You are here

F2

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Eust. ad μ 63 (1713.17)

1Ἀλέξανδρος δὲ ὁ Πάφιος  ἱστορεῖ  τὸν Ὅμηρον υἱὸν

Αἰγυπτίων Δμασαγόρου καὶ Αἴθρας , τροφὸν δὲ αὐτοῦ 2προφῆ-

τίν τινα θυγατέρα Ὤρου3 ἱερέως Ἴσιδος, ἧς ἐκ τῶν μαστῶν μέλι

ῥεῦσαί ποτε εἰς τὸ στόμα τοῦ παιδίου . καὶ τὸ βρέφος ἐν νυκτὶ 

  φωνὰς ἐννέα προέσθαι, 4χελιδόνος  ταῶνος  περιστερᾶς  κορώ-

νης  πέρδικος  πορφυρίωνος  ψαρός  ἀηδόνος  καὶ κοττύφου . εὑ-

ρεθῆναί τε τὸ παιδίον μετὰ περιστερῶν ἐννέα παῖζον ἐπὶ τῆς

κλίνης, εὐωχουμένην δὲ παρὰ τοῖς τοῦ παιδὸς5 τὴν Σίβυλλαν6 

ἐμμανῆ γεγονυῖαν ἔπη σχεδιάσαι, ὧν ἀρχή «Δμασαγόρα πολύ-

νικε », ἐν οἷς καὶ μεγακλεῆ  καὶ στεφανίτην  αὐτὸν προσειπεῖν,

καὶ ναὸν κτίσαι κελεῦσαι ἐννέα Πιερίδων7· ἐδήλου δὲ τὰς Μού-

σας . τὸν δὲ καὶ τοῦτο ποιῆσαι καὶ τῶι παιδὶ ἀνδρωθέντι ἐξει-

πεῖν τὸ πρᾶγμα· καὶ τὸν ποιητὴν οὕτω σεμνῦναι τὰ ζῶια  οἷς

βρέφος ὢν συνέπαιζε καὶ ποιῆσαι αὐτὰ τῶι Διὶ τὴν ἀμβροσίαν

κομίζοντα .

  1. [Vid. Allen HOp V. pp. 253-54 («Vita VII»); ΑΚΕΠ Γα΄ 78.1; Eust., ed. Stallbaum; Ptol. Chenn., edd. Hercher (pp. 287-88, et 271), Chatzis (pp. 16-17). «Paphium Alexandrum non invenimus: mirum ni idem sit atque Myndius, cuius θαυμασίων συναγωγή legit Photius bibl. 188 [145b 9.31, vid. et 189.145b 38 et 146a 24, 190.147b 23]. v. Wellmann, Hermes xxvi (1891)» adnotat Allen l.c. n. 1; sed vid. infra adnot. ad loc. Interpunxerunt alius alio (plurima recte Allen).]
  2. 2-4 προφῆτιν τινὰ et ῥεῦσαι ποτὲ Stallb. Hadj.
  3. 3 Ὤρου plerique (cf. Herodot. 2.144 et 156): Ὥρου Hercher
  4. 5-6 χελιδόνος ταῶνος etc. sine inc. scripsimus
  5. 8 γονεῦσι ante τοῦ παιδὸς add. Chatzis ‖
  6. Σιβύλλαν Stallb. Hadj.
  7. 11 Πιερίδων Allen (adnotans «πεγρίδων editio»), Chatzis («Πιερίδων Alexandre: πεγριδῶν ed. Rom. Hercher»), Hadj.: πεγριδῶν Stallb. Hercher. Hercher (p. 288 no. 4) et Chatzis (pp. 13-14 no. I.8) cum Eustathii fr. citant Phot. Bibl. 190.147a 3 διὰ τί ὁ ποιητὴς πελειάδας ἐποίησε τῆς τροφῆς τῶν θεῶν διακόνους καὶ τίνα Ἀλέξανδρος ὁ βασιλεὺς καὶ Ἀριστοτέλης εἰς τοῦτο εἶπον καὶ περὶ Ὁμήρου καὶ πελειάδων, fortasse recte (vid. infra adnot. ad v. 1 s.v. Ἀλέξανδρος δὲ ὁ Πάφιος).
Εὐστ. στὸ μ 63 (1713.17)

Ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Πάφιος ἱστορεῖ πὼς ὁ Ὅμηρος ἦταν γιὸς

τῶν Αἰγυπτίων Δμασαγόρα καὶ Αἴθρας, καὶ εἶχε τροφό του μιὰν

προφήτισσα κόρη τοῦ Ὤρου, ἱερέα τῆς Ἴσιδας, ἀπὸ τοὺς μαστοὺς

τῆς ὁποίας ἔτρεξε κάποτε μέλι στὸ στόμα του παιδιοῦ. Καὶ τὸ βρέ-

φος μιὰν νύχτα ἔβγαλε ἐννιὰ φωνές, χελιδονιοῦ παγωνιοῦ περιστε-

ριοῦ κουρούνας πέρδικας νερόκοτας ψαρονιοῦ ἀηδονιοῦ καὶ κο-

τσυφιοῦ. Καὶ τὸ παιδὶ βρέθηκε νὰ παίζει μὲ ἐννιὰ περιστέρια πάνω

στὸ κρεββάτι του, καὶ καθὼς ἡ Σίβυλλα διασκέδαζε κοντὰ στοὺς

(γονεῖς) τοῦ παιδιοῦ ξαφνικὰ τὴν ἔπιασε θεϊκὸς οἶστρος καὶ σχεδία-

σε ἐπικοὺς στίχους, ποὺ ἡ ἀρχή τους ἦταν Δμασαγόρα πολύνικε,

στοὺς ὁποίους τὸν προσαγόρευσε πολυδοξα­σμένο καὶ στεφανηφό-

ρο, καὶ πρόσταξε νὰ κτίσουν ναὸ πρὸς τιμὴν τῶν ἐννέα Πιερίδων·

ἐννοοῦσε δὲ τὶς Μοῦσες. Κι αὐτὸς ἔκανε κι αὐτὸ καὶ στὸ παιδὶ ὅταν

ἔγινε ἄντρας εκμυστηρεύτηκε τὴν ἱστορία· καὶ ὁ ποιητὴς ἔτσι ἐξύ-

μνησε τὰ ζῶα μὲ τὰ ὁποῖα ἔπαιζε μαζὶ ὅταν ἦταν βρέφος καὶ τὰ

παρουσίασε νὰ φέρνουν στὸν Δία τὴν ἀμβροσία.

Σχόλια: 

1. Ἀλέξανδρος δὲ ὁ Πάφιος: Ὁ Allen (HOp1 V. 253, σημ. στὸ ἐδῶ χωρίο τοῦ Εὐσταθίου), θεωρεῖ ἀπίθανο νὰ μὴν ταυτίζεται ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Πάφιος (σημειώνοντας: «Paphium Alexandrum non invenimus», ἀγνοώντας ἴσως τὸ ἐδῶ F1) μὲ τὸν Ἀλέξανδρο τὸν Μύνδιο, τοῦ ὁποίου τὸ ἔργο Θαυμασίων συναγωγὴ ἔχει διαβάσει ὁ Φώτιος [παραπέμποντας: «bibl. 188. v. Wellmann, Hermes xxvi2 (1891)», βλ. ἐπίσης [189] 145b 38, 146a 24, καὶ [190] 147b 23]. Ἡ παρουσία τοῦ Ἀλεξάνδρου τοῦ Μυνδίου στὴ Βιβλ. τοῦ Φωτίου –καὶ στὸν Πτολ. Χέννο– εἶναι ὄντως ἰσχυρή, ὄχι ὅμως καὶ μοναδική (βλ. Hercher PChenn3 273 καὶ 275)· ἀνάμεσα στὶς πηγὲς βρίσκεται καὶ ὁ Ἀρχέλαος ὁ Κύπριος (149b 34, βλ. κατωτ. 15 F1). Καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Πάφιος, ὅμως, ἔχει ἰσχυρὴ παρουσία στὸν Εὐστάθιο (τὸ ὅτι δὲν φαίνεται νὰ εἶναι γνωστὸς ἀλλοῦ –ἀντίθετα μὲ τὸν Ἀλέξανδρο τὸν Μύνδιο– δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει ἐπιχείρημα σὲ βάρος του, γιατὶ προφανῶς ἕνας ἄσημος Πάφιος δὲν θὰ ἔπαιρνε τὴ θέση ἑνὸς διάσημου συγγραφέα στὸν Εὐστάθιο, ἐνῶ τὸ ἀντίθετο θὰ ἦταν εὔλογο), πιθανῶς καὶ στὸν Πτολεμαῖο τὸν Χέννο, ποὺ φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ πηγὴ τοῦ Εὐστάθιου, τοὐλάχιστο γιὰ τὸ ἐδῶ F1 (ὅπως δείχνει ἡ σαφὴς ὁμοιότητα τῶν δύο χωρίων). Βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. b.1 κἑ. (καὶ σημείωσε χωρία ὅπως τὸ τοῦ Τζέτζ. Χιλ. 7.637 κἑ. [βλ. Chatzis PChenn4 σ. xvi]: ... Ἰσίγονος [βλ. κατωτ. 24 *F2 b. 3-7], Ῥηγῖνος, | Ἀλέξανδρος, ... | | | ... καὶ ἄλλοι πεζογράφοι).

Ἀντίστοιχο μὲ τὸ ἐδῶ (F2) χωρίο τοῦ Εὐστ. στὴν περίληψη τῆς Καινῆς ἱστορίας τοῦ Πτολ. Χέννου ἀπὸ τὸν Φώτ. φαίνεται νὰ εἶναι τὸ χωρίο τῆς Βιβλ. 147a 3 κἑ.: Διὰ τί ὁ ποιητὴς (sc. Ὅμηρος, μ 62-64) πελειάδας ἐποίησε τῆς τροφῆς τῶν θεῶν διακόνους καὶ τίνα Ἀλέξανδρος ὁ βασιλεὺς καὶ Ἀριστοτέλης εἰς ταῦτα εἶπον καὶ περὶ Ὁμήρου καὶ πελειάδων.Χείρων ὁ Ἀμφιπολίτης τῆς διήγησης τοῦ Εὐστ. (1712.56 κἑ.) δύσκολα μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ περιεχόμενη στὴν Καιν. ἱστ. πηγὴ τῆς λακωνικῆς περίληψης τοῦ Φωτίου. Εὔλογη φαίνεται, ἀντίθετα, ἡ ὑπόθεση νὰ συμπεριλαμβανόταν ἡ διήγηση τοῦ Ἀλεξ. τοῦ Παφίου στὴν Καιν. ἱστ. τοῦ Πτολ. Χέννου. Καθὼς ὅμως τὸ χωρίο τοῦ Φωτ. δὲν εἶναι λεκτικὰ παρα­πλήσιο πρὸς τὴ διήγηση τοῦ Εὐστ., κατ' ἀντίθεση μὲ τὸ F1b (βλ. ἀνωτ.), ἀποφύγαμε τὴν παράθεσή του (ὡς b.) στὸ κείμενο τοῦ F2 (ἀλλὰ βλ. Hercher3287 κἑ. [ἀρ. 4] καὶ Chatzis4 13 κἑ. [Ι.8], ποὺ συμπαραθέτουν τὰ δύο κείμενα).

ἱστορεῖ: βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 16 F1a.1 καὶ στὸ 25 F8.

1-3. Ὅμηρον υἱὸν Αἰγυπτίων Δμασαγόρου καὶ Αἴθρας. (...): Τὸ ὄνομα τοῦ Δμασαγόρου ὡς πατέρα τοῦ Ὁμήρου ἀπαντᾶ καὶ στὸν Ἀγῶνα Ὁμήρου καὶ Ἡσιόδου 2.20 κἑ. (ed. Allen, HOp1 V. 225 κἑ.) περὶ δὲ τῶν γονέων αὐτοῦ πολλὴ διαφωνία παρὰ πᾶσίν ἐστιν. Ἑλλάνικος μὲν γὰρ καὶ Κλεάνθης Μαίονα λέγουσιν, Εὐγαίων δὲ Μέλητα, Καλλικλῆς δὲ Δμασαγόραν (γραφὴ τοῦ Barnes5 –σὲ ἀντιπαραβολὴ μὲ τὸ ἐδῶ χωρίο τοῦ Εὐσταθίου = Vita VII Allen1– κατὰ τὸν Allen1, v. 21: «μασαγοραν LSJ96 : μασσασώραν Tzetz. proem. 62, corr. Barnes5 cl. vit. vii 2, 10 : Μνασαγόραν Rohde Rh. Mus. 36.417»), ἐνῶ ἀλλοῦ (Βίος Ὁμήρου 6.17: Allen1 ὅ.π. 251) γίνεται λόγος γιὰ τὴν κατὰ Καλλικλέα καταγωγή του ἐκ τῆς ἐν Κύπρῳ Σαλαμῖνος. Ὁ Δμα­σαγόρας καὶ ἡ Αἴθρα, ὅμως, εἶναι Αἰγυπτιακῆς καταγωγῆς κατὰ τὸν Ἀλέξανδρο τὸν Πάφιο, ποὺ ρητὰ ἱστορεῖ τὸν Ὅμηρον υἱὸν Αἰγυπτίων, καὶ στὴ συνέχεια ὀνομάζει τροφὸ τοῦ μικροῦ Ὁμήρου κάποια προφήτιδα, κόρη τοῦ Ὤρου ἱερέως Ἴσιδος (βλ. Roscher7 καὶ RE8 σ.λλ. Horos καὶ Isis· Burkert ΜυΛΑ9 19, κ.ἀ. / 13 κἑ. [βλ. Γεν. Εὑρ. σ.λλ.]· ΕλλΜ10 2. 48, 50, 347, κ.ἄ.). Τὴν ἐκδοχὴ τῆς Κυπριακῆς καταγωγῆς τοῦ Ὁμήρου –ἀλλὰ καὶ τῆς Αἰγυπτιακῆς– ἀπορρίπτει καὶ ὁ ἐπιγραμματοποιὸς τοῦ 7.5 τῆς Ἀνθ.Ἄδηλον, οἱ δέ φασιν Ἀλκαίου [Μιτυληναίου]», στ. 3-6: οὐκ εἴμ' οὐδ' ἔσομαι Σαλαμίνιος οὐδ' ὁ Μέλητος | Δημαγόρου· μὴ ταῦτ' ὄμμασιν Ἑλλὰς ἴδοι. | ἄλλον ποιητὴν βασανίζετε· τἀμὰ δέ, Μοῦσαι | καὶ Χίος, Ἑλλήνων παισὶν ἀείσετ' ἔπη), ποὺ φαίνεται νὰ ἔχει ὑπόψη του τὸν Ἀγῶνα (βλ. Allen1 ὅ.π. [σ. 226], στ. 21 καὶ 28, πβ. 3, 21, κ.ἀ.) καὶ νὰ γράφει Δημαγόρου (ὄνομα γνωστὸ ἀλλὰ μὴ συνδεόμενο ἀλλοῦ μὲ τὸν Ὅμηρο) ἀντὶ Δμησαγόρου, Ἰων.-Ἀττ. τύπου τοῦ μὴ οἰκείου –ὅπως μαρτυρεῖ καὶ ἡ παραφθορὰ τοῦ κειμένου– Κυπρ. Δμασαγορ- (βλ. καὶ ΑΚυΓ1β´11 2 F1 σχόλ. σ.στ. 1, ὅπου καὶ ἄλλες σχετικὲς μαρτυρίες).

Τὸ ὄνομα τῆς Αἴθρας, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ποὺ προβάλλεται ἐδῶ ὡς μητέρα τοῦ Ὁμήρου, εἶναι ἀρκετὰ γνωστὸ στὴν Ἑλληνικὴ Μυθολογία (βλ. RE8 σ.λ. Aithra, κ.ἄ.): Πρόκειται γιὰ τὴν κόρη τοῦ βασιλιᾶ τῆς Τροιζήνας Πιτθέα, ποὺ πλαγιάζει μὲ τὸν μεθυσμένο φιλοξενούμενο τοῦ πατέρα της Αἰγέα, ἢ μὲ τὸν Ποσειδώνα, κατὰ τὴν ἐκδοχὴ ποὺ ἀποσκοποῦσε νὰ συνδέσει μὲ τὴν πόλη τῆς Ἀθήνας –μέσω τοῦ μύθου τοῦ Θησέα– τὴν Ἀθηνᾶ, μὲ τέχνασμα τῆς ὁποίας ἡ Αἴθρα πέφτει στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ποσειδώνα (βλ. ΕλλΜ10 3. 39-42, 58-61 [γιὰ μύθους σχετιζόμενους μὲ τὴν Κύπρο], κ.ἄ. – καὶ 2.113, ὅπου σημειώνεται ὅτι «το ενδιαφέρον των Αθηναίων να συνδέσουν τον μεγαλύτερο ήρωά τους και με τις δύο πανάρχαιες λατρείες της πόλης τους, της Αθηνάς και του Ποσειδώνα, στηρίζεται από τη μια στην άγνοια του γεγονότος ότι ο Αιγέας, ο Ερεχθέας και ο Ποσειδώνας είναι το ίδιο πρόσωπο, και από την άλλη, στην παρετυμολόγηση της ονομασίας της Ἀπατουρίας Αθηνάς από την απάτη της θεάς για τη δήθεν εξαπάτηση της Αίθρας»· βλ. καὶ κατωτ. 25 [Ἴστρος] F7, μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια).

Εὐδιάκριτη εἶναι ἡ τάση τοῦ Κύπριου μυθογράφου νὰ συνδέσει διαφορετικὰ πρόσωπα καὶ παραδόσεις γύρω ἀπὸ τὴ μορφὴ τοῦ Ὁμήρου, μὲ πιθανὸ στόχο νὰ περιβάλει τὸν ποιητὴ μὲ ἀκόμα περισσότερη αἴγλη καὶ καθολικότητα. Σ' αυτὸ τὸ πλαίσιο, θεωρεῖ τὸν Δμασαγόρα Αἰγύπτιο, μὲ σύζυγό του τὴν Αἴθρα, καθαρὰ Ἑλληνικὴ μορφή, ποὺ ὅμως ἐδῶ φαίνεται νὰ ἐντάσσεται ἐπίσης στὴν ἐξ ἀνατολῆς παράδοση, ἐνῶ τὸν Ὦρο, γιὸ τῆς Ἴσιδας (βλ. RE8 σ.λ. Isis, 2089 καὶ 2096), τὸν ὀνομάζει ἱερέα της. Δὲν εἶναι ἀσφαλῶς τυχαία ἡ ἔμμεση σύνδεση τοῦ Ὁμήρου μὲ τὴν Αἰγυπτιακὴ θεὰ Ἴσιδα, κόρη καὶ σύζυγο τοῦ Ὄσιρη, προστάτιδα τῆς οἰκογένειας (ποὺ στὸν Ἑλληνικὸ χῶρο ἔχει κατὰ καιροὺς ταυτιστῆ μὲ τὴ Δήμητρα ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν Ἀφροδίτη). Ὁ Κύπριος μυθογράφος φαίνεται νὰ ζεῖ σὲ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία οἱ Ἀνατολικὲς θρησκεῖες ἀσκοῦσαν ἔντονη ἐπιρροή, καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ ἐντάξει καὶ τὸν Ὅμηρο στὶς παραδόσεις τους. Ἐνισχύεται, ἔτσι, ἡ ὑπόθεση γιὰ χρονολόγησή του στὸ τέλος τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου ἢ καὶ στὶς ἀρχὲς τῆς Ρωμαϊκῆς· καὶ προβάλλει ἔντονη ἡ πιθανότητα νὰ ἔζησε στὴν Αἴγυπτο ἢ σὲ κάποιο ἄλλο κέντρο τῆς Ἀνατολῆς, ὅπου οἱ θρησκεῖες αὐτὲς γνώρισαν μεγάλη διάδοση ὄχι μόνο μεταξὺ τοῦ λαοῦ ἀλλὰ καὶ στοὺς αὐλικοὺς κύκλους (πβ. τὴν περίπτωση τοῦ Σωπάτρου τοῦ Παφίου [ΑΚυΓ111 σσ. 133 κἑ.: ΑΚυΓ1β´11  180 κἑ.] κ.ἄ. Κυπρίων συγγραφέων [ὅ.π. 106, 224, κ.ἀ.]).

3-4. μέλι ῥεῦσαί ποτε εἰς τὸ στόμα τοῦ παιδίου: Ἡ ἀναφορὰ στὸ μέλι βρίσκει ἀντιστοιχία σὲ Νεοελληνικὰ ἔθιμα γιὰ τὴ γέννηση, ὅπου συχνὰ προσφέρεται καὶ παρατίθεται μέλι γιὰ νὰ καλοτυχιστῆ τὸ βρέφος καὶ νὰ ἐξασφαλιστῆ ἡ εὐγλωττία του, σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχὴ similia similibus (βλ. Βαρβούνης ΜΛΜ12 9-10, μὲ σημ. 20-23, ὅπου ἡ σχετικὴ βιβλιογραφία καὶ ἡ χαρακτηριστικὴ ἀναφορὰ στὴ φράση τοὺς μελιρρύτους ποταμοὺς τῆς σοφίας γιὰ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες). Στὴν Κύπρο, βάζουν στὰ χείλη τοῦ νεογέννητου ζάχαρη ἢ μέλι γιὰ νὰ γίνει γλυκόλογο (βλ. Παπαχαραλάμπους13 ΚΗΕ 49, μὲ περαιτέρω παραπομπές).

4 κἑ.: Ἡ εἰδικὴ σημασία τοῦ ἀριθμοῦ ἐννέα, ποὺ ἀπαντᾶ σὲ δεκάδες συνθέτων σὲ ὅλους τοὺς συγγραφεῖς (ἐννεάβοιος, ἐννεάγωνος, ἐννεαδικός, ἐννεάκλινος, ἐννεάκρουνος, ἐννεαφάρμακος, ἐννεά­φθογγος, κ.ἄ.), εἶναι ἔκδηλη ἤδη στὸν Ὅμηρο, ὅπου, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐμφανίζονται Μοῦσαι ἐννέα (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 11-12· κατὰ τὸν Ἡσίοδο [Θεογ. 53-60]: τὰς ἐν Πιερίῃ Κρονίδῃ τέκε μιγεῖσα | Μνημοσύνη (...). | ἐννέα γάρ οἱ νύκτας ἐμίσγετο μητίετα Ζεὺς | (...), ἣ δ' ἔτεκ' ἐννέα κούρας ὁμόφρονας), ἐννέα κήρυκες (Β 96-97), αἰσυμνῆται κριτοὶ ἐννέα (θ 258), ἐννέα κύνες (Σ 578, Ψ 173) κ.τ.τ., ἐνῶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἀπαντᾶ συγκέντρωση ἐννέα ζώων γιὰ θυσίες (Ζ 174 ἐννῆμαρ ξείνισσεν καὶ ἐννέα βοῦς ἱέρευσεν, γ 7-8 ἐννέα δ' ἕδραι ἦσαν ... καὶ προὔχοντο ἑκάστοθι ἐννέα ταύρους), καὶ ὁ ἀριθμὸς καταλήγει νὰ χρησιμοποιεῖται ἀντὶ τοῦ πολλοί (Π 785 τρὶς δ' ἐννέα φῶτας ἔπεφνεν) ἢ πρὸς δήλωση τοῦ μεγάλου (λ 576-77 Τιτυὸν εἶδον ... | κείμενον ἐν δαπέδῳ· ὁ δ' ἐπ' ἐννέα κεῖτο πέλεθρα): “as a round number for many”, σημειώνουν οἱ LSJ96 (σ.λ., 2., παραθέτοντας τὸ Π 784 καὶ παραπέμποντας στὸ λ 577 [“cf. Od. 11.577”] κ.ἀ. (πβ. καὶ LSK14, ὅπου ἐπίσης: «παρ' Ὁμ., ὡς φαίνεται εἶναι ἱερὸς ἀριθμός, ὡς ὢν τριπλάσιος τοῦ τρία ... Περὶ τῆς ἱερότητος τοῦ ἀριθμοῦ τούτου ἴδε Höck's Kreta15, 1. 249 κἑξ.»). «Πρόκειται γιὰ μαγικὸ ἀριθμὸ μὲ συχνὴ χρήση σὲ μαγικὲς πράξεις καὶ ἐπωδές», παρατηρεῖ ὁ Μ. Βαρβούνης (ΜΛΜ12 10, μὲ βιβλιογραφία), ποὺ «Ἀνήκει σὲ μία οἰκογένεια μαγικῶν ἀριθμῶν (3, 6, 7, 9, 40, 72) τῶν ὁποίων ἡ ἰσχὺς συνδέεται μὲ τὴν ἀντιστοιχία τους πρὸς περιόδους κινήσεως οὐρανίων σωμάτων, σημαντικῶν γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ πρωτόγονου ἀνθρώπου» (πβ. καὶ ΑΚυΓ1/1β´11 10b [Σωσίπατρος] F1.28 κἑ., μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια). Ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Πάφιος φαίνεται ἔντονα ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴ διάδοση τῶν συμβολισμῶν τοῦ ἀριθμοῦ στὴν ἐποχή του, ἀφοῦ μέσα σὲ λίγες γραμμὲς κάνει λόγο γιὰ ἐννέα φωνὲς πουλιῶν γύρω ἀπὸ τὸ κρεββάτι τοῦ μικροῦ Ὁμήρου, ἐννέα περιστέρια καὶ βεβαίως ἐννέα Μοῦσες, προφανῶς γιὰ νὰ προσδώσει κύρος καὶ τὴν ἔννοια τοῦ «σημαδιακοῦ» στὰ μυθολογούμενα.

5 κἑ. χελιδόνος (...) κοττύφου: Τὰ πτηνὰ ποὺ ἀναφέρονται εἶναι καὶ αὐτὰ συνδεδεμένα κατὰ καιροὺς μὲ διάφορα χαρακτηριστικὰ καὶ ἰδιότητες, ποὺ παρακολουθοῦμε, κυρίως, στὸ συμπίλημα τοῦ Φυσιολόγου, δημιούργημα τοῦ 2ου μ.Χ. αἰ., ἐποχῆς μὲ ἔφεση στὴ συσσώρευση ζωολογικῶν περιεργοτήτων (βλ. Lesky ΙΑΕΛ516, 1166), στὸν Αἰλιανό (Περὶ ζῴων ἰδιότητος, 2-3 μ.Χ. αἰ.) καὶ στὸν Ἀθήναιο (Δειπνοσοφισταί, 2-3ος μ.Χ. αἰ.), ἀλλὰ καὶ στὸν Ἀριστοτέλη (Περὶ τὰ ζῷα ἱστορίαι, κ.ἀ.), ἔμμεσα δὲ καὶ στοὺς μύθους τοῦ Αἰσώπου, κ.ἀ. (Βλ. Ἡσύχ. καὶ Σοῦδ. στὰ πάμπολλα σχετικὰ λήμματα, πβ. Chantraine17 καὶ Μπαμπ.18 Γιὰ τὸν Ὅμηρο βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 10 κἑ. Γιὰ τὴν πανίδα τῆς Κύπρου καὶ τὰ σχετικὰ λαογραφικὰ δεδομένα –μὲ παραπομπὲς καὶ σὲ ἀρχαῖα κείμενα– βλ. Π. Ξιούτα ΚΛΖ19, εἰδικὰ δὲ τὸ Ἐπίμετρον γιὰ τὰ ἀδόνιν [56.1], κόρωνον [61.25], μαυρόπουλλον [63.34], παγῶνιν [65.42], περτίτζιν [66.45], μαυροπούλλια [ψάρ, 63.33], ἀρκοπέζουνον [πελειάς, 56.2], σιλιόνιν [70.66]. Γενικά: Thompson Birds20 καὶ André Oiseaux.21) Γιὰ τὰς φωνὰς ἐννέα τοῦ Ἀλέξανδρου ἀξίζει νὰ σημειώσει κανείς:

χελιδόνος: “swallow (...). metaph. of letters, τῶν σῶν χ. αἱ ἡμέτεραι πλείους Lib. Ep. 46.2” LSJ96 [: L. ἐφεξῆς]· καὶ δημῶδες ἄσμα χελιδόνισμα (LSK14, καὶ χελιδονιασταίχελιδονίζω. Πβ. κορωνίζω). Κατὰ τὸν Τζέτζη (Λυκόφρ. 1460), χελιδόνα ἑαυτὴν λέγει Κασσάνδρα φοιβόληπτον διὰ τὴν μαντικήν. Κατὰ τὸν Αἰλ[ιαν]. τῆς ὥρας τῆς ἀρίστης ὑποσημαίνει τὴν ἐπιδημίαν. καὶ ἔστι φιλάνθρωπος (1.52.1)· τὴν χελιδόνα αἰδοῖ τῆς μουσικῆς οὐκ ἀποκτείνουσι (1.58.33, 36)· δικαίους μήτηρ χελιδὼν τοὺς ἑαυτῆς νεοττοὺς ἐργάζεται, τὸ ἰσότιμον αὐτοῖς διὰ τῆς τροφῆς τῆς ἴσης φυλάττουσα κ.λπ. (3.25.1)· τῶν ἐν ᾠδαῖς τε καὶ μούσαις ὀρνίθων οὐδεὶς διαλέληθεν, ἀλλ' ἴσμεν χελιδόνας καὶ κοσσύφους κ.λπ. (6.19.2)· τιμᾶται δὲ χελιδὼν θεοῖς μυχίοις καὶ Ἀφροδίτῃ, μυχίᾳ μέντοι καὶ ταύτῃ (10.34.13). Στὸν Ἡσίοδο καλεῖται ὀρθογόη (Ἔργ. 568, βλ. West22 σ.στ. [σσ. 300-1], Ἡσύχ. καὶ Σοῦδ. σ.λ. ὀρθογόη, πβ. Ἀλκμ. ἀπόσπ. 1.61 ὀρθρίαι – Σχόλ. Α ὀρθίαι [Page LGS23 σσ. 4/6] καὶ τὴ σχετικὴ θεωρία τοῦ Δ. Λυπουρλῆ, ΕΕΦΣΘ 10 [1968] 365-403), καὶ κατὰ τὸν Φυσιολ. [ἐφεξῆς Φ.] τοῦ χειμῶνος παρελθόντος τῷ ἔαρι φαίνεται καὶ ὑπὸ ὄρθρον λαλεῖ, ἐξυπνίζουσα τοὺς κοιμωμένους εἰς ἔργον (107.17). Ὁ Ἀρ[ιστοτ]. σημειώνει ὅτι χειλιδὼν δὶς τίκτει καὶ κόττυφος (544a 26, πβ. ὅμως 563a 13 δὲ χελιδὼν δὶς νεοττεύει μόνον τῶν σαρκοφάγων). Στὸν Αἴσωπο: χελιδὼν καὶ ὄρνιθες (39a, ὅπου ἱκέτης τῶν ἀνθρώπων ἐγένετο. οἱ δὲ ἀποδεξάμενοι αὐτὴν ἐπὶ τῇ συνέσει καὶ σύνοικον αὐτοῖς προσελάβοντο), Νέος ἄσωτος καὶ χελιδών (179a), Ὄρνις καὶ χελιδών (206a 1), Χελιδὼν καὶ δράκων (255a 1), Χελιδὼν καὶ κορώνη (258a, ποὺ περὶ κάλλους ἐφιλονείκουν ἀλλὰ παράτασις τοῦ σώματος εὐπρεπείας κρείττων ἐστίν) κ.ἄ.

ταῶνος: ταώςταῶς, τὸ «παγῶνι» (LSΚ14, μὲ ὀρθογρ. καὶ ἐτυμ. παρατηρήσεις καὶ παραπομπές), “peacock, Pavo cristatus” (L.), περίφημο κυρίως γιὰ τὴν ὀμορφιά του: Ἀθ[ήν]. 9, 397a (ΤΑΩΣ, ποὺ διὰ τὸ σπάνιον θαυμάζεται τῶν πτερῶν του), 14, 655b (τοὺς καλλιμόρφους καὶ περιβλέπτους ταῶς καὶ τὸ σχετικὸ Σαμιακὸ νόμισμα), κ.ἀ.· Αἰλ. 5.21 (ὀρνίθων ὡραιότατος κ.λπ. 1 κἑ., σπάνιος 32 κἑ., τοῦ κάλλους θαυμασθεὶς ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο 41 κἑ.), 11.33 (μέγιστόν τε καὶ ὡραιότατον δῶρο, κ.λπ.), κ.ἀ.· πάνυ τερπνὸν ὄρνεον (...) οὖσα εὐμορφόχροος καὶ ὡραία ταῖς πτέρυξιν, περιπατοῦσα ὁρᾷ ἑαυτὴν τερπομένην (...) ὅταν δὲ ἴδῃ τοῖς ποσὶν αὐτῆς, φωνήσει ἀγρίως κλαίουσα· οὐ γάρ εἰσιν οἱ πόδες αὐτῆς κατὰ τὴν μορφήν αὐτῆς (Φ. 204.5 κἑ.)· βλ. καὶ τὸ χαρακτηριστικὸ ἀπόσπ. ἀπὸ τὸ γνωστὸ ἐπεισόδιο Σόλωνος – Κροίσου στὸν Διογ. Λαέρτ. Φιλ. βί. 1.51 Φασὶ δέ τινες ὅτι κοσμήσας ἑαυτὸν Κροῖσος παντοδαπῶς καὶ καθίσας εἰς τὸν θρόνον ἤρετο αὐτὸν (sc. Σόλωνα) εἴ τι θέαμα κάλλιον τεθέαται· δὲ «ἀλεκτρυόνας», εἶπε, «<καὶ> φασιανοὺς καὶ ταώς· φυσικῷ γὰρ ἄνθει κεκόσμηνται καὶ μυρίῳ καλλίονι»· στὸν Αἴσ.: Ταὼς καὶ κολοιός (244a, ὅπου συμπεραίνεται ὅτι οὐ δεῖ τοὺς δυνάστας κάλλει, ἀλλὰ φρονήσει καὶ δυνάμει κεκοσμῆσθαι), Ταὼν καὶ γέρανος (249a, ὅτι κρεῖττον περίβλεπτον εἶναί τινα ἐν πενιχρᾷ ἐσθῆτι ζῆν ἀδόξως ἐν πλούτῳ γαυρούμενον), Ταὼς καὶ κόραξ. (Βλ. κατωτ. Πίν. 69.)

περιστερᾶς: “common pigeon or dove, (...) specifically, Columba livia domestica, and so distd. from φάψ, φάττα, οἰνάς, τρυγών, Arist. HA 562b 5, 593a 16; ἐλάττων μὲν πελειάς, τιθασὸν δὲ γίνεται μᾶλλον π. ib. 544b 3” (L.), ὑποκορ. περιστερίδιον καὶ περιστέριον, σημερ. περιστέρι (Κυπρ. καὶ πεζούνι < Γαλλ. pigeon, Χατζηιωάννου ΕΛεΚ24 καὶ Γιαγκουλῆς ΕΕΘηΚ25 σ.λ.)· πβ. πέλεια καὶ πελειάς, τὸ ἀγριοπερίστερο (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 10 κἑ.), στὸν πληθ. καὶ προφητικὲς ἱέρειες στὴ Δωδώνη (L. ΙΙ., μὲ παραπ. στὸν Ἡρόδ. 2.55 κἑ. καὶ στὸν Παυσ. 7.21.2 καὶ 10.12.2, κ.ἀ.· γιὰ τὶς προφητικὲς ἱέρειες τοῦ Δωδωναίου Δία ΠελειάδαςΠελείας βλ. Parke Ἑλλ. Μαντ.26 30 κἑ. καὶ κατωτ. 24 T1a σχόλ. σ.στ. 1-2). Κατὰ τὸν Φ., τῶν νεοττῶν ἀποστερούμεναι, οὐ μνησικακοῦσι τοῖς ταῦτα ποιοῦσιν, ἀλλ' ἕτερον πάλιν ἐπινοοῦσι φωλεόν (115.9 κἑ.), κατὰ δὲ τὸν Ἀρ. συνανθρωπίζει (488b 3), οὔτε συνδυάζεσθαι θέλουσι πλείοσιν, οὔτε προαπολείπουσι τὴν κοινωνίαν, πλὴν ἐὰν χῆρος χήρα γένηται (612b 31), ἀλλ' ἐπὶ τὸ πολὺ (...) στέργουσιν ἀλλήλας (613a 6), παρά γε τὴν νεοττιὰν διαμάχονται ἐσχάτως (613a 11)· ὀρνίθων σωφρονεστάτην καὶ κεκολασμένην ἐς Ἀφροδίτην μάλιστα τὴν ἀποκαλεῖ ὁ Αἰλ. (3.5.4), προσθέτοντας: ἀθύρματα γὰρ Ἀφροδίτης περιστερὰς εἶναι (...) πεπιστεύκασι πάντες ἄνθρωποι (4.1.1 κἑ. [4.2.6 κἑ.]· «...``παιγνιδάκι'', ... τέρψις, χαρμονή, χαρά», LSΚ14 σ.λ. ἄθυρμα), ἐνῶ καὶ ὁ Ἀθ. τὴ συνδέει μὲ τὴν Ἀφροδίτη (9.395a-b: Ἄλεξις Συντρέχουσιν [Ἀφροδίτης εἰμὶ ...], βλ. καὶ τὰ προηγούμενα γιὰ τὴ μεταμόρφωση τοῦ Δία σὲ περιστερὰν ἐρασθέντα παρθένου Φθίας ἐν Αἰγίῳ), ἰδιαίτερα δὲ μὲ τὴν Κύπρο (9, 395c): ἐν δὲ Πετάλῃ [sc. φησὶν Φερεκράτης ἀλλ', ὦ περιστέριον, ὅμοιον Κλεισθένει, | πέτου, κόμισον δέ μ' ἐς Κύθηρα καὶ Κύπρον, ὅπου οἱ δύο ὀνομαστοὶ ναοὶ τῆς Ἀφροδίτης (βλ. ΑΚυΓ 1/1β´11  5 Υ3 μὲ σxόλ. σ.στ. 1 κἑ., καὶ ΑΚΕΠ27 Β΄ σελ. 188 [«Η ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ ΙΕΡΟΝ ΠΤΗΝΟΝ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ»], μὲ παράθεση τῶν σχετικῶν ἀρχαίων μαρτυριῶν: ἀρ. 49-49.4, βλ. ἐπίσης Χατζηιωάννου Διασπ.28 Β΄ 131 κἑ.: κυρίως 132 καὶ 142). Καὶ σήμερα στὴν Κύπρο τὰ περιστέρια –τὰ «φιλη- [φιλι-] κουτούνια» (τὰ περιστεράκια σὲ μερικὲς περιοχές, γενικὰ εἶδος ἀγριοπερίστερου ἢ τρυγονιοῦ: πβ. Γιαγκουλλῆς ΕΕΘηΚ25 καὶ Χατζηιωάννου ΕΛεΚ24 σ.λ.)– συνδέονται μὲ τὰ ἔθιμα καὶ τὰ τραγούδια τοῦ γάμου («νὰ πέφτουν νὰ κουνίζονται σὰν τὰ φιληκουτούνια», «γιὰ ν' ἀγαπιοῦνται οἱ νιόπαντροι σὰν τὰ φιληκουτούνια»). Πολλοὶ –καὶ σημαντικοὶ– εἶναι οἱ σχετικοὶ μύθοι τοῦ Αἰσ.: Κολοιὸς καὶ περιστεραί (131a), Μύρμηξ καὶ περιστερά (176a), Περιστεραὶ ἄγριαι καὶ ἥμεραι (209a), Περιστερὰ καὶ κορώνη (218a, βλ. κατωτ.), κ.ἄ.

κορώνης: ἡ κουρούνα (Corvus coroné, Λατ. corvix), καὶ τραγούδι τοῦ γάμου κορώνη (LSK14 / L., βλ. καὶ κορωνίζω, κορώνισμα, κορωνιασταί ἀκούω δὲ τοὺς πάλαι καὶ ἐν τοῖς γάμοις μετὰ τὸν ὑμέναιον τὴν κορώνην ᾄδειν, σύνθημα ὁμονοίας τοῖς συνιοῦσιν ἐπὶ παιδοποιίᾳ διδόντας, σημειώνει ὁ Αἰλ., ποὺ τονίζει λίγους στίχους πιὸ πάνω ὅτι κορῶναι ἀλλήλαις πιστόταται, καὶ ὅταν ἐς κοινωνίαν συνέλθωσι, πάνυ σφόδρα ἀγαπῶσι σφᾶς (3.9.1 κἑ.)· κορώνη μονόγαμός ἐστι, καὶ ὅταν ὁ ταύτης ἀνὴρ τελευτήσῃ οὐκέτι συγγίνεται ἑτέρῳ ἀνδρί, οὐδὲ ὁ κόραξ ἑτέρᾳ γυναικί, κατὰ τὸν Φ. (91.3-5)· τὴ μητρική της στοργὴ τονίζει ὁ Ἀρ. (536b 11): θρέψαντες οὐδεμίαν ἐπιμέλειαν ποιοῦνται τὸ λοιπόν, πλὴν κορώνης· αὕτη δ' ἐπί τινα χρόνον ἐπιμελεῖται (sc. τέκνων καὶ γὰρ ἤδη πετομένων σιτίζει παραπετομένη ἀγγέλων ὠκίστη χαρα­κτηρίζεται ἀπὸ τὸν Αἰλ. (6.7 [1 κἑ.]· «ἡ δὲ μακροβιότης αὐτῆς ἦν παροιμιώδης» (LSΚ14, μὲ παραπομπές). Στὸν Αἴσ.: Κορώνη καὶ κόραξ (127a), Κ. καὶ κύων (129a), Περιστερὰ καὶ κ. (218a), Χελιδὼν καὶ κ. (258a, βλ. κατωτ.). (Βλ. καὶ West WD22 341, σημ. σ.στ. 747.) Μὲ ἐρωτικὴ χροιὰ στὸν Ἀρχίλ., ἀπόσπ. 331 W.29 (15 D., Παπαδημητρίου30: μὲ similia), συκῆ πετραίη πολλὰς βόσκουσα κορώνας, | εὐήθης ξείνων δέκτρια Πασι­φίλη· καὶ στὸν Νόνν. (Διον. 3.119-22 [βλ. καὶ τὸ ὅλο ἐπεισόδιο, 55 κἑ.], ὅπου ἡ κορώνη ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὴν Ἀφροδίτη προλέγει τὸν γάμο Κάδμου – Ἁρμονίας, κόρης τῆς Ἀφροδίτης [στ. 375 κἑ., καὶ 4.57 κἑ., 8.412, κ.ἀ.]: βλ. ΕλλΜ10 3.73 κἑ., κ.ἀ.), ἐπαινήσεις δὲ κορώνης | καὶ γαμίην καλέσεις με θεοπρόπον ὄρνιν ἐρώτων. | ἤλιτον· ἀλλά με Κύπρις ἐπέπνεεν· ἐκ Παφίης γὰρ | θεσπίζω σέο λέκτρα, καὶ εἰ πέλον ὄρνις Ἀθήνης.

πέρδικος: καὶ ἡ πέρδιξ “partridge”, [Suppl.] “either rock or chukar partridge”, καὶ παροιμ. “πέρδιξ ὄρουσον ‘look sharp’, Ar. Fr. 523” (L.), Λατ. perdix, σημερ. πέρδικα (μὲ «χαρακτηριστικό κελάηδημα και καμαρωτό περπάτημα» καὶ ὡς χαρακτηρισμός «γυναίκα με όμορφο παράστημα και καμαρωτό περπάτημα» Μπαμπ.18)· ὑποκορ. περδίκιον, σημερ. περδίκι («φρ. γίνομαι / είμαι περδίκι, είμαι καλά στην υγεία μου» Μπαμπ.18). πέρδιξ ἔχει τράχηλον μαῦρον κεκοσμημένον τῇ ὡραιότητι καὶ εἶναι (sic:) πετρολαγγαδοκοιλαδισθὴς ἐχέφρων, λαμπρᾷ φωνῇ καὶ λιγυρᾷ ἀντιδονοῦσα πλέον ὀργάνων τε καὶ μουσικῆς ὁμοίως καὶ ψαλτήρας (Φ. 324.1, 6-7, 9-11)· τῶν περδίκων οἱ τοροί τε καὶ ᾠδικοὶ τῇ σφετέρᾳ θαρροῦσιν εὐγλωττίᾳ (Αἰλ. 4.13.1). Ἀνήκει στὰ ἀφροδισιακὰ (Ἀρ. 488b 4) πτηνά· ἀκράτορές εἰσιν Ἀφροδίτης (Αἰλ. 3.5.9) καὶ ἀκολαστότατοι ὀρνίθων (4.1.1, καὶ 3.16.31 ἀκόλαστον τὸ τῶν περδίκων γένος / 4.1.31 πέρδικι δὲ μετεῖναι αἰδοῦς ὑπέρσεμνον τοῦτο ἐκ τῆς φύσεως τὸ δῶρον)· κατὰ τὸν Ἀθ. (9.389a κἑ., ΠΕΡΔΙΞ), τούτων πολλοὶ μέμνηνται (...), τὸ δὲ ζῷον ἐπὶ λαγνείας συμβολικῶς παρείληπται· (9, 390a ) καλοῦνται δ' οἱ πέρδικες ὑπ' ἐνίων κακκάβαι, ὡς καὶ ὑπ' Ἀλκμᾶνος λέγοντος οὕτως· ἔπη δὲ τάδε (ἔπη τάδε Bergk31, Fέπη τ. Page23) καὶ μέλος Ἀλκμὰν | εὗρε γεγλωσσάμενον (-αμέναν Meineke32, Marzullo) | κακκαβίδων στόμα (ὄνομα codd., ὄπα Schneidewin33) συνθέμενος, σαφῶς ἐμφανίζων ὅτι παρὰ τῶν περδίκων ᾄδειν ἐμάνθανε (βλ. ἀπόσπ. 13 [39] Page LGS23, καὶ Σκιαδᾶ34 ΑΛ2 87 κἑ.: « ... ἀκούγοντας καὶ κατανοώντας τὴ φωνὴ τῶν περδίκων, ποὺ ἐκφράζει τὴ μελωδία, καὶ χρησιμοποιώντας την στὴ δημιουργία τῆς μελικῆς ποίησης» ἢ «ὁ Ἀλκμὰν λέγει πὼς ἔμαθε νὰ τραγουδῆ ἀκούγοντας τὶς πέρδικες»)· διὸ καὶ Χαμαιλέων ὁ Ποντικὸς ἔφη «τὴν εὕρεσιν τῆς μουσικῆς τοῖς ἀρχαίοις ἐπινοηθῆναι ἀπὸ τῶν ἐν ταῖς ἐρημίαις "ᾳδόντων ὀρνίθων· ὧν κατὰ μίμησιν λαβεῖν στάσιν τὴν μουσικήν. (Πβ. τὴν παρατήρηση τοῦ Ἀ. Βρόντη, Ροδ. Λαογρ. 11 [1934-37] 586, ὅτι στὸ στόμα τοῦ βρέφους βάζουν τὸ κεφάλι ἄγριου πουλιοῦ, προτιμώντας τὸ περδικόπουλο, καί, ἐὰν τὸ πουλὶ βγάλει φωνὴ μέσα στὸ στόμα τοῦ παιδιοῦ, νομίζουν πὼς θὰ μιλήσει σύντομα.) Στὸν Αἴσ.: Ἀλεκτρυόνες καὶ πέρδιξ (23a), κ.ἄ.

πορφυρίωνος: “-ίων, -ωνος,, purple coot or water-hen, Fulica porphyrion” (L.), «διὰ τὸ τοῦ ῥύγχους φοινικοῦν» (LSK14) [πβ. πορφυρίς καὶ ἁλιπορφυρίς], ἡ νερόκοτα (βλ. Μπαμπ.18Πορφυρίων εἶναι τὸ ὄνομα ἑνὸς Γίγαντος (βλ. ἀνωτ. F1 σχόλ. σ.στ. 1 κἑ., καὶ Νόνν. Διον. 25.89 καὶ 48.21). Κατὰ τὸν Ἀθ. (9, 388c, ΠΟΡΦΥΡΙΩΝ), Πολέμων (...) πορφυρίωνά φησι τὸν ὄρνιν διαιτώμενον κατὰ τὰς οἰκίας τὰς ὑπάνδρους τῶν γυναικῶν τηρεῖν πικρῶς καὶ τοιαύτην ἔχειν αἴσθησιν ἐπὶ τῆς μοιχευομένης, ὥσθ' ὅταν τοῦθ' ὑπονοήσῃ, προσημαίνει τῷ δεσπότῃ ἀγχόνῃ τὸ ζῆν περιγράψας (...). Ἀριστοτέλης σχιδανόποδά φησιν αὐτὸν εἶναι, ἔχειν τε χρῶμα κυάνεον, σκέλη μακρά, ῥύγχος ἠργμένον ἐκ τῆς κεφαλῆς φοινικοῦν, μέγεθος ἀλεκτρυόνος (...). Ἀλέξανδρος δ' ὁ Μύνδιος ἐν β΄ περὶ τῆς τῶν πτηνῶν ἱστορίας Λίβυν εἶναί φησι τὸν ὄρνιν καὶ τῶν κατὰ τὴν Λιβύην θεῶν ἱερόν [ἀμέσως μετά: ΠΟΡΦΥΡΙΣ. Καλλίμαχος δ' ἐν τῷ περὶ ὀρνίθων διεστάναι φησὶ πορφυρίωνα πορφυρίδος, ἰδίᾳ ἑκατέρου καταριθμούμενος]. Κατὰ τὸν Αἰλ., ὁ πορφυρίων ὡραιότατός τε ἅμα καὶ φερωνυμώτατός ἐστι ζῴων (3.42.1) καὶ φιλοίκειον αὐτὸν εἶναί φασιν καὶ τὴν συντροφίαν τῶν συννόμων ἀγαπᾶν (μολονότι ζηλοτυπώτατος: πβ. 8.20.8). ἐν οἰκίᾳ γοῦν τρέφεσθαι πορφυρίωνα καὶ ἀλεκτρυόνα ἤκουσα, καὶ σιτεῖσθαι μὲν τὰ αὐτά, βαδίζειν δὲ τὰς ἴσας βαδίσεις καὶ κοινῇ κονίεσθαι. οὐκοῦν ἐκ τούτων φιλίαν τινὰ θαυμαστὴν αὐτοῖς ἐγγενέσθαι.

ψαρός: ὁ ψάρ καὶ Ἰων. ψήρ (ψᾶρες καὶ ψῆρες), καὶ ὁ ψάροςψᾶρος, ``Starling, Sturnus vulgaris'', σημερ. ψαρόνι ἢ μαυροπούλι (βλ. Μπαμπ.18). «Ὁ Πλούτ. 2.972f λέγει ὅτι δύνανται διὰ τῆς διδασκαλίας νὰ ὁμιλῶσι» (LSΚ14, “cf. Gell. 13.21(20).25” L.)· ὁ δὲ ψάρος ἐστὶ ποικίλος· μέγεθος δ' ἐστὶν ἡλίκον κόττυφος (Ἀρ. 617b 26, πβ. Αἰλ. 16.3.2). Κατὰ τὸν Ἀθ. (2.65e), Ἀντιφάνης δὲ καὶ ΨΑΡΑΣ ἐν τοῖς βρώμασι καταλέγει· μέλι, πέρδικες, | φάτται, νῆτται, χῆνες, ψᾶρες, | (...) ὄρτυξ, | ὄρνις θήλεια.

ἀηδόνος: ἡ ἀηδών (ἅπαξ ὁ ἀ.), “ (ἀείδω) songstress, i.e. the nightingale, (...) metaph., of a poet, (...) also of the poet's song” (L.), «ἡ ᾄδουσα (...), καλεῖται δὲ καὶ λίγεια, λιγύφωνος, κτλ., διὰ τὴν φωνὴν αὐτῆς» (LSK14)· σημερ. ἀηδόνι (γνωστὸ γιὰ τὸ μελωδικὸ κελάηδημά του [«Τ' ἀηδόνια δὲ σ' ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες», Γ. Σεφέρη Ἡμερολ. Καταστρ. Γ΄35«Ἑλένη»], γλυκόλαλο· μεταφορικὰ αὐτὸς ποὺ ἔχει πολὺ ὡραία φωνή, καλλίφωνος· συνεκδ. αὐτὸς ποὺ ἔχει εὐφράδεια λόγου, εὐγλωττία: βλ. Μπαμπ.18, ὅπου καὶ ἐτυμ., πβ. Chantraine17). Στὸν Ἡσ. (Ἔργ. 202 κἑ., στὸν γνωστὸν αἶνον ἀηδόνος – ἱέρακος) ἴρηξ προσέειπεν ἀηδόνα ποικιλόδειρον (...) καὶ ἀοιδὸν ἐοῦσαν (βλ. West22, σ.στ. 203 καὶ 206)· ὀρνίθων λιγυρωτάτη καὶ εὐμουσοτάτη, καὶ κατᾴδει τῶν ἐρημαίων χωρίων εὐστομώτατα ὀρνίθων καὶ τορώτατα (Αἰλ. 1.43.1, καὶ 5.38.1 Χάρμιδος ἀκούω τοῦ Μασσαλιώτου λέγοντος φιλόμουσον μὲν εἶναι τὴν ἀηδόνα, ἤδη δὲ καὶ φιλόδοξον. ἐν γοῦν ταῖς ἐρημίαις ὅταν ᾄδῃ πρὸς ἑαυτήν, ἁπλοῦν τὸ μέλος καὶ ἄνευ κατασκευῆς τὴν ὄρνιν ᾄδειν· ὅταν δὲ ἁλῷ καὶ τῶν ἀκουόντων μὴ διαμαρτάνῃ, ποικίλα τε ἀναμέλπειν καὶ τακερῶς ἑλίττειν τὸ μέλος. καὶ Ὅμηρος δὲ τοῦτό μοι δοκεῖ ὑπαινίττεσθαι [τ 518-21, βλ. κατωτ.]· πβ. 3.40.4 λέγει δὲ Ἀριστοτέλης ἰδεῖν αὐτὸς τὰ νεόττια τῆς ἀηδόνος ὑπὸ τῆς μητρὸς διδασκόμενα ᾄδειν. ἦν δὲ ἄρα ὀρνίθων ἀηδὼν ἐλευθερίας ἐράστρια ἰσχυρῶς, καὶ διὰ τοῦτο ἐντελὴς τὴν ἡλικίαν ὅταν θηραθῇ καὶ καθειργμένη ἐν οἰκίσκῳ, ᾠδῆς ἀπέχεται, καὶ ἀμύνεται τὸν ὀρνιθοθήραν ὑπὲρ τῆς δουλείας τῇ σιωπῇ· βλ. ἐπίσης Ἐπιτ.1.17 ἀηδὼν εὔστομον δ' ἀοιδὸς ἀηδόνος ἠράσαθ' ὕμνων (Ἀθ. 13, 598b). Κατὰ τὸν Ἡσύχ. σ.λ. ἀηδόνα· ᾠδήν, εὐφροσύνην / (...) καὶ τοὺς αὐλοὺς δὲ λωτίνας ἀηδόνας που ἔφη (sc. Εὐρ.). Στὸν Αἴσ.: Ἀηδὼν καὶ ἱέραξ (4a, 1 κ.ἀ. κατὰ τὸ σύνηθες ᾖδεν). Ἀξιοσημείωτα εἶναι καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὸν μύθο ΠρόκνηςἈηδόνος καὶ ΦιλομήληςΧελιδόνος (βλ. ἀνάμεσα στὰ πολλά: Kerényi Μυθ.36 527 κἑ. καὶ ΕλλΜ10 3.23 κἑ., καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ.. 13-15): ὁ μύθος καὶ στὸν Νόννο (Διον., κυρίως 2.130 κἑ.), στὸν ὁποῖο –σημειωτέον– χρησιμοποιεῖται τὸ ἐπίθ. αἰολόδειρος τόσο γιὰ τὴν ἀηδόνα (26.211, 43.32) ὅσο καὶ γιὰ τὴ χελιδόνα (12.76).

κοττύφου: Ἀττ. τοῦ κόσσυφος, «ὠδικὸν πτηνόν, ὁ “κότσυφας”, “μαυροπούλι”, Turdus merula (...)· ἐθεωρεῖτο δὲ ἡδὺ ἔδεσμα (..., ΙΙΙ.) ὄνομα ἰδίου εἴδους ἀλεκτρυόνων ἐν Τανάγρᾳ» (LSK14)· καὶ τύπος κόψιχος στὴν Ἀττ. (*κόψυφος / κόψ-ιχος, Ρωσ. καὶ ἀρχ. Σλαβ. kosŭ «κοτσύφι», ἀναγόμενο σὲ ΙΕ. *kopso, Chantraine17 / Μπαμπ.18). Τῶν δὲ κοττύφων δύο γένη ἐστίν, μὲν ἕτερος μέλας καὶ πανταχοῦ ὤν, δ' ἕτερος ἔκλευκος, τὸ δὲ μέγεθος ἴσος ἐκείνῳ, καὶ φωνὴ παραπλησία ἐκείνῳ· ἔστι δ' οὗτος ἐν Κυλλήνῃ τῆς Ἀρκαδίας, ἄλλοθι δ' οὐδαμοῦ (Ἀρ. 617a 11, πβ. Αἰλ. 5.27.7 Σώστρατος δὲ τοὺς ἐν τῇ Κυλλήνῃ κοσσύφους πάντας λέγει λευκούςτῶν ἐν ᾠδαῖς τε καὶ μούσαις ὀρνίθων οὐδεὶς διαλέληθεν, ἀλλ' ἴσμεν χελιδόνας καὶ κοσσύφους κ.λπ. (Αἰλ. 6.19.1, πβ. 8.24.1 ἀγρεὺς τὸ ὄνομα, τὴν φύσιν πτηνός, τὸ γένος κοσσύφων φράτωρ, μέλας τὴν χρόαν, μουσικὸς τὴν γλῶτταν, βλ. καὶ 12.28.4 κόσσυφος θέρους μὲν ᾄδει, χειμῶνος δὲ παταγεῖ καὶ τεταραγμένον φθέγγεται).

Καθὼς ἡ ἀναφορὰ τῶν ἐννέα πτηνῶν δὲν φαίνεται νὰ εἶναι τυχαία, χρήζει ἑρμηνείας ἡ ἐπιλογή τους ἀπὸ τὸν μυθογράφο. Ἡ α΄ πιθανότητα σχετίζεται μὲ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ τοῦ καθενός καὶ τὴν πρόθεση νὰ συνδεθοῦν μὲ τὴν προσωπικότητα τοῦ βρέφους ποὺ προορίζεται νὰ γίνει μεγάλος ποιητής. Μὲ βάση τὰ ἀνωτέρω, μὲ τὴ μουσικὴ καὶ τὴν ποίηση σχετίζονται κυρίως ἡ ἀηδὼν καὶ ὁ πέρδιξ, ἀλλὰ καὶ ἡ χελιδὼν καὶ ἡ κορώνη καὶ ὁ κόσσυφος, ἔμμεσα δὲ καὶ ἡ περιστερά (σύνδεση μὲ προφητεία, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὴ χελιδόνα)· τὸ χελιδόνι καὶ μὲ τὴν Ἄνοιξη (καὶ τὴν ἀνοιξιάτικη πνοὴ στὰ ποιητικὰ δεδομένα) καὶ τὸ ξημέρωμα (ὀρθογόη). Τὴν ὀμορφιὰ ἐκπροσωποῦν ὁ ταὼς καὶ ὁ πορφυρίων, ἀλλὰ καὶ ὁ ψάρ (ποικίλος) καὶ ἡ πέρδιξ (ποικιλόδειρος, καὶ μὲ καμαρωτὸ περπάτημα), ἴσως καὶ ὁ κόττυφος (ἰδιαίτερα ὁ λευκός), ἡ ἀηδὼν καὶ ἡ χελιδών. Τὴ συζυγικὴ πίστη ἐκπροσωποῦν ἡ κορώνη καὶ ὁ πορφυρίων, ἀλλὰ καὶ ἡ περιστερά. Ἡ τελευταία ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἱερὸ πτηνὸ τῆς Ἀφροδίτης, εἰδικὰ στὴν Κύπρο (ὅπου καὶ σήμερα συνδέεται ἰδιαίτερα μὲ τὸν ἔρωτα καὶ τὴν ἀγάπη)· μὲ τὴν Ἀφροδίτη –καὶ ὅ,τι αὐτὴ ἀντιπροσωπεύει– συνδέονται ἐπίσης ἡ χελιδὼν, ἡ πέρδιξ καὶ ἡ κορώνη. Χαρακτηριστικὰ ἀξιοσημείωτα τὰ ἐννέα πτηνὰ τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐμφανίζουν καὶ ἄλλα, ὅπως ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ σύνεση (χελιδών), ἡ στοργὴ καὶ ἡ σωφροσύνη (περιστερά, ποὺ δὲν μνησικακεῖ ἀλλ' εἶναι πάντα ἕτοιμη γιὰ νέο ξεκίνημα), ἡ μητρικὴ στοργὴ καὶ ἡ μακροβιότητα (κορώνη, ποὺ εἶναι καὶ ἀγγελιοφόρος τάχιστη), ἡ ὀξεία ὅραση καὶ ἡ διορατικότητα (πέρδιξ), ἡ φιλικὴ διάθεση (πορφυρίων), ὁ ἔρωτας γιὰ τὴν ἐλευθερία (ἀηδών), καὶ κυρίως τὸ φιλοίκειον καὶ φιλάνθρωπον (χελιδών, περιστερά [ποὺ συνανθρωπίζει], πορφυρίων). Τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ ὁδηγοῦν στὴν πιθανότητα (β΄) ἡ ἐπιλογὴ τῶν ἐννέα πτηνῶν νὰ θεωρήθηκε ἀντιπροσωπευτικὴ τοῦ βασιλείου τῶν πτηνῶν, μὲ ἔμφαση στὰ οἰκεῖα στὸν ἄνθρωπο καὶ πιὸ ἤρεμα γένη (ἀπουσιάζουν, π.χ., τὸ γεράκι ἢ ὁ ἀετὸς) καὶ δὴ στὰ λεγόμενα ᾠδικά (ἐδῶ τὰ ἀηδών κόττυφος [«τουρδίδαι»] χελιδών ψάρ κορώνη: βλ. πίν. στὴν Ἐγκυκλ. Δομή37 σ.λ. πτηνά) ἢ στὰ πιὸ χαρακτηριστικὰ πτηνὰ τῶν τόπων ποὺ γνώρισε ὁ συγγραφέας (τὰ σχετικὰ ὅμως στοιχεῖα φαίνονται ἀνεπαρκῆ, κυρίως γιατὶ ἐλάχιστα γνωρίζουμε γιὰ τὸ βασίλειο τῶν πτηνῶν τῆς Κύπρου [βλ. Ξιούτα19 ὅ.π., καὶ ΑΚΕΠ Β΄27 σσ. 374 κἑ., μὲ ἀρ. 164.5-5α, καὶ Δομή37 σ.λ. μετανάστευση μὲ τὸν πίν. γιὰ τὶς πορεῖες τῶν ἀποδημητικῶν πτηνῶν], ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς πιθανοὺς τόπους ὅπου ἔζησε ἢ ἀπ' ὅπου πέρασε ὁ Πάφιος μυθογράφος). Ἡ (γ΄) πιθανότητα νὰ ἐπηρεάστηκε ἡ ἐπιλογὴ ἀπὸ τὰ πτηνὰ ποὺ ὁ Ὅμηρος χρησιμοποίησε στὰ ἔπη του στηρίζεται στὴν τελευταία φράση τοῦ κειμένου καὶ τὸν ποιητὴν οὕτω σεμνῦναι τὰ ζῶια οἷς βρέφος ὢν συνέπαιζε, εἶναι εὔλογη ἀλλὰ μερικῶς μόνον ἀντιπροσωπευτική (βλ. κατωτ.). Ὁ συνδυασμὸς ὅλων τῶν ἀνωτέρω πιθανοτήτων φαίνεται νὰ εἶναι ἀναπόφευκτος· καὶ ἡ ἀναζήτηση μιᾶς πιθανῆς πηγῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου προβάλλει ἐπιτακτικά. Στὸν νοῦ ἔρχονται οἱ Ὄρνιθες τοῦ Ἀριστοφάνη μὲ τὶς ἐντυπωσιακὲς σκηνές τους, ὅπου παρελαύνουν σὺν τοῖς ἄλλοις τὰ ὀκτὼ ἀπὸ τὰ ἐννέα πτηνὰ τοῦ Ἀλεξάνδρου: χελιδών (στ. 714, 1151 [1293 Χελιδών], 1301 [βλ. ὅλο τὸ χωρίο, 1290 κἑ., 1332 κἑ.: τά τε μουσίχ' ὁμοῦ τά τε μαντικὰ καὶ | τὰ θαλάττι' ], 1412, 1417, 1612)· ταῶς (102, 269, 885-86 [βλ. 864 κἑ. –μὲ ἀναφορὰ στὶς Μοῦσες καὶ στὸν Ὅμηρο στοὺς στ. 905 κἑ.– , καὶ Ἀχαρν. 63]· περιστερά (302 [βλ. 302-5], 1082 [1077 κἑ.], 1302 [βλ. καὶ Ἐκκλ. 1172])· κορώνη (5, 23, 49, 89, 609 πέντ' ἀνδρῶν γενεὰς ζώει λακέρυζα κορώνη, 967 [961 κἑ.])· πέρδιξ (297 [καὶ ἑπόμ.], 767, 1292)· πορφυρίων (707 [καὶ ἑπόμ.], 881-82, 1249 – βλ. καὶ 553 καὶ 1252: Πορφυρίων ὁ Γίγας, μὲ ἀναφορὰ στὴ Γιγαντομαχία)· ἀηδών (203 καὶ 208 [τὸ ὅλο χωρίο], 659, 664 καὶ 679 [τὸ ὅλο χωρίο, μὲ ἀναφορὰ στὴν Πρόκνη], 1380-81)· κόψιχος: κόττυφος (306, 806, 1081)· λείπει ὁ ψάρ, ποὺ ἀναφέρεται στὸν Ὅμηρο (βλ. κατωτ.). Ἂν δὲν συναναφέρονταν στοὺς Ὄρνιθες καὶ ἄλλα σημαντικὰ πτηνά, ἡ ἐπίδρασή τους θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθῆ ὄχι μόνο ἀναντίρρητη μὰ καὶ μοναδικὴ γιὰ τὴν ἐδῶ ἐπιλογή· ὅπως ἔχουν ὅμως τὰ πράγματα, ἡ ἀνάγκη πιὸ σύνθετης ἑρμηνείας παραμένει.

8. Σίβυλλαν: Ὄνομα διαφόρων παρθένων μαντισσῶν ποὺ –περιπλανώμενες καὶ ἐμπνεόμενες ἀπὸ τὸν Ἀπόλλωνα– σὲ κατάσταση θεϊκῆς μανίας προέβλεπαν τὰ μέλλοντα (Σίβυλλα δὲ μαινομένῳ στόματι καθ' Ἡράκλειτον [fr. 92 D. – Κ.38] ἀγέλαστα καὶ ἀκαλλώπιστα καὶ ἀμύριστα φθεγγομένη χιλίων ἐτῶν ἐξικνεῖται τῆι φωνῆι διὰ τὸν θεόν). Ἡ λέξη εἶναι ἄγνωστης ἐτυμολογίας (Chantraine17 σ.λ., μὲ βιβλιογραφία)· ἀξιοσημείωτες ἀλλὰ μὴ ἱκανοποιητικὲς εἶναι οἱ σχετικὲς προσ­πάθειες ἀρχαίων (βλ. χαρακτηριστικὰ Διόδ. Σικ. 4.66.6 ἐνθεαζούσης δ' αὐτῆς πολλάκις καὶ χρησμοὺς ἀποφαινομένης, φασὶν ἐπικληθῆναι Σίβυλλαν· τὸ γὰρ ἐνθεάζειν κατὰ γλῶτταν σιβυλλαίνειν, καὶ Orac. Sib. 29 Σίβυλλα δὲ Ῥωμαϊκὴ λέξις ἑρμηνευομένη προφῆτις ἤγουν μάντις· ὅθεν ἑνὶ ὀνόματι αἱ θήλειαι μάντιδες ὠνομάσθησαν) καὶ νεωτέρων (βλ. Frisk39 σ.λ., καὶ τὸ ἄρθρο τοῦ Rzach στὴ RE8 σ.λ. Sibyllen [2073-2183], ποὺ ἀποτελεῖ ἐμπεριστατωμένη μελέτη γιὰ τὴν προσωπογραφία τοῦ θέματος ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν παράδοση τῶν Σιβυλλικῶν χρησμῶν· ἐνδεικτικά, ἔχουν προταθεῖ οἱ ἐκδοχὲς Σίβυλλα < Θί-βυλλα < θεοῦ βουλή [-υλλα ὑποκοριστικὸ ἐπίθημα], Σίβ-υλλα < ρίζα σιβ- μὲ δάσυνση ἀπὸ τὸ ἰβ- τοῦ ἴβηνοι· [...] εὔθυμοι· νοεροί [Ἡσύχ.] μὲ τὴ σημασία «μικρὴ σοφὴ γυναῖκα», Σίβ- < Ἀραμαϊκὴ ρίζα sâbâ «γερόντισσα», Σίβυλλα < ἀρχαία Λατινικὴ ρ. sibus = callidus [σοφός], ἀναγραμματισμὸς τοῦ Λίβυσσα). Οἱ Σιβυλλικοὶ χρησμοί, ποὺ ἀρχικὰ ἦταν μακρὲς καὶ ἀσυνάρτητες προφητεῖες, ἀποδόθηκαν ἐνωρὶς σὲ δακτυλικὸ ἑξάμετρο καὶ ἐνσωματώθηκαν σὲ συλλογές (βλ. ΑΚυΓ 1/1β´11 σχόλ. στὸ 1 Τ6.12-13 καὶ στὸ 2 Τ2.1 κἑ., μὲ βιβλιογραφία· ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀρχαῖες πηγὲς ἰδιαίτερα χρήσιμες: Πλούτ. [Πυθ. χρ., Καῖσ., Κικ., Μάρκ., Φάβ. Μάξ., κ.ἀ.], Παυσ., Διον. Ἁλικ., Διόδ. Σικ., κ.ἄ., καὶ βέβαια τὰ Orac. Sib.). Βιβλία μὲ χρησμοὺς διέθεταν οἱ κάτοικοι τῶν Ἐρυθρῶν, τῆς Κύμης καὶ τῶν Δελφῶν· τὸ σύνολό τους –σὲ ἑξάμετρο στίχο καὶ στὴν Ἑλληνικὴ γλώσσα– συγκεντρώθηκε στὴ Ρώμη κατὰ τὴ βασιλεία τοῦ Ταρκύνιου Πρίσκου, καὶ φυλάσσονταν ἀρχικὰ στὸ Καπιτώλιο καὶ στὴ συνέχεια –ἐπὶ Ὀκταβιανοῦ– στὸν ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνα στὸ Παλατίνο, ἀπὸ δύο ἀρχικὰ πατρίκιους καὶ ἀργότερα ἀπὸ δέκα, δεκαπέντε, μέχρι καὶ ἑξήντα. Ἡ διάδοση τῶν σιβυλλικῶν παραδόσεων καὶ ἡ φροντίδα γιὰ τὴ φύλαξή τους δὲν ἀποτελοῦν τυχαῖα γεγονότα· χρησιμοποιήθηκαν εὐρύτατα καθ' ὅλην τὴν ἀρχαιότητα γιὰ προπαγανδιστικοὺς καὶ ἀπολογητικοὺς σκοπούς, ἀσκώντας σημαντικὴ καὶ μακροχρόνια ἐπίδραση (ἰδιαίτερα στὴ Ρώμη, βλ. Burkert ΑρΕΘ40 257 [256 κἑ., ὅπου συνοπτικὴ θεώρηση τοῦ ὅλου θέματος μὲ πολὺ χρήσιμη βιβλιογραφία). Ἡ εὐρύτατη διάδοσή τους συνοδεύτηκε ἀπὸ μύθους πάμπολλους καὶ ἀξιόλογους, κι ὁ ἀριθμὸς τῶν μαντισσῶν μὲ τὸ ὄνομα Σίβυλλα ποικίλλει ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, ἀπὸ ἐποχὴ σὲ ἐποχή, καὶ ἀπὸ συγγραφέα σὲ συγγραφέα.

Ποιάν Σίβυλλαν ἔχει ὑπόψη του ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Πάφιος; Οἱ πρώιμοι συγγραφεῖς ἀναγνωρίζουν μίαν μόνο Σίβυλλαν, ἀπὸ τὶς Ἐρυθρὲς ἢ τὴν Κύμη (βλ. Ἡράκλειτ. ὅ.π., Ἀριστοφ. Εἰρ. 1095 [μὲ ἀναφορὰ στὸν Ὅμηρο: βλ. κατωτ.] καὶ 1116, Πλάτ. Φαῖδρ. 244b 3 Σίβυλλάν τε καὶ ἄλλους, ὅσοι μαντικῇ χρώμενοι κ.λπ. καὶ Θεαγ. 124d 9 Βάκις τε καὶ Σίβυλλα καὶ ὁ ἡμεδαπὸς Ἀμφίλυτος, Ἀριστοτ. [βλ. κατωτ.], Λυκόφρ. [βλ. κατωτ.], Καλλίμ. Ἴαμβ. 195.31 Pf., κ.ἄ.· τὸ Σίβυλλαι καὶ Βάκιδες τοῦ Ἀριστοτ., Προβλ. 954a 36, δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὡς ἐξαίρεση: βλ. τὸ περικείμενο [ὅθεν Σ. κ. Β. καὶ οἱ ἔνθεοι γίνονται πάντες] καὶ πβ. Πλούτ. Πυθ. χρ. 399a 7 [στ. 5: παροιμία] Σίβυλλαι δ' αὗται καὶ Βάκιδες, πβ. ἐπίσης Ἀριστοφ. ἀπόσπ. 106 Ε. [16.1 Μ., πβ. 106 Η. – G.41 μὲ κριτ. ὑπόμν.] Μεγακλέας καὶ Λαμάχους)· καὶ μεταγενέστεροι ὅμως συγγραφεῖς πολλοὶ χρησιμοποιοῦν συχνὰ –κατὰ κανόνα χωρὶς ἄρθρο ἀλλὰ καὶ ἔναρθρα– τὸ Σίβυλλα (βλ. ἐνδεικτικὰ Διόδ. Σικ., Διον. Ἁλικ., Πλούτ., Παυσ., Δί. Κάσσ.: τῆς Σιβύλλης ἐπανειλημμένα, Κλήμ. Ἀλεξ., κ.ἄ.). Ἡ πιὸ παλιὰ καὶ πιὸ γνωστὴ εἶναι ἡ Ἐρυθραία, ἡ ὁποία ἐβίωσεν ἔτη ὀλίγον ἀποδέοντα τῶν χιλίων, ὡς αὐτή φησιν ἐν τοῖς χρησμοῖς (FGrH42 257 [Φλέγ.] F 37.V.2, πβ. Θαλ. Τ 8.2 D.–Κ.38 κατὰ τούτους τοὺς χρόνους Θαλῆς ὁ Μιλήσιος ἐν Τενέδωι ἀπέθανεν καὶ Σϊβυλλα Ἐρυθραία ἐγνωρίζετο), ἐμφανίζεται δὲ μὲ διάφορα ὀνόματα (ἔτσι: Ἡροφίλη καὶ Ἀθηναΐς, ποὺ παρουσιάζονται καὶ μὲ ξεχωριστὴν ὑπόσταση, ὅπως στὸν Πλούτ. [Πυθ. χρ. 401b 4 Ἡροφίλην δὲ τὴν Ἐρυθραίαν μαντικὴν γενομένην Σίβυλλαν προσηγόρευσαν] καὶ στὸν Στράβ. [Γεωγρ. 14.1.34 ἐκ δ' Ἐρυθρῶν Σίβυλλά ἐστιν, ἔνθους καὶ μαντικὴ γυνὴ τῶν ἀρχαίων τις· κατ' Ἀλέξανδρον δὲ [πιθανῶς ὁ Ἀλέξανδρος ῥήτωρ ὁ Λύχνος 14.1.25] ἄλλη ἦν τὸν αὐτὸν τρόπον μαντική, καλουμένη Ἀθηναΐς, ἐκ τῆς αὐτῆς πόλεως καὶ 17.1.43 περὶ δὲ τῆς εὐγενείας καὶ τὴν Ἐρυθραίαν Ἀθηναΐδα φησὶν ἀνειπεῖν· καὶ γὰρ ταύτην ὁμοίαν γενέσθαι τῇ παλαιᾷ Σιβύλλῃ τῇ Ἐρυθραίᾳ], κ.ἄ.), καὶ μὲ ποικίλες γενεαλογίες, ἀνάμεσά τους καὶ Κίρκης μητρός (Orac. Sib. 3.814 καὶ καλέσουσι βροτοί με καθ' Ἑλλάδα πατρίδος ἄλλης,| ἐξ Ἐρυθρῆς γεγαυῖαν ἀναιδέα· οἳ δέ με Κίρκης | μητρὸς καὶ Γνωστοῖο πατρὸς φήσουσι Σίβυλλαν). Ὡς Κυμαία ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν Ἀριστοτ. (Θαυμ. 838a 6): ἐν τῇ Κύμῃ τῇ περὶ τὴν Ἰταλίαν δείκνυταί τις, ὡς ἔοικε, θάλαμος κατάγειος Σιβύλλης τῆς χρησμολόγου, ἣν πολυχρονιωτάτην γενομένην παρθένον διαμεῖναί φασιν, οὖσαν μὲν Ἐρυθραίαν, ὑπό τινων δὲ τὴν Ἰταλίαν κατοικούντων Κυμαίαν, ὑπὸ δέ τινων Μελάγκραιραν καλουμένην (πβ. Λυκόφρ. Ἀλεξ. 1278-79 ἔνθα παρθένου | στυγνὸν Σιβύλλης ἐστὶν οἰκητήριον μὲ τὸ περικείμενο, τὰ ἀρχ. Σχόλ. γιὰ τὴν Σίβυλλαν Κυμαίαν οὖσαν, ἣν Ἀπόλλωνός φασιν ἀδελφὴν κ.λπ., καὶ τὰ σχόλ. Τζέτζη). Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ Ἐρυθραία καὶ ἡ Κυμαία ἀποκτοῦν ξεχωριστὴ ταυτότητα, καὶ ἐμφανίζονται κι ἄλλες, καθὼς τὸ ὄνομα Ἐρυθραί καὶ Κύμη ἀνήκει σὲ διάφορες πόλεις καὶ μύθοι ποικίλοι ἐμφανίζουν τὴν Ἐρυθραία Σίβυλλα νὰ μετακινεῖται σὲ μέρη διάφορα (μὲ πιὸ χαρακτηριστικὴ τὴν παράδοση σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία [βλ. Grimal Dict. Myth.43 σ.λ. Sibyl (Σιβύλλη)] ὁ Ἀπόλλωνας ἐρωτεύθηκε τὴ Σίβυλλα καὶ τῆς ἐπέτρεψε νὰ τοῦ ζητήσει ὅ,τι ἤθελε· αὐτὴ ζήτησε νὰ ζήσει τόσα χρόνια ὅσα καὶ οἱ κόκκοι τῆς ἄμμου ποὺ μποροῦσε νὰ κρατήσει στὰ χέρια της, ἀλλὰ παρέλειψε νὰ ζητήσει καὶ ἀντίστοιχη νεότητα· γηρασμένη πολὺ ἔφυγε ἀπὸ τὶς Ἐρυθρὲς τῆς Μ. Ἀσίας καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν Κύμη· ἐκεῖ χρησμοδοτοῦσε καὶ –σὲ βαθειὰ γεράματα– κατόρθωσε νὰ πεθάνει ἀφοῦ ἔλαβε γράμμα ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς πατρίδας της· πβ. τὸν γνωστὸ καὶ ἀπὸ τὸν μεγάλο Ὁμηρ. ὕμνο  Εἰς Ἀφρ. [βλ. ΑΚυΓ1/1β´11 5 Υ1.218-38 μὲ σχόλ. σ.στ. [σσ. 336 κἑ.] μύθο Ἠοῦς καὶ Τιθωνοῦ). Ἔτσι, μιὰ Σίβυλλα ἐμφανίζεται στοὺς Δελφούς (βλ. π.χ. Διόδ. Σικ. 4.66.5-6 περὶ τῆς Τειρεσίου θυγατρὸς Δάφνης, ποὺ τὴν μαντικὴν οὐχ ἧττον τοῦ πατρὸς εἰδυῖα, πολὺ μᾶλλον ἐν τοῖς Δελφοῖς διατρίψασα τὴν τέχνην ἐπηύξησε καὶ χρησμοὺς ἔγραψε παντοδαπούς, διαφόρους ταῖς κατασκευαῖς· παρ' ἧς φασι καὶ τὸν ποιητὴν Ὅμηρον πολλὰ τῶν ἐπῶν σφετερισάμενον κοσμῆσαι τὴν ἰδίαν ποίησιν· ἐνθεαζούσης δ' αὐτῆς πολλάκις καὶ χρησμοὺς ἀποφαινομένης, φασὶν ἐπικληθῆναι Σίβυλλαν [βλ. καὶ ἀνωτ.], καὶ Πλουτ. Πυθ. χρ. 398c γιὰ τὴν πρώτην Σίβυλλαν ἐκ τοῦ Ἑλικῶνος παραγενομένην ὑπὸ τῶν Μουσῶν τραφεῖσαν, ἐνῶ ἄλλοι λένε ἐκ Μαλιέων ἀφικέσθαι Λαμίας οὖσαν θυγατέρα τῆς Ποσειδῶνος, πβ. Παυσ. 10.12.1 κἑ. πέτρα δέ ἐστιν [sc. ἐν Δελφοῖς] ἀνίσχουσα ὑπὲρ τῆς γῆς· ἐπὶ ταύτῃ στᾶσάν φασιν ᾆσαι τοὺς χρησμοὺς <γυναῖκα> ὄνομα Ἡροφίλην, Σίβυλλαν δὲ ἐπίκλησιν, τὴν ὁποία θυγατέρα Ἕλληνες Διὸς καὶ Λαμίας τῆς Ποσειδῶνός φασιν εἶναι, καὶ χρησμούς τε αὐτὴν γυναικῶν πρώτην ᾆσαι καὶ ὑπὸ τῶν Λιβύων Σίβυλλαν λέγουσιν ὀνομασθῆναι. ἡ δὲ Ἡροφίλη νεωτέρα μὲν ἐκείνης, φαίνεται δὲ ὅμως πρὸ τοῦ πολέμου γεγονυῖα καὶ αὕτη τοῦ Τρωικοῦ· καὶ οἱ Δήλιοι μνημονεύουν ὕμνο της ἐς Ἀπόλλωνα, στὸν ὁποῖο ἀποκαλεῖ τὸν ἑαυτό της οὐχ Ἡροφίλην μόνον ἀλλὰ καὶ Ἄρτεμιν, καὶ Ἀπόλλωνος γυνὴ γαμετή, τοτὲ δὲ ἀδελφὴ καὶ αὖθις θυγάτηρ φησὶν εἶναι), ἄλλες ἀλλοῦ· κι οἱ κατάλογοι πληθαίνουν καὶ ποικίλλουν, ἀπὸ τέσσερεις μέχρι καὶ δέκα, ὥστε στὸν Κλήμ. Ἀλεξ. ἀναφέρεται τῶν Σιβυλλῶν τὸ πλῆθος (ΑΚυΓ1/1β´11 1 Τ6.13-14, ἡ Σαμία ἡ Κολοφωνία ἡ Κυμαία ἡ Ἐρυθραία ἡ Φυτώ ἡ Ταραξάνδρα ἡ Μακέτις ἡ Θετταλή ἡ Θεσπρωτίς) καὶ στὰ Orac. Sib. σημειώνεται ὅτι Σίβυλλαι τοίνυν, ὡς πολλοὶ ἔγραψαν, ἑνὶ ὀνόματι αἱ θήλειαι μάντιδες ὠνομάσθησαν καὶ ὅτι γεγόνασι ἐν διαφόροις χρόνοις καὶ τόποις δέκα (29 κἑ., ἡ Περσὶς ἡ κυρίῳ ὀνόματι καλουμένη Σαμβήθη, ἡ Λίβυσσα, ἡ Δελφὶς ἡ ἐν Δελφοῖς τεχθεῖσα, ἡ Ἰταλικὴ ἡ ἐν Κιμμερίᾳ τῆς Ἰταλίας, ἡ Ἐρυθραία ἡ καὶ περὶ τοῦ Τρωικοῦ προειρηκυῖα πολέμου, ἡ Σαμία ἡ κυρίῳ ὀνόματι καλουμένη Φυτώ, ἡ Κυμαία ἡ λεγομένη Ἀμάλθεια καὶ Ἐροφίλη καὶ Ταραξάνδρα [καὶ ὁ Βεργίλιος Δηιφόβην καλεῖ Γλαύκου θυγατέρα], ἡ Ἑλλησποντία, ἡ Φρυγία καὶ ἡ Τιβουρτία ὀνόματι Ἀβουναία), ὁ δὲ Αἰλιαν. μαρτυρεῖ (Ποικ. ἱστ. 12.35) ὅτι Σίβυλλαι τέτταρες, ἡ Ἐρυθραία ἡ Σαμία ἡ Αἰγυπτία ἡ Σαρδιανή, ἀλλὰ προσθέτει ὅτι οἳ δέ φασι καὶ ἑτέρας ἕξ, ὡς εἶναι τὰς πάσας δέκα, ὧν εἶναι καὶ τὴν Κυμαίαν καὶ τὴν Ἰουδαίαν. Σὲ τελευταία ἐξέλιξη, ἡ λέξη σίβυλλα κατέληξε νὰ σημαίνει γενικὰ μάντις, κατὰ τὸν Ἀρρ. (Βιθυν. 32, μὲ ἀναφορὰ στὸν Δάρδανον καὶ τὴν κόρη τοῦ Τεύκρου Νησώ, ἀπ' τοὺς ὁποίους κατάγεται ἡ Σίβυλλα): Σίβυλλα ἡ μάντις, ἀφ' ἧς καὶ ἄλλαι γυναῖκες ὅσαι ἐγένοντο μαντικαὶ σίβυλλαι ἐλέγοντο, οὐχ ὡς πρὸς αἵματος αὐτῇ οὖσαι ἀλλὰ διὰ τὴν ὁμοίαν θεοφορίαν τυχοῦσαι τῆς ἐπικλήσεως [βλ. καὶ LSJ96 Suppl., σ.λ. Σίβυλλα, “ΙΙ. prophetess generally, Βαλουβουργ Σήνονι (? for Σέμνονι) σιβύλλα SB 6221.8 (ostr., ii AD).”].

Σύμφωνα μὲ τὰ ἀνωτ. –καὶ ἄλλα σχετικά (βλ. RE8 ὅ.π.)– ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Πάφιος δὲν ἀποκλείεται (1.) ἁπλῶς νὰ ἔχει ὑπόψη του τὴν Σίβυλλαν μὲ τὸ χάρισμα τῆς προφητείας καὶ δὴ τῆς ἔμμετρης, τῶν χρησμῶν σὲ στίχους ὅπως αὐτοὶ τῶν Ὁμηρικῶν ἐπῶν, (α΄) χωρὶς ἀναφορὰ σὲ συγκεκριμένο ὄνομα, κατ' ἐπίδραση ἴσως χωρίων ὅπως αὐτὸ τῆς Ἀριστοφ. Εἰρ. στ. 1080-1112, ὅπου ὁ Ὅμηρος καὶ ἡ Σίβυλλα συνδέονται μὲ τὸν χρησμὸν καὶ δὴ σὲ συνδυασμὸ μὲ ζῷα (μὲ τὰ Σίβυλλα 1095 καὶ Ὅμηρος 1089 καὶ 1096, χρησμολόγῳ 1094, χρησμὸν 1088 καὶ χρησμός 1101, ἀλλὰ καὶ τὰ καρκίνον 1083, ἐχῖνον 1086 καὶ ἰκτῖνος 1100), ἢ (β΄) ἔχοντας ὑπόψη του τὸ ὄνομα τῆς –μιᾶς καὶ μοναδικῆς, μὲ πολλὲς πατρίδες ἴσως ὅπως ὁ Ὅμηρος– Σιβύλλης· σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση (β΄) ἔρχεται πιὸ εὔκολα στὸν νοῦ ἡ Ἐρυθραία, ὡς πιὸ παλιὰ καὶ πιὸ γνωστὴ καὶ Κίρκης μητρός [πβ. ἀνωτ. F1], καὶ κατὰ δεύτερο λόγο ἡ Κυμαία, κατ' ἐπίδραση ἴσως χωρίων ὅπως αὐτὸ τῆς Λυκόφρ. Ἀλεξ. 1224 κἑ. (μὲ ἀναφορὰ στὴν Κάτω Ἰταλία καὶ στοὺς σχετικοὺς μὲ τὴν Κίρκην ἀφ' ἑνὸς καὶ τὴν Σίβυλλαν ἀφ' ἑτέρου μύθους: 1279-80 Ζωστηρίου τε κλιτύν, ἔνθα παρθένου | στυγνὸν Σιβύλλης ἐστὶν οἰκητήριον, 1273 Κιρκαίου νάπας, κ.ἄ.: βλ. καὶ τὰ ἀντίστοιχα Σχόλ. στὸ ὅλο χωρίο, ποὺ ὅμως φαίνεται μεταγενέ­στερο καὶ ὀβελιστέο). Πιὸ πιθανὴ φαίνεται ἡ περίπτωση (2.) νὰ ἔχει ὑπόψη του ὁ Ἀλέξανδρος τὶς σχετικὰ μεταγενέστερες παραδόσεις γιὰ περισσότερες τῆς μιᾶς –τῆς Ἐρυθραίας ἢ Κυμαίας– Σίβυλλες· ἡ διήγηση τοῦ Διον. Σικ. (1 π.Χ. αἰ.) γιὰ τὴ Σίβυλλαν τῶν Δελφῶν, παρ' ἧς φασι καὶ τὸν Ὅμηρον πολλὰ τῶν ἐπῶν (sc. αὐτῆς) σφετερισάμενον κοσμῆσαι τὴν ἰδίαν ποίησιν (βλ. ἀνωτ., πβ. Δάφνη /δάφνη καὶ μαντεῖο Δελφῶν, ἔπη = χρησμοὶ ἔμμετροι Ὁμηρικῆς τεχνοτροπίας / ἔπη Ὁμήρου), δείχνει τὸν ἕνα (α΄) πιθανὸ δρόμο· τὰ σχετικὰ ὅμως μὲ τὴν Αἰγυπτίαν Σίβυλλα, καὶ κυρίως ἡ μαρτυρία ὅτι αὐτὴ ἦταν Ἴσιδος ἡ γνωστή (Orac. Sib., βλ. ἀνωτ. [καὶ RE8 ὅ.π. 2102 μὲ βιβλιογραφία], βλ. ἐπίσης LSJ96 / LSK14 σ.λλ. γνωστός καὶ γνωτός –καὶ Ἡσύχ. σ.λλ. γνωτή, γνωτοί, γνωτόν– ποὺ δηλώνουν ἐπὶ προσ. καὶ τὴ στενὴ συγγενικὴ σχέση), σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ἐδῶ τροφὸν δὲ αὐτοῦ  προφῆτίν τινα θυγατέρα Ὤρου ἱερέως  Ἴσιδος (βλ. καὶ ΑΚΕΠ27 Γα΄ σ. 337, μετάφρ. 78.1: «ἡ Σίβυλλα [= ἡ προφήτισσα ἡ παραμάνα του]»), ὁδηγεῖ σὲ ἕναν (β΄) πιθανὸ δρόμο: αὐτὸν τῆς Αἰγυπτίας Ἴσιδος. Νὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ μυθογράφος αὐτὸς ποὺ ἐπινόησε τὰ σχετικὰ στοιχεῖα τοῦ ἐδῶ μύθου, φαίνεται δύσκολο (ἀντίθετα, εὔλογο φαίνεται ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος στὴν περίπτωσή μας ἐπιδίωξε νὰ προσδώσει κύρος στὰ μυθολογούμενα τοποθετώντας τὸ πρόσωπο τῆς Σίβυλλας στὴν προφητεία γιὰ τὸν Ὅμηρο). Ὁ μακρὺς καὶ δύσβατος δρόμος τῆς ἀναζήτησης μιᾶς πιὸ πιθανῆς ἀπὸ τὸν Ἀριστοφάνη πηγῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ ἐρεισμάτων γιὰ ἀσφαλῆ χρονολόγησή του, ἔτσι, δὲν φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ σὲ φωτεινὸ τέρμα.

9-10. Δμασαγόρα πολύνικε: Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ προσπάθεια τοῦ Χατζῆ (PChenn4 15) νὰ συνθέσει καὶ νὰ προτείνει τοὺς ἑξῆς δύο στίχους ὡς τὴν ἀρχὴ τοῦ ἔπους τῆς Σίβυλλας: Δμασαγόρα πολύνικε, μεγάκλεις καὶ στεφανῖτα, | Πιερίδεσσιν ἐγὼ κέλομ' ἐννέα νηὸν ἐγεῖραι. Ἡ πρόταση αὐτὴ τοῦ Χατζῆ4 στηρίζεται προφανῶς στὴν ὑπόθεση ὅτι τὰ ἐπίθετα μεγακλεῆ καὶ στεφανίτην ἀντλοῦνται ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Ἀλεξάνδρου (σὲ πτώση κλητ. ἐκεῖ), ὅπως καὶ ἡ ἀναφορὰ ἐννέα Πιερίδων (στὴν ἴδια ἢ σὲ ἀλλη πτώση) καὶ –κυρίως– τὸ πολύνικε. Ὅμως τὰ πράγματα δὲν εἶναι τόσο ἁπλᾶ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ πὼς ὁ Εὐστάθιος, σχολιάζοντας τὸ Ι 124-25 δώδεκα δ' ἵππους | πηγοὺς ἀθλοφόρους, οἳ ἀέθλια ποσσὶν ἄροντο, χρησιμοποιεῖ τὸ πολυνίκους (740.37, ἀποσεμνύνων δὲ τοὺς τοιούτους ἵππους ὡς καὶ πολυνίκους καὶ οὐχ ἁπλῶς ἀπενεγκαμένους ἀέθλια ποσίν, ἀλλὰ καὶ πολλὰ μάλα, κ.λπ.· βλ. τὸ ὅλο χωρίο, μὲ τὴ χρήση τοῦ ἐπιθ. πολύχρυσος)· καὶ πὼς στὰ Orac. Sib. δὲν ἀπαντᾶ χωρίο λεκτικὰ παρόμοιο πρὸς τὸ ἐδῶ (τοῦ Εὐσταθίου καὶ τοῦ Χατζῆ4, πβ. 5.501-3 καὶ 11.87-88 γιὰ ἀνέγερση ναοῦ, μὲ περισσότερους ἀπὸ ἕνα στίχους), οὔτε τὸ ἐπίθ. πολυνίκης (μολονότι ἀπαντᾶ πληθώρα ἐπιθέτων μὲ α΄ συνθ. τὸ πολυ-: πολυμαθής, πολυτελής, πολυήρατος, πολυποίκιλος, πολυπάνσοφος, πολυγηθής, πολύμοχθος, πολύολβος, πολυπενθής, πολυπάμων, πολύμορφος, πολύχρυσος, πολύκρανος, πολύκμητος, πολύδροσος, πολύμνηστος, πολύπλαγκτος, πολύστονος, πολυώδυνος, πολυαλγής, πολύκλυ­στος, πολυκτέανος, πολυαίματος, πολύθρηνος, πολύδακρυς, πολύκαρπος, κ.ἄ., ἀρ­χαιοπρεπῆ καὶ μή). Βλ. καὶ ἑπόμενα.

πολύνικε: ὀνομ. πολυνίκης (βλ. LSJ96), ὅπως καὶ σήμερα (στὸν Ὅμηρο καὶ μετὰ ἀεθλοφόρος καὶ ἀθλοφόρος, ἀργότερα ἀέθλιος, εὐάεθλος καὶ εὔαθλος, κ.τ.τ.: βλ. Chantraine17 σ.λ. ἄεθλος)· τὸ ἐπίθ. φαίνεται νὰ ἀπαντᾶ γιὰ πρώτη –καὶ μοναδικὴ ὣς τὸν Εὐστάθιο– φορὰ στὸν Λουκιαν. Λεξ. 11 (Δαμασίας ὁ πάλαι μὲν ἀθλητὴς καὶ πολυνίκης, νῦν δὲ ὑπὸ γήρως ἔξαθλος), ἐνῶ ὡς κύριο ὄνομα ἀπαντᾶ στὴ Σπάρτη τὸ Πολυνίκης καὶ στὴν Ἀνθ. Παλ. 7.540 [ΔΑΜΑΓΗΤΟΥ, 3ος π.Χ. αἰ.] στ. 3 τὸ Πολύνικος. Ἂν τὸ ἐδῶ πολύνικε ἀνήκει –ὅπως εἶναι τὸ πιὸ πιθανὸ μὲ τὴν ὑπάρχουσα διατύπωση τοῦ κειμένου τοῦ Εὐσταθίου– στὸν Ἀλέξανδρο, δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ χρησιμοποίησε πρῶτος τὸ ἐπίθ. (κατ' ἐπίδραση ἴσως τοῦ κυρίου ὀνόματος Πολυνίκης καὶ τύπων ὅπως Ὀλυμπιονίκας κ.λπ. [πβ. Chantraine17 σ.λ. νίκη] ἢ κατ' ἐπίδρ. τοῦ Πολύνικος, ὁπότε δὲν ἀποκλείεται ὀνομ. πολύνικος). Καθὼς ὅμως τὸ μέτρο δὲν φαίνεται νὰ ἀποκλείει τὴ χρήση τῶν ἐπιθ. ἀθλο- καὶ ἀεθλο-φόρος καὶ ἀέθλιος δίπλα ἀπὸ τὸ Δμασαγόρα (Δμασαγόρ' ἀεθλοφόρε –μὲ τὴν τελευταία συλλ. νὰ καθίσταται θέσει μακρά– ἢ Δμασαγόρ' ἀέθλιε, ἢ καὶ Δμασαγόρα εὔαθλε [μὲ τὴ συλλ. ὅμως -ρα δύσκολα μακρόχρονη]: εὐαέθλου Πινδ. Ἰσθμ. 6.3), εὔλογα θὰ μποροῦσε νὰ ἀποδοθῆ στὸν Εὐστάθιο τὸ πολύνικε (βλ. ἀνωτ., καὶ ἑπόμενα).

10. μεγακλεῆ: ὀνομ. μεγακλεής, “very famous, acc. (as if from μεγακλής μεγακλέα Opp. C. 2.4” LSJ96 (Ὀππ. Ἀπαμ. [2-3 μ.Χ.] Κυνηγ. 2.4, εἰπέμεναι μερόπων τίς ἀγασθενέων θ' ἡρώων | σῆς ἀπὸ χειρὸς ἄειρε μεγακλέα δήνεα θήρης)· πιθανῶς καὶ στὸν Εὐφορ. [3 π.Χ.], Suppl. Hell.44 416.1 (ΜΕΓΑΚΛΕΟΣ: μεγακλέος, ἢ μήπως Μεγακλέος;)· ἀπαντᾶ ἐπανειλημμένα στὸν Γρηγ. Ναζ. σὲ τύπους διάφορους (Ἀνθ. Παλ. 8 [Ἐκ τῶν ἐπῶν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου].43.3 Γρηγόριος Νόννα τε μεγακλέες καὶ 99.3 Γρηγορίου Νόννης τε μεγακλέος, 93.1 μεγακλέα, 116.1 -έος, 143.1 Χριστοῖο μεγακλέος, 150.1 -έες καὶ PG45 τόμ. 37 σσ. 406.4 θεότητι μεγακλέϊ, 784.1, 1263.5, 1315.3, 1573.3 Χριστοῖο μεγακλέος καὶ 1564.7 σταυροῖο μεγακλέος, 1326.4 κλητ. μεγακλεές [πβ. Χατζῆ4 μεγάκλεις], κ.ἄ.), καὶ ἀκολούθως –ἐξ ὅσων γνωρίζουμε– στὸ ἐδῶ χωρίο τοῦ Εὐστ., στὸν ὁποῖο ἐπίσης σχολιάζεται καὶ ὁ σχηματισμὸς τοῦ κυρίου ὀνόματος Μεγακλῆς (828.6-8 σχόλ. στὸ Λ 22 [γιὰ τὸν Κινύρα: βλ. ΑΚυΓ 1/1β´11 σχόλ. στὸ 1 Τ1] τὸ δὲ «μέγα κλέος» ὅτι τὸν παρὰ τοῖς ὕστερον Μεγακλῆν συντίθησι, καθὰ καὶ τὸ εὐρὺ κλέος τὸν Εὐρυκλέα, δῆλόν ἐστι, βλ. ΑΚυΓ246 11 Ε.18.1 σχόλ. σ.λ. Ἑλλὰς ἐκλέϊζεν, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία). Τὸ κύριο ὄνομα ὅμως Μεγακλῆς (καὶ Μεγακλέης) ἀπαντᾶ συχνότατα στὶς ἀρχαῖες πηγές, ἤδη ἀπὸ τὸν Πίνδ. Πυθ. 7.13 Μεγάκλεες (κλητ., τύπος ποὺ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὸ μεγάκλεις τοῦ Χατζῆ, ἴσως καὶ στὸν Ἀλέξανδρο: βλ. καὶ Πυθ. 8.8 κἑ., ὅπου καὶ ὁ Πορφυρίωνἐκ τῶν Γιγάντων), στὸν Ἡρόδ. (1.59.3 κἑ., κ.ἀ.) καὶ τὸν Θουκ. (4.119.2), στὸν Ἀριστοφ. (Νεφ. 46 ἔγημα Μεγακλέους τοῦ Μεγακλέους | ἀδελφιδῆν ἄγροικος ὢν ἐξ ἄστεος, καὶ ἀπόσπ. 106.1 [βλ. ἀνωτ.] Μεγακλέας καὶ Λαμάχους), κ.ἀ. συχνά. Τὰ στοιχεῖα, ἔτσι, φαίνονται νὰ ὁδηγοῦν καὶ πάλι σὲ ἀδιέξοδο ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο τῆς διήγησης τοῦ Ἀλεξάνδρου, τὴ μίμηση καὶ τὴν πρωτοτυπία του, τὴ χρονολόγησή του.

στεφανίτην: ὀνομ. στεφανίτης, “of or consisting of a crown” (ἀπὸ τὸ στέφανος, βλ. ΑΚυΓ246 11 Ε12.1 σχόλ. σ.λ. ὑψηλὸμ πύργων ἀμφ[έ]ετο στέφανον καὶ Ε47.2 σ.λ. τὸν βιότου στέφανον μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία) καὶ “later, of persons, wearing a wreath, as magistrates or as victorius athletes” (LSJ96, πβ. LSK14). Ὡς ἐπίθ. (1α΄) ποὺ συνοδεύει τὸ οὐσ. ἀγών (μὲ ἔπαθλο τὸν στέφανον τῆς νίκης, πβ. Εὐστ. στὸ Λ 699 (879.45) νίκη γὰρ ἦν τὸ τέλος, οὐ κτήματα, ὡς καὶ οἱ στεφανῖται δηλοῦσιν ἀγῶνες, κ.ἄ.: βλ. καὶ κατωτ. 25 F54, καὶ F49) ἐμφανίζεται συχνὰ ἀπὸ τὸν 5ον αἰ. π.Χ. ὣς καὶ τοὺς μεταγενέστερους χρόνους (Ξεν. Ἀπομν. 3.7.1, Ἰσοκρ. Ἀντίδ. 301 καὶ Ἐπιστ. 4 [Ἀντιπάτρῳ].10, Λυκούργ. Λεωκρ. 51, Δημ. Λεπτ. 141 τοῖς τοὺς γυμνικοὺς νικῶσιν ἀγῶνας τοὺς στεφανίτας, Αἰσχίν. Κτησ. 179 εἰς τὰ Ὀλύμπια ἢ ἄλλον τινὰ τῶν στεφανιτῶν ἀγώνων, Ἀριστοτ. Ῥητ. 1357a 19 Δωριεὺς στεφανίτην ἀγῶνα νενίκηκεν· ἱκανὸν γὰρ εἰπεῖν ὅτι Ὀλύμπια νενίκηκεν, τὸ δ' ὅτι στεφανίτης [χωρὶς τὸ οὐσ. ἀγών, ἐννοούμενο ὅμως ἐδῶ] οὐδὲ δεῖ προσθεῖναι, κ.ἄ. πολλὰ στοὺς Διόδ. Σικ., Στράβ., Διογ. Λαέρτ., Πλούτ., Γαλην., Παυσ., Ἀριστείδ., Ἰάμβλ., Σώπ. Ἀθην. [4ος αἰ. μ.Χ.], κ.ἀ.)· χωρὶς τὸ οὐσ. ἀγών (1β΄) ἐμφανίζεται τὸ στεφανίτης δειλά δειλά –μὲ σημ. ἀρχικὰ ἐπιθ. ποὺ στὴ συνέχεια ὅμως τείνει πρὸς τὸ οὐσ., χρησιμοποιούμενο πολλάκις ὡς κατηγορούμενο– στοὺς Στράβ., Σουετ. Ἕλλ. παιδ. 2.10 [Taill.] πολλὰς ἐκ τῶν στεφανιτῶν ἀπενεγκάμενοι νίκας, Ἀριστείδ. Λόγ. 124.2 τοὺς ἐν τοῖς στεφανίταις δρόμους καὶ 256.8 τὰ τῶν στεφανιτῶν παραπλησίως ἔχει τοῖς τῶν πολέμων, Ἱμέρ. Λόγ. 13.15 ᾗκέ τε ἐπὶ τὸν στεφανίτην μόνος καὶ πρῶτος εἷλε τὸν στέφανον, Εὐνάπ. Σοφ. 9.2.15 ὥσπερ ἐπὶ τῶν στεφανιτῶν οἱ παρακελευόμενοι καὶ προτρέποντες, Φώτ.). Κατὰ τοὺς τελευταίους ὅμως π.Χ. αἰῶνες ἀρχίζει μιὰ νέα χρήση τῆς λέξης, ἐπὶ προσώπων (2.), ποὺ καταγράφεται ἀπὸ τὸν Ἡρωδιαν. Ἐπιμ. 123.2 στεφανίτης, ὁ νικητής. Κατ' ἀντίθεση πρὸς τὴν προηγούμενη χρήση, τώρα σπάνια συνοδεύεται ἀπὸ οὐσ.: στεφανίτης ἀθλητής (Διδ. Καῖκ. Ἰώβ 34), στεφανίτης ἀνήρ (Γρηγ. Νύσσ.: PG45 46, 781.15) κ.τ.τ.· κατὰ κανόνα ἐμφανίζεται μόνο μὲ σημασία ἐπιθ. ἢ οὐσ., συχνότατα στοὺς Θεολ. καὶ τοὺς Ἐκκλ. συγγραφεῖς, ὅπως ὁ Ὠριγ. ( PG45 17, 161.54 ὁ τῆς εὐσεβείας ἀγωνιστής, ὁ τῆς οἰκουμένης στεφανίτης, ἐν ἑκατέροις τὸ τρόπαιον ἔστησε), ὁ Γρηγ. Νύσσ. ( PG45 46, 766.43 στεφανίτης καὶ νικητὴς καὶ τροπαιοφόρος γενόμενος), ὁ Γρηγ. Ναζ., ὁ Μ. Βασίλ., κ.ἄ. (μὲ πάνω ἀπὸ 100 παραδείγματα στοὺς αἰῶνες 1-5 μ.Χ.). Ἀξίζει νὰ σημειωθῆ τὸ στεφανῖτις (-ίτις ?) τοῦ Ἰω. Δαμασκ. ( PG45 96, 784.54 Βαρβάραν τὴν ἀοίδιμον καὶ παμπόθητον τοῦ Χριστοῦ στεφανῖτιν καὶ μάρτυρα καὶ 785.12 τὴν νίκην τῆς ἡμετέρας ἱερονίκου καὶ στεφανίτιδος ἐπαθρή­σομεν), σαφῶς μὲ τὴ σημασία τῆς νικητρίας (ὡς θηλ. τοῦ στεφανίτης: νικητής, πβ. ὅμως LSJ96 / LSK14)· καὶ τὸ ἐθν. Στεφανίτης (FGrH42 1 [ΕΚΑΤΑΙΟΣ] F198 [Στέφ. Βυζ. σ.λ.] Στεφανίς· πόλις Μαριανδυνῶν. Ἑκαταῖος Ἀσίᾳ. τὸ ἐθνικὸν Στεφανίτης). Στὴ Σοῦδ. ἀπαντοῦν καὶ οἱ δύο κύριες σημασίες: φ 409.33 (σ.λ. Φιλοποίμην) τοὺς στεφανίτας ἀγῶνας ὑπερεφρόνησεν ἀσκῆσαι / ι 471.5 Ἰὼβ ὁ μέγας ὄντως ἐκεῖνος καὶ γενναῖος τῆς ἀληθείας ἀγωνιστής, ὁ πρῶτος ἀνοίξας τὸ γυμνικὸν ἐκεῖνο καὶ παγκόσμιον στάδιον, (...) ὁ σκωλήκων πλήρης καὶ στεφανίτης (πβ. ἀγωνιστήςστεφανίτης), 36 τὸν δίκαιον στεφανίτην (προφανῶς οὐσ., μὲ ἐπιθ. προσδ.) ἀναγορεύουσαν, 43 τοῦ νικηφόρου καὶ στεφανίτου (ἐπίθ.) Ἰὼβ τὴν εὐγένειαν (καὶ σ 1066.1 [σ.λ. Στεφανηφόρος, τοῦ ὁποίου ὑπῆρχε στὴν Ἀθήνα ἡρῷον] Στεφανίτης [1065 Στεφάνη· πόλις]), τὸ αὐτὸ δὲ ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν Εὐστ.: 269.16 (στὸ Β 504) ἀγῶνα γυμνικὸν στεφανίτην ἀπέδειξαν τὰ Ἐλευθέρια, 879.44 κἑ. (στὸ Λ 699 τέσσαρες ἀθλοφόροι ἵπποι) εἰ καὶ περὶ τρίποδος οἱ τοιοῦτοι ἵπποι ἔμελλον ἐν Ἤλιδι θεύσεσθαι, οὐκ ἤδη νοητέον τοῦ τῶν Ὀλυμπίων ἀγῶνος μεμνῆσθαι τὸν Ὅμηρον, μηδὲ γὰρ εἰδέναι αὐτά, λέγειν δὲ περί τινος ἐγχωρίου ἀγῶνος χρηματικοῦ, οὐ μὴν στεφανίτου κατὰ τὰ Ὀλύμπια καὶ 879.62 (στὸ Λ 700) τὸ δὲ περὶ τρίποδος θέειν καί τινων τοιούτων μικροπρεπῶν ἐπάθλων καινὸν οὐδέν. νίκη γὰρ ἦν τὸ τέλος, οὐ κτήματα, ὡς καὶ οἱ στεφανῖται δηλοῦσιν ἀγῶνες, 1600.40 (στὸ θ 376) πολλὰς ἐκ τῶν στεφανιτῶν ἀγώνων ἀπενεγκάμενοι νίκας / καὶ τὸ ἐδῶ στεφανίτην. Εἶναι προ­φανὲς καὶ ἐδῶ τὸ συμπέρασμα ὅτι τὰ στοιχεῖα ὁδηγοῦν σὲ ἀβεβαιότητα γιὰ τὴ σχέση τῆς περίληψης τοῦ Εὐσταθίου καὶ τῆς πηγῆς του, καὶ γιὰ τὴ χρονολόγηση τοῦ Ἀλεξάνδρου.

11-12. ἐννέα Πιερίδων (...) Μούσας: Εὐρ. Μήδ. 831 ἐννέα Πιερίδας Μούσας (836 τὰν Κύπριν κλῄζουσιν καὶ 844 τῇ Σοφίᾳ παρέδρους πέμπειν Ἔρωτας, βλ. καὶ Ἰφ. Αὐλ. 1041 Πιερίδες [1036 κἑ.: γάμοι Πηλέως καὶ Θέτιδος), Ῥῆσ. 349 κἑ., Βάκχ. 402 κἑ. [μὲ ἀναφ. στὴν Κύπρο καὶ τὴν Ἀφροδίτη, πβ. ΑΚυΓ 1/1β´11 3 F4, 5 Υ1.58 κἑ., 5 Υ2, 5 Υ3, μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια], κ.ἀ.), καὶ [Ψευδο-] Ἀριστοτ. Πέπλ. (βλ. ΑΚυΓ246 σχόλ. στὰ 11 Ε*54-55), 640.5 Ἀχιλεὺς ἐν τῷδε τέθαπται τύμβῳ, ἐθρήνησαν δ' ἐννέα Πιερίδες.

Ἡ φράση Μοῦσαι Πιερίδες ἀπαντᾶ γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Ἡσ. Ἀσπ. 206 (καὶ ἔμμεσα στὴ Θεογ. 53 κἑ. [βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 4 κἑ.]· σχετικὴ ἀναφορὰ ἐνδιαφέρουσα στὸν Παυσ. 9.28 κἑ.), στὸν Σόλ. ἀπόσπ. 13.2 W.29 κ.ἀ. (Ἀνθ. Παλ. 7.10.6 κ.ἀ.: ΜοῦσαιΠιερίδες συχνότατα, σὲ δοτ. Πιερίδεσσιν [πβ. τὴν πρόταση Χατζῆ] 6.80.3 [2 Παφίη, 3 Ἔρωτι] κ.ἀ.)· Μοῦσαι δ' ἐννέα στὸν Ὅμηρο (ω 60, χωρίο ὀβελιζόμενο ἀπὸ τὸν Ἀρίσταρχο μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ ἀναφορὰ σὲ ἐννέα Μοῦσες εἶναι μὴ Ὁμηρική: βλ. COd ΙΙΙ.47 60-61, σημ. Α. Heubeck σ.στ.) καὶ στὸν Ἡσίοδο (σταθερὰ ἐννέα: Θεογ. 60, 75-79 μὲ τὰ ὀνόματά τους, 916-17· βλ. West48 σ.στ., κυρίως στ. 60 σ.λ. ἐννέα).

Περισσότερα γιὰ τὶς Μοῦσες: ΑΚυΓ1β´46  5 Υ1 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Μοῦσά μοι ἔννεπε ἔργα, καὶ ΑΚυΓ246 11 Ε27 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. σὺμ Μούσαις στέρξας βίον καὶ Ε34 σχόλ. σ.στ. 10 σ.λ. Μουσῶν δῶρα, μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία. Βλ. καὶ κατωτ. 14 F5 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Πολύζηλος (...) ἐν Μουσῶν γοναῖς. [Βλ. καὶ ἀνωτ. Πίν. 13, σελ. 105, μὲ τὴν ὀνομαστὴ παράσταση Μούσας, σὲ τοιχογραφία τῆς Πάφου.]

13-15. τὸν ποιητὴν (...) κομίζοντα: Ὁ Ὅμηρος στὶς περίφημες παρομοιώσεις του (βλ. συνοπτικὰ –μὲ βιβλιογραφία– Μ. Edwards “Similes” στὸ CIl49 V.24-41 [κυρίως 35 μὲ σημ. 41 ὅπου εἰδικὴ βιβλιογρ.] καὶ Ἰ. Προμπονᾶ ΟμΝΔΤ50) χρησιμοποιεῖ συχνὰ τὰ ζῷα (πᾶν γὰρ οὖν ὅ,τι περ ἂν μετάσχῃ τοῦ ζῆν, ζῷον ἂν ἐν δίκῃ λέγοιτο ὀρθότατα κατὰ τὸν Πλάτ. Τίμ. 77b) καὶ δὴ τὰ πτηνά, χαρακτηριζόμενα γενικὰ ὡς ὄρνιθες (τὸ ὄρνεον [Ν 64, ἅπαξ] σημαίνει ἐπίσης ὄρνις, ἡ δὲ σημερινὴ σημασία «ὄρνιο» εἶναι πολὺ μεταγενέστερη). Πιὸ συχνὰ ἀπαντοῦν τὰ λεγόμενα ἁρπακτικὰ πτηνά, ὅπως ὁ αἰετός (Θ 247 ~ Ω 315 αὐτίκα δ' αἰετὸν ἧκε, τελειότατον πετεηνῶν, Μ 201 ~ 219 - Ν 822 αἰετὸς ὑψιπέτης, Ο 690 [βλ. κατωτ.], Ρ 674-75 ὥς τ' αἰετός, ὅν ῥά τέ φασιν | ὀξύτατον δέρκεσθαι πετεινῶν, κ.ἄ. πολλά), ὁ γύψ (Δ 237 κ.ἀ., δ 578 [βλ. ἀνωτ.] ὁ δ' ἐννέα κεῖτο πέλεθρα, | γῦπε δέ μιν ἑκάτερθε παρημένω ἧπαρ ἔκειρον) καὶ ὁ αἰγυπιός (εἶδος γυπός, Η 59 κ.ἀ.), ὁ ἴρηξ (Ν 62, Σ 616 ἡ δ' ἴρηξ ὣς ἆλτο [sc. Θέτις] κατ' Ὀλύμπου νιφόεντος, κ.ἀ.), ὁ κίρκος (Ρ 757, Χ 139 ἠΰτε κίρκος, ἐλαφρότατος πετεηνῶν, ν 85-86 ἴρηξ | κίρκος ... ἐλαφρότατος πετεηνῶν, κ.ἀ.). Ἀπὸ τὰ ἥμερα πτηνά, ἀπαντοῦν μεταξὺ ἄλλων ὁ γέρανος, ἡ κίχλη, ὁ κύκνος, ὁ/ἡ χήν (βλ. χαρακτηριστικὰ τὴν ἐντυπωσιακὴ παρομοίωση στὸ Ο 690-94 ἀλλ' ὥς τ' ὀρνίθων πετεηνῶν αἰετὸς αἴθων | ἔθνος ἐφορμᾶται ποταμὸν πάρα βοσκομενάων, | χηνῶν ἢ γεράνων ἢ κύκνων δουλιχοδείρων, | ὣς Ἕκτωρ ἴθυσε νεὸς κυανοπρῴροιο | ἀντίος ἀΐξας)· ἀπὸ δὲ τὰ ἐννέα πτηνὰ τοῦ ἐδῶ μύθου ἐπισημαίνει κανεὶς τὴν παρουσία χελιδόνος (φ 411 ἡ δ' ὑπὸ καλὸν ἄεισε, χελιδόνη εἰκέλη αὐδήν καὶ χ 240 ἕζετ' ἀναΐξασα, χελιδόνι εἰκέλη ἄντην, βλ. COd47 ΙΙΙ. 202 καὶ 261), ψαρός (Ρ 755 τῶν δ' ὥς τε ψαρῶν νέφος ἔρχεται ἠὲ κολοιῶν, | οὖλον κεκλήγοντες, ὅτε προΐδωσιν ἰόντα κίρκον, ὅ τε σμικρῇσι φόνον φέρει ὀρνίθεσσιν, | ὣς ἄρ' ὑπ' Αἰνείᾳ τε καὶ Ἕκτορι κοῦροι Ἀχαιῶν | οὖλον κεκλήγοντες ἴσαν, λήθοντο δὲ χάρμης καὶ Π 583 Πατρόκλῳ δ' ἄρ' ἄχος γένετο φθιμένου ἑτάροιο, | ἴθυσεν δὲ διὰ προμάχων ἴρηκι ἐοικὼς | ὠκέϊ, ὅς τ' ἐφόβησε κολοιούς τε ψῆράς τε κ.λπ.), ἀηδόνος (στὴν ὀνομαστὴ παρομοίωση τοῦ τ 518-23 [βλ. καὶ ἀνωτ., καὶ COd47 ΙΙΙ. 100] ὡς δ' ὅτε Πανδαρέου κούρη, χλωρηῒς ἀηδών, | καλὸν ἀείδῃσιν ἔαρος νέον ἱσταμένοιο | δενδρέων ἐν πετάλοισι καθεζομένη πυκινοῖσιν, | ἥ τε θαμὰ τρωπῶσα χέει πολυηχέα φωνήν, | παῖδ' ὀλοφυρομένη κ.λπ.), (κορώνης, ἀλλὰ τῆς θαλάσσιας: ε 66-67 τανύγλωσσοί τε κορῶναι | εἰνάλιαι>, πβ. μ 418 ~ ξ 308 καὶ βλ. COd51 Ι.262 καὶ ΙΙ.141) ἔμμεσα δὲ καὶ περιστερᾶς: Ἡ λέξη δὲν ἀπαντᾶ στὸ κείμενο τοῦ Ὁμήρου. Ἀπαντᾶ ὅμως συχνὰ ἡ πέλειαπελειάς (Ε 778 αἱ δὲ βάτην τρήρωσι πελειάσιν ἴθμαθ' ὁμοῖαι [CIl52 ΙΙ. 139], Λ 634 πελειάδες [χρύσεαι 635], Φ 493 δακρυόεσσα δ' ὕπαιθα θεὰ φύγεν ὥς τε πέλεια, | ἥ ῥά θ' ὑπ' ἴρηκος κοίλην εἰσέπτατο πέτρην, | χηραμόν [CIl53 VI. 95], Χ 140 ἠΰτε κίρκος ὄρεσφιν ... | ῥηϊδίως οἴμησε μετὰ τρήρωνα πέλειαν [CIl54 ΙΙΙ. 302-3], Ψ 853. 855. 874 τρήρωνα πέλειαν [βλ. τὸ ὅλο χωρίο], μ 62-63 [βλ. κατωτ.], ο 527 κίρκος ... πόδεσσι | τίλλε πέλειαν ἔχων, υ 243 αἰετὸς ὑψιπέτης, ἔχε δὲ τρήρωνα πέλειαν, χ 468 κίχλαι τανυσίπτεροι ἠὲ πέλειαι: συχνὰ μὲ τὸ χαρακτηριστικὸ ἐπίθετο τρήρων [βλ. LSJ96 μὲ Suppl.], βλ. ἐπίσης καὶ Β 502 πολυτρήρωνά τε Θίσβην καὶ 582 πολυτρήρωνά τε Μέσσην ὅπου πολυτρήρων = μὲ πολλὰ περιστέρια)· εἶδος δὲ περιστερᾶς ἡ πέλεια, ἧς μάλιστα ἴδιον τὸ τρεῖν δειλαινομένην, διὸ καὶ τρήρων λέγεται, κατὰ τὸν Εὐστ. (1712.41 στὸ μ 62), ποὺ στὴ συνέχεια ἀναφέρει ὅτι στὰ περιστερῶν εἴδη πέντε ἀνήκουν καὶ ἡ οἰνάς, ἡ φάψ, ἡ φάττα (Ἀττ. τύπος τοῦ φάσσα), καὶ ἡ (καὶ ὁ) τρυγών (βλ. καὶ Ἀριστοτ. Περὶ τὰ ζῷα ἱστ. 544b κ.ἀ., LSJ96 σ.λλ.), τὰ ὁποῖα δὲν ἐμφανίζονται ὀνομαστικὰ στὸν Ὅμηρο ἀλλὰ – κάποια τοὐλάχιστον ἀπ' αὐτὰ– δὲν φαίνονται ἄγνωστα στὸν ποιητή, ὅπως δείχνει τὸ ἐπίθ. φασσοφόνος (Ο 238 ἴρηκι ἐοικὼς | ὠκέϊ φασσοφόνῳ, ὅς τ' ὤκιστος πετεηνῶν, πβ. Φ 493-95 καὶ Χ 139-40 [βλ. ἀνωτ., καὶ CIl49 V.252 σ.στ. Ο 237-38] κ.ἄ.) καὶ ἡ παραπέμπουσα στὸ τρυγών χρήση τοῦ ρήμ. τ ρ ύ ζ ω  στὸ Ι 311 καὶ στὸ ρ 387 (βλ. Chantraine17 σ.λ., καὶ Εὐστ. στὸ Ε 683 [594.25] ὥσπερ ὀλολύζω ὀλολυγών, τρύζω τρυγών κ.λπ., στὸ Ι 311 [752.23] κ.ἀ.). Δωριεῖς δέ, φασι, τὴν πελειάδα ἀντὶ περιστερᾶς τιθέασιν, προσθέτει ὁ Εὐστάθιος, καὶ τὰ πράγματα συμφωνοῦν καὶ ἐπαυξάνουν. Ἡ σύγχυση δὲν περιορίζεται στοὺς Δωριεῖς, οὔτε μόνο μεταξὺ πελειάδων καὶ περιστερῶν, ἀλλ' ἐπεκτείνεται καὶ στὰ λοιπὰ εἴδη περιστεριῶν (ποὺ ὡς λιγότερο γνωστὰ φαίνεται νὰ ἀγνοοῦνται συχνά, μνημονευόμενα ὡς περιστεραί, εἴτε ἀναφέρονται σὰν εἴδη ἀνεξάρτητα μεταξύ τους, ὅπως στὸν Ἀριστοφ. Ὄρν. 302 κἑ. κίττα τρυγὼν κορυδὸς ἐλεᾶ ὑποθυμὶς περιστερὰ | νέρτος ἱέραξ φάττα κόκκυξ κ.λπ. καὶ 305 ἰοὺ ἰοὺ τῶν ὀρνέων, ἰοὺ ἰοὺ τῶν κοψύχων), καὶ μεταξὺ Πελειάδων καὶ Πλειάδων (βλ. χαρακτηριστικὰ τὰ ἀρχ. Σχόλ. στὸ Ἀλκμ. ἀπόσπ. 1.60 [Page LGS23] Πεληάδες: ὅτι τὴν Ἀγιζὼ καὶ Ἀγησιχόραν περιστεραῖς εἰκάζουσι Α [P. Louvr.] ἀλλὰ Β [P. Oxy.55 2389] fr. 6 col. ii. στ. 12-13 τὰς [δὲ Πλειάδας Πελειάδας φη]σὶν καθάπερ [καὶ Πίνδαρος κ.λπ.], στ. 20 Πλειάδων καὶ 21 ὡς πελει[άδες)· σύγχυση ποὺ καταγράφει, ἐπίσης, ὁ Εὐστάθιος (στὸ μ 62 [1712.35 κἑ.], ἀπόσπ. στὸν Chatzis, PChenn4 13-15, πρὸ τοῦ ἐδῶ F2), δίνοντας τὴν ἄποψη τοῦ Ἀθήναιου, ὅτι ἐπεὶ Διὶ τὴν ἀμβροσίαν φέρουσι πελειάδες, εἰ καὶ μὴ ὄρνις ἀλλὰ πλειάδες αἱ προσημαίνουσαι τὰς ὥρας τοῖς ἀνθρώποις κ.λπ. (πβ. τὸ τοῦ Ἀθήν. 11.489f κἑ. [394c κἑ., μὲ ἀφορμὴ τὴν περιγραφὴ τῶν παραστάσεων στὸ κύπελλο τοῦ Νέστορα] οὐ γὰρ τὰς πελειάδας τὰς ὄρνεις φέρειν νομιστέον τῷ Διὶ τὴν ἀμβροσίαν, ὡς <οἱ> πολλοὶ δοξάζουσιν, ἄσεμνον γάρ, ἀλλὰ τὰς Πλειάδας. οἰκεῖον γὰρ τὰς προσημαινούσας τῷ τῶν ἀνθρώπων γένει τὰς ὥρας, ταύτας καὶ τῷ Διὶ φέρειν τὴν ἀμβροσίαν, κ.λπ.) καὶ τὴν παρεμφερῆ ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε –σὲ σχετικὴ ἐρώτηση Ἀλεξάνδρου τοῦ Μακεδόνος– ὁ Χείρων ὁ Ἀμφιπολίτης (περὶ τῶν Πλειάδων εἶναι τὸν λόγον ἔφη κ.λπ., βλ. Chatzis ὅ.π. 13-14), μαζὶ μὲ τὴν ἀλληγορικὴ ἑρμηνεία τοῦ Ἀριστοτέλους καὶ τὴν ἄποψη τοῦ Ἀλεξάνδρου (ἀπόσπ. 30a [156] Rose APseud56 14], Εὐστ. 1713.11 κἑ.): Ἀλέξανδρος δὲ ὁ βασιλεὺς διὰ τὸ δοκεῖν φησὶ [€ºφησί scr. Chatzis4, φύσει (vulg. φησὶ) Rose57, φῦναι Martini: fortasse δοκεῖν, φησι, scribendum] τοὺς θεοὺς φιλοσόφους καὶ ἡδονῆς μείζους ἀναθεῖναι τὸν ποιητὴν τὴν ἐκείνων τροφὴν τῷ ἀσθενεστάτῳ καὶ τρυφερωτάτῳ ζῴῳ, ὑφ' οὗ βραχύ τι ἂν παρακομίζετο (παρακομίζοιτο Rose57 Chatzis4). Στὸ μ 62-63 πέλειαι | τρήρωνες, ταί τ' ἀμβροσίην Διὶ πατρὶ φέρουσιν, ὅμως, τὸ πέλειαι ἀντιστοιχεῖ ἀναμφισβήτητα μὲ τὶς περιστερὲς τοῦ ἐδῶ ἀποσπάσματος, ὅπως δείχνει τὸ τὸν ποιητὴν (sc. Ὅμηρον) σεμνῦναι τὰ ζῶια οἷς βρέφος ὢν συνέπαιζε καὶ ποιῆσαι αὐτὰ τῶι Διὶ τὴν ἀμβροσίαν κομίζοντα σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ εὑρεθῆναί τε τὸ παιδίον μετὰ περιστερῶν ἐννέα παῖζον ἐπὶ τῆς κλίνης (στ. 5-6) καὶ μὲ τὸ μ 62- 63. Ἂν τὰ περιστερᾶς (στ. 4) καὶ περιστερῶν (στ. 6) τῶν σχολίων τοῦ Εὐσταθίου ἀποδίδουν πιστὰ ὅ,τι ἔγραψε ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Πάφιος ἢ ἀντιστοιχοῦν μὲ τύπους τοῦ πέλεια/πελειὰς στὸ κείμενο τοῦ Κύπριου μυθογράφου, ἀποτελεῖ πρόβλημα· πιὸ πιθανὸ φαίνεται τὸ πρῶτο, καθὼς σὺν τοῖς ἄλλοις ὡς περιστερὰπεριστέριον φαίνεται νὰ εἶναι γνωστὸ τὸ ἱερὸν πτηνὸ τῆς Ἀφροδίτης στὴν Κύπρο (βλ. ἀνωτ.)· μὰ καὶ τὸ δεύτερο δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστῆ, λαμβανομένου ὑπόψη καὶ τοῦ πελειάδας τοῦ Φωτίου (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Ἀλέξανδρος ὁ Πάφιος, καὶ πβ. τοὺς ἀνάλογους προβληματισμοὺς γιὰ τὰ πολύνικε, μεγακλεῆ καὶ στεφανίτην, ἀνωτ.).

13. σεμνῦναι τὰ ζῶια: ἡ φράση μόνον ἐδῶ· βλ. ὅμως τὰ τοῦ Εὐστ. 1243.28 (στὸ Φ 394) σεμνύνας τὸ ζωύφιον ἐν τῷ «καί οἱ μυίας θάρσος» ἐνέθηκεν (Ρ 570 καί οἱ μυίης θάρσος ἐνὶ στήθεσσιν ἐνῆκεν [βλ. καὶ CIl49 V. 117]· νὰ σημειωθῆ ὁ τρόπος παράθεσης τοῦ Ὁμηρικοῦ κειμένου ἀπὸ τὸν Εὐστ.: μυίης ® μυίας καὶ ἐνῆκεν ® ἐνέθηκεν) καὶ 1877.58 ἃ σεμνύνει τὸν ἐλέφαντα (τ 563 αἱ μὲν γὰρ [sc. πύλαι ὀνείρων] κεράεσσι τετεύχαται, αἱ δ' ἐλέφαντι [βλ. COd47 ΙΙΙ. 103], στὸν διάλογο Πηνελόπης – Ὀδυσσέα [506-99] μὲ τὸ ὄνειρο τῆς ἡρωίδας [536 κἑ.], στὸ ὁποῖο χῆνες μὲν μνηστῆρες καὶ αἰετὸς ὄρνις [553] ὁ Ὀδυσσεύς, καὶ μὲ τὴν ὀνομαστὴ παρομοίωση τῶν στ. 518 κἑ. [518 χλωρηῒς ἀηδών] ποὺ σχολιάσαμε ἀνωτ.). Ὅμως τὰ ζῶια (πᾶν ... ὅ,τι περ ἂν μετάσχῃ τοῦ ζῆν, ζῷον ἂν ἐν δίκῃ λέγοιτο, κατὰ τὸν Πλάτωνα, Τίμ. 77b· βλ. LSJ96 σ.λ. ζῷον καὶ κυρίως Chantraine17 σ.λ. ζώω κ.λπ., ὅπου καὶ ἐτυμ., καὶ ΑΚυΓ246 11 Ε1 σχόλ. σ.στ. 6 σ.λ. πλε[ῖσ]τα σεβ[ι]ζόμενε καὶ Ε3 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. σεμνὲ) ἐμφανίζονται σεμνυνόμενα ἤδη στὸν Αἴσωπο: 228a [ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΚΟΡΩΝΗ] περιστερὰ ἔν τινι περιστερεῶνι τρεφομένη ἐπὶ πολυτεκνίᾳ ἐφρυάττετο. κορώνη δ' αὐτῆς ἀκούσασα ἔφη· «Ἀλλ', ὦ αὕτη, πέπαυσο ἐπὶ τούτῳ σεμνυνομένη· ὅσῳ γὰρ ἂν πλείονα τίκτῃς, τοσούτῳ καὶ πλείους λύπας συνάγεις.» ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι καὶ τῶν οἰκετῶν δυστυχέστατοί εἰσιν, ὅσοι ἐν τῇ δουλείᾳ πολλὰ τέκνα ποιοῦσιν· 53, p. 547 [ΤΑΩΣ ΚΑΙ ΚΟΡΑΞ] ὁ δὲ ταὼν ἔφη τοῖς λοιποῖς ὡς «ἔμοιγε προσήκει ἡ βασιλεία ἅτε κάλλει καὶ ὡραιότητι σεμνυνομένῳ» κ.λπ. (ὁ μῦθος δηλοῖ, ὡς τὸ βασιλεύειν οὐ τοῖς τῷ κάλλει φαιδρυνομένοις ἁρμόττει, ἀλλὰ τοῖς ῥωμαλέοις καὶ γενναιότητι). Βλ. καὶ Ἀριστοφ. Ὄρν. 727 (Χορὸς ὀρνίθων, μὲ ἀναφορὰ στὴν ἀηδόνα [676 κἑ.: βλ. ἀνωτ.], στὸν πορφυρίωνα [707] καὶ στὴ χελιδόνα [714], καὶ στὶς Μοῦσες: 724 Μούσαις, 737 [κλητ.] Μοῦσα λοχμαία)· καὶ Πλάτ. Πολιτικ. 263d 7 γεράνους μὲν ἓν γένος ἀντιτιθὲν τοῖς ἄλλοις ζῴοις καὶ σεμνῦνον αὐτὸ ἑαυτό (βλ. τὸ ὅλο χωρίο, μὲ ἀναφορὰ στὰ δύο ζῴων γένη: Διῄρητο τοίνυν ἤδη καὶ τότε σύμπαν τὸ ζῷον τῷ τιθασῷ καὶ ἀγρίῳ. τὰ μὲν γὰρ ἔχοντα τιθασεύεσθαι φύσιν ἥμερα προσείρηται, τὰ δὲ μὴ 'θέλοντα ἄγρια).

Τὸ ρῆμα ἐμφανίζεται συχνότατα τοὺς αἰ. 5-4 καὶ 1 π.Χ. (βλ. κατωτ. 14 F4.2 μὲ σχόλ.). Ἂν τὸ ἐδῶ σεμνῦναι ἀνήκει καὶ στὸν Ἀλέξανδρο τὸν Πάφιο ἢ μόνο στὸν Εὐστάθιο –ἀποδίδοντας ἄλλο ρῆμα συνώνυμο (σεβόω, τὸ συχνὸ στοὺς Ὁμηρ. ὕμν. καὶ στὸν Ἡσ., Θεογ. 11, 37 καὶ 51 ὑμνεῦσαι, 70 ὑμνεύσαις, Ἔργ. 2 [βλ. West22 σ.λ.] ὑμνείουσαι, ὑμνέω, κ.τ.τ.)– παραμένει ἐπίσης πρόβλημα ἄλυτο (ὅσο τοὐλάχιστο δὲν ἔρχονται στὸ φῶς ἄλλα σχετικὰ στοιχεῖα).

  1. Allen, T. W. (1912/1946), Homeri Opera, Vol. V, Oxford Classical Texts Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  2. Wellmann, M. (1891), Alexander von Myndos, Hermes 26: 481-566.
  3. Hercher, R. Über die Glaubwürdigkeit der Neuen Geschichte des Ptolemaeus Chennus, JbCP Suppl. 1: 269 κἑ..a↑ b↑
  4. Chatzis, A. (1914), Der Philosoph und Grammatiker Ptolemaios Chennos (Leben, Schriftstellerei und Fragmente: mit Ausschluss der Aristotelesbiographie), Paderborn.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  5. Barnes, J. (1711), Homeri Ilias & Odyssea... Accedunt Batrachomyomachia, Hymni et Epigrammata, Vol. 2, Cambridge.a↑ b↑
  6. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑
  7. Roscher, W H. (1884-1937), Ausführliches Lexicon der griechischen und römischen Mythologie, Vols. I-IV and 4 Supplementa, Leipzig und Berlin .
  8. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  9. Burkert, W. (1994), Μυστηριακές Λατρεῖες τῆς Ἀρχαιότητας, μτφρ. Ματθαίου, Ἔ. Ἀθήνα.
  10. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .a↑ b↑ c↑ d↑
  11. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑
  12. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1990), Μυθολογικὰ καὶ Λαογραφικὰ Μελετήματα, Ἀθήνα.a↑ b↑
  13. Παπαχαραλάμπους, Γ. Χ. (1965), Κυπριακὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών,3 Λευκωσία.
  14. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑
  15. Höck, K. (1823-1829), Kreta: Ein Versuch Zur Aufhellung Der Mythologie Und Geschichte, Der Religion Und Verfassung Dieser Insel, Von Den Ältesten Zeiten Bis Auf Die Römer-Herrschaft, Göttingen.
  16. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  17. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  18. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  19. Ξιούτας, Π. (1978), Κυπριακή Λαογραφία τῶν ζῴων, Λευκωσία.a↑ b↑
  20. Thompson, D'. Arcy Wentw (1936), A Glossary of Greek Birds, Vol. 39, St. Andrews University Publications Oxford.
  21. André, J. (1967), Les noms d'oiseaux en Latin, Paris.
  22. West, M L. (1978), Hesiod, Works and Days, Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  23. Page, D. L. (1968), Lyrica Graeca Selecta, Oxford Classical Texts Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  24. Χατζηϊωάννου, Κ. (1996), Ἐτυμολογικὸ Λεξικὸ τῆς ὁμιλουμένης Κυπριακῆς Διαλέκτου: Ἱστορία, Ἑρμηνεία καὶ Φωνητικὴ τῶν λέξεων, μὲ Τοπωνυμικὸ παράρτημα, Λευκωσία.a↑ b↑
  25. Γιαγκουλλής, Κ. Γ. (1997), Μικρός ερμηνευτικός και ετυμολογικός θησαυρός της κυπριακής διαλέκτου: Από τον δέκατο τρίτο αιώνα μέχρι σήμερα, Βιβλιοθήκη Κυπρίων λαϊκών ποιητών ,58 Λευκωσία.a↑ b↑
  26. Parke, H W. (1979), Τὰ Ἑλληνικὰ μαντεῖα, Ἀθήνα .
  27. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  28. Χατζηϊωάννου, Κ. (1969-1990), Τὰ ἐν Διασπορᾷ Α´ (τῶν ἐτῶν 1933-1969), Λευκωσία.
  29. West, M L. (1971-1972), Iambi et Elegi Graeci, Vols. I-II, Loeb Classical Library Oxford - New York .a↑ b↑
  30. Παπαδημητρίου, Ι.-Θ. Α. (1984), Ἐλεγεία καὶ Ἴαμβος (Ἀρχίλοχος, Καλλῖνος, Σημωνίδης, Τυρταῖος, Μίμνερμος, Σόλων, Θέογνις, Ἱππῶναξ, Ἐλάσσονες), Ἀθήνα.
  31. Bergk, T. (1853), Poetae Lyrici Graeci, Vols. I-III, 2nd ed., Leipzig.
  32. Meineke, A. (1858-1867), Athenaei Deipnosophistae, Vols. I-IV, Leipzig.
  33. Schneidewin, F. G. (1846), De Peplo Aristotelis Stagiritae: Accedunt pepli reliquiae, Philologus 1: 1-45.
  34. Σκιαδάς, Ἀ. Δ. (1979-1981), Ἀρχαϊκὸς Λυρισμός, Ἀθήνα.
  35. Σεφέρης, Γ. (1955), Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ ', Αθήνα.
  36. Kerenyi, K. (1974), Ἡ Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων, Ἀθῆναι.
  37. (1999), Εγκυκλοπαίδεια Δομή, a↑ b↑
  38. Diels, H. & Kranz W. (1984-1985), Die Fragmente der Vorsokratiker: Griechisch und Deutsch, Vols. I-III, 6th ed. , Berlin.a↑ b↑
  39. Frisk, H. (1960-1972), Griechisches etymologisches Wörterbuch, Vols. I-III, Heidelberg.
  40. Burkert, W. (1993), Ἀρχαία Ἑλληνική Θρησκεία: Ἀρχαϊκή καί Κλασσική Ἐποχή, μτφρ. Μπεζαντάκος, Ν Π. και Αβαγιανού, Α Ἀθήνα.
  41. Hall, F. W. & Geldart W. M. (1906-1907), Aristophanis Comoediae, Vols. I-II, Oxford Classical Texts Oxford.
  42. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.a↑ b↑
  43. Grimal, P. (1987), The Dictionary of Classical Mythology, 2nd ed., Oxford.
  44. Lloyd-Jones, H. & Parsons P. J. (1983), Supplementum Hellenisticum, Berlin – New York.
  45. Migne, J P. (1857-1866), Patrologiae cursus completus. Series Graeca, Paris .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  46. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  47. Russo, J., Fernandez-Gatiani M. & Heubeck A. (1992), A Commentary on Homer's Odyssey, Vol. III: Books xvii-xxiv, Cambridge.a↑ b↑ c↑ d↑
  48. West, M L. (1966), Hesiod, Theogony, Oxford.
  49. Edwards, M. N. & Kirk G. S. (1991), The Iliad: A Commentary, Vol. V: books 17-20, Cambridge.a↑ b↑ c↑
  50. Προμπονάς, Ι. Κ. (1989), Τα Ομηρικά έπη και το Νεοελληνικό Δημοτικό Τραγούδι, τóμ. Α΄- Β΄, Αθήνα.
  51. Heubeck, A., West S. & Hainsworth J. B. (1988), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume I: Books I-VII, Oxford.
  52. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1990), The Iliad: A Commentary, Vol. II: books 5-8, Cambridge.
  53. Richardson, N. & Kirk G. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. VI: books 21-24, Cambridge.
  54. Hainsworth, B. & Kirk G. S. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. III: books 9-12, Cambridge.
  55. (1898), The Oxyrhynchus Papyri, Vols. I-, London .
  56. Citekey 4919[/bib<em></em>] [βλ. καὶ Chatzis[bib]5031 not found
  57. Rose, V. (1863), Aristoteles Pseudepigraphus, Leipzig.a↑ b↑