You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Ptol. Chenn. Hist. nov. fr. IV.17 Chatzis (Phot. Bibl. 190, 149b)
  1. [Vid. ΑΚΕΠ Γα΄ 81; Ptol. Chenn., edd. Hercher, Chatzis; Phot. Bibl., ed. Henry.]
  2. 1 φησὶ Α (n in ras. Α2): φασὶ Μ
  3. 4 ὑπεροψίας Α2 (ὑπερ in ras.), Μ: ὑποψίας fortasse Α1
  4. ὡς Α: om. Μ
  5. 4-5 Ἑλένη ἑκοῦσα ἀπῆιρε Stesichori fr. esse putat post Gale (p. 320, vid. Chatzis p. 8) Kleine (fr. 96, ἕκουσ' falso) et post eum Chatzis; sed vid. infra ad loc.
Πτολ. Χένν. Καιν. ἱστ. ἀπόσπ. IV.17 Χατζῆς (Φωτ. Βιβλ. 190, 149b)

Ὁ Ἀρχέλαος ὁ Κύπριος λέει ὅτι τοῦ Στησίχορου τοῦ ποιητῆ

ὑπῆρξε ἐρωμένη ἡ Ἑλένη ἀπὸ τὴν Ἱμέρα, τοῦ Μίκυθου κόρη· κι

ὅταν ἐγκατέλειψε τὸν Στησίχορο καὶ πῆγε μὲ τὸν Βούπαλο, θέλον-

τας ὁ ποιητὴς νὰ ὑπερασπιστῆ τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴν περιφρόνηση

ἔγραψε πὼς ἡ Ἑλένη μὲ τὴ θέλησή της ἔφυγε· καὶ ὅτι ὁ λόγος γιὰ τὴν

τύφλωσή του εἶναι ψευδής.

Σχόλια: 

1. Ἀρχέλαος δὲ ὁ Κύπριος: βλ. ἀνωτ. *Τ1. Γιὰ τὸ Κύπριος βλ. ΑΚυΓ 1/1β´1  καὶ ΑΚυΓ22 σχόλ. σ.λλ. Κύπριος, Κύπρος κ.τ.τ. (βλ. Πίνακες), κυρίως ΑΚυΓ22 Ε25 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. Κύπρον, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία.

Στησιχόρου: Πολλὰ ἔχουν γραφῆ γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του ἀπὸ ἀρχαίους καὶ νεώτερους (βλ. [ἀνάμεσα στὰ πολλά, μὲ βιβλιογραφία] RE3 καὶ OCD4 σ.λ., Lesky ΙΑΕΛ55 231 κἑ., East. – Knox ΙΑΕΛ45 254 κἑ. καὶ 957-58· Σκιαδᾶς ΑΛ26 278 κἑ., Bowra ΑΕΛΠ7 1. 121 κἑ., Davies PMGF8 134 κἑ., Κονομῆς ΑΛΠ9 121 κἑ.). Ἡ ζωή του συνδέεται μὲ τὸ Μέταυρο ἢ Μάταυρο (Στέφ. Βυζ. Ἐθν. 437.3 σ.λ. Μάταυρος, πόλις Σικελίας, Λοκρῶν κτίσμα. τὸ ἐθνικὸν Ματαυρῖνος. Στησίχορος Εὐφήμου παῖς Ματαυρῖνος γένος, ὁ τῶν μελῶν ποιητής), ἀπ' ὅπου δὲν ἀποκλείεται ὄντως νὰ ἕλκει τὴν καταγωγή του, κυρίως δὲ μὲ τὴν Ἱμέρα (Σοῦδ. σ.λ. Στησίχορος· Εὐφόρβου ἢ Εὐφήμου, ὡς δὲ ἄλλοι Εὐκλείδου ἢ Ὑέτους ἢ Ἡσιόδου. ἐκ πόλεως Ἱμέρας τῆς Σικελίας· καλεῖται γοῦν Ἱμεραῖος. οἱ δὲ ἀπὸ Ματαυρίας τῆς ἐν Ἰταλίᾳ. οἱ δὲ ἀπὸ Παλλαντίου τῆς Ἀρκαδίας φυγόντα αὐτὸν ἐλθεῖν φασιν εἰς Κατάνην κἀκεῖ τελευτῆσαι καὶ ταφῆναι, κ.λπ.). Ἡ χρονολογικὴ τοποθέτηση τοῦ ποιητῆ –ποὺ ἐνδιαφέρει ἐδῶ ἰδιαίτερα– ποικίλλει· οἱ νεώτεροι ἐρευνητὲς συγκλίνουν στὸ διάστημα ἀνάμεσα στὰ τέλη τοῦ 7ου καὶ τὰ μέσα τοῦ 6ου αἰ. π.Χ. (κατὰ τὴ Σοῦδ. σ.λ. Στησίχορος γεννήθηκε κατὰ τὴν 37η Ὀλυμπιάδα [632-629 π.Χ.] καὶ πέθανε στὴν 56η [556-553 π.Χ.], ὄντας νεώτερος τοῦ Ἀλκμάνα), καθὼς οἱ σχετικὲς μαρτυρίες εἶναι πολλές (ὅπως τοῦ Ἀριστοτ. Ῥητ. 1393b ποὺ τὸν συνδέει μὲ τὸν τύραννο τῆς Ἱμέρας Φάλαρη, τοῦ Σιμωνίδη τοῦ Κείου ποὺ τὸν μνημονεύει μαζὶ μὲ τὸν Ὅμηρο [ἀπόσπ. ΤΑ1a Davies8 οὕτω γὰρ Ὅμηρος ἠδὲ Στασίχορος ἄεισε λαοῖς, κ.ἄ.). Στὸ Πάρ. μάρμ. (τοῦ 264/3 π.Χ.), ὅμως, ἀναγράφεται (FGrH10 239 Α 50): ἀφ' οὗ Αἰσχύλος ὁ ποιητὴς τραγωιδίαι πρῶτον ἐνίκησε, καὶ Εὐριπίδης ὁ ποιητὴς ἐγένετο, καὶ Στησίχορος ὁ ποιητὴς εἰς |66 τὴν Ἑλλάδα ἀ[φίκετ]ο, ἔτη ΗΗΔΔΙΙ, ἄρχοντος Ἀθήνησι Φιλοκράτους [“485/4 (486/5)” Jacoby]· καὶ μολονότι ἡ μαρτυρία αὐτὴ ἐλέγχεται ὡς ἀνακριβής (βλ. κυρίως Bowra7 ὅ.π. 122 κἑ.), δείχνει τὴ σχετικὴ σύγχυση, καὶ δικαιολογεῖ τὴν ἐδῶ ἐκδοχὴ τοῦ Ἀρχέλαου τοῦ Κύπριου.

2. Ἑλένην Ἱμεραίαν (...) Μικύθου θυγατέρα: Ἡ ἐδῶ πληροφορία γιὰ ἐρωμένην τοῦ Στησίχορου ἀπὸ τὴν Ἱμέρα μὲ τὸ ὄνομα Ἑλένη εἶναι μοναδική (πβ. Λατ. μετάφρ. τοῦ χωρίου στὴν PG11 103.619: Helenam quamdam). Ἀντιθέτως ὁ Μίκυθος, ποὺ φέρεται ἐδῶ ὡς πατέρας της, εἶναι γνωστὸ ἱστορικὸ πρόσωπο. Ὁ Ἡρόδοτος (7.170) τὸν ὀνομάζει γιὸ τοῦ Χοίρου καὶ ἀρχηγὸ τῶν Ῥηγίνων στὴν ἀφήγηση ἑνὸς φονικοῦ γιὰ τοὺς Ταραντίνους πολέμου καὶ συμπληρώνει ὅτι οἰκέτης ἐὼν Ἀναξίλεω, ἐπίτροπος Ῥηγίου κατελέλειπτο, οὗτος ὅς περ ἐκπεσὼν ἐκ Ῥηγίου καὶ Τεγέην τὴν Ἀρκάδων οἰκήσας ἀνέθηκε ἐν Ὀλυμπίῃ τοὺς πολλοὺς ἀνδριάντας. Ὁ Παυσανίας (5.26.2 κἑ., βλ. καὶ προηγούμενα) γνωρίζει τὴν ἀναφορὰ τοῦ προηγούμενου, πὼς ὁ ἀρχικὰ δοῦλος ἔγινε ταμίας τῶν Ἀναξίλα χρημάτων, καὶ ἀσχολεῖται μὲ τὴν περιγραφὴ τῶν πολλῶν ἀναθημάτων του στὴν Ὀλυμπία καὶ τὶς πληροφορίες τῶν συνοδευτικῶν ἐπιγραμμάτων σημειώνοντας ὅτι οἰκεῖν τὰ μὲν ἐπιγράμματα ἐν Τεγέᾳ φησὶν αὐτόν, τὰ δὲ ἀναθήματα ἀνέθηκεν ἐν Ὀλυμπίᾳ εὐχήν τινα ἐκτελῶν ἐπὶ σωτηρίᾳ παιδὸς νοσήσαντος νόσον φθινάδα. Τὰ γεγονότα ποὺ ὁδήγησαν στὴν ἀναχώρησή του γιὰ τὴν Τεγέα ἱστορεῖ ὁ Διόδ. Σικ., (11.48.2, 11.65.5 κἑ., βλ. καὶ 11.59.4 ἅμα δὲ τούτοις πραττομένοις κατὰ τὴν Ἰταλίαν Μίκυθος [μὲν] ὁ τὴν δυναστείαν ἔχων Ῥηγίου καὶ Ζάγκλης πόλιν ἔκτισε Πυξοῦντα, πβ. καὶ Στέφ. Βυζ. Ἐθν. σ.λ. Πυξοῦς· πόλις Ἰταλίας, κτίσμα Μικύθου): ὅταν πέθανε ὁ Ἀναξίλας ὁ Ῥηγίου καὶ Ζάγκλης τύραννος, δυναστεύσας ἔτη δέκα ὀκτώ (:494-476 π.Χ.), τὴν τυραννίδα διεδέξατο Μίκυθος, πιστευθεὶς ὥστε ἀποδοῦναι τοῖς τέκνοις τοῦ τελευτήσαντος οὖσι νέοις τὴν ἡλικίαν (48.2). Τὰ παιδιὰ τοῦ Ἀναξίλα ποὺ εἶχαν φύγει ἀπὸ τὸ Ρήγιο ἐπέστρεψαν με προτροπὴ τοῦ Ἱέρωνα τῶν Συρακουσῶν, ὁ ὁποῖος προσδοκοῦσε ὀφέλη ἀπ' αὐτὴν τὴν ἱστορία, γιὰ νὰ διεκδικήσουν τὴν πατρικὴ περιουσία καὶ τὴν ἐξουσία. Ὁ Μίκυθος, ἀνὴρ ὢν ἀγαθός, συνήγαγε τοὺς πατρικοὺς φίλους τῶν παίδων καὶ τὸν λόγον οὕτω καθαρῶς ἀπέδωκεν, ὥστε ἅπαντας τοὺς παρόντας θαυμάζειν τήν τε δικαιοσύνην καὶ τὴν πίστιν, τοὺς δὲ παῖδας μεταμεληθέντας ἐπὶ τοῖς πραχθεῖσι ἀξιοῦν τὸν Μίκυθον πάλιν τὴν ἀρχὴν παραλαβεῖν, καὶ πατρὸς ἐξουσίαν ἔχοντα καὶ τάξιν διοικεῖν τὰ κατὰ τὴν δυναστείαν. οὐ μὴν ὁ Μίκυθός γε συνεχώρησεν, ἀλλὰ πάντα παραδοὺς ἀκριβῶς καὶ τὴν ἰδίαν οὐσίαν ἐνθέμενος εἰς πλοῖον ἐξέπλευσεν ἐκ τοῦ Ῥηγίου, προπεμπόμενος ὑπὸ τῆς τῶν ὄχλων εὐνοίας, καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα κατάρας ἐν Τεγέαις τῆς Ἀρκαδίας κατεβίωσεν ἐπαινούμενος (66.2-3). Ἐὰν ὅμως ὁ Μίκυθος ἄκμασε –σύμφωνα μὲ τὰ ἀνωτέρω– κατὰ τὸν 5ο π.Χ. αἰ. (μὲ σταθμὸ κύριο τὸ 476 π.Χ.: βλ. καὶ RE3 σ.λ. [Mikythos 1.] καὶ LGPN312 σ.λ., μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία), ἱστορικὰ εἶναι ἀδύνατη ἡ συσχέτιση τῆς κόρης του μὲ τὸν κατὰ ἕνα περίπου αἰώνα προγενέστερο Στησίχορο. Τί ὤθησε τὸν ποιητὴ νὰ ἐμπλέξει τὸν Μίκυθον τὸν Ῥηγίου καὶ Ζάγκλης τύραννον στὴν ἱστορία τοῦ ἔρωτα τοῦ Ἱμεραίου ποιητῆ μὲ τὴν Ἑλένην τὴν Ἱμεραίαν; Κάποια τοπικὴ παράδοση γιὰ τὸν ὅλο μύθο; Ἡ σύνδεση τοῦ Στησιχόρου μὲ τὴν Ἀρκαδία (Σοῦδ. σ.λ. Στησίχορος: βλ. ἀνωτ.), σὲ πορεία ἀντίστροφη αὐτῆς τοῦ Μικύθου (ποὺ δὲν ἀποκλείεται νὰ τροφοδότησε κάποιαν Ἀρκαδικὴ παράδοση γιὰ σχέση τῶν δυό τους); Πρόθεση ἁπλῶς τοῦ Κύπριου συγγραφέα νὰ καταστήσει ἀληθοφανὲς τὸ πρόσωπο τῆς Ἑλένης περιβάλλοντάς το καὶ μὲ τὴν αἴγλη ἑνὸς τυράννου, ἢ μήπως, ἀντίθετα, μιὰ τάση διακωμώδησης –καθὼς τὸ Μίκυθος / Ἀττ. Σμίκυθος συνδέεται ἐτυμ. μὲ τὰ μικρός – σμικρός – μικκός (πβ. Κυπρ. μιτσύς ἢ μιτσής, καὶ Μιτσής [παρατσούκλι συνήθως μειωτικό], βλ. καὶ Chantraine13 σ.λ. μικρός)– τῆς Ἱμεραίας Ἑλένης; Κάποια παρόμοια ἱστορία γιὰ κάποιον ἄλλο Μίκυθο ἀπ' τοὺς πολλοὺς ποὺ ἐμφανίζονται νὰ φέρουν τὸ ὄνομα αὐτό (βλ. π.χ. Διόδ. Σικ. 19.88.5, καὶ LGPN14 σ.λ. Μίκυθος, πβ. Μικυθίων, Μικκιάδης, Μικκίων, κ.τ.τ.), ἢ κάποια πηγή (ὅπως ὁ Παυσαν.: βλ. ἀνωτ. καὶ κατωτ. στὸ Βούπαλον) ὅπου ἐμφανίζονταν –παρεμπιπτόντως ἢ ὄχι– περισσότερα τοῦ ἑνὸς στοιχεῖα τοῦ μύθου μαζί; Συνδυασμὸς κάποιων ἀπὸ τοὺς ἀνωτέρω λόγους; Κάθε ὑπόθεση παραμένει ἀνοικτή. Ἂς σημειωθῆ ἡ ἀναφορὰ τῆς τῶν Ἱμεραίων πόλεως στὴ σχετικὴ μὲ τὸν Μίκυθον διήγηση τοῦ Διόδ. Σικ. (11.48.6 κἑ., κ.ἀ. συχνά), κι ὅτι τόσο ἡ Ἱμέρα στὴ Β. Σικελία –πιθανὴ πατρίδα τοῦ ποιητῆ Στησίχορου καὶ τῆς ἐρωμένης του– ὅσο καὶ τὸ Ῥήγιον στὸ νότιο ἄκρο τῆς Ἰταλίας πλησίον τῶν Σικελικῶν ἀκτῶν συνδέονταν μὲ τὴν ἴδια μητρόπολη, τὴν Εὔβοια, καὶ σὲ μεταγενέστερους χρόνους δὲν θὰ ἦταν ἀδικαιολόγητη ἡ σύγχυση παραδόσεων καὶ χρονολογιῶν. Βλ. καὶ κατωτ.

3. Βούπαλον: Ἡ ἄγνωστη ἀπὸ ἀλλοῦ ἐρωμένη τοῦ Στησίχορου, ποὺ τὸν ἐγκατέλειψε, βρῆκε νέο ταίρι στὸ πρόσωπο τοῦ γιοῦ τοῦ γνωστοῦ Χιώτη γλύπτη Ἄχερμου, τοῦ Βούπαλου, ποὺ –μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Ἄθηνι– φημίστηκε στὶς Ἰωνικὲς πόλεις ὡς δημιουργὸς γλυπτῶν ποὺ προσωποποιοῦσαν ἀφηρημένες ἔννοιες (βλ. Παυσ. 4.30.6 Βούπαλος δέ, ναούς τε οἰκοδομήσασθαι καὶ ζῷα ἀνὴρ ἀγαθὸς πλάσαι, Σμυρναίοις ἄγαλμα ἐργαζόμενος Τύχης πρῶτος ἐποίησεν ὧν ἴσμεν κ.λπ. καὶ 9.35.6 καὶ Σμυρναίοις (...) ἐν τῷ ἱερῷ τῶν Νεμέσεων Χάριτες ἀνάκεινται, τέχνη Βουπάλου, (...) Περγαμηνοῖς δὲ ὡσαύτως ἐν τῷ Ἀττάλου θαλάμῳ, Βουπάλου καὶ αὗται· βλ. καὶ RE3 σ.λ. Bupalos 2., OCD4 σ.λ. [μὲ βιβλιογρ.] καὶ ΕλλΜ15 2. 255 κἑ.). Ὁ Βούπαλος, ὅμως, ἔχει συνδεθῆ μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο ἄλλου διάσημου ποιητῆ, τοῦ Ἱππώνακτος. Ὁ Ἐφέσιος ἰαμβογράφος, εἴτε ἐκδικούμενος γιὰ τὴ γελοιο­γραφικὴ προσωπογραφία ποὺ τοῦ ἔγινε εἴτε φιλονικώντας γιὰ μιὰ γυναίκα μὲ τὸ ὄνομα Ἀρήτη, ἔγραψε κατὰ Βουπάλου μερικοὺς ἀπὸ τοὺς πιὸ πικροὺς στίχους του, ποὺ σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση τὸν ἔσπρωξαν στὴν αὐτοκτονία (βλ. West IEG16 1. 109-10 γιὰ τὶς ἀρχαῖες μαρτυρίες [Σοῦδ. σ.λ. Ἱππῶναξ, Λουκιαν. Ψευδολ. 2.9, κ.ἄ.] καὶ ἀποσπ. 1, 3, 12, 15, 77?, 84, 95, 95a, 120, 136 ἀνδριάντα τὸν λίθινον ἔφη Ἱππῶναξ Βούπαλον <τὸν> ἀγαλματοποιόν [βλ. καὶ Ἀνθ. Παλ. 7.405, κ.ἄ.], καὶ γιὰ τὴν Ἀρήτην ἀποσπ. 12, 14, 16, 17, ἴσως καὶ 112· βλ. καὶ Lesky ΙΑΕΛ55 181 κἑ. [καὶ 184: βιβλιογρ.], East. – Knox ΙΑΕΛ45 221 κἑ. [γενικά: 219-27 καὶ 954, μὲ βιβλιογρ.], ΕλλΜ16 5. 241 κἑ., κ.ἄ.)· ἡ φιλονικία, μάλιστα, πρόσφερε τὸ στήριγμα γιὰ τὴν τοποθέτηση τῆς ἀκμῆς τοῦ ποιητῆ στὰ μέσα τοῦ 6ου π.Χ. αἰ. (Lesky ΙΑΕΛ55 182). Ὁ Ἀρχέλαος, ἑπομένως, φαίνεται νὰ συγχέει τὴν παράδοση ποὺ συνδέει τὸν Ἱππώνακτα καὶ ὄχι τὸν Στησίχορο μὲ τὸν Βούπαλο ἢ νὰ ἐπιλέγει συνειδητὰ νὰ τὸν συσχετίσει καὶ μὲ τὴν ἱστορία τοῦ Στησίχορου καὶ τῆς ἐρωμένης του. Τὰ χρονικὰ ὅρια ἐδῶ δὲν εἶναι ἀπαγορευτικά, καθὼς ὁ Βούπαλος πρέπει νὰ ἦταν νεαρὸς γύρω στὸ 560 π.Χ. (ὅταν ὁ πατέρας του ἦταν ἤδη διάσημος γιὰ τὸ ἄγαλμα μιᾶς φτερωτῆς θεᾶς Νίκης), ἐνῶ ὁ Στησίχορος βρισκόταν ἤδη σὲ πολὺ προχωρημένη ἡλικία. Πατέρας δὲ τοῦ Ἄχερμου καὶ παπποὺς τοῦ Βούπαλου ἦταν ὁ Μικκιάδης ἀπὸ τὴ Χίο (βλ. RE3 σ.λ.), τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα παραδίδεται καὶ σὲ ἀναθηματικὸ ἐπίγραμμα ἀπὸ τὴ Δῆλο (συνοδευτικό, πιθανῶς, γνωστοῦ ἀγάλματος τῆς Νίκης: βλ. Friedländer – Hoffleit GrIV17 47) καὶ ὁ ὁποῖος ἄκμασε περὶ τὸ 600 π.Χ., ἦταν δηλαδὴ σύγχρονος τοῦ Στησίχορου. Ἡ ἐτυμ. συγγένεια τοῦ Μικκιάδης πρὸς τὸ Μίκυθος (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Μίκυθος), δὲν ἀποκλείεται νὰ ἐπηρέασε –τοὐλάχιστο ἐν μέρει– τὴν ἐπιλογὴ τοῦ Ἀρχέλαου γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα τῆς ἐρωμένης τοῦ Στησίχορου. Μιὰν ἄλλη, ὅμως, πιθανὴ πηγὴ ἀφετηρίας φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ τὸ ὅλο θέμα τῆς σχέσεως ἹππώνακτοςΒουπάλου (τοῦ ὁποίου παπποὺς εἶναι ὁ Μικκιάδης) καὶ τῶν δυό τους πρὸς τὴν Ἀρήτην, «τῆς ὁποίας τὸ ὁμηρικὸ καὶ τὸ σκόπιμα χρησιμο­ποιούμενο ὄνομα βρίσκεται σὲ μοναδικὴ διαφωνία μὲ τὴ συμπεριφορὰ καὶ τὸν περίγυρό της» (East. – Knox18 ὅ.π. 222)· ἡ ἀντιστοιχία Ἀρήτης τοῦ Ἱππώνακτα – ὀνομαστῆς ΑΡΗΤΗΣ τοῦ Ὁμήρου (η 54 κἑ., κ.ἀ: βλ. συνοπτικὰ –μὲ βιβλιογρ.– COd19 Ι. 323 κἑ., σ.στ. η 54-66, καὶ σημείωσε τὴν ἐμπλοκὴ τῶν Γιγάντων [βλ. ἀνωτ. 13 F1.1 κἑ. μὲ σχόλ.] στὴ γενεαλογία τῆς Ἀρήτης) πρὸς τὴν ἀντιστοιχία Ἱμεραίας Ἑλένης – ΕΛΕΝΗΣ Ὁμηρικῆς τοῦ Στησίχορου κατὰ τὸν Ἀρχέλαο τὸν Κύπριο, δὲν φαίνεται νὰ εἶναι τυχαία (βλ. καὶ κατωτ.). Ἀξίζει ὅμως νὰ σημειωθῆ ἐπίσης ὅτι ὁ «μυθογράφος» (Canon320 σ.λ.) τοῦ 1ου αἰ. π.Χ. Παρθένιος (βλ. Σοῦδ. σ.λ.), Νικαιεὺς ἢ Μυρλεανός, ἐλεγειοποιὸς καὶ μέτρων διαφόρων ποιητής, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα πολλὰ ἔγραψε ἐλεγείας, Ἀφροδίτην, Ἀρήτης ἐπικήδειον τῆς γαμετῆς, Ἀρήτης ἐγκώμιον ἐν τρισὶ βιβλίοις· στὸ δὲ ἔργο του Περὶ ἐρωτικῶν παθημάτων (Narrationes amatoriae, ed. E. Martini, Parthenii Nicaeni quae supersunt21, στὸ Myth. Gr. 2.1, Suppl., Leipzig [B. G. Teubner] 1902) περιλαμβάνονται ἐνδιαφέρουσες ἐρωτικὲς ἱστορίες στὶς ὁποῖες ἐμπλέκεται ἡ ΕΛΕΝΗ τῆς Σπάρτης καὶ ὁ Ἀλέξανδρος (4.1 Περὶ Οἰνώνης καὶ 34.1 Περὶ Κορύθου, πβ. καὶ 16.1 Περὶ Λαοδίκης) ἢ ἡ Κ. ΙΤΑΛΙΑ – ΣΙΚΕΛΙΑ (1.7 Περὶ Πολυμήλης [μὲ ἀναφ. στὸν Ὀδυσσέα], 7.1 Περὶ Ἱππαρίνου, 29.1 Περὶ Δάφνιδος, βλ. καὶ 12.1 Περὶ Κάλχου μὲ ἀναφορὰ στὴν Κίρκη [βλ. ἀνωτ. 13 F1a.2 κἑ. μὲ σχόλ.] καὶ τὸν Ὀδυσσέα καὶ 16.1 Περὶ Λαοδίκης μὲ ἀναφορὰ στὸν στενὰ συνδεόμενο μὲ τὴν Κύπρο Ἀκάμαντα, πβ. καὶ τὴν ἐλεγεία [36.1] Ἀκαμαντὶς γιὰ τὴν Ἀφροδίτην). Ἡ πιθανότητα νὰ ἀποτελεῖ ὁ Παρθένιος –ἢ κάποια ἀπὸ τὶς μνημονευόμενες πηγές του– πηγὴ τοῦ Ἀρχέλαου δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλεισθῆ· εἶναι ἀντίθετα εὔλογη καὶ –γι' αὐτὸ– συνάμα προκλητική (γιὰ περαιτέρω ἔρευνα).

4. Ὁ ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ εἶναι πολύρριζος καὶ πολύκλαδος. Ἀπὸ τὸν Ὅμηρο καὶ τὰ Κύπρια ἔπη, τὸν Ἡσίοδο καὶ τὸν Στησίχορο, τὸν Εὐριπίδη καὶ τὸν Ἰσοκράτη καὶ ἄλλους πολλοὺς ὣς τὸν Σεφέρη κι ἄλλους οἱ παραλλαγὲς κι οἱ ἑρμηνεῖες ποικίλλουν. Κι ἡ φιλολογικὴ ἔρευνα ἔχει ἤδη συσσωρεύσει ἕναν ὄγκο δυσθεώρητο σχετικῆς βιβλιογραφίας, ὅπου ὅμως ὁ Ἀρχέλαος ὁ Κύπριος μένει παραγκωνισμένος. (Γιὰ τὸν ΜΥΘΟ βλ. συνοπτικὰ ΕλλΜ15 5.15 κἑ. καὶ 151 κἑ. [μὲ «Τεκμηρίωση» 20, 151]. Ἀπὸ τὶς πάμπολλες σχετικὲς ΜΕΛΕΤΕΣ: Becker Helena22, Kerényi GebH23, Groten HelL, Davison FAP24, Homeyer SpH25, Bowra ΑΕΛΠ7, Gerber Eut.26 καὶ Comp.27, Austin HTrSP28· βλ. ἐπίσης Σκιαδᾶ ὅ.π. Εἰδικὲς ἐργασίες ἐνδιαφέρουσες ἐδῶ: C. M. Bowra, “The Two Palinodes of Stesichorus29”, CR 13 [1963] 51-75· L. Woodbury, “Helen and the Palinode30”, Phoenix 21 [1967] 157-76· A. J. Podlecki, “Stesichoreia”31, Athenaeum 49 [1971] 313-27· G. Devereux, “Stesichoros' Palinodes: Two further testimonia and some comments”32, RhM 116 [1973] 206-9· D. Sider, “The Blinding of Stesichorus”33, Hermes 117 [1989] 423-31· K. Bassi, “Helen and the discource of denial in Stesichorus' Palinode”34, Arethusa 26 [1993] 51-75.)

Ἡ παράδοση γιὰ τὴν ἐνασχόληση τοῦ Στησίχορου μὲ τὴν Ἑλένη εἶναι πιὸ πλούσια ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ἔργο του, λόγω κυρίως τῆς συζήτησης ποὺ προκάλεσε ἡ «Παλινῳδία» του καὶ τὸ σχετικὸ θέμα τῆς «τύφλωσής» του. Τὰ σχετικὰ ὅμως ἀποσπάσματα τοῦ ἔργου του –ποὺ ἔχουν διασωθῆ– εἶναι ἐλάχιστα. Ἀπὸ τὸ Ἰλίου πέρσις τὸ ἀπόσπ. 201 [71] Page35 (ἀπὸ τὰ Σχόλ. Εὐρ. Ὀρέστ. 1287) δίνει ἕνα μεμονωμένο ἐπεισόδιο (ἆρα εἰς τὸ τῆς Ἑλένης κάλλος βλέψαντες οὐκ ἐχρήσαντο τοῖς ξίφεσιν. οἷόν τι καὶ Στησίχορος ὑπογράφει περὶ τῶν καταλεύειν αὐτὴν μελλόντων. φησὶ γὰρ ἅμα τῶι τὴν ὄψιν αὐτῆς ἰδεῖν αὐτοὺς ἀφεῖναι τοὺς λίθους ἐπὶ τὴν γῆν), ὅπου ἡ Ἑλένη φαίνεται νὰ ἐμφανίζεται ὡς ὑπαίτια κακῶν ἀλλὰ τὸ κάλλος της τὴ γλυτώνει ἀπὸ τὸν λιθοβολισμό. Σ' ἕνα παπυρικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τοὺς Νόστους (P. Oxy.36 2360 col. i-ii: 209 [79] P.), ὁ Στησίχορος φαίνεται νὰ ἀντιμετωπίζει μὲ σεβασμὸ τὴν Ὁμηρικὴ παράδοση καὶ νὰ ξεφεύγει ἀπ' αὐτὴν σὲ ἐπιμέρους σημεῖα, ὅπως στὴ χρήση τοῦ Πλεισθενίδας (πβ. ο 43-181 [κυρίως 113 κἑ.] καὶ Κύπρια ἀπόσπ. ΙΧ Allen37, καὶ βλ. ΑΚυΓ1β´1 3 F25 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. Πλεισθένην). Ἀξιοσημείωτο εἶναι ἕνα ἀπόσπ. ποὺ πρέπει νὰ ἀνήκει στὸ Ἑλένα (Σχόλ. Εὐρ. Ὀρέστ. [ἐπίσης] 249: 223 [93, «Incerti loci»] P.) καὶ παραβάλλεται ἀπὸ τὸν ἀρχ. σχολ. μ' ἕνα ἀπόσπ. τοῦ Ἡσιόδου: Στησίχορός φησιν ὡς θύων τοῖς θεοῖς Τυνδάρεως Ἀφροδίτης ἐπελάθετο· διὸ ὀργισθεῖσαν τὴν θεὸν διγάμους τε καὶ τριγάμους καὶ λειψάνδρους αὐτοῦ τὰς θυγατέρας ποιῆσαι. ἔχει δὲ ἡ χρῆσις οὕτως· (223 Ρ.) «Οὕνεκα Τυνδάρεος | ῥέζων ποτὲ πᾶσι θεοῖς μόνας λάθετ' ἠπιοδώρου | Κύπριδος· κείνα δὲ Τυνδαρέου κόραις | χολωσαμένα διγάμους τε καὶ τριγάμους τίθησι | καὶ λιπεσάνορας.» καὶ Ἡσίοδος δέ· [176 Μ. – W.38] «Τῆισιν δὲ φιλομμειδὴς Ἀφροδίτη | ἠγάσθη προσιδοῦσα, κακῆι δέ σφ' ἔμβαλε φήμηι. Τιμάνδρη μὲν ἔπειτ' Ἔχεμον προλιποῦσ' ἐβεβήκει, | ἵκετο δ' ἐς Φυλῆα φίλον μακάρεσσι θεοῖσιν· | ὣς δὲ Κλυταιμήστρη <προ>λιποῦσ' Ἀγαμέμνονα δῖον | Αἰγίσθωι παρέλεκτο καὶ εἵλετο χείρον' ἀκοίτην· | ὣς δ' Ἑλένη ἤισχυνε λέχος ξανθοῦ Μενελάου», ὅπου σαφῶς ὁ Στησίχορος εἶναι πιὸ ἤπιος ἀπὸ τὸν Ἡσίοδο στοὺς χαρακτηρισμούς του γιὰ τὴν Ἑλένη, ἀκολουθώντας γραμμὴ Ὁμηρική (βλ. κατωτ.). Ἀπὸ τὸ Ἑλένα (Ἑλένη στὶς ἀρχ. πηγές) σώζονται ἐλάχιστοι στίχοι (Ἀθήν. 3, 81d Στησίχορος ἐν Ἑλένηι οὕτως· [187 (87) Ρ.35] «Πολλὰ μὲν Κυδώνια μᾶλα ποτερρίπτουν ποτὶ δίφρον ἄνακτι, | πολλὰ δὲ μύρσινα φύλλα | καὶ ῥοδίνους στεφάνους ἴων τε κορωνίδας οὔλας», ἀναφερό­μενο πιθανῶς στοὺς γάμους Μενελάου – Ἑλένης, καὶ 10, 451d Στησίχορος δ' ἐν Ἑλένηι [188 (58) Ρ.35] λιθαργύρεον ποδανιπτῆρα ἔφη) καὶ κάποιες πληροφορίες γιὰ ἀναφορὰ τοῦ Στησίχορου στοὺς ὅρκους τοῦ Τυνδάρεω (Σχόλ. Α στὸ Β 339: 190 [60] Ρ.) καὶ στὰ περὶ Θησέως (Παυσ. 2.22.6: 191 [61] Ρ.35), ὅπου δὲν ἀπαντᾶ κανένας ἀπολύτως ὑπαινιγμὸς γιὰ Ἑλένης κακηγορίαν (Πλάτ. Φαῖδρ. 243a) ἢ βλασφημία περὶ αὐτῆς (Ἰσοκρ. Ἑλ. 64, καὶ σὲ πάμπολλες ἄλλες ἀρχαῖες πηγές), ποὺ προκάλεσε μάλιστα τύφλωσή του. Ἀπὸ τὴν Παλινωιδίαν, τέλος, ὁ Πλάτ. (ὅ.π.) διασώζει τρεῖς περιβόητους καὶ πολυσχολιασμένους στίχους: 192 [62, Ἑλένα: Παλινωιδία] Ρ.35) Οὐκ ἔστ' ἔτυμος λόγος οὗτος, οὐδ' ἔβας ἐν νηυσὶν εὐσέλμοις | οὐδ' ἵκεο πέργαμα Τροίας, ποὺ δὲν θὰ ὁδηγοῦσαν ἀπὸ μόνοι –ἂν δὲν ὑπῆρχαν οἱ μαρτυρίες τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ἰσοκράτη κι ἄλλων πολλῶν μετ' αὐτοὺς– σὲ συμπεράσματα ἄλλα (βλ. Woodbury30 ὅ.π. 164 καὶ Bassi34 ὅ.π. 156 σημ. 10), παρὰ μόνο στὸ ὅτι ὁ Στησίχορος πραγματεύτηκε στὴν ποίησή του καὶ τὴν πολὺ γνωστὴ ἀπὸ τὸν Εὐριπίδη κι ὕστερα παραλλαγὴ γιὰ εἴδωλον τῆς Ἑλένης στὴν Τροία, πιθανῶς γνωστὴ ἤδη ἀπὸ τὸν Ἡσίοδο (ἂν τὸ ἀπόσπ. 358 Μ. – W.38 [266 Rz.39: παράφρ. Λυκόφρ. Ἀλεξ. 822, 1.71 Scheer40] πρῶτος Ἡσίοδος περὶ τῆς Ἑλένης τὸ εἴδωλον παρήγαγε δὲν εἶναι παραπλανητικό: βλ. Becker22 ὅ.π. 73 καὶ Austin28 ὅ.π. 111, πβ. Davison24 ὅ.π. 224 καὶ Woodbury30 ὅ.π. 165, κ.ἄ.). Ἀκόμα καὶ τὸ πολυσυζητημένο παπυρικὸ ἀπόσπ. (P. Oxy.36 2506 ἀπόσπ. 26 col. i. [Χαμαιλ. ἀπόσπ. 29 Wehrli41 9.56]: 193 [63] Ρ.: Mette, Lustrum42 2, 1978, 41) δὲν ἀφήνει περιθώρια γιὰ τὴν περὶ κακολογίας τῆς Ἑλένης ἀπὸ τὸν Στησίχορο καὶ ἐπακόλουθης τύφλωσής του θεωρία τοῦ Πλατ. καὶ τοῦ Ἰσοκρ. καὶ τῶν ἄλλων: [μέμ]φεται τὸν Ὅμηρο[ν ὅτι Ἑλέ]νην ἐποίησεν ἐν Τ[ροίαι] καὶ οὐ τὸ εἴδωλον αὐτῆ[ς, ἔν] τε τ[ῆι] ἑτέραι τὸν Ἡσίοδ[ον] μέμ[φετ]αι· διτταὶ γάρ εἰσι παλινωιδ<ίαι δια>λλάττουσαι, καὶ ἔστιν ἡ μὲν ἀρχή· δεῦρ' αὖτε θεὰ φιλόμολπε, τῆς δέ· χρυσόπτερε παρθένε, ὡς ἀνέγραψε Χαμαιλέων· αὐτὸ[ς δ]έ φησ[ιν ὁ] Στησίχορο[ς] τὸ μὲν ε[ἴδωλο]ν ἐλθεῖ[ν ἐς] Τροίαν τὴν δ' Ἑλένην π[αρὰ] τῶι Πρωτεῖ καταμεῖν[αι· οὕ]τως δὴ ἐκ[α]ινοποίησε τ[ὰς] ἱστορ[ί]ας []στε Δημοφῶντ[α] μὲν τ[]ν Θησέως ἐν τ[]ι νόστωι (...) ἀνενεχ[θῆναι λέγ]ειν []ς̣ [Αἴ]γυπτον, [γενέσθα]ι δὲ Θη[σεῖ] Δημοφῶ[ντα μ]ὲν ἐξ Ἰό[πης] τῆς Ἰφικ[λέους, Ἀ]κάμαν[τα δὲ (πβ. 191 [61] Ρ.35, ... πρότερον δὲ ἔτι Στησίχορος ὁ Ἱμεραῖος, κατὰ ταὐτά φασιν Ἀργείοις Θησέως εἶναι θυγατέρα Ἰφιγένειαν), κ.λπ. (Νὰ σημειωθῆ καὶ ἐδῶ ἡ ἀναφορὰ στὸν στενὰ συνδεόμενο μὲ τὴν Κύπρο –ὅπως καὶ ὁ ΔημοφῶνἈκάμαντα: βλ. Λυκόφρ. Ἀλεξ. 494-585, καὶ Ἀ. Βοσκοῦ43 Μορφώ 21 κἑ. καὶ ΑΚυΓ11 40 [ΑΚυΓ1β´1 61] μὲ σημ. 11.) Πέρα ἀπὸ τὰ πάμπολλα γενικὰ καὶ εἰδικὰ προβλήματα ποὺ προκάλεσε ἡ δημοσίευση τοῦ ἀνωτ. παπυρικοῦ ἀποσπ. (βλ. συνοπτικὰ Σκιαδᾶ6 ὅ.π. 297-302, καὶ τὶς ἀνωτ. πρόσφατες εἰδικὲς μελέτες ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογρ.), καὶ πέρα ἀπὸ τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς εἰκόνας ἑνὸς ποιητῆ ποὺ εἰσάγει καινούργια –ἢ ἄγνωστα ἀπὸ ἀλλοῦ– στοιχεῖα στὰ ἔργα του καινοποιῶν τὰς ἱστορίας, σαφέστατα δηλώνεται ἀπὸ τὸν ἄγνωστο συντάκτη τοῦ κειμένου ὅτι τὸν Ὅμηρον καὶ τὸν Ἡσίοδον μέμφεται, ὄχι τὸν ἑαυτό του, γιὰ ὅσα προηγουμένως ἔγραψε. Ἡ βάση τῆς ἀντιπαράθεσης ὅσον μὲν ἀφορᾶ στὸν Ὅμηρο δηλώνεται σαφῶς: τὸν μέμφεται γιατὶ παρουσίασε στὴν Τροία τὴν Ἑλένη καὶ ὄχι τὸ εἴδωλό της, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἔστειλε στὴν Τροία τὸ εἴδωλό της κι αὐτὴν κοντὰ στὸν Πρωτέα. Ὅσον ὅμως ἀφορᾶ στὸν Ἡσίοδο τὰ πράγματα μένουν θολά, λόγω τῆς ἐδῶ διατύπωσης καὶ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ἀπόσπ. 358 Μ. – W.38 τοῦ Ἡσιόδου (βλ. ἀνωτ.), παρὰ τὶς ἀπεγνωσμένες προσπάθειες τῶν ἐρευνητῶν (αὐτῶν ποὺ μνημονεύσαμε καὶ ἄλλων πολλῶν)· καὶ φαίνεται ὅτι θὰ παραμείνουν θολὰ ὅσο δὲν ἀποδεικνύεται τὸ ἀνωτ. ἀπόσπ. μὴ Ἡσιόδειο, καθὼς μιὰ ἄλλη τάση ἑρμηνείας, στηριγμένη στὴ διαφορὰ τῆς Ὁμηρικῆς ἀπὸ τὴν Ἡσιόδεια Ἑλένη τοῦ ἀποσπ. 176 Μ. – W.38 (βλ. ἀνωτ., καὶ Davison24 ὅ.π. 224· πβ. ὅμως Woodbury30 ὅ.π. 160 κἑ. [: ἐσφαλμένη χρήση τοῦ εἰδώλου ἀπὸ τὸν Ἡσ.], Austin28 ὅ.π. 105 κἑ. [: ὁ Ἡσ. εἰσήγαγε τὸ εἴδωλο στὸν μύθο τῆς Ἰφιγένειας καὶ ὄχι τῆς Ἑλένης], κ.τ.τ.), φαίνεται νὰ κλονίζεται ἀπὸ τὸν Ἀρχέλαο.

Τὸ ὡς Ἑλένη ἑκοῦσα ἀπῆιρε (στ. 4-5) τοῦ Στησιχόρου –κατὰ τὸν Ἀρχέλαο τὸν Κύπριο– φαίνεται νὰ ἀποδίδει καὶ τὴν εἰκόνα τῆς Ὁμηρικῆς Ἑλένης, ποὺ εἶναι κατὰ βάση ὁμοιόμορφη στὰ δύο ἔπη παρὰ τὶς κατὰ καιροὺς ἀντιρρήσεις (βλ. σχετικὰ Kirk στὸ Β 356 [CIl44 Ι. 153], κ.ἀ.), Homeyer25 ὅ.π. 5 κἑ., κ.ἄ.) καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ θέμα τῆς ἁπλῆς ὑπαιτιότητας ἢ ἐνοχῆς –κατὰ θεϊκὴ ἐπιταγὴ ἢ ἐλεύθερη βούληση– μένει ἀνοικτό (περισσότερο στὴν Ἰλ. παρὰ στὴν Ὀδ., πβ. χαρακτηριστικὰ Β 164 κἑ. [164 οὔ τί μοι αἰτίη ἐσσί, θεοί νύ μοι αἴτιοί εἰσιν καὶ 174-75 ὡς ὄφελεν θάνατός μοι ἁδεῖν κακὸς ὁππότε δεῦρο | υἱέϊ σῷ ἑπόμην] καὶ Ω 762 πρὸς δ 261-63, ξ 68-69, ρ 118-19 καὶ ψ 209-24 [βλ. CIl45 καὶ COd46 ad locc., καὶ Μπεζαντάκου Μετάν.47 121 κ.ἀ. / Βοσκοῦ Ἀλληγ.48 307 κἑ., μὲ βιβλιογρ.], πβ. ἐπίσης Γ175 ἑπόμην καὶ Ζ 292 ἀνήγαγεν πρὸς Γ 444 ἁρπάξας, μὲ τὸ τελευταῖο –στὸ στόμα τοῦ Πάρη– νὰ μὴ σημαίνει τὴ βίαιη ἀπαγωγή (βλ. καὶ Κύπρια, Allen37 V. σσ. 103 [περίλ. Πρόκλ., ἀνωτ. 3 Τ7.9-22] καὶ 117 περιέχει δὲ ἁρπαγὴν Ἑλένης, πβ. Ἡρόδ. 1.1-6, βλ. καὶ LSJ949 / LSK50 [καὶ Μπαμπ.] σ.λλ. ἁρπάζω – ἁρπαγή / ἀπάγω – ἀπαγωγή), ἀλλὰ νὰ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ τέτοια ἑρμηνεία καὶ στὸν μύθο τῆς ἀπαγωγῆς. Σὲ συνδυασμὸ ὅμως μὲ τὸ ἀμυνόμενον τῆς ὑπεροψίας (στ. 4) τοῦ Ἀρχέλαου, ποὺ ἀναντίρρητα ἀποτελεῖ πρωτότυπη ἑρμηνεία τῆς στάσεως τοῦ Στησίχορου ἀπέναντι στὴν Ἑλένη, τὸ τοῦ Κύπριου συγγραφέα Ἑλένη ἑκοῦσα ἀπῆιρε φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ στὸν Ἡσίοδο μᾶλλον παρὰ στὸν Ὅμηρο καὶ τὰ Κύπρια ἔπη, καθὼς ἡ εἰκόνα ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Ἀρχέλαο εἶναι πὼς ὁ Στησίχορος θέλησε νὰ μειώσει τὴν Ἱμεραίαν Ἑλένη ψέγοντας τὴν Ἑλένη τῆς Σπάρτης, κι ὁ Ἡσίοδος στὸ 176 Μ.–W.38 προχωρεῖ σὲ ἰδιαίτερα ὀξεῖς ὑπαινιγμοὺς μὲ τὰ κακῆι (...) φήμηι καὶ Ἑλένη ἤισχυνε λέχος ξανθοῦ Μενελάου (βλ. ἀνωτ.). Ἂν ὄντως τέτοια ἦταν καὶ ἡ στάση τοῦ Στησίχορου (πολὺ περισσότερο ἂν προχωροῦσε σὲ παραμερισμὸ τοῦ μοτίβου τῆς θεϊκῆς ἐπέμβασης, ποὺ δὲν φαίνεται νὰ ἁρμόζει στὴν ἐκδοχὴ τοῦ Ἀρχέλαου), τότε ἀποκτοῦν ἔρεισμα οἱ τοποθετήσεις τοῦ Πλάτ. καὶ τοῦ Ἰσοκρ. κ.ἄ. γιὰ βλάσφημη μεταχείριση τῆς Ἑλένης ἀπὸ τὸν Στησίχορο (κι ἀποδεικνύεται ἀτελὴς ἡ εἰκόνα ποὺ δίνεται στὰ ἐλάχιστα σωζόμενα ἀποσπάσματά του). Τὰ περὶ ἐπακόλουθης τύφλωσης τοῦ ποιητῆ σχόλια τῶν παραπάνω, ὅμως, δὲν βρίσκουν σύμφωνο τὸν Ἀρχέλαο, ποὺ δηλώνει ἀπερίφραστα (στ. 5) ψευδῆ δὲ τὸν περὶ πηρώσεως εἶναι λόγον, ἔχοντας ἴσως ὑπόψη του κάποιαν ἄλλη παρεμφερῆ ἱστορία· πβ. Ἱμερ. Λόγ. 69.34 κἑ., φέρε οὖν ἐκ Μουσῶν, φέρε ἐκ λύρας τοῦ μώμου, τὴν μάχην παραμυθώμεθα. ἥρμοσε μὲν καὶ Ἀνακρέων μετὰ τὴν νόσον τὴν λύραν, καὶ τοὺς φίλους Ἔρωτας αὖθις διὰ μέλους ἠσπάζετο· ἥρμοσε δὲ καὶ Στησίχορος μετὰ τὸ πάθος τὴν φόρμιγγα. [343 (292) Ρ.35] Ἴβυκον δὲ κατέχει λόγος ἀπολισθεῖν μὲν ἐξ ἅρματος ἐς Ἱμέραν ἀπὸ Κατάνης ὀχούμενον· συντριβείσης δὲ αὐτῶι τῆς χειρὸς συχνόν τινα χρόνον ἀπωιδὸν γενέσθαι, τὴν λύραν δὲ ἀναθεῖναι Ἀπόλλωνι (βλ. σχετικὰ Bowra29 ὅ.π. 12, Davies8 ὅ.π. 305, κ.ἄ.)· ἀλλ' ὁ Στησίχορος –ὄχι ὁ Ἴβυκος– εἶναι Ἱμεραῖος, καὶ μιὰ παρόμοια ἀνεκδοτολογικὴ ἱστορία δὲν ἀποκλείεται νὰ λεγόταν γι' αὐτόν, ἐξηγώντας ἴσως ἁπλοϊκὰ καὶ τὸ γιατί ὁ Στησίχορος ἥρμοσε ... τὴν φόρμιγγα καὶ μίλησε γιὰ εἴδωλον τῆς Ἑλένης στὴν Τροία. (Ἡ πραγματικὴ αἰτία πρέπει νὰ ἔχει σχέση μὲ τὴν ἐξάπλωση τῆς λατρείας τῆς Ἑλένης ὡς θεᾶς ἢ/καὶ μὲ τὴ λατρεία τῶν Διοσκούρων στὴ νότια Ἰταλία [ὅπου καὶ ἡ Λοκρικὴ ἀποικία Μάταυρος μὲ τὴν ὁποία συνδέεται ὁ Στησίχορος], ἴσως δὲ καὶ μὲ ἀφορμὴ κάποιο γεγονὸς ποὺ λειτούργησε ὡς κίνητρο. Βλ. σχετικά: Austin28 ὅ.π. 94 κἑ. [99, 113]· Podlecki31 ὅ.π. 316. Πβ.: Σκιαδᾶς6 ὅ.π. 298 καὶ 300. Davison24 ὅ.π. 208· Sider33 ὅ.π. 424 κἑ. [μεταστησιχόρεια ἡ ἱστορία]. Gerber ὅ.π. 149 [: πνευματικὴ ἡ τύφλωση]· Devereux32 ὅ.π. 208-9 [: ὑστερικῆς φύσεως ἡ τύφλωση]· Bowra29 ὅ.π. 168 [: «τυφλὸς» μεταφ., γιατὶ ἀγνοοῦσε τὴν ἀλήθεια], κ.τ.τ. Πβ. καὶ τὴν περίπτωση τύφλωσης τοῦ Θάμυρη [ΕλλΜ15 300-1], ἀλλὰ καὶ τοῦ Τειρεσία, τοῦ Φινέα, τοῦ Ἀπ. Παύλου, ποὺ παραπέμπουν σὲ εὐρέως διαδεδομένο λαϊκὸ μοτίβο.)

Ὁ Κύπριος Ἀρχέλαος, κατὰ τὰ ἀνωτέρω, δίνει μίαν ἐντελῶς διαφορετικὴ –καὶ στὴν οὐσία της ὀρθολογιστικὴ– ἑρμηνεία τῆς παράδοσης. Ὁ Ἀρχέλαος φαίνεται νὰ γνώριζε –ἄμεσα ἢ ἀπὸ παράδοση– καὶ νὰ ἀποδεχόταν τὸ προσβλητικὸ περιεχόμενο τῆς Ἑλένης, καὶ τὸ ἑρμήνευσε ὡς ἐκτόνωση τοῦ ψυχολογικοῦ ἀπωθημένου τοῦ Στησίχορου ἐναντίον τῆς ἐρωτικῆς του συντρόφου, ἡ ὁποία ἔφερε τὸ ἴδιο ὄνομα καὶ τὸν ἐγκατέλειψε (ὅπως καὶ ἡ Ἑλένη τοῦ μύθου τὸν Μενέλαο). Ἡ ἐκδοχὴ αὐτή, εἴτε δημιουργήθηκε γιὰ νὰ αἰτιολογήσει τὰ ἤδη γνωστὰ μὲ ἐμφανῆ τὴν προσπάθεια γιὰ ἱστορικὰ ἐρείσματα (πράγμα ποὺ φαίνεται ὡς τὸ πιὸ πιθανό) εἴτε βασίστηκε σὲ ἄγνωστες ἀπὸ ἀλλοῦ πληροφορίες, εἶναι ἀπὸ μόνη της ἐντυπωσιακή. Δὲν ἀγνοεῖ, ἐπίσης, ὁ Κύπριος συγγραφέας τὰ σχετικὰ μὲ τὴν τύφλωση, ἀλλὰ τὰ ἀπορρίπτει συλλήβδην ὡς ψευδῆ. Δὲν μποροῦμε, δυστυχῶς, νὰ ὑποθέσουμε ὁτιδήποτε γιὰ τὶς γνώσεις του σχετικὰ μὲ τὴν ὕπαρξη δύο Παλινῳδιῶν. Βέβαιο εἶναι ὅτι τὸ ἔργο του διακρινόταν γιὰ τὶς ριζοσπαστικὲς ἑρμηνεῖες του καὶ ἐντυπωσίασε τὸν λόγιο Πτολεμαῖο Χέννο, ὁ ὁποῖος ἔκρινε σκόπιμο νὰ τὸ περιλάβει στὴν Καινὴν ἱστορίαν του, ὅπως καὶ ὁ Φώτιος στὴν περίληψη τοῦ ἔργου ἀργότερα. Πότε ἀκριβῶς ἔζησε ὀ Ἀρχέλαος καὶ σὲ ποιό περιβάλλον, ποιά ἦταν τὰ ἔργα του καὶ τὸ περιεχόμενό τους καὶ ποιές οἱ πηγές του, παραμένουν ἐρωτήματα ἀναπάντητα (βλ. καὶ ἀνωτ. *Τ1, μὲ σχόλ.).

  1. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑
  2. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.a↑ b↑
  3. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.a↑ b↑
  5. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  6. Σκιαδάς, Ἀ. Δ. (1979-1981), Ἀρχαϊκὸς Λυρισμός, Ἀθήνα.a↑ b↑ c↑
  7. Bowra, C. M. (1980-1982), Ἀρχαία Ἑλληνικὴ Λυρικὴ Ποίηση, μτφρ. Ἰ. Ν. Καζάζηςτóμ. Α΄: Ἀλκμάν, Στησίχορος, Ἀλκαῖος, Σαπφώ – τόμ. Β΄: Ἴβυκος, Ἀνακρέων, Σιμωνίδης, Ἀττικὰ συμποτικὰ τραγούδια, 2nd ed. (1983), 3d ed. (1989), Ἀθήνα.a↑ b↑ c↑
  8. Davies, M. (1991), Poetarum Melicorum Graecorum Fragmenta, Vol. I: Alcman Stesichorus Ibycus, post D. L. Page, Oxford.a↑ b↑ c↑
  9. Κονομης, Ν. Χ. (1991), Ἀρχαϊκὴ Λυρικὴ Ποίηση, Κείμενα Ἑλληνικά,4 Ἡράκλειον.
  10. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.
  11. Migne, J P. (1857-1866), Patrologiae cursus completus. Series Graeca, Paris .
  12. Fraser, P. M. & Mattheus E. (1997), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. IIIA: The Peloponnese – Western Greece – Sicily and Magna Graecia, Oxford.
  13. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.
  14. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.
  15. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .a↑ b↑ c↑
  16. West, M L. (1971-1972), Iambi et Elegi Graeci, Vols. I-II, Loeb Classical Library Oxford - New York .a↑ b↑
  17. Frisk, H. (1960-1972), Griechisches etymologisches Wörterbuch, Vols. I-III, Heidelberg.
  18. Easterling, P. E. & Knox B. M. W. (2000), Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Κονομή, Ν., Γρίμπα Χρ, Κονομή Μ. & Στεφανή Α. Ἀθήνα.
  19. Heubeck, A., West S. & Hainsworth J. B. (1988), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume I: Books I-VII, Oxford.
  20. Berkowitz, L. & Squitier K. A. (2000), Thesaurus Linguae Graecae, Canon of Greek Authors and Works, 3d ed., New York - Oxford.
  21. Martini, E. (1902), Parthenii Nicaeni quae supersunt, Leipzig.
  22. Becker, M. (1939), Helena. Ihr Wesen und Ihre Wandlungen im klassischen Altertum, Leipzig, Strassburg, Zürich.a↑ b↑
  23. Kerenyi, K. (1945), Die Geburt der Helena samt humanistischen Schriften aus den Jahren 1943-45, Zürich.
  24. Davison, J. A. (1968), From Archilochus to Pindar: Papers on Greek Literature of the Archaic period, New York.a↑ b↑ c↑ d↑
  25. Homeyer, H. (1977), Die spartanische Helena und der trojanische Krieg: Wandlungen und Wanderungen eines Sagenkreises vom Altertum bis zur Gegenwart, Wiesbaden.a↑ b↑
  26. Gerber, D. E. (1970), Euterpe: An Anthology of early Greek Lyric, Elegiac and Iambic Poetry, Amsterdam.
  27. Gerber, D. E. (1997), A Companion to the Greek Lyric Poets, Mnemosyne,Supplementum no. 173 Leiden.
  28. Austin, N. (1994), Helen of Troy and her Shameless Phantom, Ithaca.a↑ b↑ c↑ d↑
  29. Bowra, C. M. (1963), The two Palinodes of Stesichorus, CR 13: 51-75.a↑ b↑ c↑
  30. Woodbury, L. (1967), Helen and the Palinode, Phoenix 21: 157-176.a↑ b↑ c↑ d↑
  31. Podlecki, A. J. (1971), Stesichoreia, Athenaeum 49: 313-327.a↑ b↑
  32. Devereux, G. (1973), Steisichoros' Palinodes: Two further testimonia and some comments, RhM 116: 206-209.a↑ b↑
  33. Sider, D. (1989), The Blinding of Stesichorus, Hermes 117: 423-431.a↑ b↑
  34. Bassi, K. (1993), Helen and the discource of denial in Stesichorus' Palinode, Arethusa 26: 51-75.a↑ b↑
  35. Page, D L. (1962), Poetae Melici Graeci, Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  36. (1898), The Oxyrhynchus Papyri, Vols. I-, London .a↑ b↑
  37. Allen, T. W. (1912/1946), Homeri Opera, Vol. V, Oxford Classical Texts Oxford.a↑ b↑
  38. Solmsen, F., Merkelbach R. & West M. L. (1970), Hesiodi Theogonia, Opera et Dies, Scutum, Fragmenta Selecta, Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  39. Rzach, A. (1902), Hesiodi Carmina, Leipzig.
  40. Scheer, E. (1958), Lycophronis Alexandra, Vols. I-II, Berlin.
  41. Wehrli, F. (1959), Die Schule des Aristoteles, Basel / Stuttgart.
  42. Mette, H. J. (1978), Die 'Kleinen' griechischen Historiker heute, Lustrum 21: 5-43.
  43. Βοσκός, Α. Ι. (1999), Μορφὼ παροικήσουσι: Λυκόφρονος Ἀλεξάνδρα, Λευκωσία Κύπρου.
  44. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.
  45. Richardson, N. & Kirk G. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. VI: books 21-24, Cambridge.
  46. Russo, J., Fernandez-Gatiani M. & Heubeck A. (1992), A Commentary on Homer's Odyssey, Vol. III: Books xvii-xxiv, Cambridge.
  47. Μπεζαντάκος, Ν. Π. (1980), Ἡ ἔννοια τῆς μετανοίας στὸν Ὅμηρο (ἀλλαγὴ γνώμης – ἀναγνώριση σφάλματος), Ἀθήνα.
  48. Βοσκός, Α. Ι. (1983), Ἡ Ὁμηρικὴ Ἀλληγορία τῶν Λιτῶν καὶ τῆς Ἄτης (Ἀπὸ τὴν Ἰλιάδα στὴν Ὀδύσσεια;), ΕΚΕΕΚ 12: 307-328.
  49. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  50. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .