You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Strab. Geogr. 15.3.7-8

1(7) Εἶτ' εἰς Πασαργάδας ἧκε (sc. Ἀλέξανδρος)· καὶ τοῦτο δ' ἦν

βασίλειον ἀρχαῖον. ἐνταῦθα δὲ καὶ τὸν Κύρου τάφον  εἶδεν ἐν

παραδείσωι, πύργον οὐ μέγαν τῶι δάσει τῶν δένδρων ἐναπο-

κεκρυμμένον, κάτω2 μὲν στερεὸν ἄνω δὲ στέγην ἔχοντα καὶ

 σηκὸν στενὴν τελέως ἔχοντα τὴν εἴσοδον, δι' ἧς παρελθεῖν εἴσω

φησὶν Ἀριστόβουλος  κελεύσαντος τοῦ βασιλέως καὶ κοσμῆσαι

τὸν τάφον· ἰδεῖν δὲ κλίνην τε χρυσῆν καὶ τράπεζαν σὺν ἐκπώ-

μασι καὶ πύελον χρυσῆν καὶ ἐσθῆτα πολλὴν κόσμον τε λιθο-

κόλλητον. κατὰ μὲν οὖν τὴν πρώτην ἐπιδημίαν ταῦτ' ἰδεῖν·

ὕστερον δὲ συληθῆναι· καὶ τὰ μὲν ἄλλα ἐκκομισθῆναι τὴν δὲ

κλίνην θραυσθῆναι μόνον καὶ τὴν πύελον, μεταθέντων τὸν νε-

κρόν, δι' οὗ δῆλον γενέσθαι διότι3 προνομευτῶν ἔργον ἦν, οὐχὶ

τοῦ σατράπου, καταλιπόντων μὴ δυνατὸν ἦν ῥαιδίως ἐκκο-

μίσαι· συμβῆναι δὲ ταῦτα, καίπερ φυλακῆς περικειμένης μά-

γων4 , σίτισιν5 λαμβανόντων καθ' ἡμέραν πρόβατον, διὰ μηνός δ'

ἵππον· ἀλλ' ὁ ἐκτοπισμὸς τῆς Ἀλεξάνδρου στρατιᾶς εἰς Βά-

κτρα καὶ Ἰνδοὺς πολλά τε ἄλλα νεωτερισθῆναι παρεσκεύασε

καὶ δὴ καὶ τοῦθ' ἓν τῶν νεωτερισθέντων ὑπῆρξεν. οὕτω μὲν

οὖν Ἀριστόβουλος εἴρηκε, καὶ τὸ ἐπίγραμμα  δὲ ἀπομνημονεύ-

ει τοῦτο· « ἄνθρωπε, ἐγὼ Κῦρός εἰμι ὁ τὴν ἀρχὴν τοῖς Πέρ-

σαις κτησάμενος καὶ τῆς Ἀσίας βασιλεύς· μὴ οὖν φθονήσηις

μοι τοῦ μνήματος». Ὀνησίκριτος ↓ δὲ τὸν μὲν πύργον δεκάστε-

γον  εἴρηκε· καὶ ἐν μὲν τῆι ἀνωτάτω στέγηι κεῖσθαι τὸν Κῦρον,

ἐπίγραμμα δ' εἶναι Ἑλληνικὸν Περσικοῖς κεχαραγμένον γράμ-

μασιν· «Ἐνθάδ' ἐγὼ κεῖμαι Κῦρος βασιλεὺς βασιλήων6 », καὶ

ἄλλο περσίζον πρὸς τὸν αὐτὸν νοῦν. (8) Μέμνηται δ' Ὀνησί-

κριτος καὶ τὸ ἐπὶ τοῦ Δαρείου7 τάφωι γράμμα8  τόδε· «Φίλος ἦν

τοῖς φίλοις· ἱππεὺς καὶ τοξότης ἄριστος ἐγενόμην· κυνηγῶν

ἐκράτουν· πάντα ποιεῖν ἠδυνάμην». Ἄριστος δ' ὁ Σα-

λαμίνιος πολὺ μέν ἐστι νεώτερος τούτων · λέγει δὲ δίστεγον

τὸν πύργον καὶ μέγαν · ἐν δὲ τῆι Περσῶν διαδοχῆι ἱδρῦ­σθαι,

φυλάττεσθαι δὲ τὸν τάφον· ἐπίγραμμα δὲ τὸ λεχθὲν καὶ ἄλλον

Περσικὸν πρὸς τὸν αὐτὸν νοῦν. τοὺς δὲ Πασαργάδας ἐτίμησε

Κῦρος, ὅτι τὴν ὑστάτην μάχην ἐνίκησεν Ἀστυάγην ἐνταῦθα

τὸν Μῆδον καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς Ἀσίας μετήνεγκεν εἰς ἑαυτόν,

καὶ πόλιν ἔκτισε καὶ βασίλειον κατεσκεύασε τῆς νίκης μνημεῖον .

  1. [Vid. FGrH 139 F 51b εἶτ'τοῦ μνήματος, 134 F 34 Ὀνησίκριτοςνοῦν et 35 μέμνηταιἠδυνάμην, 143 F 1 Ἄριστοςνοῦν; ΑΚΕΠ Γα΄ 73.2 εἶτ'τὴν εἴσοδον, οὕτω μὲν οὖντὸν αὐτὸν νοῦν; Strab. Geogr., edd. Koraës, Kramer, Müller, Meineke, Lloyd-Jones. Distinxerunt alius alio.]
  2. 4 κάτωθεν moz (vid. Kramer), Koraës
  3. 12 γενέσθαι διότι Meineke (cf. supra 3F2.2): γενέσθαι, διότι cett.
  4. 14-15 Μάγων aut μάγων edd.
  5. 15 σίτισιν Strab. codd. et edd.: σίτησιν Jacoby (fortasse recte; vid. LSJ9 s.vv. σίτησις et σίτισις)
  6. 25 βασιλέων Koraës («συνάδουσα τῷ Ἀῤῥιανῷ» adnot., IV p. 324)
  7. 27 τῷ ante Δαρείου moxz, Koraës (τοῦ plerique) ‖
  8. ἐπίγραμμα i («atque ita [sc. γράμμα] haud dubie scribendum» Kramer; cf. et vv. 19 et 24 supra et 32 infra).
Στράβ. Γεωγρ. 15.3.7-8

(7) Ἔπειτα (ὁ Ἀλέξανδρος) ἔφτασε στὶς Πασαργάδες· καὶ αὐτὲς

ἦταν παλιὰ βασιλικὴ πρωτεύουσα. Ἐδῶ εἶδε καὶ τὸν τάφο τοῦ Κύ-

ρου μέσα σ' ἕναν παραδεισένιο κῆπο, ἕναν πύργο ὄχι μεγάλο κρυμ-

μένο μέσ' στὸ δάσος τῶν δέντρων, συμπαγῆ κάτω κι ἔχοντας ἀπὸ

πάνω στέγη καὶ σηκὸ πού 'χε ἐντελῶς στενὴ τὴν εἴσοδο, ἀπὸ τὴν

ὁποία ὁ Ἀριστόβουλος λέει ὅτι πέρασε μέσα κατ' ἐντολὴ τοῦ βασι-

λιᾶ καὶ κόσμησε τὸν τάφο· κι εἶδε κλίνη χρυσῆ καὶ τράπεζα μὲ πο-

τήρια καὶ χρυσῆ σαρκοφάγο καὶ ἐνδύματα πολλὰ καὶ κοσμήματα μὲ

πολύ­τιμους λίθους. Κατὰ τὴν πρώτη λοιπὸν ἐπίσκεψή του αὐτὰ εἶδε·

ὕστερα ὅμως συλήθηκε ὁ τάφος καὶ τὰ μὲν ἄλλα ἀφαιρέθηκαν ἐνῶ ἡ

κλίνη ἔσπασε μόνο κι ἡ σαρκοφάγος, ἀφοῦ μετακίνησαν τὸν νεκρό,

ἀπὸ τὸ ὁποίο ἔγινε φανερὸ ὅτι ἦταν δουλειὰ λεηλατητῶν, ὄχι τοῦ

σατράπη, ποὺ ἄφησαν ὅ,τι δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ πάρουν μαζί τους· κι

αὐτὰ συνέβησαν, μολονότι ὑπῆρχε γύρω φρουρὰ ἀπὸ μάγους, πού

'παιρναν καθημερινὰ γιὰ τροφὴ ἕνα πρόβατο καὶ κάθε μήνα ἕναν

ἵππο· ἀλλ' ἡ μετακίνηση τῆς στρατιᾶς τοῦ Ἀλέξανδρου στὰ Βάκτρα

καὶ στοὺς Ἰνδοὺς εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ συμβοῦν κι ἄλλες μετα-

βολὲς πρὸς τὸ χειρότερο, καὶ αὐτὴ ἀσφαλῶς ἦταν μία ἀπὸ τὶς κακὲς

συνέπειες. Ἔτσι λοιπὸν ἔχει μιλήσει (γι' αὐτὰ) ὁ Ἀριστόβουλος, κι

ἀνακαλεῖ στὴ μνήμη τὸ ἑξῆς ἐπίγραμμα· «Ἄνθρωπε, ἐγὼ εἶμαι ὁ

Κύρος ποὺ ἵδρυσε τὴν αὐτοκρατορία γιὰ τοὺς Πέρσες καὶ τῆς Ἀ-

σίας βασιλιάς· μὴ μοῦ ζηλέψεις λοιπὸν γιὰ τὸ μνῆμα». Ὁ Ὀνησίκρι-

τος ὅμως ἔχει πεῖ τὸν τάφο δεκαώροφο· καὶ πὼς στὸν πάνω πάνω

ὄροφο ἦταν θαμμένος ὁ Κύρος, κι ὑπῆρχε ἕνα ἐπίγραμμα Ἑλληνικὸ

χαραγμένο μὲ Περσικὰ γράμματα· «Ἐδῶ ἐγὼ κεῖμαι ὁ Κύρος ὁ

βασιλεὺς τῶν βασιλέων», καὶ ἕνα ἄλλο στὰ Περσικὰ μὲ τὸ ἴδιο νόη-

μα. (8) Μνημονεύει δὲ ὁ Ὀνησίκριτος καὶ τὴν ἀκόλουθη ἐπιγραφὴ

στὸν τάφο τοῦ Δαρείου· «Φίλος ἤμουν στοὺς φίλους· ἱππέας καὶ το-

ξότης ἄριστος ἔγινα· τοὺς κυνηγοὺς νικοῦσα· τὰ πάντα νὰ κάνω μπο-

ροῦσα». Ὁ Ἄριστος ὁ Σαλαμίνιος εἶναι μὲν πολὺ νεώτερος

ἀπ' αὐτούς· λέει δὲ ὅτι ὁ πύργος ἦταν δίπατος καὶ μεγάλος, κι εἶχε

ἱδρυθῆ στὰ χρόνια τῶν Περσῶν διαδόχων, καὶ φυλασσόταν ὁ τάφος·

κι ὅτι τὸ (Ἑλληνικὸ) ἐπίγραμμα ποὺ ἀναφέρθηκε καὶ ἕνα ἄλλο Περ-

σικὸ εἶχαν τὸ ἴδιο νόημα· ἐτίμησε δὲ ὁ Κύρος τοὺς Πασαργάδες,

ἐπειδὴ ἐδῶ πέτυχε τὴν ὕστατη νίκη ἐναντίον τοῦ Ἀστυάγη τοῦ Μή-

δου καὶ πῆρε αὐτὸς στὰ χέρια του τὴν κυριαρχία τῆς Ἀσίας, καὶ

ἔκτισε πόλη καὶ κατασκεύασε μνημεῖο βασιλικὸ τῆς νίκης.

Σχόλια: 

2. τὸν Κύρου τάφον: Τὰ σχετικὰ μὲ τὸν τάφο τοῦ μονάρχη τῶν Ἀχαιμενιδῶν καὶ ἱδρυτῆ οὐσιαστικὰ τῆς Περσικῆς αὐτοκρατορίας Κύρου Β΄ (558-529 π.Χ.), γιὰ τὸν ὁποῖο γίνεται λόγος στὸ ἐδῶ ἀπόσπ., κατέχουν σημαντικὴ θέση στὶς διηγήσεις τῶν ἱστορικῶν τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου, καθὼς ὁ τελευταῖος ἤδη ἀπὸ τὸ 330, ὅταν πέρασε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὴ βασιλικὴ πόλη τῶν Πασαργάδων, ἔδειξε ἰδιαίτερο σεβασμὸ καὶ ἐνδιαφέρον κι ἔδωσε ἐντολὴ στὸν Ἀριστόβουλο νὰ φροντίσει γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τοῦ σωζόμενου μνημείου. Τὴ δεύτερη φορά, τὸ 324, ποὺ ἐπισκέφτηκε τὸ μέρος καὶ εἶδε τὸν τάφο συλημένο, μὲ ἰδιαίτερο ζῆλο ἐρεύνησε προσωπικὰ γιὰ τοὺς ἐνόχους, ἐνῶ ἀνέθεσε στὸν Ἀριστόβουλο τὶς ἴδιες ἐργασίες θέλοντας μᾶλλον νὰ ἀποδείξει τὴ σημασία ποὺ ἀπέδιδε στὴ διατήρηση τῆς μνήμης τόσο σπουδαίων προσωπικοτήτων τῆς Περσίας, τονίζοντας παράλληλα τὴ δική του θέση ὡς ἐκπολιτιστῆ καὶ συνεχιστῆ τῆς ἔνδοξης Περσικῆς δυναστείας.

Γι' αὐτὸ οἱ σχετικὲς διηγήσεις τόσο τοῦ Ἀρριανοῦ (Ἀλεξ. Ἀνάβ. 6.29.4-11= FGrH1 139 [ARISTOBULOS VON KASSANDREIA] F 51a) ὅσο καὶ τοῦ Στράβωνα (15.3.7) εἶναι ἀναλυτικές, συνοψίζοντας καὶ τὶς μαρτυρίες τοῦ Ἀριστόβουλου, ποὺ ὑπῆρξε αὐτόπτης μάρτυρας, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ὀνησίκριτου καὶ τοῦ Ἄριστου στὸν Στράβωνα. Ὁ Ἀριστόβουλος, κατὰ τὸν Ἀρριανό (ὅ.π.), περιγράφει τὸν τάφο στὸ βασιλικὸ ἄλσος τῶν Πασαργάδων ὡς ἑξῆς: τὰ κάτω λίθου τετραπέδου ἐς τετράγωνον σχῆμα πεποιῆσθαι, ἄνωθεν δὲ οἴκημα ἐπεῖναι λίθινον ἐστεγασμένον, θυρίδα ἔχον φέρουσα ἄνω στενήν, ὡς μόλις ἂν <εἶναι> ἑνὶ ἀνδρὶ οὐ μεγάλῳ πολλὰ κακοπαθοῦντι παρελθεῖν. ἐν δὲ τῷ οἰκήματι πύελον χρυσῆν κεῖσθαι, ἵνα τὸ σῶμα τοῦ Κύρου ἐτέθαπτο, καὶ κλίνην παρὰ τῇ πυέλῳ (...)· ἐπεγέγραπτο δὲ ὁ τάφος Περσικοῖς γράμμασι καὶ ἐδήλου Περσιστὶ τάδε· «Ὦ ἄνθρωπε, ἐγὼ Κῦρός εἰμι ὁ Καμβύσου ὁ τὴν ἀρχὴν Πέρσαις καταστησάμενος καὶ τῆς Ἀσίας βασιλεύσας· μὴ οὖν φθονήσῃς μοι τοῦ μνήματος». (Βλ. Α. Β. Bosworth ArrA2 47 κἑ., κεφ. “Aristobulus and Cyrus' Tomb”, μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία.) Ὁ Στράβων καταγράφει ἐκτὸς ἀπὸ τὰ λεγόμενα τοῦ Ἀριστόβουλου –χωρὶς καμιὰν οὐσιαστικὴ διαφορὰ ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Ἀρριανοῦ– καὶ αὐτὰ τοῦ Ὀνησίκριτου καὶ τοῦ Ἄριστου. Ὁ πρῶτος περιέγραφε τὸν τάφο ὡς πύργον δεκάστεγον (στ. 17-18, βλ. καὶ σημ. σ.λ.), μὲ τὴ λέξη πύργος νὰ σημαίνει κάποιαν ἰδιαίτερη κατασκευὴ ἀντιστοιχοῦσα στοὺς Ἑλληνικοὺς πύργους –κτίσματα τετράγωνα ἢ ἡμικυκλικὰ προσαρτημένα κυρίως στὰ τείχη πόλεων (βλ. LSJ93 σ.λ., καὶ ΑΚυΓ24 11 Ε12.2)– ἢ νὰ χρησιμοποιεῖται ἀντὶ τοῦ τετράπλευρου οἰκοδομήματος (βλ. D. Stronach Pasargadae5 25, μὲ βιβλιο­γραφία), γιὰ νὰ δώσει ἔμφαση στὸ μέγεθος τοῦ τάφου δηλώνοντας καὶ τὴν ὕπαρξη ὑποβάθρου στὸ ὁποῖο αὐτὸς ἦταν στημένος, καὶ τὸ δεκάστεγον νὰ σημαίνει αὐτὸν ποὺ ἔχει δέκα στέγες, δέκα στεγασμένους χώρους, ἢ καλύτερα δέκα ὀρόφους (βλ. LSJ93 σ.λλ. στέγη ΙΙ.2 “storey of a house” [ἡ στέγη < στέγω: προφυλάσσω, προστατεύω, κρατῶ στεγνό, καὶ ὄροφος < ἐρέφω: καθιστῶ σκιερὸ ἕνα μέρος, ὁπότε ὀροφὴ καὶ στέγη σημαίνουν τὸ ἴδιο πράγμα] καὶ δεκάστεγος “ten stories high” [μὲ παραπομπὴ στὸ ἐδῶ ἀπόσπ.], πβ. Χατζηιωάννου ΑΚΕΠ6 Γα΄ 73.2 ποὺ μεταφράζει «δεκαώροφος»), χωρὶς ὅμως νὰ ἀποκλείεται θεωρητικὰ ἀλλ' ἀντίθετα νὰ ἐπιβάλλεται στὴν ἐδῶ περίπτωση νὰ συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ διαφορετικὰ ἐπίπεδα τῆς συμπαγοῦς βάσεως, ὥστε νὰ δίνεται συνολικὰ ἡ ἐντύπωση ἑνὸς δεκαώροφου ἢ πολυώροφου οἰκοδομήματος (βλ. χαρακτηριστικὰ Schachermeyr AlGr7 483 κἑ. μὲ TAFEL 18: Das Kyros-Grab von Pasargadai, καὶ Stronach Pasargadae5 24-43 μὲ FIG. 9-21, ἀπ' ὅπου [FIG. 21] Bosworth2 ὅ.π. FIG. 1, σελ. 48)· καὶ πρόσθετε ὁ Ὀνησίκριτος (στ. 18 κἑ.) πὼς ὁ Κῦρος ἦταν θαμμένος στὸν τελευταῖο ὄροφο καὶ πὼς εἶχαν χαραχτῆ πάνω στὸν τάφο δύο ἐπιγράμματα στὴ μνήμη του, ἕνα Ἑλληνικὸ μὲ Περσικοὺς χαρακτῆρες καὶ ἕνα Περσικὸ μὲ τὸ ἴδιο νόημα.

Ὁ Ἄριστος ὁ Σαλαμίνιος, κατὰ τὸν Στράβωνα πάντα, περιγράφει καὶ αὐτός, ὅπως ὁ Ὀνησίκριτος, τὸν τάφο ὡς πύργον, τὸν ὀνομάζει ὅμως δίστεγον –δηλ. δίπατο ἀντὶ δεκαώροφο– καὶ μέγαν (στ. 30-31, βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ.)· προσθέτει δὲ δύο πληροφορίες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες τὸ ὅτι κτίστηκε κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Περσῶν διαδόχων δὲν φαίνεται νὰ ἀπαντᾶ ἀλλοῦ, ἐνῶ τὸ ὅτι φυλαγόταν ὁ τάφος ἀναφέρεται καὶ ἀπὸ τὸν Ἀριστόβουλο, ὁ ὁποῖος κάνει λόγο περὶ φυλακῆς περικειμένης μάγων, σίτισιν λαμβανόντων κ.λπ. (στ. 11-12) καὶ περιγράφει (Ἀρρ., § 7) οἴκημα σμικρὸν μέσα στὸν βασιλικὸ περίβολο τοῖς μάγοις πεποιημένον, οἳ δὴ ἐφύλασσον τὸν Κύρου τάφον ἔτι ἀπὸ Καμβύσου τοῦ Κύρου, παῖς παρὰ πατρὸς ἐκδεχόμενοι τὴν φυλακήν, καὶ ἦσαν ἐπιφορτισμένοι νὰ τελοῦν θυσία κάθε μήνα. Ὅσο γιὰ τὸ ἐπίγραμμα (βλ. κατωτ. στ. 19, 24, 32 σχόλ. σ.λ. ἐπίγραμμα καὶ στ. 27 σχόλ. σ.λ. γράμμα), ὁ Ἄριστος συμφωνεῖ με τὸν Ὀνησίκριτο ὅτι εἶχαν χαραχτῆ δύο, ἕνα Ἑλληνικὸ καὶ ἕνα Περσικό, δὲν δίνει ὅμως τὸ κείμενό τους, οὔτε ἀναφέρει –ὅπως ὁ Ὀνησίκριτος– ὅτι τὸ Ἑλληνικὸ ἐπίγραμμα ἦταν Περσικοῖς κεχαραγμένον γράμμασιν.

Ὁ τάφος τοῦ Κύρου ταυτίζεται σήμερα μὲ τὰ ἐρείπια ἑνὸς μνημείου στὶς Πασαργάδες ποὺ εἶναι γνωστὸ ὡς «Τάφος τῆς μητέρας τοῦ Σουλεϊμὰν» ἢ «Τάφος τῆς μητέρας τοῦ Σολομῶντος» (Mešhed-i māder-i Sulēiman ἢ Qabr-i Madar-i Sulaiman, Tomb of the Mother of Solomon: βλ. κυρίως Stronach ὅ.π. 24 κἑ. καὶ Bosworth ὅ.π. 47, στοὺς ὁποίους καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία). Τὸ ὑπόβαθρο αὐτοῦ τοῦ μνημείου ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἕξι συμπαγῆ κρηπιδώματα (πλατφόρμες), τετραγωνισμένα, τὸ μέγεθος τῶν ὁποίων μικραίνει καθὼς ἀνεβαίνουν σχηματίζοντας σκαλοπάτια. Πάνω στὸ κορυφαῖο κρηπίδωμα στέκει ἕνα μικρὸ οἴκημα, ὀρθογώνιο (316×218 ἑκ.), μὲ στενὴ εἴσοδο (78×131 ἑκ.), ποὺ πρέπει νὰ ἔκλεινε μὲ δύο πόρτες, μπροστὰ ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὑπῆρχε μικρὴ σκάλα, τώρα κατεστραμμένη. Ἕνας τετράγωνος χῶρος (30 μ. περίπου κάθε πλευρά) γύρω ἀπὸ τὸ μνημεῖο ὁρίζεται ἀπὸ 28 ὀρθοστάτες. Σὲ ἀπόσταση 2 χλμ. στὰ ΝΑ του ἔχει ἀνακαλυφθῆ ἕνα ἄλλο μνημεῖο, παρόμοιας κατασκευῆς, γνωστὸ ὡς «Φυλακὲς τοῦ Σουλεϊμάν» ἢ «Φυλακὲς τοῦ Σολομῶντος» (Zendan [Zindān]-i Sulaiman, ἢ Prison of Solomon), τὸ ὁποῖο ἐσφαλμένα ταυτίστηκε στὸ παρελθὸν (ἀπὸ τὸν F. Η. Weissbach, “Das Grab des Kyros und die Inschriften von Murghāb8”, ZDMG 48 [1894] 656 κἑ., καὶ ἄλλους) μὲ τὸν τάφο τοῦ Κύρου. (Βλ. Stronach9 ὅ.π. 25 καὶ 134, ὅπου συζήτηση τοῦ θέματος –μὲ βασικὸ ἐπιχείρημα ὅτι, ἐὰν συγκρίνουμε τὰ μεγέθη τῶν εἰσόδων τῶν δύο μνημείων, αὐτὴ τοῦ Ζεντάν [94×177 ἑκ.] σὲ καμμία περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ ταυτιστῆ μὲ τὴ στενὴ καὶ μικρὴ εἴσοδο ποὺ περιγράφει ὁ Ἀρριανός– καὶ βιβλιογραφία, καὶ CHIran10 2.849. Βλ. ἐπίσης RE11 Suppl. 4 σ.λ. Kyros 6., 1157 κἑ., ὅπου καὶ ἡ παλαιότερη βιβλιογραφία. Ὁ Ε. Herzfeld10, AHIran 34, παρατηρεῖ ὅτι ἡ σκέψη νὰ ὑψωθῆ αὐτὸς σὲ κλιμακωτὸ ὑπόβαθρο εἶναι σίγουρα Βαβυλωνιακὴ καὶ παραπέμπει στὰ ζιγκουράτ, μόνο ποὺ ἐκεῖ οἱ ἀναλογίες εἶναι πολὺ μεγαλύτερες· τὰ δ' ἕξι σκαλοπάτια εἶναι αὐτὰ ποὺ μετατρέπουν ἕνα μικρὸ οἴκημα σὲ ἱερὸ χῶρο. Στὴν CAH312 4. 204 διακρίνεται ὁ τάφος τοῦ Κύρου καὶ ἄλλα μνημεῖα ποὺ ἐμφανίζουν καὶ Ἰωνικὰ χαρακτηριστικὰ ἀπὸ τὰ μνημεῖα τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου καὶ ἀργότερα, ὅταν ἀρχίζει νὰ κυριαρχεῖ ἡ ἐπίδραση τῆς Αἰγύπτου πρὸς τὰ μεγάλα μεγέθη [ἑπομένως, στὴν παρατήρηση τοῦ Ἄριστου γιὰ τὸν χρόνο ἀνοικοδόμησης τοῦ τάφου θὰ πρέπει νὰ προσθέσουμε: κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν πρώτων διαδόχων τοῦ Κύρου, ἴσως τοῦ Καμβύση Β΄]. Ὅπως ὅμως παρατηρεῖ ὁ Stronach5 ὅ.π. 39 “The architectural background of the tomb has long remained a source of controversy”, βλ. συζήτηση καὶ βιβλιογραφία στὴ συνέχεια, μὲ ἀξιοσημείωτη τὴν ἀναφορὰ στὴν Κύπρο [σελ. 41 μὲ σημ. 53: βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 24]. Γιὰ τὴ χρήση τῆς λέξης πύργος ἀπὸ τοὺς ἱστορικούς, βλ. Ε. Herzfeld10, ὅ.π., 40: Σύμφωνα μὲ τὴν περιγραφὴ τοῦ ἱεροῦ τοῦ Διὸς Βήλου στὴ Βαβυλώνα ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο [1.181, ἐν μέσῳ δὲ τοῦ ἱροῦ πύργος στερεὸς οἰκοδόμηται, σταδίου καὶ τὸ μῆκος καὶ τὸ εὗρος, καὶ ἐπὶ τούτῳ τῷ πύργῳ ἄλλος πύργος ἐπιβέβηκε, καὶ ἕτερος μάλα ἐπὶ τούτῳ, μέχρι οὗ ὀκτὼ πύργων (...). ἐν δὲ τῷ τελευταίῳ πύργῳ νηὸς ἔπεστι μέγας· ἐν δὲ τῷ νηῷ κλίνη μεγάλη κεῖται εὖ ἐστρωμένη καί οἱ τράπεζα παράκειται χρυσέη], ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται μὲ κοντινὴ πρὸς τὴ σημερινὴ σημασία της. Δηλώνει τὸ αὐτόνομο, διακριτό, βαθμιδωτὸ ἐδῶ, οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι χτισμένο οὔτε σὲ βράχο οὔτε ὡς θάλαμος μέσα στὴ γῆ.)

Ὅσον ἀφορᾶ στὰ χαραγμένα ἐπιγράμματα, ἡ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Ἀριστόβουλου, ποὺ κάνει λόγο γιὰ ἕνα ἐπίγραμμα Περσικοῖς γράμμασι, τὸ ὁποῖο καὶ παραθέτει στὰ Ἑλληνικά (Ἀρρ. § 8, πβ. τοὺς ἐδῶ στ. 20-22), καὶ τῶν Ὀνησίκριτου καὶ Ἄριστου, ποὺ κάνουν λόγο γιὰ ἕνα Ἑλληνικὸ καὶ ἕνα Περσικὸ ἐπίγραμμα, ἑρμηνεύεται κατὰ τὸν Jacoby1 (IID 521: σχολ. στὸ 139 F 51) ἂν λάβουμε ὑπόψη μας τὴν ἀναφορὰ τοῦ Πλούταρχου (Ἀλέξ. 69.4) γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ἀλέξανδρου στὸν τάφο τοῦ Κύρου καὶ τὴν παρέμβασή του: τὴν δ' ἐπιγραφὴν ἀναγνοὺς ἐκέλευσεν Ἑλληνικοῖς ὑποχαράξαι γράμμασιν (προσθέτοντας: εἶχε δ' οὕτως· «Ὦ ἄνθρωπε, ὅστις εἶ καὶ ὁπόθεν ἥκεις, ὅτι μὲν γὰρ ἥξεις οἶδα, ἐγὼ Κῦρός εἰμι ὁ Πέρσαις κτησάμενος τὴν ἀρχήν. μὴ οὖν τῆς ὀλίγης <μοι> ταύτης γῆς φθονήσῃς ἣ τοὐμὸν σῶμα περικαλύπτει»). Ἀπὸ αὐτὴ τὴ διευκρίνιση προκύπτει, πρῶτον, ὅτι αὐτὸ ποὺ ἦταν ἀρχικὰ χαραγμένο στὸν τάφο δὲν φαίνεται νὰ ἦταν ἐπίγραμμα μὲ τὴ σημασία τῆς ἔμμετρης ἐπιγραφῆς ποὺ δίνουμε σήμερα στὸν ὅρο ἀλλὰ μὲ τὴν ἀρχικὴ γενικὴ σημασία της ἐπιγραφῆς (βλ. ΑΚυΓ24 σσ. 49 κἑ., καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 21 σ.λ. γράμμα). Δεύτερον, ἀποδεικνύονται ἀκριβεῖς καὶ οἱ μαρτυρίες τῶν δύο μεταγενέστερων ἱστορικῶν, οἱ ὁποῖοι γνώριζαν –ἄκουσαν ἢ εἶδαν καὶ διάβασαν– δύο ἐπιγραφὲς πρὸς τὸν αὐτὸν νοῦν: ἡ Ἑλληνικὴ ἦταν μετα­γενέστερη καὶ χαραγμένη κατ' ἐντολὴν τοῦ Ἀλέξανδρου, μεταγράφοντας νοήματα τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν Πλούταρχο (ὅ.π.) ἐμπαθῆ σφόδρα τὸν Ἀλέξανδρον ἐποίησεν, ἐν νῷ λαβόντα <τῶν πραγμάτων> τὴν ἀδηλότητα καὶ μεταβολήν. (Βλ. καὶ Bosworth2 ὅ.π. 50 σημ. 37 μὲ βιβλιογραφία.)

Δὲν γνωρίζουμε ἂν ἡ μεταγραφὴ αὐτὴ ἦταν ἔμμετρη. Ἀπὸ τὰ τέσσερα κείμενα ποὺ διαθέτουμε (τοῦ Ἀριστόβουλου στὸν Ἀρρ. καὶ στὸν Στράβ., τοῦ Ὀνη­σίκριτου στὸν Στράβ., καὶ τοῦ Πλούταρχου), πιὸ εὔκολα σχηματίζει τρεῖς ἑξαμέ­τρους τὸ κείμενο τοῦ Ἀριστόβουλου στὸν Στράβωνα (εἶναι ὅμως πολὺ πιθανὸν νὰ διασκευάστηκε –ἀνεπιτυχῶς– ἐπὶ τούτου ἀπὸ τὸν γεωγράφο). Βέβαιη –ἀφοῦ ἀπαντᾶ σ' ὅλους καὶ ὡς τυπικὴ τῶν ἐπιτυμβίων (βλ. ΕΚυΕ13 226 κἑ.)– εἶναι ἡ φράση ἐγώ εἰμι Κῦρος βασιλεύς, ἀλλὰ ἀσφαλῶς ἀκολουθοῦσαν καὶ ἄλλες φράσεις ἀναφερόμενες στὴ δόξα τοῦ Κύρου καὶ τὴν ἐξουσία του, πιθανῶς δὲ καὶ ἐπίκληση στοὺς ἐπισκέπτες (μὴ οὖν φθονήσῃς μοι τοῦ μνήματος κατὰ τὸν Ἀριστόβουλο τόσο στὸν Ἀρρ. ὅσο καὶ στὸν Στράβ., πβ. Πλούτ.). Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ διαφορὰ ὕφους μὲ τὴν ἐπιτύμβια ἐπιγραφὴ τοῦ Δαρείου ὅπως τὴ μνημονεύει κατὰ τὸν Στράβ. ὁ Ὀνησίκριτος· ἐκεῖ δίνεται ἔμφαση στὰ προσόντα τοῦ μονάρχη (ἱππεὺς καὶ τοξότης ἄριστος, κυνηγῶν πρῶτος) καὶ τὴν παντοδυνα­μία του (πάντα ποιεῖν ἠδυνάμην), κατὰ τρόπο ποὺ σὲ τίποτα δὲν θυμίζει τὸ λιτὸ καὶ μετριοπαθὲς ὕφος τῶν Ἑλληνικῶν ἐπιγραμμάτων, ὅπως ἀπηχεῖται στὴν ἐπιγραφὴ τοῦ Κύρου. (Βλ. καὶ κατωτ. 16 F1 σχόλ. σ.στ. 5 καὶ F2.1 σ.λ. Ἀσκληπιάδης.)

Ἀπὸ τὶς ἀνωτέρω ἀναφορὲς ἡ παρέμβαση τοῦ Ἄριστου ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα προκύπτει ὡς ἁρμόζουσα σὲ ἱστορικὸ νεώτερο ἀπὸ τοὺς ἐν πολλοῖς αὐτόπτες μάρτυρες Ἀριστόβουλο καὶ Ὀνησίκριτο. Ἡ περιγραφή του γιὰ τὸν τάφο τοῦ Κύρου εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὴν ὑπερβολὴ τοῦ δεύτερου καὶ πλησιάζει τὰ ἤδη γνωστὰ ἀπὸ τὸν Ἀριστόβουλο, τὸν ὁποῖο μποροῦσε κάλλιστα νὰ ἔχει ὑπόψη του καὶ μὲ σωστὸ κριτήριο νὰ ἀκολούθησε, ἀποφεύγοντας τὶς λεπτομέρειες γιὰ τὶς ὁποῖες δὲν ἦταν σίγουρος. Ἡ φράση τοῦ Jacoby (FGrH1 ΙΙΒ.522: σχόλ. στὸ 139 F 51), ὅτι ὁ Ἄριστος συνδέει τὶς δύο περιγραφές, ἀνταποκρίνεται στὴν πραγματικότητα.

6. Ἀριστόβουλος: ὁ Ἀριστοβούλου (Ἀρρ. Ἀλεξ. Ἀνάβ. προοίμ. 1, καὶ 6.28.2), Κασσανδρεύς (*Λουκ. Μακρόβ. 22), πολιτογραφημένος ἴσως τὸ 316 π.Χ. Κατὰ τὸν Ἀρρ. (ὅ.π., προοίμ.), συνεστράτευσε βασιλεῖ Ἀλεξάνδρῳ ὡς τεχνικός, μηχανικὸς ἢ ἀρχιτέκτων, κι ἔγραψε περὶ Ἀλεξάνδρου (βλ. FGrH1 139 T 1-6 καὶ F 1-63, L. Pearson LHAl14, κεφ. VΙ. “The Technical Expert: Aristobulus”, σσ. 150-87, καὶ Hamilton PlutA15 liv κἑ. [κ.ἀ.: βλ. Ind.], ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία· βλ. ἐπίσης RE11 σ.λ., καὶ Susemihl GGLA16 Ι. 540 κἑ., Lesky ΙΑΕΛ517 1053 κἑ. καὶ East. – Knox17 ΙΑΕΛ4 922, OCD18 σ.λ., καὶ βιβλιογρ. γιὰ Ἀρρ.). Μαζὶ μὲ τὸν Πτολεμαῖο τὸν Λάγου (βλ. κατωτ. F2.22-23 μὲ σχόλ.) ἀποτελεῖ ἀγαπημένη πηγὴ τοῦ Ἀρρ., ποὺ τοὺς παραλληλίζει (FGrH1 138 T 1): Πτολεμαῖος Λάγου καὶ Ἀριστόβουλος Ἀριστοβούλου ὅσα μὲν ταὐτὰ ἄμφω περὶ Ἀλεξάνδρου τοῦ Φιλίππου συνέγραψαν, ταῦτα ἐγὼ ὡς πάντῃ ἀληθῆ ἀναγράφω, ὅσα δὲ οὐ ταὐτά, τούτων τὰ πιστότερα ἐμοὶ φαινόμενα καὶ ἅμα ἀξιαφηγητότερα ἐπιλεξάμενος. ἄλλοι μὲν δὴ ἄλλα ὑπὲρ Ἀλεξάνδρου ἀνέγραψαν, οὐδ' ἔστιν ὑπὲρ ὅτου πλείονες ἀξυμφωνότεροι ἐς ἀλλήλους· ἀλλ' ἐμοὶ Πτολεμαῖός τε καὶ Ἀριστόβουλος πιστότεροι ἔδοξαν ἐς τὴν ἀφήγησιν, μὲν ὅτι συνεστράτευσε βασιλεῖ Ἀλεξάνδρῳ, Ἀριστόβουλος, Πτολεμαῖος δὲ πρὸς τὸ ξυστρατεῦσαι ὅτι καὶ αὐτῷ βασιλεῖ ὄντι αἰσχρότερον τῳ ἄλλῳ ψεύσασθαι ἦν· ἄμφω δέ, ὅτι τετελευτηκότος ἤδη Ἀλεξάνδρου ξυγγράφουσιν [ὅτε] αὐτοῖς τε ἀνάγκη καὶ μισθὸς τοῦ ἄλλως τι ὡς συνηνέχθη ξυγγράψαι ἀπῆν. Σύμφωνα μὲ τὴ δική του μαρτυρία ἄρχισε τὴ συγγραφὴ τῆς ἱστορίας του στὰ ὀγδόντα τέσσερά του χρόνια (Τ 3, πρὸ τοῦ 285/2 π.Χ., ἐνῶ ὁ Πτολεμαῖος π.χ. γράφει πρὸ τοῦ 301 καὶ ὁ Κλείταρχος [139] μεταξὺ 310 καὶ 300 κατὰ τὸν Jacoby [FGrH1 ΙΙΑ. 5, ἀλλὰ: πιθανῶς 280-270 κατὰ τὸν Tarn, AGr19 ΙΙ. Section C, “The Date of Cleitarchus”, 16 κἑ., κυρίως 21 κἑ.· βλ. καὶ Hamilton15 ὅ.π. lvii κἑ.]). Ἑπομένως ἔγραψε μεταγενέστερα ἀπὸ μιὰν ὁμάδα συγγραφέων καὶ ἀνέμειξε τὶς προσωπικές του ἀναμνήσεις μὲ μιὰν ἤδη ὑπάρχουσα πλούσια φιλολογία. Οἱ κριτικὲς ἱκανότητές του, ὅμως, φαίνεται νὰ ἦταν ἀξιόλογες, κι αὐτὸ δικαιολογημένα ὁδήγησε τὸν Ε. Schwartz (RE11 σ.λ.) νὰ διατυπώσει ἀντιρρήσεις ἐναντίον τῆς τοποθέτησης τοῦ Ἀριστόβου­λου στὴν ἴδια σειρὰ μὲ τὸν Πτολεμαῖο (βλ. Lesky17 ὅ.π.). Ὁ δὲ J. Droysen (IMA20 719) θεωρεῖ ὅτι ἐξ ὅσων ὁ Ἀρριανὸς καὶ ἄλλοι πῆραν ἀπὸ τὸ ἔργο του μποροῦμε νὰ εἰκάσουμε πὼς θέμα του δὲν ἦσαν τόσο οἱ πολεμικὲς πράξεις ὅσο οἱ περιγραφὲς τόπων καὶ ἠθῶν, οἱ μαντεῖες καὶ οἱ οἰωνοί· μάλιστα πρέπει νὰ ἔγραψε μετὰ τὸν Κλείταρχο, διότι ἂν συνέβαινε τὸ ἀντίθετο –εἶχε γράψει δηλ. πρὶν ἀπὸ τὸ διάστημα 312-300 π.Χ.– θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἀρκετὰ μεγάλος, περίπου 60 ἐτῶν, ὅταν συνόδευε τὸν Ἀλέξανδρο. Οὕτως ἢ ἄλλως, ὁ Ἄριστος ὁ Σαλαμίνιος (καὶ ὁ Ἀσκληπιάδης, βλ. κατωτ. F2) θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ ἔχει καὶ αὐτὸν ὑπόψη του.

14-15. μάγων: βλ. κατωτ. 16 F1a. σχόλ. σ.στ. 5 σ.λ. Ἀσκληπιάδης, μὲ βιβλιογραφία.

19, 24, 32. ἐπίγραμμα: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. τὸν Κύρου τάφον, καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 27 σ.λ. γράμμα.

22. Ὀνησίκριτος: ΑἰγινήτηςἈστυπαλαιεύς, κατὰ τὸν Διογ. Λαέρτ. 6.84 καὶ οὗτος τῶν ἐλλογίμων Διογένους μαθητῶν (FGrH1 134 Τ 1). Στὶς σχετικὲς πληροφορίες –ποὺ μᾶς δίνουν ὁ Ἀρριανός, ὁ Πλούταρχος καὶ ὁ Στράβων– ὁ Ὀνησίκριτος παρουσιάζεται ὡς τῆς Ἀλεξάνδρου νεὼς κυβερνήτης, ἄρχων τῶν κυβερνητῶν, ἀρχικυβερνήτης. Ὁ Jacoby1 (ὅ.π. ΙΙD. 468) θεωρεῖ ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπῆρξε κυβερνήτης τοῦ πλοίου τοῦ Ἀλεξάνδρου, ἀλλ' οἱ ὑπόλοιποι τίτλοι δὲν εἶναι ἐπίσημα στρατιωτικοί. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι μόνο ὁ Νέαρχος ἦταν ἀρχηγὸς τοῦ στόλου, ἑπομένως τὸ μόνο σίγουρο εἶναι ὅτι ὁ Ὀνησίκριτος ὑπῆρξε ἀξιωμα­τοῦχος τοῦ στόλου. Ὁ Διογ. Λαέρτιος (6.84) σημειώνει ὅτι ἔοικε δέ τι ὅμοιον πεπονθέναι πρὸς Ξενοφῶντα· ἐκεῖνος μὲν γὰρ Κύρῳ συνεστράτευσεν, οὗτος δὲ Ἀλεξάνδρῳ· κἀκεῖνος μὲν Παιδείαν Κύρου, ὁ δὲ Πῶς Ἀλέξανδρος ἤχθη γέγραφε· καὶ ὁ μὲν ἐγκώμιον Κύρου, ὁ δὲ Ἀλεξάνδρου πεποίηκε. καὶ τῇ ἑρμηνείᾳ δὲ παραπλήσιος, πλὴν ὅτι ὡς ἀπόγραφος ἐξ ἀρχετύπου δευτερεύει. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, γιὰ τὸ ἔργο του Πῶς Ἀλέξανδρος ἤχθη κυκλοφοροῦνταν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα διάφορα ἀνέκδοτα, ὥστε, κι ἂν θεωρήσουμε ὑπερβολικὸ τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ Droysen (ΙΜΑ20, 703-4) «ἀναιδὴς κόλακας», θὰ πρέπει πάντως νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι τὸ ἔργο του ἔβριθε θαυμαστῶν καὶ ἀπίστευτων διηγήσεων ὅταν δὲν μεγαλοποιοῦσε –μὲ πρότυπο τὸν Κύρο– τὴν εἰκόνα τοῦ Ἀλεξάνδρου ὡς φιλοσόφου – πολεμιστῆ. Κατὰ τὸν Jacoby1 (ὅ.π. 468-69, βλ. καὶ Lesky ΙΑΕΛ517 1053· πβ. Ε. Schwartz, RE11 σ.λ., καὶ “Tyrtaeos”, Hermes21 34 [1899] 455 γιὰ τὸν Ἄριστο), τὸ σύνολο ἀποτελοῦσε συχνὰ μιὰ καλὴ συναρμογὴ ἱστοριογραφίας καὶ φιλοσοφικῆς οὐτοπίας (ἐπηρεασμένο καὶ ἀπὸ τὶς ἀνατολικές, κυρίως Ἰνδικὲς καὶ Περσικές, τάσεις). Μὲ δεδομένα ὅτι ὁ Νέαρχος δημοσίευσε τὸ ἔργο του μετὰ τὸν Ὀνησίκριτο (FGrH1 133, βλ. ΙΙΑ. 5: “gegen 300?”), ἐνῶ ὁ Κλείταρχος (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 6 σ.λ. Ἀριστόβουλος), ὁ ὁποῖος ἔγραψε μεταξὺ 310 καὶ 300, γνώριζε καὶ τοὺς δύο, ὑπολογίζουμε τὴ συγγραφὴ τοῦ Ὀνησίκριτου μέσα στὴ δεκαετία 320-10, ἴσως ὄχι πολὺ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. (Περισσότερα: Brown Onesicr.22, Pearson LHAl14, κεφ. IV. “The Philosopher: Onesicritus of Astypalaea”, σσ. 83-111, καὶ Hamilton PlutA15 lvi κἑ. [κ.ἀ.: βλ. Ind.]. Βλ. ἐπίσης RE11 σ.λ., συνοπτικὰ δέ: OCD18 σ.λ., Vossii23 HistGr2 59-60, Lesky17 ὅ.π., East. – Knox ΙΑΕΛ417 612.)

22-23. δεκάστεγον: δεκαώροφο (τὸ στέγη ἐδῶ μὲ τὴ σημασία τοῦ ὄροφος: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. τὸν Κύρου τάφον), ἴσως πολυώροφο (πβ. π.χ. δεκάπαλαι: «πρὸ πολλοῦ, πρὸ μακροῦ χρόνου» LSK24 σ.λ.). Ὁ Ὀνησίκριτος, ἔχοντας προφανῶς ὑπόψη του τὴν ἐξωτερικὴ ἄποψη τοῦ μνημείου –καὶ μὲ τὴν τάση ὑπερβολῆς ποὺ τὸν διακρίνει (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Ὀνησίκριτος)– προσμετρᾶ ὡς στέγας (: ὀρόφους) τὰ ἕξι κρηπιδώματα τῆς συμπαγοῦς βάσεως καὶ τὶς τέσσερις σειρὲς πλίνθων τοῦ στεγασμένου θαλάμου (βλ. κυρίως Stronach Pasargadae5 26 κἑ., καὶ κυρίως 39 FIG. 21. Tomb of Cyrus. A reconstruction), χαρακτη­ρίζοντας ἔτσι τὸν πύργον ὡς δεκαώροφο (ἢ ὡς πολυώροφο, προσμετρώντας τὰ ἕξι ἐπίπεδα τῆς συμ­παγοῦς βάσεως, τὸν σηκὸν καὶ τὴν στέγην). Πβ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 30-31.

25. βασιλήων: βασιλέων σὲ τμῆμα τῆς χειρόγραφης παράδοσης, καὶ ὁ Κοραῆς (4.324) υἱοθετεῖ τὴ γραφὴ αὐτὴ σημειώνοντας «ΒΑΣΙΛÉΩΝ.] ΗΔ (συνᾴδουσα τῷ Ἀῥῥιανῷ), ΑΤ, ΒΑΣΙΛΗ′ ΩΝ» (βλ. καὶ Kramer25, κριτ. ὑπόμν.: “βασιλέων Cor. ex Arrhiano”). Ἡ γραφὴ βασιλήων, ὅμως, καὶ difficilior εἶναι καὶ στὸ ὕφος ἐπι­γράμ­ματος ἁρμόζει περισσότερο (ἂν δὲν ἐπιβάλλεται καὶ ἀπὸ τὴν πιθανῶς ἔμμετρη μορφὴ τοῦ ἐδῶ ἐπιγράμματος: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. τὸν Κύρου τάφον).

21. γράμμα: «ΔΓ, Ἐπίγραμμα» σημειώνει ὁ Κοραῆς (4.324), «ἐπίγραμμα i, atque ita haud dubie scribendum» (: καὶ ἔτσι ἀναμφίβολα πρέπει νὰ γράψουμε) ὁ Kramer στὸ κριτικό του ὑπόμνημα, ἀλλὰ στὸ κείμενο διατηρεῖ καὶ αὐτὸς τὴν ἐπικρατοῦσα στὴ χειρόγραφη παράδοση καὶ πιὸ σπάνια μὲ τὴν ἐδῶ σημασία γραφὴ γράμμα, ὀρθῶς. Ἡ λέξη γράμμα («ὅ,τι γράφεται» LSK24, Ι.1), σημαίνει –ἀνάμεσα στ' ἄλλα– καὶ «τὸ γεγραμμένον, γραπτὸν στοιχεῖον»: “written character, letter” (LSK24 / LSJ93 ΙΙ.1a [τὸ «σύμβολο τού γραπτού λόγου» Μπαμπ.26], βλ. π.χ. Ἡρόδ. 1.139 γράμμα, τὸ Δωριέες μὲν σὰν καλέουσι, Ἴωνες δὲ σίγμα, κ.ἄ.), ὅπως καὶ ἀνωτ. στ. 24-25 γράμμασιν (24-25 ἐπίγραμμα ... Ἑλληνικὸν Περσικοῖς κεχα­ραγμένον γράμμασιν), ἀλλὰ καὶ ὅ,τι ἡ λέξις ἐπιγραφή (inscription, LSJ93 ΙΙ.1d, ὅπως στὸν Πλάτ. Φαῖδρ. 229e κ.ἀ.), καὶ ἑπομένως ὅ,τι καὶ ἡ λέξις ἐπίγραμμα στὸ ἐδῶ κείμενο (στ. 19, 24 καὶ 32: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. τὸν Κύρου τάφον). Περισσότερα γιὰ τοὺς ὅρους ἐπίγραμμα καὶ ἐπιγραφή (μὲ τὴ σχετικὴ βιβλιογραφία) βλ. ΑΚυΓ24 σσ. 49 κἑ. [Πβ. τὸ «Γράμμα τοῦ Δαρείου»: Meiggs – Lewis SGrHI27 20 κἑ., ἀρ. 12.]

29-30. Ἄριστος δ' ὁ Σαλαμίνιος πολὺ μέν ἐστι νεώτερος τούτων: Καθὼς τὸ ἐδῶ πολὺ νεώτερος τούτων ἀναφέρεται στοὺς Ἀριστόβουλον καὶ Ὀνησίκριτον (βλ. ἀνωτ.) κι ἡ σύγκριση γίνεται ἀπὸ τὸν Στράβ. (64/3 π.Χ. - 21 μ.Χ. τοὐλάχιστον), τὰ περιθώρια γιὰ χρονολογικὴ τοποθέτηση τοῦ Ἄριστου εἶναι μεγάλα. Τὸ πολὺ νεώτερος τούτων μπορεῖ νὰ ὑποδηλώνει πὼς δὲν συνόδευσε τὸν Ἀλέξανδρο στὴν ἐκστρατεία του, ὅπως οἱ προηγούμενοι. Μπορεῖ ἀκόμα νὰ σημαίνει, ἂν λάβουμε ὑπόψη μας πὼς ὁ Ἀριστόβουλος γράφει τὴν ἱστορία του σὲ ἡλικία 84 ἐτῶν καὶ πὼς ὑπὲρ τὰ ἐνενήκοντα ἔτη λέγεται βεβιωκέναι (κι ὁ Ὀνησίκριτος δὲν εἶναι πολὺ προγενέστερος), ὅτι ὁ Στράβων τὸν θεωρεῖ πολὺ μικρότερο στὴν ἡλικία ἀπ' αὐτούς, χωρὶς νὰ ἀποκλείει ἑπομένως ὅτι ἔζησαν ἕνα διάστημα μαζί. Ἀλλὰ κυρίως φαίνεται νὰ ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ συγγραφέας ὅτι ὁ Ἄριστος ἔγραψε τὸ ἔργο του μετὰ ἀπ' αὐτοὺς –καὶ χωρὶς νὰ βρίσκεται μαζὶ μὲ τὸν Ἀλέξανδρο– κι εἶναι γι' αὐτὸ δευτερεύουσα πηγή. Ἀλλὰ τὸ ὅτι παρ' ὅλα αὐτὰ τὸν ἀναφέρει δείχνει πὼς καὶ σημαντικὸ γενικὰ τὸν θεωρεῖ καὶ ἀξιοσημείωτα ὅσα γράφει σχετικὰ μὲ τὸ θέμα του. Καὶ δὲν φαίνεται νὰ ἔχει ἄδικο. Βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. τὸν Κύρου τάφον.

30-31. λέγει δὲ δίστεγον τὸν πύργον καὶ μέγαν: πβ. ἀνωτ. στ. 3 πύργον οὐ μέγαν (μὲ σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. τὸν Κύρου τάφον) καὶ στ. 22-23 δεκάστεγον (μὲ σχόλ. σ.λ.). Κατ' ἀντίθεση πρὸς τὸν Ὀνησίκριτο, ποὺ περιγράφει τὸν πύργο ὡς δεκαώροφο, ὁ Ἄριστος ὁ Σαλαμίνιος τὸν χαρακτηρίζει δίπατο (διώροφο) ὡς ἀποτελούμενο ἀπὸ δύο κύρια μέρη, τὴ συμπαγῆ βάση (μὲ τὰ ἕξι κρηπιδώματα) καὶ τὸν οἰκοδομημένο πάνω σ' αὐτὴν οἰκίσκο (μὲ τὸν σηκὸν καὶ τὴ στέγην)· ὡς διμερῆ βλέπει τὸν πύργο καὶ ὁ Στράβων στοὺς στ. 3-4: κάτω μὲν στερεὸν ἄνω δὲ στέγην ἔχοντα καὶ σηκὸν στενὴν τελέως ἔχοντα τὴν εἴσοδον. Ὁ Στράβων ὅμως ὁμιλεῖ ἐπίσης γιὰ πύργον οὐ μέγαν τῶι δάσει τῶν δένδρων ἐναποκεκρυμμένον, σὲ σύγκριση προφανῶς μὲ ἄλλα οἰκοδομήματα εὐμεγέθη (ὅπως τὰ ζιγκουράτ, ἴσως καὶ τὸ Ζεντάν: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 2 μὲ βιβλιογραφία), ἐνῶ τοῦ Ἄριστου τὸ μέτρο σύγκρισης φαίνεται διαφορετικό. Ἡ παρατήρηση τοῦ Stronach5 (41, μὲ σημ. 53 ὅπου παραπομπὴ στὸν V. Karageorghis, ENSal28 I., pls. 136 and 145) ὅτι “a number of buried stone chambers of the late seventh century B.C. from Cyprus are know to have possessed steps in front of the main façade” –θυμίζοντας τὰ σκαλοπάτια τοῦ τάφου τοῦ Κύρου– ὁδηγεῖ στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ Ἄριστου τοῦ Σαλαμίνιου, καὶ δίνει τὸἕνα μέτρο σύγκρισής του: ὁ τάφος τοῦ Κύρου φαντάζει μέγας (κυρίως: ὑψηλός) μπροστὰ στοὺς τάφους τῆς Κυπριακῆς Σαλαμίνας. (Ἡ περίπτωση νὰ άναφέρεται ὁ Ἄριστος σὲ ἄλλο μνημεῖο –ὅπως τὸ Ζεντάν– δὲν φαίνεται πιθανή, καὶ ἡ διόρθωση τοῦ κειμένου σὲ πύργον <οὐ> μέγαν δὲν εἶναι, ἔτσι, ἀπαραίτητη.)

33-36. τοὺς δὲ (...) μνημεῖον: τὸ χωρίο δὲν θεωρεῖται ὡς ἀναφερόμενο, ὅπως καὶ τὸ ἀμέσως προηγούμενο, στὸ ἔργο τοῦ Ἄριστου. Ἡ σύνταξη –κι ἡ στίξη– τοῦ κειμένου ἀπωθεῖ τὴ σύνδεση. Ὅμως ἡ στίξη δὲν εἶναι δεδομένη· μιὰ ἄνω τελεία μετὰ τὸ νοῦν δὲν ἀποκλείεται, ὅπως δὲν ἀποκλείεται (ἀντίθετα τὴ θεωρήσαμε ὡς προτιμητέα) ἀνάλογη στίξη μετὰ τὸ ἵππον τοῦ στ. 16. Ἡ κυριαρχοῦσα ἐντύπωση δίνεται ἀπὸ τὴ χρήση νέου ρήματος ἀντὶ ἀπαρεμφάτου ἐξαρτώμενου ἀπὸ τὸ προηγούμενο ρῆμα (φησὶν παρελθεῖν καὶ κοσμῆσαι· ἰδεῖν· συληθῆναι κ.λπ., καὶ λέγει ... ἱδρῦσθαι, φυλάττεσθαι· ἐπίγραμμα δὲ [ἐνν. εἶναι, πβ. στ. 24]. ἐτίμησε). Ἂν ὅμως τὸ ἀπόσπ. ἀλλ' ὁ ἐκτοπισμὸςὑπῆρξεν (στ. 16-18) μπορεῖ νὰ ἀναφέρεται στὸν Ἀριστόβουλο, καὶ μπορεῖ (πβ. τὴ σύνταξη –καὶ στίξη– τοῦ ἀντίστ. κειμένου τοῦ Ἀρρ.: FGrH1 139 F 51a [τὸ ἐδῶ: b.], τότε μπορεῖ καὶ τὸ χωρίο τοὺς δὲ Πασαργάδαςμνημεῖον νὰ ἀναφέρεται στὸν Ἄριστο. Ἡ στίξη μὲ ἄνω τελεία μετὰ τὸ ἵππον τοῦ στ. 16 (προτιμητέα!) καὶ τὸ νοῦν τοῦ στ. 26 θὰ ὁδηγοῦσε πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση (ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπαραίτητη γι' αὐτό). Πιὸ πιθανό, ὅμως, γιὰ τὴ δεύτερη περίπτωση εἶναι νὰ ἀποτελεῖ τὸ τελικὸ σχόλιο τοῦ Στράβωνα στὴν ἑνότητα, καὶ νὰ ὑπῆρχε σχετικὴ ἀναφορὰ τόσο στὸ ἔργο τοῦ Ἄριστου τοῦ Σαλαμίνιου ὅσο καὶ στὸ ἔργο τῶν ἄλλων (ἢ τοὐλάχιστο κάποιου ἀπ' ὅσους ἔγραψαν τὰ Ἀλεξάνδρου).

  1. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑
  2. Bosworth, A. B. (1980-1996), A Historical Commentary on Arrian's History of Alexander, Vols. I-II, Vol. vol. I: Commentary on Books I-III / vol. II: Commentary on Books IV-V, Oxford.a↑ b↑ c↑
  3. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  5. Stronach, D. (1978), Pasargadae: A Report on the Excavations conducted by the British Institute of Persian Studies from 1961 to 1963, Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  6. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.
  7. Schachermeyr, F. (1973), Alexander der Grosse (Das Problem seiner Persönlichkeit und seines Wirkens), Wien.
  8. Weissbach, F. H. (1894), Das Grab des Kyros und die Inschriften von Murghab, ZDMG 48: 663-665.
  9. Wagner, E. A. (1888), Die Erdbeschreibung des Timosthenes von Rhodus, Leipzig.
  10. Herzfeld, E. E. (1935), Archaeological History of Iran, Oxford.a↑ b↑ c↑
  11. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  12. (1975), The Cambridge Ancient History, Vols. I-VII, 3d ed. , Cambridge.
  13. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .
  14. Pearson, L. (1960), The Lost Histories of Alexander the Great, Philological Monographs,no. 20, ed. by F. R. Walton New York.a↑ b↑
  15. Hamilton, J.. R. (1969), Plutarch, Alexander: A Commentary, Oxford.a↑ b↑ c↑
  16. Susemihl, F. (1892), Geschichte der griechischen Literatur in der Alexandrinerzeit, Vols. I-II, Leipzig.
  17. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  18. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.a↑ b↑
  19. Tarn, W. W. (1948), Alexander the Great, Vols. I-II, Cambridge.
  20. Droysen, J. G. (1988), Ἱστορία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, τóμ. I-II, Ἀθῆναι.a↑ b↑
  21. Schwartz, E. (1899), Tyrtaios, Hermes 34: 428-468.
  22. Brown, T. S. (1949), Onesicritus: A Study in Hellenistic Historiography, Publications in History,39 Berkeley and Los Angeles .
  23. Vossius, G. H. (1651), De Historicis Graecis (Libri IV), Leiden.
  24. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑
  25. Kramer, G. (1844-1852), Strabonis Geographica, Vols. I-III, Berlin.
  26. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.
  27. Meiggs, R. & Lewis D. (1969), A Selection of Greek Historical Inscriptions (to the end of the Fifth Century B.C.), Oxford.
  28. Karageorghis, V. (1967-1978), Excavations in the Necropolis of Salamis, Vols. I-IV, Nicosia.