You are here

F2

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Arr. Alex. Anab. 7.15.4-6

1(4) Κατιόντι δὲ αὐτῶι (sc. Ἀλεξάνδρωι) ἐς2 Βαβυλῶνα Λιβύων 

τε πρεσβεῖαι3 ἐνετύγχανον ἐπαινούντων τε καὶ στεφανούντων

ἐπὶ τῆι βασιλείαι τῆς Ἀσίας, καὶ ἐξ Ἰταλίας Βρέττιοί τε καὶ

Λευκανοὶ καὶ Τυρρηνοὶ ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς4 ἐπρέσβευον. καὶ Καρ-

  χηδονίους τότε πρεσβεῦσαι λέγεται καὶ ἀπὸ Αἰθιόπων πρέ-

σβεις ἐλθεῖν καὶ Σκυθῶν τῶν ἐκ τῆς Εὐρώπης, καὶ Κελτοὺς

καὶ Ἴβηρας, ὑπὲρ φιλίας δεησομένους· ὧν τά τε ὀνόματα καὶ

τὰς σκευὰς τότε πρῶτον ὀφθῆναι πρὸς Ἑλλήνων τε καὶ Μα-

κεδόνων. (5) τοὺς δὲ καὶ ὑπὲρ τῶν εἰς ἀλλήλους διαφορῶν

λέγουσιν ὅτι Ἀλεξάνδρωι διακρῖναι ἐπέτρεπον· καὶ τότε μά-

λιστα αὐτόν τε αὑτῶι Ἀλέξανδρον καὶ τοῖς5 ἀμφ' αὐτὸν φανῆ-

ναι γῆς τε ἁπάσης καὶ θαλάσσης κύριον. Ἄριστος δὲ καὶ

Ἀσκληπιάδης  (16 F2) τῶν τὰ Ἀλεξάνδρου ἀναγρα-

ψάντων  καὶ Ῥωμαίους λέγουσιν ὅτι ἐπρέσβευσαν · καὶ ἐντυ

χόντα ταῖς πρεσβείαις Ἀλέξανδρον ὑπὲρ Ῥωμαίων τι τῆς ἐς τὸ

ἔπειτα ἐσομένης δυνάμεως6 μαντεύσασθαι, τόν τε κόσμον τῶν

ἀνδρῶν ἰδόντα καὶ τὸ φιλόπονόν τε καὶ ἐλευθέριον7 καὶ περὶ

τοῦ πολιτεύματος ἅμα διαπυνθανόμενον. (6) καὶ τοῦτο οὔτε

ὡς ἀτρεκὲς ↓ οὔτε ὡς ἄπιστον πάντηι ἀνέγραψα· πλήν γε δὴ

οὔτε τις Ῥωμαίων ὑπὲρ τῆς πρεσβείας ταύτης ὡς παρὰ Ἀλέ-

ξανδρον σταλείσης μνήμην τινὰ ἐποιήσατο8, οὔτε9 τῶν τὰ Ἀλε-

ξάνδρου γραψάντων, οἷστισι μᾶλλον ἐγὼ ξυμφέρομαι10, Πτολε-

μαῖοςΛάγου  καὶ Ἀριστόβουλος· οὐδὲ11 τῶι Ῥωμαίων πολι-

τεύματι ἐπεοικὸς ἦν, ἐλευθέρωι δὴ τότε ἐς τὰ μάλιστα ὄντι,

παρὰ βασιλέα ἀλλόφυλον12, ἄλλως τε καὶ ἐς τοσόνδε ἀπὸ τῆς

οἰκείας, πρεσβεῦσαι, οὔτε φόβου ἐξαναγκάζοντος οὔτε κατ'

ἐλπίδα ὠφελείας, μίσει τε, εἴπερ τινὰς ἄλλους, τοῦ τυραννικοῦ

γένους τε13 καὶ ὀνόματος κατεχομένους14.

  1. [Vid. FGrH 143 F 2 ἌριστοςἈριστόβουλος (vv. 12-23, om. v. 20-21 ὡςσταλείσης); cf. 138 F 29 et 139 F 53 (partes); ΑΚΕΠ Γα΄ 73.2 κατιόντιἐπρέσβευον, Ἄριστοςἐπρέσβευσαν (vv. 1-4, 12-14); Arr. Alex. Anab., edd. Roοs, Abicht, Roοs–Wirth, Robson, Brunt.]
  2. 1 ἐς aut εἰς edd. (ἐς scripsimus, coll. infra v. 15 ἐς)
  3. 2 πρεσβεῖαι codd. plerique et edd. (cf. infra v. 15 ταῖς πρεσβείαις, sc. Ῥωμαίων; Λιβύων supra v. 1): πρεσβείαι (: -) ζ, πρεσβεία η
  4. 4 τοῖς αὐτοῖς ε («Schm. ex k» Roοs–Wirth), prob. edd.: τῆς αὐτῆς Α
  5. 11 τοὺς pro τοῖς ε
  6. 16 ἐσομένης et δυνάμεως inversa ε; τῆς ἐσομένης ἐς τὸ ἔπειτα δυνάμεως scr. Abicht Robson
  7. 17 ἐλεύ­θερον ε
  8. 21 μν. ἐποιήσατό τινα Abicht Robson ‖
  9. οὔτε ε: οὐδὲ Α, prob. Robson (fort. recte
  10. 21-22 τῶνξυμφέρομαι om. ε
  11. 23 οὔτε pro καὶ ε
  12. 25-26 ἀλλόφυλονπρεσβεῦσαι interp. alius alio
  13. 28 τε (ante καὶ) om. Α2ε ‖
  14. κατεχόμενος ε.
Ἀρρ. Ἀλεξ. Ἀνάβ. 7.15.4-6

(4) Ἐνῶ αὐτὸς (δηλ. ὁ Ἀλέξανδρος) κατέβαινε πρὸς τὴ Βαβυλώνα

ἔρχονταν νὰ τὸν συναντήσουν πρεσβεῖες Λίβυων ποὺ τὸν συνέχαι-

ραν μὲ ἐπαίνους καὶ τὸν στεφάνωναν γιὰ τὴ βασιλεία τῆς Ἀσίας, καὶ

ἀπὸ τὴν Ἰταλία Βρέττιοι καὶ Λευκανοὶ καὶ Τυρρηνοὶ πρέσβεις ἔφτα-

ναν γιὰ τὸν ἴδιο λόγο. Καὶ οἱ Καρχηδόνιοι τότε λέγεται ὅτι ἔστειλαν

πρεσβεία καὶ ἀπὸ τοὺς Αἰθίοπες ἦρθαν πρέσβεις καὶ ἀπὸ τοὺς Σκύ-

θες τῆς Εὐρώπης, καὶ Κελτοὶ καὶ Ἴβηρες, γιὰ νὰ ζητήσουν τὴ φιλία

του· κι αὐτῶν τὰ ὀνόματα καὶ τὶς ἐνδυμασίες πρώτη φορὰ γνώρισαν

οἱ Ἕλληνες καὶ δὴ οἱ Μακεδόνες. (5) Αὐτοὶ καὶ τὶς μεταξύ τους

διαφορὲς λέγεται ὅτι ἀνέθεταν στὸν Ἀλέξανδρο νὰ τὶς ξεδιαλύνει·

καὶ τότε μάλιστα στὸν ἴδιο τὸν Ἀλέξανδρο καὶ στοὺς γύρω του

φάνηκε ὅτι ἦταν ὅλης γενικὰ τῆς γῆς καὶ τῆς θάλασσας κυρίαρχος.

Ὁ Ἄριστος δὲ καὶ ὁ Ἀσκληπιάδης (16 F2), ἀπὸ ἐκείνους ποὺ

ἔγραψαν γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο, ἀναφέρουν ὅτι καὶ οἱ Ρωμαῖοι ἔστει-

λαν πρεσβεία· καὶ ὅταν ὁ Ἀλέξανδρος συναντήθηκε μὲ τοὺς πρέ-

σβεις, διατύπωσε κάποια πρόβλεψη γιὰ τὴ δύναμη τὴ μελλοντικὴ

τῶν Ρωμαίων, σὰν εἶδε τὴν κοσμιότητα τῶν ἀνδρῶν καὶ διαπίστωσε

τὴν ἐργατικότητα καὶ τὸ ἐλεύθερο φρόνημά τους καὶ ρώτησε συνά-

μα κι ἔμαθε γιὰ τὸ πολίτευμά τους. (6) Καὶ ἀνέφερα αὐτὴ τὴν πλη-

ροφορία οὔτε σὰν ἀκριβῆ, οὔτε ὅμως καὶ σὰν ἀπίστευτη παντελῶς·

τὸ βέβαιο πάντως εἶναι ὅτι οὔτε κανεὶς ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους ἀνέφερε

πὼς αὐτὴ ἡ πρεσβεία στάλθηκε στὸν Ἀλέξανδρο, οὔτε ἀπ' ὅσους

ἔγραψαν γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο ἐκεῖνοι μὲ τῶν ὁποίων τὴ γνώμη μᾶλ-

λον ἐγὼ συντάσσομαι, ὁ Πτολεμαῖος ὁ Λάγου καὶ ὁ Ἀριστόβουλος·

κι οὔτε ἦταν σύμφωνο μὲ τὸ πολίτευμα τῶν Ρωμαίων, ποὺ τότε ἦταν

κατ' ἐξοχὴν φιλελεύθερο, σὲ βασιλιὰ ἀλλόφυλο, καὶ μάλιστα σὲ τόσο

μεγάλη ἀπόσταση ἀπὸ τὴ χώρα τους, νὰ στείλουν πρέσβεις, χωρὶς

νὰ τοὺς ἐξαναγκάζει ὁ φόβος οὔτε νά 'χουν κάποιαν ἐλπίδα κέρ-

δους, κι ἐνῶ κατέχονταν, περισσότερο ἀπὸ ἄλλους, ἀπὸ μίσος καὶ

γιὰ τὸ γένος τῶν μοναρχῶν καὶ γιὰ τὸ ὄνομα.

Σχόλια: 

1 κἑ.: Μεταξὺ τῶν συμβάντων κατὰ τὸν τελευταῖο χρόνο τῆς ζωῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου (323 π.Χ.) ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Ἀρριανό (περ. 90/5 - 170/5 μ.Χ.) καὶ ἡ ἀποστολὴ πρεσβειῶν ἀπὸ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου ποὺ κατέφθαναν μὲ πλούσια δῶρα στὴ Βαβυλώνα ἐπιδιώκοντας νὰ γνωρίσουν τὸν ξακουστὸ ἡγεμόνα καὶ νὰ κερδίσουν τὴ φιλία του, κάποιοι καὶ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴ διαιτησία του γιὰ τὶς διαφορὲς μὲ τοὺς γείτονές τους. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς πρεσβεῖες ποὺ ἦρθαν γιὰ «ἱερὲς» ὑποθέσεις γνωστῶν μαντείων καὶ ναῶν, στὶς ὁποῖες καὶ ἔδωσε προτεραιότητα ὁ Ἀλέξανδρος (βλ. Διόδ. Σικ. 7.113.3 / Droysen ΙΜΑ1 675), ἦρθαν ΛΙΒΥΕΣ (ἀπὸ τὴ Λιβύη τῆς Β. Ἀφρικῆς, ποὺ παλιὰ λογιζόταν ὡς μέρος τῆς Ἀσίας), ΒΡΕΤΤΙΟΙ καὶ ΛΕΥΚΑΝΟΙ καὶ ΤΥΡΡΗΝΟΙ ἐξ Ἰταλίας, ΚΑΡΧΗΔΟΝΙΟΙ καὶ ΑΙΘΙΟΠΕΣ καὶ ΣΚΥΘΑΙ τῶν ἐκ τῆς Εὐρώπης καὶ ΚΕΛΤΟΙ καὶ ΙΒΗΡΕΣ, κατὰ δὲ τοὺς Ἄριστο καὶ Ἀσκληπιάδη (βλ. κατωτ. 16 F2 σχόλ.) καὶ ΡΩΜΑΙΟΙ. Τὶς ἐκ Δύσεως πρεσβεῖες πρὸς τὸν Ἀλέξανδρο ἀπαριθμεῖ συνοπτικὰ ὁ Justinus (12.13.1, βλ. Rose ΙΛΛ2 2. 24): legationes Carthageniensium ceterarumque Africae civitatium, sed et Hispaniarum, Galliae, Siciliae, Sardiniae, nonnulla quoque ex Italia), χωρὶς νὰ κάνει λόγο γιὰ Ρωμαίους. Πιὸ ἀναλυτικὸς ὁ Διόδ. Σικ. (1ος αἰ. π.Χ.), ξεκινᾶ μὲ χρονολογικὴ τοποθέτηση (17.113.1): Ἐπ' ἄρχοντος δ' Ἀθήνησιν Ἀγησίου Ῥωμαῖοι κατέστησαν ὑπάτους Γάιον Πόπλιον καὶ Παπίριον, ὀλυμπιὰς δ' ἤχθη τετάρτη πρὸς ταῖς ἑκατὸν καὶ δέκα, καθ' ἣν ἐνίκα στάδιον Μικίνας Ῥόδιος. κατὰ δὲ τοῦτον τὸν χρόνον ἐξ ἁπάσης σχεδὸν τῆς οἰκουμένης ἧκον πρέσβεις, οἱ μὲν συγχαίροντες ἐπὶ τοῖς κατορθώμασιν, οἱ δὲ στεφανοῦντες, ἄλλοι δὲ φιλίας καὶ συμμαχίας τιθέμενοι, πολλοὶ δὲ δωρεὰς μεγαλοπρεπεῖς κομίζοντες, τινὲς δὲ ὑπὲρ τῶν ἐγκαλουμένων ἀπολογούμενοι (πβ. ἀνωτ. στ. 1 κἑ.)· καὶ συνεχίζει (§ 2): χωρὶς γὰρ τῶν ἀπὸ τῆς Ἀσίας ἐθνῶν καὶ πόλεων ἔτι δὲ δυναστῶν πολλοὶ καὶ τῶν ἐκ τῆς Εὐρώπης καὶ Λιβύης κατήντησαν, ἐκ μὲν Λιβύης Καρχηδόνιοι καὶ Λιβυφοίνικες καὶ πάντες οἱ τὴν παράλιον οἰκοῦντες μέχρι τῶν Ἡρακλείων στηλῶν, ἐκ δὲ τῆς Εὐρώπης αἵ τε τῶν Ἑλλήνων πόλεις ἐξέπεμψαν καὶ Μακεδόνες, ἔτι δὲ Ἰλλυριοὶ καὶ τῶν περὶ τὸν Ἀδρίαν οἰκούντων, τά τε Θρᾴκια γένη καὶ τῶν πλησιοχώρων Γαλατῶν, ὧν τότε πρῶτον τὸ γένος ἐγνώσθη παρὰ τοῖς Ἕλλησιν (γιὰ νὰ κλείσει μὲ τὴ σειρὰ ποὺ δέχτηκε ὁ Ἀλέξανδρος τὶς πρεσβεῖες, στὶς §§ 3-4), χωρὶς κι αὐτὸς νὰ ἀναφέρει ὀνομαστικὰ Ρωμαίους. Ἡ μόνη –πέραν τῆς ἐδῶ– ἀναφορὰ σὲ πρεσβεία Ρωμαίων ὀφείλεται κατὰ τὸν Πλίν. τὸν πρεσβύτερο (23/24-79 μ.Χ., βλ. Rose ΙΛΛ2 2. 150 κἑ., μὲ βιβλιογραφία στὶς σσ. 380-81) –Φυσ. ἱστ. 3.57– στὸν Κλείταρχον (ποὺ γράφει μεταξὺ 310 καὶ 300 κατὰ τὸν Jacoby3 καὶ πιθανῶς 280-70 κατὰ τὸν Tarn4 [βλ. ἀνωτ. F1 σχόλ. σ.στ. σ.λ. Ἀριστόβουλος], τὸ Περὶ Ἀλέξανδρον ἱστορίαι ἔργο του): Theophrastus, qui primus externorum aliqua de Romanis diligentius scripsit –nam Theοpompus, ante quem nemo mentionem habuit, urbem dumtaxat a Gallis captam dixit, Clitarchus, ab eo proximus, legationem tantum ad Alexandrum missam– hic iam plus quam (58) ex fama Cerceiorum insulae et mensuram posuit stadia LXXX in eo volumine, quod scripsit Nicodoro Atheniensium magistratu (ἔκδ. C. Mayhoff5 [Jan – Mayhoff], πβ. Rackham6 [μὲ τὴν ἴδια κατὰ βάση στίξη] καὶ Jacoby FGrH3 115 F 317 [Θεόπομπος, μὲ τὴν ἴδια ἐπίσης κατὰ βάση στίξη ἀλλὰ διαφορετικὴ κατάληξη: “fama – ......”, μὲ τὴν παύλα μετὰ τὸ fama νὰ προκαλεῖ ἀπορία], πβ. ἐπίσης τοῦ ἴδιου 840 F 24a)· διαφορετικὰ ὅμως στίζεται στὸ FGrH3 τὸ ἀπόσπ. 137 F 31 (Κλείταρχος, “after Detlefsen” κατὰ τὸν Bosworth ArrA7 89 σημ. 112), κατὰ τρόπο ποὺ ἐνισχύει τὴ μαρτυρία τοῦ Κλείταρχου: Theophrastus ... nam Theopompus (115 F 317), ante quem nemo mentionem habuit (sc. Romae), urbem dumtaxat a Gallis captam dixit, Clitarchus ab eo proximus legationem tantum ad Alexandrum missam, hic iam plus quam ex fama. (μὲ τελεία μετὰ τὸ fama / οἱ τελευταῖες ὑπογραμμίσεις εἶναι δικές μας), συνδέοντας ἔτσι τὸ hic iam plus quam ex fama μὲ τὸν Κλείταρχο καὶ τὴν πρεσβεία Ρωμαίων στὸν Ἀλέξανδρο (ἐνῶ μὲ τὴ στίξη τοῦ Mayhoff5 ἡ φράση ἀναφέρεται στὸν Θεόφραστο καὶ τὸ νησὶ τῶν Κιρκαίων, γιὰ τὸ ὁποῖο βλ. καὶ ἀνωτ. 13 F1 σχόλ. σ.στ. 2 κἑ. σ.λ. τὴν τῆς Κίρκης νῆσον)· τὴ λογικὴ τοῦ FGrH3 137 F 31 ἀκολουθεῖ ὁ Τarn (AGr4 II. Section C, σελ. 21 σημ. 5), στίζοντας: Theophrastus κ.λπ. scripsit (nam Theopompus κ.λπ. missam, hic iam plus quam ex fama), Circeiorum κ.λπ. octoginta (βλ. καὶ τὰ ἐκεῖ ἑπόμενα [22 κἑ.], μὲ Addenda). Ὅπως κι ἂν ἔχουν ὅμως τὰ πράγματα, ἡ μαρτυρία τοῦ Πλίνιου ὅτι ὁ Κλείταρχος ἔκανε λόγο γιὰ πρεσβεία Ρωμαίων στὸν Ἀλέξανδρο –ἔστω καὶ χωρὶς τὸ hic iam plus quam ex fama– δὲν εἶναι εὔκολο νὰ παραγραφῆ (ὅπως παρα­τηρεῖ χαρακτηριστικὰ ὁ Bosworth8 ὅ.π. 89, “There is no internal evidence to controvert it”)· καὶ ἡ σχετικὴ ἀναφορὰ τῶν Ἄριστου καὶ Ἀσκληπιάδη εὑρίσκει στήριγμα ἰσχυρό. (Βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 13-28.)

12-13. Ἄριστος δὲ καὶ Ἀσκληπιάδης: Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἄριστος Σαλαμίνιος (: ἀπὸ τὴ Σαλαμῖνα τῆς Κύπρου) συγκαταλέγεται ἀναντίρρητα μεταξὺ τῶν τὰ Ἀλεξάνδρου ἀναγραψάντων (βλ. ἀνωτ. F1.29 κἑ.) ἐνισχύει τὴν ἄποψη ὅτι ὁ ἐδῶ συναναφερόμενος Ἀσκληπιάδης εἶναι Ἀσκληπιάδης Κ ύ π ρ ι ο ς  ποὺ γράφει γιὰ τὸν Πυγμαλίωνα κατὰ τοὺς Πορφύριο καὶ Ἱερώνυμο (βλ. κατωτ. 16 F1, καὶ σχόλ. στὸ 16 F2).

13-14. τῶν τὰ Ἀλεξάνδρου ἀναγραψάντων: πβ. στ. 21-22 τῶν τὰ . γραψάντων, καὶ στ. 19 ἀνέγραψα. Στὸ προοίμ. τῆς Ἀλεξ. Ἀναβ. (βλ. ἀνωτ. F1 σχόλ. σ.στ. 6 σ.λ. Ἀριστόβουλος) δὲν φαίνεται νὰ γίνεται διάκριση ἀνάμεσα στὸ συγγράφω καὶ τὸ ἀναγράφω, καθὼς ὁ Ἀρρ. χρησιμοποιεῖ τὸ β΄ γιὰ τὴ δική του ἱστορία (ἀναγράφω, ἀνέγραψα) ἀλλὰ καὶ γιὰ ἄλλους ποὺ ἄλλα ὑπὲρ Ἀλεξάνδρου ἀνέγραψαν, ἐνῶ γιὰ τοὺς Πτολεμαῖο καὶ Ἀριστόβουλο, ποὺ τοὺς ξεχωρίζει ὡς τοὺς πιὸ ἀξιόπιστους, τὸ α΄ (περὶ . τοῦ Φ. συνέγραψαν, ξυγγράφουσιν, συνηνέχθη ξυγγράψαι), ποὺ ὅμως χρησιμοποιεῖ καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους (τὰ πρὸς ἄλλων ξυγγεγραμμένα)· ἐπιπρόσθετα, χρησιμοποιεῖ τὰ συγγραφεύςσυγγραφή καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους ὅλους –χωρὶς διάκριση– καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του, κλείνοντας τὴν ἑνότητα: ὅστις δὲ θαυμάσεται ἀνθ' ὅτου ἐπὶ τοσοῖσθε συγγραφεῦσι καὶ ἐμοὶ ἐπὶ νοῦν ἦλθεν ἥδε συγγραφή, τά τε ἐκείνων πάντα τις ἀναλεξάμενος καὶ τοῖσδε τοῖς ἡμετέροις ἐντυχὼν οὕτω θαυμαζέτω (δίνοντας καὶ τὸ στίγμα τῆς δικῆς του κριτικῆς θεώρησης τῶν πραγμάτων). Ἀλλὰ καὶ τὸ γράφω φαίνεται νὰ χρησιμοποιεῖται ἐναλλακτικά, ὅπως ἐδῶ, ὡς συνώνυμο· βλ. καὶ LSJ99 σ.λ. ἀναγράφω ΙΙ.1 “of an author, write out, place on record, ὅσα ἄμφω ξυνέγραψαν ταῦτα ἐγὼ ἀναγράφω Arr. An. Praef. 1; describe (...), compose” [LSK10 «γράφω, ἐκθέτω, περιγράφω»], σ.λ. γράφω ΙΙ.5 “γράφω περί τινος, write on a subject (...); esp. of Prose, opp. ποιεῖν” [LSK10 «...γράφω περί τινος ὑποθέσεως (...), γράφω ὡς συγγραφεύς, περιγράφω»], καὶ σ.λ. συγγράφω ΙΙ.1 “esp., write in prose, opp. poetry (ποιεῖν)” καὶ 2. “esp., compose a speech” [LSK10 «ὡς καὶ νῦν, συγγράφω, Λατ. conscribere, πρβλ. συγγραφεύς, σύγγραμμα» καὶ 2. «ἰδίως συγγράφω ἢ συντίθημι λόγον»]. Ἔτσι, κανένα συμπέρασμα δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαχθῆ ἐδῶ ἀπὸ τὰ ἀναγραψάντων / γραψάντων καὶ ἀνέγραψα γιὰ ὑποτιμητικὴ μεταχείριση τοῦ Ἄριστου καὶ τοῦ Ἀσκληπιάδη ἀπὸ τὸν Ἀρριανό.

14. καὶ Ῥωμαίους λέγουσιν ὅτι ἐπρέσβευσαν: ἡ σύνταξη τοῦ κειμένου (καὶ τὰ ἑπόμενα) δὲν ἀφήνουν καμμιὰν ἀμφιβολία ὅτι Ῥωμαῖοι ἐπρέσβευσαν (καὶ Ῥωμαίους λέγουσιν ὅτι ἐπρέσβευσαν)· τὸ τοῦ Ἀρχιμ. Κυπριανοῦ (Ἱστ. 501) «Ἄριστος δὲ, καὶ Ἀσκληπιάδης τῶν τὰ Ἀλεξάνδρου ἀναγραψάντων ὄντες, καὶ Ρωμαίοις, λέγουσιν, ὅτι ἐπρέσβευσαν» (βλ. καὶ PPC11 A 163 Ἀσκληπιάδης, πβ. ὅμως Α 126 Ἄριστος Σαλαμίνιος) ὀφείλεται ἀσφαλῶς σὲ πρόχειρη ἀνάγνωση καὶ ἐπακόλουθη παρανόηση. Τὸ καὶ συνδέει μὲ τὶς λοιπὲς πρεσβεῖες ποὺ κατονομάστηκαν (καὶ δηλώνει τὸ ἐπιπροσθέτως).

14-28. Τὶς προηγούμενες πρεσβεῖες ἀναφέρει ὁ Ἀρρ. χωρὶς καμιὰν ἰδιαίτερη ἐπιφύλαξη· τὸ λέγεται τοῦ στ. 5, παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις ἢ ἐπιφυλάξεις τοῦ Jacoby3 καὶ ἄλλων (βλ. κατωτ.), δὲν φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ σὲ σημαντικὴ διαφοροποίηση τῆς θέσης τοῦ Ἀρριανοῦ γιὰ τὶς ἐξ Ἰταλίας πρεσβεῖες τῶν στ. 3-4 καὶ τὴν ἑπόμενη ἀπὸ τοὺς Καρχηδονίους τῶν στ. 4-5, πολὺ δὲ μᾶλλον γι' αὐτὲς τῶν Αἰθιόπων κ.λπ. τῶν στ. 5 κἑ.· πβ. τὸ λέγουσιν τοῦ στ. 10, ποὺ φαίνεται νὰ ἀναφέρεται σὲ ὅλες τὶς προηγούμενες πρεσβεῖες, πρὸς αὐτὸ τοῦ στ. 14, ποὺ ἀναφέρεται στοὺς Ἄριστο καὶ Ἀσκληπιάδη. Δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὴν πρεσβεία τῶν Ρωμαίων. Προτάσσει τὰ ὀνόματα τοῦ Ἄριστου καὶ τοῦ Ἀσκληπιάδη τῶν τὰ Ἀλεξάνδρου ἀναγραψάντων ὡς τὴ μόνη πηγὴ γι' αὐτὴ τὴν πρεσβεία, συντάσσοντας τὴ σχετικὴ πρόταση μὲ τρόπο ποὺ νὰ τονίζεται τὸ καὶ Ῥωμαίους (βλ. ἀνωτ.). Μετὰ δὲ τὴν περιγραφὴ τῆς Ρωμαϊκῆς πρεσβείας –καὶ ἀντίθετα μὲ ὅ,τι γίνεται γιὰ τὶς ἄλλες πρεσβεῖες στὰ προηγούμενα– ἀκολουθεῖ δεῖγμα κριτικῆς τῶν πηγῶν ἀπὸ τὸν Ἀρριανό. Ὅπως δηλώνει προγραμματικὰ στὸ Προοίμιο (βλ. ἀνωτ.), καταγράφει ὅσα γράφουν οἱ δύο Κύπριοι συγγραφεῖς γιὰ τὸ θέμα τῆς πρεσβείας τῶν Ρωμαίων, διότι προφανῶς τὰ θεωρεῖ ἀξιαφήγητά τε καὶ οὐ πάντῃ ἄπιστα· πβ. τὸ ἐκεῖ ἔστι δὲ ἃ καὶ πρὸς ἄλλων ξυγγεγραμμένα, ὅτι καὶ αὐτὰ ἀξιαφήγητά τέ μοι ἔδοξε καὶ οὐ πάντῃ ἄπιστα, ὡς λεγόμενα μόνον ὑπὲρ Ἀλεξάνδρου ἀνέγραψα καὶ τὸ σχετικὸ κυρίως μὲ τὴν πρόβλεψη τοῦ Ἀλέξανδρου ἐδῶ χωρίο (στ. 18-19) καὶ τοῦτο οὔτε ὡς ἀτρεκὲς οὔτε ὡς ἄπιστον πάντηι ἀνέγραψα, καὶ ἄλλες παρόμοιες πρὸς τὶς ἐδῶ ἐκφράσεις, ὅπου μάλιστα ἀπαντοῦν οἱ ἴδιες λέξεις ἀτρεκὲς (βλ. κατωτ.) καὶ ἀναγράφω (Ἀλεξ. Ἀνάβ. 7.14.3 ὧν οἱ τὰ ἀτάσθαλα ἀναγράψαντες, Ἰνδ. 3.4.3 τὰ δὲ ἐπέκεινα οὐκέτι ὡσαύτως ἀτρεκέα (...) φήμας δὲ ὅσοι ἀνέγραψαν (...) λέγουσι, 10.2.2 πόλεων δὲ καὶ ἀριθμὸν οὐκ εἶναι ἂν ἀτρεκὲς ἀναγράψαι τῶν Ἰνδικῶν ὑπὸ πλῆθος, 15.7.3 καὶ ἐγὼ ὅτι οὐδὲν τούτου ἀτρεκέστερον ἀναγράψαι ἔχω, κ.ἄ.). Ἀκολουθοῦν τὰ δύο ἐπιχειρήματά του: πρῶτον, ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους δὲν μνημονεύει αὐτὴν τὴν πρεσβεία (ὡς σταλείσης στὸ κείμενο, μὲ τὸ ὡς νὰ δίνει χροιὰ ὑποκειμενικότητας στὴν κατηγορ. μετοχή), οὔτε τῶν τὰ Ἀλεξάνδρου γραψάντων ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων τὴ γνώμη ἐκτιμᾶ ἰδιαίτερα (γιὰ τοὺς λόγους ποὺ ἐξέθεσε στὸ Προοίμιο τοῦ ἔργου του)· καὶ δεύτερον, ὁ ἐλεύθερος χαρακτήρας τοῦ τότε Ρωμαϊκοῦ πολιτεύματος ἦταν ἀπαγορευτικὸς γιὰ τέτοιου εἴδους καὶ τόσο μακρινὲς ἀποστολές, καὶ μάλιστα χωρὶς κανένα κίνητρο γιὰ τοὺς πολίτες, ἀφοῦ οὔτε φοβοῦνταν οὔτε προσδοκοῦσαν κάποιο κέρδος ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο, μίσει τε, εἴπερ τινὰς ἄλλους, τοῦ τυραννικοῦ γένους τε καὶ ὀνόματος κατεχομένους.

Τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ ἴσχυσαν καὶ στὴ νεώτερη ἔρευνα, ὑπὸ τὸ φῶς ὅμως καὶ ἄλλων στοιχείων καὶ παρατηρήσεων ποὺ τὰ ἐνίσχυσαν ἢ τὰ ἀποδυνάμωσαν. Ὁ Η. Berve, Alexanderreich12 1. 326, π.χ., ἐξετάζοντας τὴν ἐπεκτατικὴ πολιτικὴ ποὺ εἶχε ἀρχίσει ἡ Ρώμη ἐκείνη τὴν ἐποχὴ προκαλώντας τὴν ἀντίδραση τῶν γειτόνων Σαμνιτῶν (ὁ πρῶτος Σαμνιτικὸς πόλεμος ἄρχισε τὸ 328 καὶ τελείωσε μὲ συνθήκη ὑποταγῆς τῶν Ρωμαίων), ὁδηγεῖται στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Σύγκλητος ἀρκετὰ ἔξυπνα ἐπιζητοῦσε τὴν ὑποστήριξη τοῦ Ἀλεξάνδρου, τοῦ ὁποίου ἄλλωστε ἡ μητέρα ἔλεγχε τὴν ἀπέναντι στεριὰ τῆς Ἠπείρου, καὶ δέχεται τὴν ἱστορικότητα τῆς πρεσβείας. Ὁ Α. Kaerst, Hellenism.13 509 κἑ., τονίζει ὅτι μόνο μὲ μεταγενέστερη χρονολόγηση τοῦ Κλείταρχου (μετὰ τὸν πόλεμο τοῦ Πύρρου) μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὴν ἱστορία αὐτὴ ὡς ἐπινόηση δική του. Ὁ L. Pearson, LHAl14 254-55, δέχεται πὼς μιὰ Ρωμαϊκὴ πρεσβεία, ὡς περίεργη ἱστορία, ἔχει θέση στὸν Κλείταρχο, ἀλλὰ σημειώνει πὼς μιὰ Ρωμαϊκὴ πρεσβεία συνοδευόμενη ἀπὸ προφητεία γιὰ τὸ μεγαλεῖο τῆς Ρώμης δύσκολα μπορεῖ νὰ ἀναμένεται μέχρι τὸν δεύτερον αἰ. ἀπὸ Κύπριο συγγραφέα (θεωρώντας ὡς πιθανὴ μιὰ χρονολογία περὶ τὸ 150 π.Χ. ἢ ἀργότερα γιὰ τὸν Ἄριστο). Ὁ Fr. Schachermeyr, ABabyl15 218 κἑ., στέκεται ἰδιαίτερα στὴν ὕπαρξη διπλωματικῶν σχέσεων μεταξὺ Ρώμης καὶ Μακεδονικοῦ βασιλείου, ὑποστηρίζοντας μὲ ἐπιφυλάξεις τὴν ἱστορικότητα τῆς πρεσβείας (βλ. καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Πλίνιο, καὶ τὴ χρονολόγηση τοῦ Θεόφραστου, Θεόπομπου, Κλείταρχου: σσ. 217-24). Ὁ P. A. Brunt, ArrA8 495 κἑ. (Appendix XXII), τονίζει πὼς κανεὶς στὴ Δύση δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος δὲν θὰ στρεφόταν σ' αὐτήν, κι ἡ Ρώμη εἶχε κάθε λόγο νὰ ἐπιζητήσει τὴ φιλία του, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι μιὰ Ρωμαϊκὴ πρεσβεία θὰ πρόσφερε ὑποταγή· τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Ἀρριανοῦ εἶναι ἀνάξια λόγου, καὶ δὲν φαίνεται νὰ ἔχει διαβάσει τὸν Κλείταρχο (ποὺ γράφει πολὺ νωρὶς γιὰ νὰ ἔχει ἐπηρεαστῆ ἀπὸ τὴ μεταγενέστερη δόξα τῆς Ρώμης)· κι ἡ πρεσβεία τῶν Ρωμαίων δὲν πέτυχε κάτι σημαντικό, ὥστε ἦταν εὔκολο νὰ ξεχαστῆ στὴν πολὺ ἐλλιπῆ χρονογραφικὴ παράδοση. Κι ὁ Α. Β. Bosworth, ArrA7 83 κἑ., προσθέτει πὼς ὁ Κλείταρχος, ποὺ γράφει κατὰ τὴν πρώτη γενιὰ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀλέξανδρου, δὲν εἶδε τίποτε τὸ ἐξαιρετικὸ στὴ Ρωμαϊκὴ πρεσβεία στὸν Ἀλέξανδρο, ἀλλά, καθὼς ἡ ἰσχὺς τῆς Ρώμης αὐξανόταν, οἱ δραματικὲς δυνατότητες τῆς συνάντησης ἔγιναν ἀντιληπτές· ὁ Ἄριστος καὶ ὁ Ἀσκληπιάδης ἔδωσαν μιὰν ἐπεξεργασμένη ἱστορία κολακευτικὴ καὶ γιὰ τὶς δύο πλευρές, κι ὁ Ἀρριανὸς αὐτὴν ἐπέλεξε νὰ κριτικάρει, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει πὼς δὲν γνώριζε καὶ ἄλλες παραλλαγὲς τῆς ἱστορίας (δὲν ὑπάρχει ὅμως ἔνδειξη πὼς ὁ Ἀρριανὸς χρησιμοποίησε τὸ ἔργο τοῦ Κλείταρχου). Ἄλλοι ἄλλα. Ὁ J. G. Droysen (ΙΜΑ1 673 κἑ.), λ.χ., θεωρεῖ πὼς μόνο ἀπὸ τὴν ὅλη κατάσταση στὴν Ἰταλία θὰ μποροῦσε νὰ συναχθῆ ἔμμεσα πὼς γεννιόταν θέμα Ρωμαϊκῆς πρεσβείας, ἀλλὰ δὲν ἐκδηλώνεται σαφῶς ὑπὲρ τῆς ἱστορικότητάς της· ἀπὸ τὴ μιὰ σημειώνει ὅτι ἡ προνοητικὴ κυβέρνηση τῶν πατρίκιων τῆς Ρώμης θὰ ἔκρινε φρόνιμο –μελετώντας τὴν κατάσταση τῶν Ἑλληνικῶν πόλεων τῆς Καμπανίας– νὰ ἐξασφαλίσει τὴν εὔνοια αὐτοῦ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε κατεξοχὴν νὰ φοβᾶται τὴν ἀντίρρηση, καὶ δέχεται τὴ μαρτυρία τοῦ Κλείταρχου· ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀναφέρει τὸ χωρίο ἀπὸ τὸν Τίτο Λίβιο 9.18 ne fama quidem illis notum arbitror fuisse (γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο) ὡς ἐπίσης βαρύνουσας σημασίας ὅσο καὶ ἡ σιωπὴ τῶν Ρωμαίων χρονογράφων (βλ. καὶ Bengtson GrG16 Ι. 346-47 σημ. 5, ὅπου ἀπορρίπτεται ἡ ὑπόθεση τῆς ἱστορικότητας τῆς πρεσβείας).

Ἐνδιαφέρουσα εἶναι καὶ ἡ κριτικὴ τοῦ Jacoby3 (ΙΙD. 496-97) στὸ χωρίο μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Κλείταρχου (βλ. ἀνωτ.) ὅπου ὑποστηρίζεται (μὲ παραπομπὲς στὶς ἀρχαῖες πηγὲς καὶ στὴ βιβλιογραφία) ὅτι δὲν μπορεῖ κανεὶς τόσο ἁπλά, ὅπως πράττει ὁ Berve12, νὰ ἀναθεωρήσει τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Ἀρριανοῦ· ἀναμφίβολα ἡ προφητεία τοῦ Ἀλέξανδρου γιὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς Ρώμης πρέπει νὰ ἐπινοήθηκε ἀπὸ τὸν Ἄριστο καὶ τὸν Ἀσκληπιάδη καὶ νὰ προστέθηκε στὴν ἁπλὴ παράδοση τοῦ Κλειτάρχου (θέση ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὴ μὲ βάση τὴν τρομακτικὴ φήμη τοῦ Ἀλέξανδρου εἰδικὰ μετὰ τὸν θάνατό του)· ἀπὸ τὴν ἄλλη, εἶναι ἡ δεύτερη ἐνδιαφέρουσα παρατήρηση τοῦ Jacoby3, στὸ κείμενο τοῦ Ἀρριανοῦ λίγο πρὶν (στ. 4 κἑ.) ἐκφράζεται ἀμφιβολία καὶ γιὰ τὴν πρεσβεία τῶν Καρχηδονίων (καὶ Καρχηδονίους τότε πρεσβεῦσαι λέγεται), καὶ τὸ ἴδιο προφανῶς ἰσχύει γιὰ τὰ ἀμέσως ἑπόμενα καὶ ἀπὸ Αἰθιόπων πρέσβεις ἐλθεῖν καὶ Σκυθῶν τῶν ἐκ τῆς Εὐρώπης κ.λπ., ὅπως δείχνει ἡ χρήση ἀπαρεμφ. ἐξαρτώμενων ἀπὸ τὸ λέγεται, κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἱστορικὸς δὲν εἶχε πηγὲς ἀξιόπιστες ἐν προκειμένῳ, κι ἀμφιβάλλει γιὰ τὶς πρεσβεῖες αὐτές· τὸ ὅτι παραθέτει –μὲ τὸ λέγεται ἁπλῶς– χωρὶς συζήτηση σχετικὴ τὴν πληροφορία, φαίνεται νὰ ὑποδηλώνει καὶ τὶς ἀμφιβολίες του ἀλλὰ καὶ τὴν ἔλλειψη ἐπιχειρημάτων. Τὸ ὅτι, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀναφέρει ὀνομαστικὰ τοὺς Ἄριστο καὶ Ἀσκληπιάδη γιὰ τὰ σχετικὰ μὲ πρεσβεία τῶν Ρωμαίων καὶ ἐκθέτει τὴν ἄποψή τους σημαίνει ὅτι παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις του γιὰ τὴν ἱστορικότητά τους βρίσκει τὰ λεγόμενά τους ἀξιαφήγητα· κι ἔχει ἐπιχειρήματα γιὰ συζήτηση, καὶ θέλει νὰ τὰ ἐκθέσει, ὡς μιὰ καλὴ περίπτωση νὰ δείξει τὴν κριτική του ἱκανότητα καὶ τὴ διαφορά του ἀπὸ τοὺς προγενεστέρους ποὺ συνέγραψαν τὰ τοῦ Ἀλεξάνδρου. Ὁ Jacoby3, τέλος, δέχεται ὅτι ὑπῆρχαν διπλωματικὲς σχέσεις Ρώμης – Ἀλεξάνδρου, καὶ καταλήγει: «ἀλλὰ στὴ Βαβυλώνα καμιὰ Ρωμαϊκὴ πρεσβεία δὲν ἐμφανίστηκε». Ἡ θέση ὅμως αὐτὴ φαίνεται ἀπόλυτη γιὰ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου, καὶ μάλιστα τὴ στιγμὴ ποὺ αὐτὸς θεωροῦνταν καὶ ἦταν ρυθμιστὴς τῶν καταστάσεων σὲ ὅλον τὸν τότε γνωστὸ κόσμο.

Ἡ συνοπτικὴ ἐξέταση τῶν ἀπόψεων ἄλλων ἐρευνητῶν ποὺ ἐπιχειρεῖται ἀπὸ τὸν J. Seibert (AGr17 172-73) ἀποδεικνύει ὡς πραγματικὰ ἀμφιλεγόμενο σημεῖο τὸ θέμα μας: Ἀπὸ τὸν W. Tarn4 (ὅ.π. 21-26), ποὺ πιστεύει ὅτι τὸ λέγεται γιὰ τὴν πρεσβεία τῶν Καρχηδονίων συντάσσεται μὲ τὸ πρέσβεις ἐλθεῖν καὶ ἀναφέρεται σὲ ὅλες τὶς ἄλλες πρεσβεῖες, ὁπότε ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐπινοήματα –συγγραφέως ποὺ στὸ τέλος τοῦ 1ου π.Χ. αἰ. εἶχε ἀποδώσει τὸ δικό του ἔργο στὸν Κλείταρχο καὶ τὸν ὁποῖο οἱ δύο Κύπριοι συγγραφεῖς χρησιμοποίησαν– καὶ ὁ Ἀλέξανδρος δὲν δέχτηκε ποτὲ καμιὰ πρεσβεία (βλ. καὶ Bury – Meiggs18 ΙΑΕ Γ΄ 767), μέχρι τοὺς Ε. Pais, Ε. Mederer, Μ. Sordi, Α. Kaerst13, Fr. Schachermeyr15 καὶ P. A. Brunt8, ποὺ ὑποστηρίζουν τὴν ἱστορικότητα τῆς Ρωμαϊκῆς πρεσβείας (βλ. καὶ τὴ βιβλιο­γραφικὴ συμπλήρωση τοῦ Ρ. Ἀποστολίδη στὴ σχετικὴ σημείωση τοῦ Droysen1, 674-75 σημ. 1245), τὸ ἐρώτημα ἐξακολουθεῖ νὰ βασανίζει τοὺς ἐρευνητές. Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι τόσοι διαπρεπεῖς ἐπιστήμονες τάσσονται μὲ τὸ μέρος τοῦ Ἄριστου καὶ τοῦ Ἀσκληπιάδη, εἶναι ἀφ' ἑαυτοῦ ἰδιαίτερα σημαντικό.

19. ἀτρεκὲς: ἀρσ. ἀτρεκής, “strict, precise, exact, (...) rarely of persons, exact, strict (...) 2. sure, certain (...). ΙΙ. Hom. has only Adv. ἀτρεκέως (neut. as Adv., ἀτρεκές, ἀτρεκὲς ... βαλὼν accurately (...); δεκὰς . precisely, Od. 16.245): mostly with the Verbs ἀγορεύειν, καταλέξαι, tell truly, exactly” κ.λπ. (LSJ99, πβ. LSΚ10: πραγματικός, ἀληθής / ἀκριβής / βέβαιος, ἀσφαλής, κ.λπ., παραπέμποντας γιὰ τὴν ἐτυμ. στὸ τρέπω καὶ ἐκεῖ σημειώνοντας ὅτι «Ὁ Κούρτ. ἀναφέρει εἰς τὴν αὐτὴν ρίζαν [...] ὡσαύτως τὸ -τρακ-τος, Σανσκρ. tark-us, καὶ ἴσως τὰ -τρεκ-ής, = -τροπ-ος»)· βλ. καὶ Hofmann – Παπαν.19 σ.λ. ἄτρακτος: «“τὸ «ἀδράχτι»· βέλος”, ἀτρεκής “ἀπροκάλυ­πτος, ἀληθὴς” (κυρ. “ὁ μὴ περιεστραμμένος”): ὡς σημαῖνον «ξυλάριον πρὸς περιτύλιξιν» (ἀ- = ἐν, εἰς;), συγγ. τοῖς ἀρχ. ἰνδ. tarkúḥ = ἄτρακτος, ἀρχ. ἐκκλ. σλαβ. trakr = ταινία, ζώνη, λατ. torqueō = στρέφω», πβ. Chantraine20 σ.λ. ἀτρεκής: “Les sens de ces mots invite à poser la valeur originelle de « *non tourné, *non tordu, droit, exact » et à admettre un composé de ἀ-privatif et *τρέκος, en rapprochant skr. tarku- « guenouille », lat. torqueō, voir sous ἄτρακτος”, σημειώνοντας ὅμως ὅτι εἶναι δύσκολη ἡ συσχέτιση μὲ τὸ Λατ. torqueō (καὶ παραπέμποντας στὸν Schwyzer, GrGr21 1. 299). Στὴν Ἀττ. τὸ ἀτρεκὴς ἔχει κατὰ κανόνα ἀντικατασταθῆ ἀπὸ τὸ ἀκριβής, καὶ τὸ ἀτρέκεια ἀπὸ τὸ ἀκρίβεια (βλ. LSJ99 καὶ Chantraine20 ὅ.π.)· στὸν Πίνδ. Ὀλ. 10.13 Ἀτρέκεια (προσωποπ., “Strict Justice” LSJ99 σ.λ. ἀτρέκεια ΙΙ.1, μὲ παρα­πομπὴ καὶ στὸν Εὐρ. ἀπόσπ. 91 Nauck22, ὅπου ὅμως ἀτρέκεια). Ἀξίζει νὰ σημειώσει κανεὶς καὶ τὰ σχετικὰ σχόλια στὸ CIl καὶ στὸ COd· βλ. κυρίως σχόλ. στὸ Ε 208 (ΙΙ. 81-82, τοῦ Kirk23, ποὺ θεωρεῖ τὸ ἐδῶ ἀτρεκὲς ὡς ἐπίθ. μὲ μεταφορικὴ σημασία, ἴσως “real blood”, μὲ τὸ ἀτρεκὴς νὰ σημαίνει “true, unswerving”, καὶ ἐτυμ. “from ἀ- *τρέκος, cf. Lat. torqueo”), Κ 384 (ΙΙΙ. 192, Hainsworth24), α 169 (COd25 Ι. 98, St. West, μὲ παραπομπὴ στὸν K. O'Nolan, “Doublets in the Odyssey”26, CQ 28 [1978] 23-27), π 245 δεκὰς ἀτρεκὲς (ΙΙ. 277, Hoekstra27), μὲ τὴν ἀξιόλογη παρατήρηση ὅτι ἡ σημασία “«truly», «surely» (Leaf, Ameis – Hentze)” δὲν εἶναι καθόλου βέβαιη, κι ὅτι τὸ «“precisely”, “exactly” (with βαλών, LSJ9)» φαίνεται προτιμότερο, προσθέτοντας ὅτι αὐτὸ φαίνεται νὰ ἐξελίσσεται στὸ “simply” (μὲ παραπομπὴ στὸν Ἱπποκρ., Περὶ ἄρθρων ἐμβολῆς 14 ἢν ἀτρεκέως ἀπακαυλισθῇ) καὶ ὅτι αὐτὴ φαίνεται νὰ εἶναι ἐδῶ ἡ σημασία (“μόνον schol.”, μὲ ἀντίθ. τὸ πολὺ πλέονες τοῦ στ. 246). Στὸ ἐδῶ χωρίο τοῦ Ἀρρ. τὸ ἀτρεκές, ἀντιτιθέμενο στὸ ἄπιστον πάντηι (παντελῶς ἢ ὁλοσχερῶς ἀπίστευτο / ἀναξιόπιστο), φαίνεται νὰ σημαίνει τὸ ἀκριβές μᾶλλον παρὰ τὸ ἀληθές (τὸ πλήρως ἀληθινό). Ἐξηγεῖται ἔτσι καλύτερα ἡ προσεκτικὴ διατύπωση τοῦ Ἀρρ. (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 13-28), μὲ τὸ καὶ τοῦτο οὔτε ὡς ἀτρεκὲς οὔτε ὡς ἄπιστον πάντηι νὰ ἀναφέρεται κυρίως στὰ περὶ πρόβλεψης τοῦ Ἀλέξανδρου γιὰ μελλοντικὴ δόξα τῶν Ρωμαίων, καὶ τὸ πλήν γε δὴ νὰ δείχνει τὰ ὅρια τῶν ἐπιφυλάξεων τοῦ Ἀρριανοῦ· καὶ γίνεται πιὸ πειστικὴ ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα γιατὶ ὁ Ἀρρ. συμπεριέλαβε τὴ διήγηση τοῦ Ἄριστου καὶ τοῦ Ἀσκληπιάδη στὸ ἔργο του.

22-23. Πτολεμαῖος Λάγου:Πτολεμαῖος Α΄ Σωτήρ (περ. 367/6 - 283 ἢ 282 π.Χ.). Γιὸς τοῦ Μακεδόνα Λάγου (βλ. Σοῦδ. σ.λ., ὃς Ἀρσινόην ἔγημε τὴν Πτολεμαίου τοῦ Σωτῆρος μητέρα. τοῦτον δὲ τὸν Πτολεμαῖον οὐδέν οἱ προσήκοντα ἐξέθηκεν ἄρα Λάγος ἐπ' ἀσπίδος χαλκῆς, ἀλλὰ τὸν προστάτευσε ἕνας ἀετὸς καὶ ἀπὸ τὴ ζέστη καὶ τὴν πολλὴ βροχὴ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀγελαίους ... ὄρνιθας, διασπᾶν δὲ ὄρτυγας καὶ τὸ αἷμα αὐτῷ παρέχειν τροφὴν ὡς γάλα). Ἑταῖρος, σωματοφύλαξ καὶ ἐδέατρος, τὸν ἀκολούθησε στὶς ἐκστρατεῖες του, ὅπου καὶ διακρίθηκε ἰδιαίτερα. Σατράπης τῆς Αἰγύπτου ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ θέρους τοῦ 323, αὐτοανακηρύχθηκε βασιλιὰς τὸ 305/4 (OCD28 σ.λ. / Hamilton PlutA29 206 / ΙΕΕ30 Δ΄ 517)· ἐπεξέτεινε τὴν κυριαρχία του στὴν Παλαιστίνη καὶ τὴν Κύπρο καὶ σὲ τμήματα τῆς Μ. Ἀσίας καὶ τοῦ Αἰγαίου, καὶ ἔθεσε τὶς βάσεις ὀργάνωσης τοῦ Πτολεμαϊκοῦ κράτους (βλ. OCD28 καὶ RE31 σ.λ. [μὲ τὴν παλαιότερη βιβλιογρ.]· ΙΕΕ30 Δ΄ 14 κἑ. καὶ κυρίως 240 κἑ. [βλ. Πίν. σ. 537] μὲ βιβλιογρ. στὶς σσ. 526 κἑ.· Βράχα ΕΚ32, Homossany Μελέτες33, καὶ ΑΚυΓ234 σχόλ. σ.στ. 11 Ε1.b-c γιὰ ἐπιμέρους πτυχὲς σὲ σχέση μὲ τὴν Κύπρο, μὲ πλούσια βιβλιογραφία· Hamilton29 ὅ.π. 27 κ.ἀ. [βλ. Ind.], μὲ παραπομπές). Βασιλεὺς ἤδη γράφει –πρὸ τοῦ 301– τὴν καλύτερη ἢ μιὰν ἀπὸ τὶς καλύτερες Ἱστορίες τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου (FGrH3 138 Τ 1 καὶ F 1-35 μὲ σχόλ.: ΙΙΒ. 498-508), ἀποτελώντας μαζὶ μὲ τὸν Ἀριστόβουλο (καὶ Ἀριστόβουλος ἐδῶ [στ. 23], βλ. καὶ ἀνωτ. F1 σχόλ. σ.στ. 6 σ.λ. Ἀριστόβουλος) τὶς ἀγαπημένες πηγὲς τοῦ Ἀρριανοῦ (τῶν τὰ Ἀλεξάνδρου γραψάντων, οἷστισι μᾶλλον ἐγὼ ξυμφέρομαι ἐδῶ [στ. 21-22], βλ. καὶ Προοίμ., ὅ.π.).

  1. Droysen, J. G. (1988), Ἱστορία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, τóμ. I-II, Ἀθῆναι.a↑ b↑ c↑
  2. Rose, H. J. (1980), Ἱστορία τῆς Λατινικῆς Λογοτεχνίας, μτφρ. Γρόλλιος, Κ. Χ.τóμ. Α´- Β´, Ἀθήνα.a↑ b↑
  3. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  4. Tarn, W. W. (1948), Alexander the Great, Vols. I-II, Cambridge.a↑ b↑ c↑
  5. Mayhoff, C. (1875-1906), Plinii Secundi Naturalis Historiae libri XXXVII, Vols. I-VI, Leipzig.a↑ b↑
  6. Rackham, H. & et al. (1938-1963), Pliny, Natural History, Loeb Classical Library London.
  7. Bosworth, A. B. (1980-1996), A Historical Commentary on Arrian's History of Alexander, Vols. I-II, Vol. vol. I: Commentary on Books I-III / vol. II: Commentary on Books IV-V, Oxford.a↑ b↑
  8. Brunt, P. A. (1976-1983), Arrian, Anabasis Alexandri, Vols. I-II, Loeb Classical Library London.a↑ b↑ c↑
  9. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  10. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑
  11. Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg .
  12. Berve, H. (1926), Das Alexanderreich auf prosopographischer Grundlage, München.a↑ b↑
  13. Kaerst, A. (1927), Geschichte der Hellenismus, Vol. 1, 3d ed., Leipzig.a↑ b↑
  14. Pearson, L. (1960), The Lost Histories of Alexander the Great, Philological Monographs,no. 20, ed. by F. R. Walton New York.
  15. Schachermeyr, F. (1970), Alexander in Babylon und die Reichsordnung nach seinem Tode, Kommissionsverlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Historische Klasse,268.3 Wien.a↑ b↑
  16. Bengtson, H. (1950-1969), Griechische Geschichte von der Anfängen bis in die Römische Kaiserzeit, München.
  17. Seibert, J. (1972), Alexander der Grosse, Ertäge der Forschung,10 Darmstadt.
  18. Bury, B. & Meiggs R. (1978-1986), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας (μέχρι τὸ θάνατο τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου), τóμ. Α΄-Γ΄, Ἀθήνα.
  19. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .
  20. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑
  21. Schwyzer, E. (1939), Griechische Grammatik: auf der Grundlage von Karl Brugmans Griechischer Grammatik, München.
  22. Nauck, A. (1889), Tragicorum Graecorum Fragmenta, 2nd ed., Leipzig.
  23. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1990), The Iliad: A Commentary, Vol. II: books 5-8, Cambridge.
  24. Hainsworth, B. & Kirk G. S. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. III: books 9-12, Cambridge.
  25. Heubeck, A., West S. & Hainsworth J. B. (1988), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume I: Books I-VII, Oxford.
  26. Nolan, K. O. ' (1978), Doublets in the Odyssey, 28.1 23-37.
  27. Heubeck, A. & Hoekstra A. (1989), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume II: Books IX-XVI, Oxford.
  28. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.a↑ b↑
  29. Hamilton, J.. R. (1969), Plutarch, Alexander: A Commentary, Oxford.a↑ b↑
  30. (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι.a↑ b↑
  31. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .
  32. Βράχας, Φ. (1984), Ἑλληνιστικὴ Κύπρος, Ἀθήνα.
  33. el Hommossany, N. (1994), Μελέτες πάνω στους θεσμούς των πόλεων της Κύπρου κατά την Πτολεμαϊκή περίοδο, Αθήνα.
  34. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.