπτον περὶ Ἄβυδον πόλιν τὰς ἀκάνθας ταύτας (sc. τὰς κατ' Ἑλλάνικον [FGrH11 608a F 2] εἰς Τίνδιον φυομένας) εἶναί φησιν, γράφων οὕτως· «Ἔχει δὲ ὁ κάτω τόπος καὶ ἄκανθάν τινα δένδρον, ὃ τὸν καρπὸν φέρει στρογγύλον ἐπί τινων κλωνίων περιφερῶν. ἀνθεῖ δ' οὗτος, ὅταν ὥρα ἦι, καὶ ἐστὶ τῶι χρώματι τὸ ἄνθος <λευκὸν?> (λευκὸν add. Schoell, καλὸν Gulick25) καὶ εὐφεγγές. λέγεται δέ τις μῦθος ὑπὸ τῶν Αἰγυπτίων, ὅτι οἱ Αἰθίοπες στελλόμενοι εἰς Τροίαν ὑπὸ τοῦ Τιθωνοῦ, ἐπεὶ ἤκουσαν τὸν Μέμνονα τετελευτηκέναι, ἐν τούτωι <τῶι> τόπωι τοὺς στεφάνους ἀνέβαλον ἐπὶ τὰς ἀκάνθας· ἔστι δὲ παραπλήσια τὰ κλωνία στεφάνοις, ἐφ' ὧν τὸ ἄνθος φύεται». (Ὁ Δημήτριος ὅμως στὸ Περὶ τῶν κατ' Αἴγυπτον ἔργο του λέει πὼς αὐτὰ τὰ ἀκανθώδη δέντρα [«πιθανῶς εἶδος ἀκακίας» LSK26 σ.λ. ἄκανθα, «οἱ ἀκακίες αὐτὲς» Χατζηιωάννου1] βρίσκονται γύρω ἀπὸ τὴν πόλη Ἄβυδο [κι ὄχι στὴν Τίνδο, ὅπως λέει ὁ Ἑλλάνικος], γράφοντας τὰ ἑξῆς: «Κι ἔχει ὁ κάτω τόπος [«= ἡ Κάτω Αἴγυπτος» Χατζ.] ἕνα ἀκανθῶδες δέντρο [«ἕνα εἶδος ἀκακίας» Χατζ.], ποὺ βγάζει τὸν καρπὸ στρογγύλο σὲ κάποια κλωνάρια του περιφερειακά. Κι ἀνθίζει αὐτός, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα του, κι εἶναι ὡς πρὸς τὸ χρῶμα τὸ ἄνθος λευκὸ [ὄμορφο] καὶ φωτεινό. Λέγεται μάλιστα ἕνας μύθος ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους, ὅτι οἱ Αἰθίοπες ποὺ στάλθηκαν στὴν Τροία ἀπὸ τὸν Τιθωνό, σὰν ἄκουσαν πὼς εἶχε πεθάνει ὁ Μέμνων, σ' αὐτὸν τὸν τόπο ἔβαλαν τὰ στεφάνια πάνω στὶς ἀκακίες· κι εἶναι παρόμοια μὲ στεφάνια τὰ κλωνάρια πάνω στὰ ὁποῖα φυτρώνει τὸ ἄνθος.») Εἶναι προφανὲς πὼς δὲν ὑπάρχει κάτι στὸ ἀνωτ. ἀπόσπ. ποὺ νὰ ὑποδηλώνει Κυπριακὴ σύνθεση. Γεγόνασι δὲ Δημήτριοι ἀξιόλογοι εἴκοσι, κατὰ τὸν Διογ. Λαέρτ. (Φιλ. βί. [Δημήτριος Φανοστράτου Φαληρεύς:] 5.83-85), κι ἄλλοι ποὺ δὲν ὀνομάζονται, ὅπως ὁ Δημήτριος ὁ συγγραφέας τῶν Ἀργολικῶν (FGrH11 304: Canon324 122-23, ἀρ. 2208: "4 B.C., fort. Argivus"). Ὁ Τροιζήνιος ὁ συγγραφέας τοῦ Κατὰ σοφιστῶν (βλ. Canon324 123, ἀρ. 1301: "Poet. Phil. | A.D. 1: Troezenius", ἀποσπ. του σὲ Diels PPhF27 καὶ SupplHell.28 [βλ. καὶ FHG7 IV. 383 καὶ FGrH11 σημ. στὸ 328 F 209, καὶ OCD σ.λ., 20.]), ποὺ ὁ Διογ. Λαέρτ. ὅ.π. μνημονεύει στὸ 8.74, δὲν φαίνεται νὰ συμπεριλαμ­βάνεται στὸν ἀνωτ. κατάλογο· ὁ ὄγδοος ὅμως ἀξιόλογος Δημήτριος, ὁ διατρίψας ἐν Ἀλεξανδρείᾳ σοφιστής, τέχνας γεγραφὼς ῥητορικάς, οὐδόλως ἀποκλείεται νὰ εἶναι αὐτός. Ὁ Δημήτριος ὁ Σαλαμίνιος, ἀντίθετα, δὲν χωρᾶ σ' αὐτὸν τὸν κατά­λογο, ὄχι γιατὶ ἀποκλείεται ἀπὸ τὰ χρονολογικὰ δεδομένα (βλ. ἀνωτ.) οὔτε γιατὶ ἀποκλείεται νὰ διέτριψε στὴν Ἀλεξάνδρεια (καὶ νὰ τὸν γνώρισε ἐκεῖ –ἢ / καὶ στὴ Ρώμη– ὁ Ἡρωδιανός), ἀλλὰ γιατὶ ἁρμόζει ἄριστα στὴν ἀνωτ. περιγραφὴ τοῦ ὄγδοου Δημήτριου –τὴ μόνη ὅπου θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ θεωρηθῆ πὼς αὐτὸς ὑπονοεῖται– ὁ Τροιζήνιος συγγραφέας τοῦ Κατὰ σοφιστῶν. Σὲ κάθε περίπτωση οἱ ἀμφιβολίες παραμένουν (ἀβέβαιης χρονολόγησης λ.χ. χαρακτηρίζεται στὸ Canon324 123 ἀρ. 2511, ἐνῶ στὸ LGPN129 σ.λ. Δημήτριος 83-84 οἱ συγγραφεῖς κλίνουν ὑπὲρ τῆς τοποθέτησής του στὴν Ὕστερη Ἑλληνιστικὴ ἐποχή [βλ. καὶ κατωτ. 22 *F2 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Ἡγήσανδρος], καὶ ὁ Jacoby11 διερωτιέται μήπως ὁ τίτλος τοῦ ἐδῶ μνημονευόμενου ἔργου τοῦ Σαλαμίνιου Δημήτριου εἶναι Κυπριακά, ὅπως καὶ τοῦ Ἑλλάνικου). Βλ. καὶ κατωτ.

7. Καρβασίαν φησίν: ἐνν. αὐτήν (στ. 6). Ποιάν ὅμως Καρπασίαν; Τὴν πόλη, τὸ νησί, ἢ καὶ τὰ δυό; Τὸ β΄ ἀπόσπ. τοῦ Ἡρωδιαν. (στὸ Περὶ ὀρθογρ.) δὲν ἀφήνει καμμιὰν ἀμφιβολία γιὰ ὅποιον διαβάζει μόνο αὐτὸ ὅτι τὸ αὐτὴν ἀναφέρεται στὸ νῆσος Καρπασία τοῦ προηγούμενου στίχου· προχωρώντας ὅμως στὸ α΄ ἀπόσπ. τοῦ Ἡρωδιαν. καὶ –κυρίως– στὸν Στέφ. Βυζ., ἐγείρονται σοβαρὲς ἀμφιβολίες, καθὼς τὸ λῆμμα εἶναι Καρπασία· πόλις Κύπρου (a./b.1), καὶ στὴ συνέχεια ὁ Στέφ. Βυζ. ἀναφέρεται στὴν πόλη (8 κἑ. ὁ πολίτης Καρπασεώτης κ.λπ.), τὸ δὲ αὐτήν φησι τοῦ στ. 6 φαίνεται νὰ παραπέμπει στὸ αὐτήν φησιν (τὴν πόλη) τοῦ στ. 3. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, πιὸ εὔκολα θὰ ὀνόμαζε ὁ Ξεναγόρας Κάρπαθον τὸ νησὶ παρὰ τὴν πόλη, καὶ τὸ Καρβασίαν τοῦ Δημήτριου μπορεῖ νὰ ὑποδηλώνει καὶ προσπάθεια τοῦ Σαλαμίνιου συγγραφέα νὰ διαστείλει τὴν πόλη ἀπὸ τὸ κύριο νησὶ τοῦ συμπλέ­γματος τῶν Καρπασίων νήσων· τὸ γεγονὸς ὅτι τὴν πόλη Καρπασία χαρακτήριζε αἰπεινὴν ὁ Διονύσιος (βλ. ἀνωτ. στ. 4, μὲ σχόλ.), ὅτι τὸ πρὸς τὸν κάρβαν ἄνεμον μπορεῖ νὰ ἀναφέρεται τόσο στὴν πόλη ὅσο καὶ στὸ νησί (βλ. καὶ κατωτ.), κι ὅτι ὁ Holste διορθώνει τὸ Κάρπαθον (ποὺ φαίνεται νὰ ταιριάζει περισσότερο στὸ νησί) σὲ Κάρπασον, ἐξασθενίζει ἀλλὰ δὲν αἴρει τὴν ἰσχὺ τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν. Μὲ πολλοὺς δισταγμοὺς στίξαμε μὲ ἄνω τελεία (ἀντὶ τελείας, τῶν προηγούμενων ἐκδόσεων) πρὸ τοῦ Ξεναγόρας καὶ τοῦ Δημήτριος, καὶ κρατήσαμε τὸ Κάρπαθος τῆς χειρόγραφης παράδοσης.
Ἡ σύνδεση τοῦ ὀνόματος τῆς Καρπασίας μὲ τὸν καρβὰν ἄνεμον (ἢ κάρβαν ἄνεμον: οἱ ἀρχαῖες πηγὲς δίνουν καὶ τοὺς δύο τύπους, καὶ ὁ Ἡρωδιαν. στὰ ἐδῶ χωρία ἔχει κάρβαν μὰ ἀλλοῦ [βλ. Jacoby11 καρβὰν) ὀφείλεται προφανῶς σὲ ἐτυμο­λογικὸ παίγνιο ἢ παρετυμολογία, κατὰ παλιὰν Ὁμηρικὴ ἤδη συνήθεια (πβ. καὶ ΑΚυΓ1/1β´6 5 Υ1.198-99, μὲ σχόλ. γιὰ τὸ ὄνομα Αἰνείας), ποὺ ἀφορμᾶται ἀπὸ τὸ ὅτι πρὸς τὸν καλούμενον κάρβαν ἄνεμον κεῖσθαι δοκεῖ. Ὄντως δὲ ὁ καρβὰν ἄνεμος φυσᾶ ἀπὸ τὰ νοτιοανατολικὰ τῆς Χερσονήσου τῆς Καρπασίας (ποὺ βρίσκεται στὸ ἀνατο­λικὸ ἄκρο τῆς Κύπρου): Κατὰ τὸν Ἀριστοτ. Ἀνέμ. 973b.4 Κάρβας στὴν Κυρήνη καλεῖται ὁ Εὖρος (βλ. καὶ LSJ930 σ.λλ. Κάρβας, Εὖρος, Ἀπηλιώτης) ἀπὸ τῶν Καρβανῶν τῶν κατὰ Φοινίκην· διὸ καὶ τὸν αὐτὸν Φοινικίαν καλοῦσί τινες. εἰσὶ δὲ οἳ καὶ Ἀπηλιώτην νομίζουσιν εἶναι· πβ. καὶ Θεόφρ. Περὶ ἀνέμ. 62 (ΙΙΙ. 115 Wimmer31) τὸν ἀπηλιώτην δὲ ἑλλησποντίαν, κάρβαν δὲ Φοίνικες. (Κοιτάζοντας κανεὶς τοὺς χάρτες τῆς περιοχῆς καὶ σημειώνοντας ὅτι ἡ Φοινίκη κεῖται πρὸς τὰ νοτιο­ανατολικὰ τῆς Καρπασίας [βλ. π.χ. ΙΕΕ32 Δ΄ 89], ἐνισχύει τὴν ἐντύπωση [βλ. ἀνωτ.] ὅτι τὸ Καρβασία ἀναφέρεται μᾶλλον στὸ νησί, ποὺ βρίσκεται στὰ νότια τῆς Χερσονήσου τῆς Καρπασίας, παρὰ στὴν πόλη, ποὺ στοὺς ἀρχαίους χρόνους ἦταν κτισμένη στὴ βόρεια ἀκτὴ τῆς Χερσονήσου, στὰ βόρεια τοῦ συμπλέγματος τῶν Καρπασίων νήσων, ὅπως ἔχουμε ἐπισημάνει ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Καρπασία νῆσος.) Ὅσον δ' ἀφορᾶ στὴν ἐτυμ. τοῦ καρβὰν / κάρβας –κατὰ τὸν Ἀριστοτ. ὅ.π. ἀπὸ τῶν Καρβα­νῶν τῶν κατὰ Φοινίκην, καὶ Καρβᾶνες κατὰ τὸ Μ. Ἐτυμ.33 490.47 οἱ βάρβαροι, οἱ ἔχοντες Καρὸς βοήν, κατὰ δὲ τὸν Στέφ. Βυζ. (Ἐθν. σ.λ. Καρβανίς) ἔστι καὶ Κάρβανα πόλις Λυκίας καὶ κατὰ τὸν Ἡσύχ. σ.λλ. κάρβανοι (...) Ἕλληνες δὲ τοὺς βαρβάρους, οἱ δὲ τοὺς Κᾶρας καὶ καρβανίζει· Καρικῶς λαλεῖ καὶ βαρβάρως (κ.ἄ.), μὲ προφανῆ τὴν παρετυμολογία ἀπὸ τὸ Καρὸς βοὴν καὶ τὴν ἐπέκταση σ' ὅλους ὅσους δὲν ὁμιλοῦν τὴν Ἑλληνική– παρὰ τὶς πολλαπλὲς προσπάθειες πολλῶν ἐπικρατεῖ ἀκόμα ἡ ἀβεβαιότης (βλ. Hofmann – Παπαν.34 [«ἀβεβ. ἐτυμολ.»], Frisk35 [ποὺ παρα­θέτει τὶς ἐτυμ. τοῦ Kretschmer36, ἀπὸ ἕνα Αἰγυπτ. τοπων. Qarbana, καὶ τοῦ Hommel37, ποὺ συνδέει μὲ τὸ Ἑβρ. καταγωγῆς κορβάν: «προσφορά», θεωρούμενο ὡς παρω­νύμιο τῶν Φοινίκων ἐμπόρων, ἀλλὰ δὲν τις βρίσκει πολὺ πειστικές], Chantraine38 [ποὺ παραθέτει τὶς ἴδιες ἐτυμ. προσπάθειες καὶ τὶς βρίσκει « peu vraisemblable, cf. E. Masson, Emprunts sémitiques39 107 », γι' αὐτὸ καὶ θεωρεῖ σκοτεινὴ τὴν ἐτυμ. τοῦ καρβάν: « Obscure, mais emprunt certain »]). Προβληματικὴ παραμένει καὶ ἡ σχέση τοῦ καρβὰν πρὸς τὸ Κάρβας τοῦ Ἀριστοτ. καὶ ἄλλων (βλ. χαρακτηριστικὰ Chantraine38 ὅ.π.)· φαίνεται ὅμως ἀπὸ τὴ χειρόγραφη παράδοση τῶν ἀρχαίων πηγῶν πὼς μὲ τὴν πάροδο τοὐλάχιστο τοῦ χρόνου ἡ σύγχυση τῶν δυὸ ἦταν συνήθης. (Μὲ πολλοὺς δισταγμοὺς κατήσαμε τὸ καρβὰν τῆς χειρόγρ. παράδοσης τοῦ Στεφ. Βυζ. καὶ τὸ κάρβαν τοῦ Ἡρωδιαν.: βλ. καὶ κριτ. ὑπόμν. στὸ a.8.)
Σύγχυση ἐπικρατεῖ καὶ ὡς πρὸς τὰ κάρπασος (ἡ) καὶ κάρπασον (τό) καὶ τὴν πραγματικὴ ἐτυμ. τοῦ Καρπασία· πβ. χαρακτηριστικὰ LSJ930 / LSK26 σ.λλ. καρπάσιον καὶ κάρπασος/κάρπασον: ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Χατζηιωάννου ΑΚΕΠ1 Ε΄ 107 ὅτι τὸ "λίνον Καρπάσιον (sic), asbestos (from Carpasia in Cyprus)" τῶν LSJ930 εἶναι ἐσφαλμένο, κι ὅτι «Τὸ λίνον καρπάσιον = ἀμίαντος δὲν ἔλαβε τὴν ὀνομασία ἀπὸ τὴν Καρπασία τῆς Κύπρου, ὅπου οὔτε στοὺς ἀρχαίους οὔτε στοὺς νέους χρόνους παραγόταν» (ὀρθῶς ἤδη στοὺς LSK26 σημειώνεται ὅτι καρπάσινος καὶ καρπάσιος εἶναι ὁ «πεποιημένος ἐκ καρπάσου, ἤτοι λεπτοῦ λίνου»), κι ὀρθῶς ὡς φαίνεται στοὺς LSJ930 καὶ στὸν Chantraine38 διαστέλλεται τὸ δηλητηριῶδες φυτὸ κάρπασον (τὴν ταύτιση τοῦ ὁποίου μὲ τὸν ἑλλέβορον, Λατ. Veratrum album, δὲν θεωρεῖ βέβαιη ὁ Chantraine38) ἀπὸ τὴν κάρπασον (ὀνομ. ἡ κάρπασος), εἶδος λιναριοῦ ἢ βαμβακιοῦ: LSJ930 κάρπασος, 1. "flax, Linum usitatissimum (or perh. L. angustifolium)" καὶ 2. "cotton" (πβ. ὅμως LSK26: «κάρπασος, ἡ, μετὰ ἑτεροκλ. πληθ. κάρπασα» καὶ «κάρπασον, τό, Ὀρφ. Ἀργ. 925: – εἶδος λεπτοῦ λίνου φυομένου ἐν Ἱσπανίᾳ, Λατ. carbasus», «ἀλλὰ τὸ ὄνομα παράγεται ἐκ τοῦ Σανσκρ. Kârpâsa, δηλ. βάμβαξ»). Ὁ Chantraine38 ὅμως συνδέει τὰ ὀνόματα τῆς νήσου Καρπάθου καὶ τῆς Καρπασίας τῆς Κύπρου μὲ τὸ δηλητηριῶδες φυτὸ κάρπασον, καὶ ὁ Χατζηιωάννου μὲ τὸ κάρπασοςὁ κάρπασος», ἐσφαλμένα ἀντὶ , ποὺ ὄντως εἶναι «καὶ εἶδος λιναριοῦ ἐκλεκτῆς ποιότητας», μὲ παραπ. στὸν Frisk35), καθὼς στὴν Καρπασία «μέχρι σήμερα παραγόταν αὐτὸς ὁ κάρπασος-λινάρι» (μὲ παραπ. στὸν Frisk35 σ.λ. κάρπασον, ὅμως)· πβ. καὶ Hofmann – Παπαν.34: «πβ. ἐπίσης carpathum = δηλητηριῶδες φυτόν, ἑλλ. τοπων. Κάρπαθος» καὶ «δάνειον ἔκ τινος αἰγ. γλώσσης (ἢ καὶ ἐκ τῆς Μικρασιατ.), καὶ ἀρχ. ἰνδ. Karpása- ′ ḥ = βάμβαξ», καὶ Frisk35, ποὺ θεωρεῖ πιθανὴ τὴ συσχέτιση μὲ τὸ κάρπασον τόσο τοῦ Κάρπαθος (πβ. τὸν τύπο τῆς Λατ. carpathum μὲ τὸ ὀδοντικὸ th) ὅσο καὶ τοῦ Καρπασία (πβ. τοὺς τύπους τῆς Λατ. carpasum καὶ carbasa μὲ s, πβ. καὶ τὸ τοῦ Πλιν. 31.5 Carpasium). Ἂς σημειωθῆ πὼς τύποι τῆς Λατ. μὲ b, ὅπως carbasa καὶ carbacum (βλ. Frisk35 καὶ Chantraine38, πβ. καὶ τύπο κάλπασος γιὰ τὸ κάρπασος: βλ. LSJ930 σ.λλ.), μποροῦν νὰ κρύβονται πίσω ἀπὸ τὸ Καρβασία τοῦ Δημήτριου τοῦ Σαλαμίνιου (τῆς ἐποχῆς τῆς Ρωμαιοκρατίας στὴν Κύπρο, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα)· καὶ πὼς ὁ τύπος Κάρπασος (στ. 11), ἀπὸ τὸν ὁποῖο σχηματίζεται ἴσως (στ. 11) τὸ τοῦ Θεοπόμπου Καρπασεῖς (στ. 10), ἐνισχύει τὴν ὑπόθεση ἐτυμ. συγγένειας μὲ τὴν κάρπασον (καὶ οἱ νεώτεροι τύποι Καρπάσιον καὶ Καρπάσιν –καὶ Ριζοκάρπασο– ἀπὸ τὸ Κάρπασος μᾶλλον φαίνεται νὰ παράγονται, τύποι δὲ ὅπως Carpasso ἀπαντοῦν στοὺς Χάρτες). Νὰ σημειωθεῖ ἀκόμα πὼς τὸ ἐθνικὸ Καρπασεύς (καὶ κύριο ὄνομα Καρπασεύς) καὶ Καρπασεώτης (στ. 8, καὶ σὲ ἐπιγραφές: ΑΚΕΠ1 Δα΄ 12.1, 13, 215-217) φαίνεται νὰ ἐξελίσσεται στὸ Καρπασιώτης (ὅ.π. Δβ΄ 12.1) καὶ στὸ σημερινὸ Καρπασίτης.

10. Θεόπομπος: ἀπὸ τὴ Χίο, μαθητὴς ὅπως καὶ ὁ Ἔφορος τοῦ Ἰσοκράτη ποὺ δέχθηκε τεράστια τὴν ἐπίδραση τοῦ δασκάλου στὸ ἔργο του, πολυταξιδεμένος. Κατὰ τὸν Διον. Ἁλικ. (FGrH11 115 Τ 20a), ἐπιφανέστατος πάντων <τῶν> Ἰσοκράτους μαθητῶν γενόμενος καὶ πολλοὺς μὲν πανηγυρικούς, πολλοὺς δὲ συμβουλευτικοὺς συνταξάμενος λόγους (Τ 48) ἐπιστολάς τε τὰς Χιακὰς ἐπιγραφομένας (F 251 sqq.) καὶ ὑποθήκας ἄλλας λόγου ἀξίας, ἱστορίαν πεπραγματευμένος (2) ἄξιος ἐπαινεῖσθαι πρῶτον μὲν τῆς ὑποθέσεως τῶν ἱστοριῶν (καλαὶ γὰρ ἀμφότεραι, ἡ μὲν τὰ λοιπὰ τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου περιέ­χουσα, ἡ δὲ τὰ Φιλίππωι πεπραγμένα), ἔπειτα τῆς οἰκονομίας (ἀμφότεραι γάρ εἰσιν εὐπαρακολούθητοι καὶ σαφεῖς), μάλιστα δὲ τῆς ἐπιμελείας τε καὶ φιλοπονίας τῆς κατὰ τὴν συγγραφήν. Τὰ σωζόμενα ἀποσπ. ἀνήκουν στὰ ἔργα του Ἐπιτομὴ τῶν Ἡροδότου ἱστοριῶν (Ἐπιτομὴ Ἡροδότου ἢ Ἐπιτομὴ τῶν Ἡ. ἢ ἁπλῶς Ἐπιτομή, F 1-4), Ἑλληνικαὶ ἱστορίαι (5-23), Φιλιππικαὶ ἱστορίαι (24-396, ἀβέβαια: 397-409, νόθα: 410-11). (Βλ. τὰ σχετικὰ λήμματα σὲ RE12 καὶ OCD13, Vossii HistGr214 6, 30 κἑ., κ.ἀ. [βλ. Ind. σ.λ.] καὶ Pearson LocHA16 92-104 [μὲ βιβλιογραφία, κυρίως σημ. 28], Lesky ΙΑΕΛ515 858-60 κ.ἀ. καὶ East. – Knox ΙΑΕΛ417 613-15 κ.ἀ., μὲ τὴ βασικὴ βιβλιογραφία.) Ὁ Στέφ. Βυζ. ἀναφέρει ὡς πηγή του γιὰ τὰ περὶ Κύπρου τὸν Θεόπομπο σ' ἄλλες δυὸ περιπτώσεις: σ.λλ. Διωνία· πόλις ἣν συγκαταλέγει ταῖς Κυπρίαις πόλεσι Θεόπομπος πεντεκαιδεκάτῃ Φιλιππικῶν. τὸ ἐθνικὸν Διωνιᾶται ὡς Κυδωνιᾶται καὶ Κρήσιον· πόλις Κύπρου. Θεόπομπος Φιλιππικῶν πεντεκαιδεκάτῳ. τὸ ἐθνικὸν Κρησιεὺς ὡς Σουνιεύς (FGrH11 F 115 καὶ 116, βλ. καὶ ΑΚΕΠ1 Β΄ 155.2 καὶ σχόλ. Ε΄ 198: «Τῆς πόλεως Διωνίας ἀγνοεῖται ἡ τοποθεσία» καὶ «Γιὰ τὸ Κρήσιον δὲν ὑπάρχει κανένα ἐνδεικτικὸ γιὰ νὰ γίνει ἔστω καὶ ὑπόθεση ὡς πρὸς τὸ ποῦ τῆς Κύπρου βρισκόταν»)· κι οἱ δυὸ αὐτὲς πόλεις τῆς Κύπρου εἶναι προφανῶς ἀσήμαντες, γεγονὸς ποὺ φαίνεται νὰ ὑποδηλώνει στενὴ ἐξοικείωση τοῦ –πολυταξιδεμένου– Θεόπομπου μὲ τὴν Κύπρο ἀπὸ αὐτοψία ἢ ἀπὸ σχετικὲς περιγραφὲς προφορικὲς ἢ/καὶ γραπτές (πβ. καὶ τὰ ἀνωτ. σχόλ. σ.λλ. Διονύσιος καὶ Ξεναγόρας)· ὁ ἴδιος φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ καλὴ πηγὴ γιὰ τοὺς μεταγενέστερους στὰ σχετικὰ μὲ τὴν Κύπρο. Καὶ τὸ Teopompus in Cipriaco carmine τοῦ Fulgent. (FGrH11 115 F 410, ποὺ κατατάσσεται στὰ "Unechtes") δὲν ἀποκλείεται, νομίζουμε, νὰ δηλώνει στενότατη σχέση τοῦ Θεόπομπου μὲ τὴν Κύπρο. Βλ. καὶ ἀνωτ. 14 F2 σχόλ. σ.στ. 1 κἑ., καὶ κατωτ. 25 T3 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. Θεόπομπος (ὁ Κνίδιος).


 

  1. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑
  2. Stylianou, A. & Stylianou J. (1980), The History of the Cartography of Cyprus, Publications of the Cyprus Research Centre,VIII Nicosia.
  3. Syme, R. (1983), Historia Augusta Papers, Oxford.
  4. Βοσκός, Α. Ι. (1999), Μορφὼ παροικήσουσι: Λυκόφρονος Ἀλεξάνδρα, Λευκωσία Κύπρου.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑
  5. Παυλίδης, Α. (1984-1991), Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τóμ. 1-14, Λευκωσία .a↑ b↑
  6. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  7. Müller, K. & Müller T. (1841-1872), Fragmenta Historicorum Graecorum, Vols. I-V, Paris.a↑ b↑ c↑
  8. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.
  9. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.
  10. Mitford, T. B. (1961), Further Contributions to the Epigraphy of Cyprus, AJA 65: 93-151.
  11. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑
  12. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  13. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  14. Vossius, G. H. (1651), De Historicis Graecis (Libri IV), Leiden.a↑ b↑ c↑ d↑
  15. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .a↑ b↑ c↑ d↑
  16. Pearson, L. (1942), The Local Historians of Attica, Philological Monographs,no. 11, ed. by T. R. S. Broughton Philadelphia.a↑ b↑
  17. Easterling, P. E. & Knox B. M. W. (2000), Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Κονομή, Ν., Γρίμπα Χρ, Κονομή Μ. & Στεφανή Α. Ἀθήνα.a↑ b↑ c↑ d↑
  18. Page, D. L. (1950), Select Papyri in five volumes, Vol. III. Literary Papyri. Poetry, London.
  19. Heitsch, E. Die griechischen Dichterfragmente der römischen Kaiserzeit, Abhandlungen der Akademie der Wissenschaften in Göttingen. Philologisch-historische Klasse,Dritte Folge Nr. 49 Göttingen.a↑ b↑
  20. Milne, H. J. (ed.) (1927), Catalogue of the Literary Papyri in the British Museum, London.
  21. Hadjipaschalis, A. & Iacovou M. (1989), Maps and Atlases / Χάρτες και Άτλαντες, Vol. I / Α΄, The Bank of Cyprus Cultural Foundation Collections / Συλλογές ΠΙΤΚ Nicosia / Λευκωσία.
  22. Lentz, A. (1868), Herodiani Technici Reliquiae, Vol. II.1 , Leipzig.
  23. Citekey 140o not found
  24. Berkowitz, L. & Squitier K. A. (2000), Thesaurus Linguae Graecae, Canon of Greek Authors and Works, 3d ed., New York - Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  25. Gulick, C B. (1927-1941), Athenaeus, The Deipnosophists, Vols. I-VII, Cambridge Mass.-London.
  26. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑
  27. Diels, H. (1901), Poetarum Philosophorum Fragmenta, Berlin.
  28. Lloyd-Jones, H. & Parsons P. J. (1983), Supplementum Hellenisticum, Berlin – New York.
  29. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.
  30. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  31. Wimmer, F. (1854-1862), Theophrasti Eresii Opera , tom. I-III, Leipzig.
  32. (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι.
  33. Lasserre, F. & Livadaras N. (1976/1992), Etymologicum Magnum Genuinum, Symeonis Etymologicum (una cum magna Grammatica), Etymologicum Magnum Auctum, Rome/Ἀθῆναι.
  34. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .a↑ b↑
  35. Frisk, H. (1960-1972), Griechisches etymologisches Wörterbuch, Vols. I-III, Heidelberg.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  36. Kretschmer, P. (1948), Die ältesten Sprachschichten auf Kreta, Glotta 31: 1-20.
  37. Hommel, H. (1954), Das Wort Karban und seine Verwandten, Philologus 98: 132-149.
  38. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  39. Masson, E. (1967), Recherches sur les plus anciens emprunts sémitiques en grec, Paris.