You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

a. Eust. ad κ 305 (1658.48)

      1Ἀλέξανδρος δὲ ὁ Πάφιος  μυθολογεῖ  Πικόλοον ἕνα τῶν
      Γιγάντων  φυγόντα τὸν κατὰ Διὸς πόλεμον τὴν τῆς Κίρκης
      νῆσον καταλαβεῖν  καὶ πειρᾶσθαι ἐκβαλεῖν αὐτήν2· τὸν πατέρα
      δὲ Ἥλιον ὑπερασπίζοντα τῆς θυγατρὸς ἀνελεῖν αὐτόν3· καὶ τοῦ
5    αἵματος ῥυέντος εἰς γῆν φῦναι βοτάνην  καὶ κληθῆναι αὐτὴν
      μῶλυ  διὰ τὸν μῶλον  ἤτοι πόλεμον, ἐν ὧι ἔπεσενῥηθεὶς Γίγας.
      εἶναι δὲ αὐτῶι ἄνθος ἴκελον γάλακτι διὰ τὸν ἀνελόντα λευκὸν
     Ἥλιον, 4ῥίζαν δὲ μέλαιναν διὰ τὸ τοῦ Γίγαντος μέλαν αἷμα, ἢ 
      καὶ διὰ τὸ τὴν Κίρκην φοβηθεῖσαν ὠχριάσαι.


b. Ptol. Chenn. Hist. nov. fr. IV.18 Chatzis (Phot. Bibl. 190, 149b 39)
      Περὶ τοῦ παρ' Ὁμήρωι (κ 305) μώλυος τῆς βοτάνης, ἣν ἐκ τοῦ 
      αἵματος τοῦ ἀναιρεθέντος ἐν τῆι Κίρκης νήσωι Γίγαντος λέ-
3    γουσι φῦναι, ἣ καὶ τὸ ἄνθος ἔχει λευκόν· ὅτι ὁ συμμαχῶν τῆι
      Κίρκηι καὶ ἀνελὼν τὸν Γίγαντα ὁ Ἥλιος ἦν· μῶλος δ' ἡ μάχη,
      ἐξ οὗ καὶ ἡ βοτάνη.

  1. [Vid. Ptol. Chenn., edd. Hercher, Chatzis; ΑΚΕΠ Γα΄ 78 Ἀλέξανδροςῥηθεὶς Γίγας; Eust., ed. Stallbaum; (b.) Phot. Bibl., ed. Henry. Interpunxerunt alius alio (plurima recte Chatzis).]
  2. a.3 αὐτήν· interpunximus: αὐτήν, Chatzis (fortasse recte); αὐτήν. cett.
  3. 4 αὐτόν· interpunximus: αὐτόν, plerique (fort. recte); αὐτὸν Chatzis
  4. 8-9 ὠχριάσαι, ῥίζαναἷμα dubit. prop. Chatzis (fort. recte).

a. Εὐστ. στὸ κ 305 (1658.48)

Ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Πάφιος ἀναφέρει τὸν μύθο ὅτι ὁ Πικόλο-

ος, ἕνας ἀπὸ τοὺς Γίγαντες, ἀφοῦ ξέφυγε ἀπὸ τὸν πόλεμο κατὰ τοῦ

Δία, κατέλαβε τὸ νησὶ τῆς Κίρκης καὶ προσπάθησε νὰ τὴν ἐκδιώξει·

ὁ πατέρας της, ὅμως, ὁ Ἥλιος ὑπερασπίζοντας τὴν κόρη του τὸν

σκότωσε· καὶ ἀπὸ τὸ αἷμα ποὺ χύθηκε στὴ γῆ φύτρωσε βοτάνι καὶ

ὀνομάστηκε αὐτὸ μῶλυ ἐξαιτίας τοῦ μώλου, δηλαδὴ τοῦ πολέμου

στὸν ὁποῖο ἔπεσε ὁ Γίγαντας ποὺ προαναφέραμε. Ἔχει δὲ αὐτὸ

ἄνθος ὅμοιο στὸ χρῶμα μὲ τὸ γάλα, λόγω τοῦ λευκοῦ ἥλιου ποὺ

τὸν σκότωσε, καὶ ρίζα μαύρη γιὰ τὸ μαῦρο αἷμα τοῦ Γίγαντα, ἢ γιὰ

τὸ ὅτι ἡ Κίρκη ἀπὸ τὸν φόβο της ἔγινε κάτωχρη.


b. Πτολ. Χένν. Καιν. ἱστ. ἀπόσπ. IV.18 Χατζῆς (Φωτ. Βιβλ. 190, 149b)
[Στὸ δ´ βιβλίο τῆς Καινῆς ἱστορίας του ὁ Πτολεμαῖος Χέννος γράφει καὶ] γιὰ τὸ Ὁμηρικὸ μῶλυ τὸ βοτάνι, ποὺ λέγουν ὅτι φύτρωσε ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ σκοτωμένου στὸ νησὶ τῆς Κίρκης Γίγαντα, καὶ ποὺ ἔχει τὸ ἄνθος λευκό· γιατὶ αὐτὸς ποὺ συμμάχησε μὲ τὴν Κίρκη καὶ σκότωσε τὸν Γίγαντα ἦταν ὁ Ἥλιος· καὶ μῶλος εἶναι ἡ μάχη, ἀπ' ὅπου καὶ τὸ βοτάνι.

Σχόλια: 

a.1. Ἀλέξανδρος ὁ Πάφιος: βλ. κατωτ. F2 σχόλ. σ.στ. 1, σ.λ. Ἀλέξανδρος δὲ ὁ Πάφιος.

       μυθολογεῖ: βλ. κατωτ. 16 F1a σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. ἱστοροῦσι.

1 κἑ. Πικόλοον ἕνα τῶν Γιγάντων: πβ. b.2 κἑ. Γιὰ τὴ φύση τῶν Γιγάντων, παιδιῶν τῆς Γῆς ποὺ γεννήθηκαν ἀπὸ τὶς σταγόνες τοῦ αἵματος τοῦ ἀκρωτηριασμένου Οὐρανοῦ, ὁ κύριος προσδιορισμὸς εἶναι τὸ ἐπίθετο γηγενής (γηγενέων ἀνδρῶν, Βατραχομ. 7· ὁ γηγενὴς στρατὸς Γιγάντων Σοφ. Τραχ. 1058-59· γίγαντι γηγενέτᾳ προσόμοιος Εὐρ. Φοίν. 129, κ.ἀ.). Ὁ Ὅμηρος τοὺς ἀποκαλεῖ ὑπερθύμους (η 59, Εὐρυμέδοντος, | ὅς ποθ' ὑπερθύμοισι Γιγάντεσσι βασίλευεν) καὶ κάνει λόγο γιὰ ἄγρια φῦλα Γιγάντων (η 206, βλ. καὶ Νόνν. Διον. 5.36), διαχωρίζει δὲ αὐτοὺς σαφῶς ἀπὸ τοὺς κοινοὺς θνητούς (οὐκ ἄνδρεσσιν ἐοικότες ἀλλὰ Γίγασιν κ 120), δίνοντας τὴν ἐντύπωση ὅτι τοὺς θεωρεῖ ὑπερανθρώπους ἀλλὰ κατωτέρους τῶν θεῶν (κατὰ τὸν J. B. Hainsworth, COd1 Ι. 324, στὸ η 59 σ.λ. Γίγαντες: “The poet seems to regard them as the same sort of being as the Cyclopes, superhuman but subdivine”), ἐνῶ ὁ Ἡσίοδος παρουσιάζει τὸν ὑπερφυσικὸ τρόπο τῆς γέννησής τους (Θεογ. 173 κἑ., βλ. καὶ τὰ σχόλια West2 στὸ χωρίο, κυρίως στοὺς στ. 185-87 γείνατ' Ἐρινῦς τε κρατερᾶς μεγάλους τε Γίγαντας, | τεύχεσι λαμπομένους, δολίχ' ἔγχεα χερσὶν ἔχοντας, | Νύμφας θ' ἃς Μελίας καλέουσ' ἐπ' ἀπείρονα γαῖαν), χωρὶς νὰ εἶναι βέβαιο ὅτι τοὺς τοποθετεῖ στὸ γένος τῶν θεῶν. Κατὰ τὸν F. Vian (GGéants3, 191-93), ὁ Γίγας ἀναφέρεται μεταφορικὰ τόσο σὲ πνεύματα ὅσο καὶ σὲ ἀνθρώπους. Διαφωτιστικὴ εἶναι ἡ διήγηση τοῦ *Ἀπολλόδωρου, Βιβλ. 1.34 κἑ.: Γῆ δὲ περὶ Τιτάνων ἀγανακτοῦσα γεννᾷ Γίγαντας ἐξ Οὐρανοῦ, μεγέθει μὲν σωμάτων ἀνυπερβλήτους, δυνάμει δὲ ἀκαταγωνίστους, οἳ φοβεροὶ μὲν ταῖς ὄψεσιν κατεφαίνοντο, καθειμένοι βαθεῖαν κόμην ἐκ κεφαλῆς καὶ γενείων, εἶχον δὲ τὰς βάσεις φολίδας δρακόντων. ἐγένοντο δέ, ὡς μέν τινες λέγουσιν, ἐν Φλέγραις, ὡς δὲ ἄλλοι ἐν Παλλήνῃ. ἠκόντιζον δὲ εἰς οὐρανὸν πέτρας καὶ δρῦς ἡμμένας. Διέφερον δὲ πάντων Πορφυρίων τε καὶ Ἀλκυονεύς, ὃς δὴ καὶ ἀθάνατος ἦν ἐν ᾗπερ ἐγεννήθη γῇ μαχόμενος. Οὗτος δὲ καὶ τὰς Ἡλίου βόας ἐξ Ἐρυθείας ἤλασε. Τοῖς δὲ θεοῖς λόγιον ἦν ὑπὸ τῶν θεῶν μὲν μηδένα τῶν Γιγάντων ἀπολέσθαι δύνασθαι, συμμαχοῦντος δὲ θνητοῦ τινος (καὶ τέτοιος ἦταν ὁ γιὸς τοῦ Δία Ἡρακλῆς γεννημένος ἀπὸ θνητὴ μητέρα) τελευτήσειν. Αἰσθομένη δὲ Γῆ τοῦτο ἐζήτει φάρμακον, ἵνα μηδ' ὑπὸ θνητοῦ δυνηθῶσιν ἀπολέσθαι. Ὁ Δίας ἀπαγόρευσε στὴν Αὐγή, τὴ Σελήνη καὶ τὸν Ἥλιο νὰ ἐμφανιστοῦν, μέχρι νὰ προλάβει νὰ βρεῖ ὁ ἴδιος τὸ μαγικὸ βοτάνι. Μὲ διάφορα τεχνάσματα –καὶ τὸν Ἡρακλῆ νὰ δια¬δραματίζει σημαντικὸ ρόλο– οἱ Ὀλύμπιοι ἐξασφάλισαν τὴ νίκη. Ὁ F. Vian3 (ὅ.π., 193) σημειώνει ὅτι ἡ Γιγαντομαχία δὲν ἔχει νόημα ἂν ἀποδώσουμε ἀνθρώπινη ὑπόσταση στοὺς Γίγαντες (διότι, στὴν περίπτωση αὐτή, θὰ ἀρκοῦσαν οἱ κεραυνοὶ τοῦ Δία, οἱ κατακλυσμοὶ καὶ καταποντισμοὶ τῶν ἐχθρῶν) καὶ καταλήγει στὸν χαρακτηρισμὸ τῆς «δυνητικῆς ἀθανασίας» (immortalité conditionelle) γιὰ τὴ φύση τῶν Γιγάντων. Γενικά, βλ. Robert – Preller, GrMyth4. 1. 66 κ.ἑ.· Roscher, Lex. Myth.5 σ.λ. Giganten· Kerényi, Μυθ.6 41-43· ΕλλΜ7 2. 44.
Σημαντικὴ παραμένει ἡ σύνδεσή τους μὲ τὴ γῆ, ἀπὸ τὴν ὁποία προῆλθαν ἀλλὰ καὶ ἀντλοῦν δυνάμεις· ὁ Ἀλκυονεύς, γιὰ παράδειγμα, ἀθάνατος ἦν ἐν ᾗπερ ἐγεννήθη γῇ μαχόμενος (*Ἀπολλόδ. 35, βλ. ἀνωτ.) καὶ ὁ Ἡρακλῆς γιὰ νὰ τὸν σκοτώσει τὸν παρασύρει πρῶτα πέρα ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς Παλλήνης. Παράξενη εἶναι καὶ τοῦ Πικόλοου ἡ σχέση μὲ τὴ γῆ: Μολονότι πεθαίνει, τὸ αἷμα του ποὺ κυλᾶ στὸ χῶμα ἐμφανίζει ἀναγεννητικὲς ἰδιότητες. Ὁ κύκλος τῆς ζωῆς του μεταφέρεται στὸ φύτρωμα βοτανιοῦ, μὲ μαγικὲς μάλιστα ἰδιότητες, στὸ μῶλυ, τὸ ὁποῖο θὰ διαδραματίσει πάλι τὸν ρόλο του στὴν ἱστορία τῆς Κίρκης (πολυφαρμάκου, κ 276, κ.ἀ.), ἀφοῦ ὁ Ἑρμῆς θὰ τὸ δώσει στὸν Ὀδυσσέα ὡς ἀντίδοτο στὰ δικά της μάγια (βλ. κατωτ.). Τὸ φάρμακον (γιὰ τὴν ἀθανασία, κυρίως), ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Γιγαντομαχίας (ὅπου συναντήσαμε τὴ Γῆ νὰ τὸ ἀναζητᾶ καὶ τὸν Δία νὰ προσπαθεῖ νὰ τὸ ἐξασφαλίσει γιὰ τοὺς θεούς), εἶναι συνδεδεμένο καὶ ἀλλοῦ μὲ Γίγαντες ἢ ἥρωες: Ὁ Τυφών, πεισθεὶς γὰρ ὅτι ῥωσθήσεται μᾶλλον, ἐγεύσατο τῶν ἐφημέρων καρπῶν (*Ἀπολλόδ. 1.43)· τὸν Τύλο (ποὺ προστατεύεται ἀπὸ τὸν δρακοντοφόνον Δαμασῆνα) βοτάνη ζείδωρος ἀκεσσιπόνοισι κορύμβοις | ἔμπνοον ἐψύχωσε δέμας παλιναυξέϊ νεκρῷ· | ψυχὴ δ' εἰς δέμας ἦλθε τὸ δεύτερον (Νόνν. Διον. 25.541-43: 453-552 ἡ ὅλη διήγηση· πβ. καὶ 35.73 κἑ. Γλαῦκε (...), | δεῖξον ἐμοὶ βοτάνην ζωαρκέα, δεῖξον ἐκείνην, | ἧς ποτε σοῖς στομάτεσσιν ἐγεύσαο, καὶ βίον ἕλκεις | ἄμβροτον, ἀενάοιο χρόνου κυκλούμενος ὁλκῷ)· ὁ Ἰάσων χρειαζόταν μαγικὸ φυτὸ γιὰ νὰ μείνει ἄτρωτος, καὶ ἡ Μήδεια ἐξείλετο φωριαμοῖο| φάρμακον ὅρρά τέ φασι Προμήθειον καλέεσθαι, τὸ ὁποῖο εἶχε φυτρώσει ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Προμηθέα ποὺ ἔσταξε στὴ γῆ (Ἀπολλών. Ρόδ. Ἀργ. 3.844 κἑ.)· ὁ Γίγας Τάλως, ὁ χαλκοῦς ἀνήρ, ἐμπόδιζε τὴν πλεύση τῆς Ἀργοῦς πετώντας λίθους, ἐξαπατηθεὶς δὲ ὑπὸ Μηδείας ἀπέθανεν, ὡς μὲν ἔνιοι λέγουσι, διὰ φαρμάκων αὐτῷ μανίαν Μηδείας ἐμβαλούσης κ.λπ. (*Ἀπολλόδ. 1.140-41). Βλ. Vian3, ὅ.π. 195-96. (Γιὰ τὴν ὅλη ἐδῶ διήγηση πβ. καὶ Λυκόφρ. Ἀλεξ. 673 κἑ.: Κίρκη καὶ Γίγαντες, μῶλυ καὶ μῶλος· βλ. καὶ τὰ σχόλ. Τζέτζη στὸ χωρίο, μνημονευ¬όμενα καὶ κατωτ. στὰ σχόλ. σ.λλ. μῶλος καὶ μῶλυ.)
Στὴ συνοπτικὴ ἀναφορὰ τοῦ Εὐστάθιου στὴ διήγηση τοῦ Ἀλέξανδρου τοῦ Πάφιου γιὰ τὸν Πικόλοο δὲν ὑπάρχουν ἐπιθετικοὶ ἢ ἄλλοι προσδιορισμοὶ πλὴν τοῦ ἕνα τῶν Γιγάντων. Φανταζόμαστε ὅτι ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματά τους στὸν Ὅμηρο, τὸν Ἡσίοδο, τὸν Ἀπολλόδωρο κ.ἀ. (βλ. ἀνωτ.). Ἡ πράξη του νὰ καταλάβει τὸ νησί τῆς Κίρκης καὶ νὰ προσπαθήσει νὰ τὴν ἐκδιώξει, φέρνει στὸ νοῦ τὴν ὕβριν, τὴν περιφρόνηση τῶν θεϊκῶν νόμων ποὺ χαρακτηρίζει τὴ συμπεριφορά τους, δικαιολογώντας τὶς προσαγορεύσεις ἄγριοι, δεινοὶ καὶ δάϊοι ποὺ τοὺς ἔχουν ἀποδοθῆ (βλ. Vian3, ὅ.π. 187), ἀλλὰ καὶ αἰτιολογώντας τὴν τιμωρία ποὺ τοὺς βρῆκε (βλ. καὶ ΕλλΜ7 ὅ.π., ὅπου ἀναφέρεται καὶ ἡ ἐρωτική τους βουλιμία, ἐκδοχὴ ποὺ μπορεῖ νὰ ληφθῆ ὑπόψη καὶ στὴν ἐπίθεση τοῦ Πικόλοου ἐναντίον τῆς Κίρκης).
Ὁ Ο. Höfer (Roscher, Lex. Myth.5 σ.λ. Pikoloos) ἀποπειρᾶται νὰ δώσει μιὰν ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος ἀπὸ τὴν παρήχηση τοῦ Φῖκ' ὀλοήν τοῦ Ἡσιόδου (Θεογ. 326, γιὰ τὴ Σφίγγα· βλ. σχόλια West2 ad loc.), χωρὶς ὅμως περαιτέρω ἐξηγήσεις. Τὸ ὄνομα –εἴτε εἶναι δημιούργημα τοῦ μυθογράφου εἴτε προέρχεται ἀπὸ ἄλλη πηγή, ἄγνωστη σ' ἐμᾶς– μπορεῖ, ὡς «ὁμιλοῦν» (: Reddende Personennamen στὴ Γερμα¬νικὴ ὁρολογία),νὰ ἔχει β΄ συνθετικὸ τὸ Ὁμηρικὸ ἐπίθετο ὀλοός, μὲ τὴ σημασία «καταστρεπτικός, ὀλέθριος, φονικός» (βλ. LSΚ8, σ.λ., γιὰ τὸν σχηματισμὸ *ὀλε-Ϝός > *ὀλο-Ϝός καὶ τὴν ἐτυμ. Chantraine9 σ.λ.), ἁρμόζον στὴ φοβερὴ δράση ἑνὸς Γίγαντα ποὺ ἐπέζησε τῆς Γιγαντομαχίας. Γιὰ τὸ α΄ συνθετικό, δὲν ἔχουμε νὰ ὑποθέσουμε ἄλλο απὸ τὴ ρίζα πικ- τοῦ πικρός (βλ. Ἡσύχ. σ.λλ. πικόν· πικρόν. Χαλδαῖοι καὶ πικαῖσι· πικραῖς [πβ. πεικόν· πικρόν, πευκεδανόν, « qui peut être authentique » κατὰ τὸν Chantraine9 σ.λ. πικρός, ὅπου καὶ ἐτυμ. ἀλλὰ καὶ ἀναφορὰ στὸ Μυκην. pikereu = Πικρεύς καὶ στὸ Κυπρ. pikirewo = « ICS10 360 avec l'interprétation différente de O. Masson »: ΠίγρηϜο(ς)], καὶ γιὰ τὴ σημασία: πικρόνχαλεπόν, ἀργαλέον), ὁπότε Πικόλοος εἶναι αὐτὸς ποὺ φέρνει πικρὴ καταστροφὴ στοὺς ἐχθρούς του. (Θὰ ἐπανέλθουμε στὸ θέμα.)

2 κἑ. τὴν τῆς Κίρκης νῆσον καταλαβεῖν (...) : πβ. b.2 κἑ. Στὴν Ὀδύσσειαν ἡ Κίρκη συναντᾶται μὲ τὸν Ὀδυσσέα, σύμφωνα μὲ τὴν ἀφήγησή του (κ 136 κἑ.), φθάνοντας Αἰαίην ἐς νῆσον, ὅπου κατοικοῦσε ἡ Κίρκη ἐϋπλόκαμος, δεινὴ θεὸς αὐδήεσσα, | αὐτοκασιγνήτη ὀλοόφρονος Αἰήταο· | ἄμφω δ' ἐκγεγάτην φαεσιμβρότου Ἠελίοιο | μητρός τ' ἐκ Πέρσης, τὴν Ὠκεανὸς τέκε παῖδα. Εἶναι, λοιπόν, θεϊκῆς κατα¬γωγῆς, ὡς κόρη τοῦ Ἥλιου καὶ τῆς Πέρσης (Περσηὶς στὸν Ἡσίοδο, Θεογ. 356 καὶ 957 [956-57: Ἠελίῳ δ' ἀκάμαντι τέκε κλυτὸς Ὠκεανίνη | Περσηὶς Κίρκην τε καὶ Αἰήτην βασιλῆα], βλ. σχόλια West2 στοὺς στ. 356, 956-58, 1001, 1011) καὶ ἀδελφὴ τοῦ Αἰήτη (βλ. ΕλλΜ7 2.226, ὅπου ἀναφέρεται καὶ ἡ ἐκδοχὴ σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ γονεῖς ἐγέννησαν τὸν Πέρση καὶ τὸν Αἰήτη, μόνο ἀρσενικὰ παιδιά, ἐνῶ ἡ Κίρκη εἶναι κόρη τοῦ τελευταίου). Τόπος διαμονῆς της, κατὰ τὸν Ὅμηρο, εἶναι ἡ Αἰαίη, ὅπου βρίσκεται ἡ κατοικία τῆς Ἠοῦς καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς διαδρομῆς τοῦ Ἥλιου (μ 3-4, νῆσόν τ' Αἰαίην, ὅθι τ' Ἠοῦς ἠριγενείης |οἰκία καὶ χοροί εἰσι καὶ ἀντολαὶ Ἠελίοιο). Ἑπομένως, τὸ νησὶ τοποθετεῖται στὴν Ἀνατολή (καὶ πιθανὸν εἶναι νὰ ὑπάρχει ἀντιστοιχία μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Αἰήτη [Αἰήταο, κ 137 καὶ μ 70], ὡς ἐπίσης κατοίκου τῆς Αἴας – Αἰαίας). Διαφορετικὴ εἶναι ὡς πρὸς τὸ σημεῖο τοῦτο ἡ τοποθέτηση τοῦ Ἡσιόδου (Θεογ. 1011-16: Κίρκη δ', Ἠελίου θυγάτηρ Ὑπεριονίδαο, | γείνατ' Ὀδυσ¬σῆος ταλασίφρονος ἐν φιλότητι | Ἄγριον ἠδὲ Λατῖνον ἀμύμονά τε κρατερόν τε· | [Τηλέγονον δὲ ἔτικτε διὰ χρυσέην Ἀφροδίτην· ] |οἳ δή τοι μάλα τῆλε μυχῷ νήσων ἱεράων | πᾶσιν Τυρσηνοῖσιν ἀγακλειτοῖσι ἄνασσον (βλ. καὶ τὰ σχόλια West2 στὸ χωρίο). Στὴν Τυρρήνη τῆς Ἰταλίας τοποθετεῖ τὸ βασίλειο τῆς Κίρκης καὶ ὁ Ἀπολ¬λώνιος ὁ Ρόδιος, διηγούμενος ὅτι ἔφθασαν ἐκεῖ καὶ οἱ Ἀργοναῦτες (Ἀργ. 3.311 κἑ.: ᾔδειν γάρ ποτε πατρὸς ἐν ἅρμασιν Ἠελίοιο | δινεύσας, ὅτ' ἐμεῖο κασιγνήτην ἐκόμιζεν | Κίρκην ἑσπερίης εἴσω χθονός, ἐκ δ' ἱκόμεσθα | ἀκτὴν ἠπείρου Τυρσηνίδος, ἔνθ' ἔτι νῦν περ | ναιετάει, μάλα πολλὸν ἀπόπροθι Κολχίδος αἴης). Στὰ Σχόλια ὅμως τῶν Ἀργοναυτικῶν στὸ 3.311 (Wendel11 229), σημειώνεται πὼς ἠκολούθησεν Ἀπολλώνιος τοῖς κατὰ τὸ Τυρσηνικὸν πέλαγος ὑποτιθεμένοις τὴν Ὀδυσσέως πλάνην, ὧν ἀρχηγὸς Ἡσίοδος κατῳκηκέναι λέγων Κίρκην ἐν τῷ προειρημένῳ πελάγει. Φαίνεται πὼς μὲ κάποιον τρόπο –καὶ σίγουρα μέσω τῆς παράδοσης τοῦ Ἡσιόδου γιὰ τὴ γέννηση τοῦ Λατίνου καὶ τοῦ Ἄγριου ἀπὸ τὸ σμίξιμο τοῦ Ὀδυσσέα μὲ τὴν Κίρκη– θεωρήθηκε ἡ Δύση πατρίδα τῆς θεᾶς. Ὁ Στράβων, ποὺ στὴν ἀρχὴ τῶν Γεωγραφικῶν του (1.2.14) ἀσκεῖ κριτικὴ στὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Ἡσίοδο γιὰ τὰ λάθη τῶν ἀνάλογων τοποθετήσεων, στὴν ἀναφορά του γιὰ τὰ γνωστὰ μέρη τῆς Κάτω Ἰταλίας κάνει λόγο γιὰ τὸ ἀκρωτήριο Κιρκαῖον (5.3.6): μετὰ δὲ Ἄντιον τὸ Κιρκαῖόν ἐστιν ἐν διακοσίοις καὶ ἐνενήκοντα σταδίοις ὄρος, νησίζον θαλάττῃ τε καὶ ἕλεσι. φασὶ δὲ καὶ πολύρριζον εἶναι, τάχα τῷ μύθῳ τῷ περὶ τῆς Κίρκης συνοικειοῦντες. ἔχει δὲ πολίχνιον καὶ Κίρκης ἱερὸν καὶ Ἀθηνᾶς βωμόν, δείκνυσθαι δὲ καὶ φιάλην τινά φασιν Ὀδυσσέως (πβ. Ἀπολλών. Ρόδ. Ἀργ. 3.198 κἑ., μὲ Σχόλ. στὸν στ. 200: Διον. Σκυτ., FGrH12 32 F 1a). Βλ. καὶ κατωτ. 14 F2 (1 κἑ.), σημ. εἰσαγωγική, ὅπου ἀναφορὰ στὸ νησὶ τῶν Κιρκαίων.
Οἱ παραδόσεις σχετικὰ μὲ τὴν Αἰαία, τὸ Κιρκαῖο, κ.τ.τ., δὲν εἶναι κατ' ἀνάγκην ἀσυμβίβαστες, ἂν λάβουμε ὑπόψη μας τὴ μεταναστευτικὴ κίνηση τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὴν Κάτω Ἰταλία καὶ τὴ Σικελία, κατὰ τὸν 6ο π.Χ. αἰ. Πιὸ πιθανὸ φαίνεται ὅτι οἱ ἄποικοι –καὶ σ' αυτὴν τὴν περίπτωση (πβ. τὴν περιοχὴ τῆς Σκύλλας)– μετέφεραν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ στὴ Δύση τὴ λατρεία τῆς Κίρκης, ὅπου ἀφομοιώθηκε στὴ δυτικὴ ἀκτὴ τῆς Κ. Ἰταλίας, ὥστε νὰ θεωρεῖται γηγενής. Δυστυχῶς, ἡ μαρτυρία τοῦ Ἀλέξανδρου εἶναι γενικὴ καὶ δὲν μᾶς ἐπιτρέπει τὴ συναγωγὴ περαιτέρω συμπερασμάτων σχετικὰ μὲ τὸ ποιό θεωροῦσε ὡς νησὶ τῆς Κίρκης. Τὸ πρόβλημα τῆς μεταφορᾶς τῆς Κίρκης ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ στὴ Δύση –σὲ σχέση μὲ τὶς Συμπληγάδες πέτρες καὶ τὸ ταξίδι τῆς Ἀργῶς– πραγματεύεται ὁ Β. Πανταζῆς (Ὁμηρ. Γεωγρ.13 Ι. 56-78, μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία), τονίζοντας τὸν ρόλο τῆς Κίρκης ὡς «μυθολογικῆς γέφυρας συγγένειας» τῶν Ἑλλήνων ἀποίκων μὲ τοὺς γηγενεῖς τῆς Ἰταλίας καὶ ἰδεολογικὸ ὅπλο τῆς Ἑλληνικῆς κυριαρχίας (77). [Γιὰ τὴν Κίρκη, βλ. RE14 σ.λ. Kirke· Robert – Preller4, GrMyth. 1. 435-37·ΕλλΜ7 5. 220-24. Ἀξιόλογη σύνοψη στὸ COd15. ΙΙ. 50 κἑ. (σχόλια Α. Heubeck στὸ κ 133-574), μὲ βιβλιογραφία· βλ. κυρίως Α. Stassinοpoulos-Skiadas, Κirke-mythos. Dichterische Behandlung und allegorische Deutung16 (Diss., Kiel 1962), καὶ Β. Paetz, Kirke und Odysseus: Überlieferung und Deutung von Homer bis Calderon17 (Βerlin 1970).]

4 κἑ. τοῦ αἵματος ῥυέντος εἰς γῆν φῦναι βοτάνην: Ἡ θαυματουργὸς γέννηση ζώου ἢ φυτοῦ ἀπὸ τὸ αἷμα θεοῦ ἢ ἥρωα ἀπαντᾶ συχνὰ σὲ μυθικὲς παραδόσεις, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Μ. Βαρβούνης σχολιάζοντας τὸ ἐδῶ χωρίο (ΜΛΜ18 8, μὲ παραπομπὴ στὸν Thompson, Motif-Index19 Α 2731.3 καὶ Ε 631.05), ἐνῶ γνωστὲς εἶναι καὶ οἱ παραδόσεις γιὰ δέντρα ἀναφυόμενα ἀπὸ τὸ αἷμα ἀθώου ἄντρα, γιὰ τὸ κόκκινο χρῶμα τῆς ξυλείας τοῦ κέδρου (ἀπὸ τὸ αἷμα μάγου), ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς Γίγαντες ποὺ ἀναφύονται –σὲ μεταγενέστερες παραλλαγὲς– ἀπὸ τὴ γονιμο¬ποιημένη μὲ τὸ αἷμα τοῦ Οὐρανοῦ Γῆ καὶ γιὰ τὰ ἐξωφυσικὰ πλάσματα ποὺ γεννιοῦνται ἀπὸ τὸ αἷμα τῆς Γοργόνας (Βαρβούνης18, ὅ.π., μὲ σημ. 9-12, ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία).

6. μῶλυ: βλ. καὶ b.1 κἑ. Φυτὸ γνωστὸ ἤδη στὸν Ὅμηρο, κ 302 κἑ. (ἐπεισόδιο Κίρκης – Ὀδυσσέα, καὶ Ἑρμῆ): ὣς ἄρα φωνήσας πόρε φάρμακον ἀργειφόντης |ἐκ γαίης ἐρύσας, καί μοι φύσιν αὐτοῦ ἔδειξε. | ῥίζῃ μὲν μέλαν ἔσκε, γάλακτι δὲ εἴκελον ἄνθος· | μῶλυ δέ μιν καλέουσι θεοί· χαλεπὸν δέ τ' ὀρύσσειν | ἀνδράσι γε θνητοῖσι· θεοὶ δέ τε πάντα δύνανται. Εἶναι τὸ φάρμακον ἐσθλόν (κ 292), ἀντίδοτο ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὸν Ἑρμῆ στὸν Ὀδυσσέα γιὰ νὰ ἀντέξει στὰ μάγια τῆς Κίρκης καὶ νὰ μὴ μεταμορφωθῆ σὲ χοῖρο. Ὁ Θεόφραστος (Περὶ φυτ. ἱστ. 9.15.7), σημειώνοντας ὅτι τὸ μῶλυ φύεται περὶ Φενεὸν καὶ ἐν τῇ Κυλλήνῃ, προσθέτει: φασὶ δ' εἶναι καὶ ὅμοιον ᾧ ὁ Ὅμηρος εἴρηκε, τὴν μὲν ῥίζαν ἔχον στρογγύλην προσεμφερῆ κρομύῳ, τὸ δὲ φύλλον ὅμοιον σκίλλῃ. χρῆσθαι δὲ αὐτῷ πρός τε τὰ ἀλεξιφάρμακα καὶ τὰς μαγείας. οὐ μὴν ὀρύττειν γ' εἶναι χαλεπόν, ὡς Ὅμηρός φησι, ἐπιβεβαιώνοντας ἔτσι τὴ χρήση του σὲ μαγικὰ σκευάσματα, ὅπως ὁ Ὅμηρος εἶχε ἤδη σημειώσει. Ἀπὸ τὴν Ὁμηρικὴ διήγηση ἀφορμοῦν καὶ ἄλλοι, ὅπως ὁ Λυκόφρων (Ἀλεξ. 673    μῶλυ [μῶλυς Scheer20 πιθ. ὀρθῶς, γραφὲς μῶλυς, μῶλυ, μῶλος] σαώσει ῥίζα καὶ Κτάρος [Ἑρμῆς, βλ. ἀρχ. Σχόλ.] 679, καὶ μῶλον ὀρόθυναν ἐκγόνοις Κρόνου 693, βλ. καὶ τὰ σχόλ. Τζέτζη στὸ χωρίο) καὶ ὁ Θεμίστιος (Ὑπὲρ τοῦ λέγειν 330b 3 κἑ., Ὁμήρου μὲν ὑφορᾷ καὶ δυσωπῇ τὴν γοητείαν, ὡς ἀλλοκότους ἐμποιοῦσαν δόξας περὶ θεῶν, αὐτὴ δὲ οὐδὲν ἀντεισάγεις τοῖς θεάτροις ἀλεξιφάρμακον, οὐδὲ μῶλύ τι ἐξευρίσκεις οἷον ἐκεῖνος παρὰ τοῦ Ἑρμοῦ δίδωσιν Ὀδυσσεῖ, ὡς διαφυγεῖν τῆς Κίρκης τὴν μαγγανείαν;), στὸν ὁποῖο παραπέμπει ὁ Εὐστάθιος στὸ τέλος τῆς ἀξιόλογης ἀλληγορικῆς ἑρμηνείας τῶν στ. κ 302-6: Ἡ δὲ ἀλληγορία ἐν τούτοις Ἑρμῆν μὲν οἶδε συνήθως τὸν λόγον, μῶλυ δὲ τὴν παιδείαν, ὡς ἐκ μώλου ὅ ἐστι κακοπαθείας περιγινομένην. οὗ μώλυος ἡ μὲν ῥίζα μέλαινα διὰ τὸ οἷον σκοτεινὸν καὶ δυσόρατον τοῦ τέλους τῶν ἐναρχομένων τῆς παιδείας, καὶ διὰ τοῦτο δυσέντευ-κτον καὶ οὐδὲ ἡδύ. (...) τοῦτο τὸ μῶλυ ὅπερ Ἑρμῆς ἐκφαίνει λογικαῖς μεθόδοις οὐκ ἔγνωσται μὲν ἁπλῶς ἀνθρώποις, ἔστι γὰρ θεόσδοτον ἀγαθόν. λαβὼν δὲ αὐτὸ ἐξ Ἑρμοῦ ὁ λόγιος Ὀδυσσεὺς συγγίνεται τῇ ἡδονῇ (...). Παρὰ πόδας δὲ τὸ μῶλυ εὑρίσκει Ἑρμῆς, (...) ἐπεὶ οὐχ ἑνί τινι τόπῳ τὰ τῆς παιδείας περιγράφεται, ἀλλ' ὅποι περ ἂν γένοιτό τις ἔστιν εὑρεῖν τὸ καλὸν τοῦτο φυτόν. ὥς που καὶ ὁ σοφὸς Θεμίστιος ἐπέστησε. χαλεπὸν δὲ ὀρύσσειν τὸ μῶλυ καὶ ἐκσπᾶν μέχρι πέρατος ῥίζης, ἐπεὶ παιδείας ἄκρος, ὥσπερ καὶ ἀρετῆς, δυσχερὲς ἐξευρεῖν. μυθικῶς μέντοι, χαλεπόν ἐστιν ἡ τούτου ὀρυγή, ἐπειδὴ λόγος φέρεται ἑλκόμενον αὐτὸ θάνατον πρὸς τῷ τέλει τῆς ῥίζης ἐπιφέρειν τῷ ἀνασπῶντι, ὁποῖόν τι καὶ περὶ μανδραγόρου λέγεται. δῆλον δὲ καὶ ὅτι ἔγνωσται τοῖς Ἀσκληπιάδαις βοτάνη τὸ μῶλυ. εἰ δὲ καὶ ἀντικαθίσταται αὐτὸ Κιρκαίοις φαρμάκοις εἰδεῖεν ἂν ἐκεῖνοι. φασὶ δὲ οἱ παλαιοὶ καὶ μῶλυ λέγεσθαι παρὰ τὸ μωλύειν ὅ ἐστιν ἀφανίζειν τὰ φάρμακα (... : τὸ ἐδῶ F1). οὐ λέγει δὲ ὁ ποιητὴς καὶ πῶς οἱ ἄνθρωποι καλοῦσι τὸ μῶλυ, ἐπειδὴ ἄγνωστόν ἐστιν αὐτοῖς. Πβ. καὶ Ἀπολλών. Σοφ. Λεξ. Ὁμ. 114.23 κἑ., μῶλυ φυτὸν ἀλεξιφάρ¬μακον. οἱ μὲν γὰρ γλωσσογράφοι τὸ ἄκεσμα καὶ οἷον τὸ ἕλκυσμα τῶν φαρμάκων. Κλεάνθης δὲ ὁ φιλόσοφος ἀλληγορικῶς φησι δηλοῦσθαι τὸν λόγον, δι' οὗ μωλύ¬ονται αἱ ὁρμαὶ καὶ τὰ πάθη. (Βλ. τὸ σχόλιο Α. Heubeck στὸ κ 302-6, COd ΙΙ15. 60 κἑ., μὲ παραπομπὴ στὸν Η. Rahner, Griech. Mythen in christlicher Deutung21 [Zurich 19663], 164 κἑ./ Ἀγγλ. ἔκδ. Greek Myths and Christian Mystery21 [London 1963], 179 κἑ. –καὶ 232-83 γιὰ τὴ μεταγενέστερη ἀλληγορικὴ παράδοση τῶν Στωικῶν [μῶλυλόγος] καὶ τῶν Νεοπλατωνικῶν [μῶλυπαιδεία] καὶ τὴ Χριστιανικὴ ἀνάπτυξη τῆς ἰδέας– , στὸν Η. Philipp, “Das Gift der Kirke”, Gymnasium 66 [1959] 509-16, κ.ἀ. Γιὰ σχετικὲς λαϊκὲς ἀντιλήψεις βλ. Βαρβούνη ΜΛΜ18 9 μὲ σημ. 19, ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία.)
Μετὰ τὸν *Θεόφραστο καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀρχαῖοι συγγραφεῖς –κυρίως ἰατροί (ὁ Heubeck15 ὅ.π. παραπέμπει “e.g.” στὸν Πλίνιο, Φυσ. ἱστ. 25.26 [βλ. TGrL22 σ.λ. μῶλυ])– προσπάθησαν νὰ ταυτίσουν τὸ μῶλυ μὲ συγκεκριμένο βότανο καὶ νὰ τὸ περιγράψουν (μὲ εἰδικὴ ἀναφορὰ στὴ χρήση του γιὰ ἰατρικοὺς σκοποὺς). Ἀνάμεσά τους, ὁ Διοσκο(υ)ρίδης ὁ Πεδάνιος (Ὕλη ἰατρ. 3.46-47) δίνει τὴν πιὸ ἀναλυτικὴ περιγραφὴ ποὺ γνωρίζουμε: καλοῦσί τινες πήγανον ἄγριον καὶ τὸ ἐν Καππαδοκίᾳ καὶ ἐν τῇ κατ' Ἀσίαν Γαλατίᾳ λεγόμενον μῶλυ. ἔστι δὲ θάμνος ἀπὸ μιᾶς ῥίζης πολλὰς ἀναφέρων ῥάβδους, ἔχων φύλλα μακρότερα πολλῷ τοῦ ἄλλου πηγάνου καὶ τρυφερώτερα, βαρύοσμα, ἄνθος λευκὸν ἐπ' ἄκρου τε κεφάλια ὀλίγῳ μείζονα τοῦ ἡμέρου πηγάνου, ἐκ τριῶν μάλιστα μερῶν συγκείμενα, ἐν οἷς σπέρμα ὑπόκιρρον, τρίγωνον, πικρὸν ἱκανῶς πρὸς τὴν γεῦσιν (...), ἁρμόζον πρὸς ἀμβλυωπίας μετὰ μέλιτος λεαινόμενον καὶ οἴνου καὶ χολῆς ἀλεκτορίδων καὶ κρόκου καὶ μαράθου χυλοῦ. καλοῦσι δἐ τινες αὐτὸ ἁρμαλά, Σύροι δὲ βήσσασαν, Καππαδόκες δὲ μῶλυ, ἐπειδὴ κατὰ ποσὸν σῴζει τὴν πρὸς τὸ μῶλυ ἐμφέρειαν, τῇ ῥίζῃ μέλαν καὶ τῷ ἄνθει λευκὸν ὑπάρχον. φύεται δὲ ἐν γεωλόφοις καὶ εὐγείοις χωρίοις· καὶ (κεφ. 47, μῶλυ:) τὰ μὲν φύλλα ἔχει ἀγρώστει ὅμοια, πλατύτερα δέ, ἐπὶ γῆν <κλώμενα>, ἄνθη <δὲ> λευκοΐοις παραπλήσια, γαλακτόχροα, ἥσσονα δὲ πρὸς τὰ τοῦ ἴου, καυλὸν δὲ λεπτόν, πήχεων τεσσάρων. ἐπ' ἄκρου δὲ ἔπεστιν ὡσεὶ σκορδοειδές τι. ῥίζα δὲ μικρά, βολβοειδής. αὕτη σφόδρα ἀγαθὴ πρὸς ὑστέρας ἀναστομώσεις τετριμμένη καὶ μετ' αἰρίνου ἀλεύρου προστιθεμένη ἐν πεσσῷ (πβ. καὶ Ὀρειβ. Ἰατρ. συναγ. 11.24.1 κἑ. [Ἐκ τῶν Διοσκουρίδου περὶ τῆς τῶν ἁπλῶν φαρμάκων δυνάμεως κ.λπ., μ] Μῶλυ τὰ μὲν φύλλα ἔχει ἀγρώστει ὅμοια κ.λπ.). Ὁ δὲ Γαληνὸς (Περὶ ἁπλ. φαρμ.) προσθέτει: ἡ δύναμις δ' αὐτοῦ λεπτομερής τ' ἐστι καὶ θερμὴ κατὰ τὴν τρίτην ἀπόστασιν, ὅθεν καὶ τέμνει τοὺς παχεῖς καὶ γλίσχρους χυμοὺς καὶ διαφορεῖ καὶ ἐπ' οὔρησιν προτρέπει (12.82, σ.λ. Περὶ μώλυος)· ὁ ἴδιος (12.100-101, σ.λ. Περὶ πηγάνου) διακρίνει τὸ ἄγριο πήγανο ἀπὸ τὸ ἥμερο, καὶ τονίζει ὅτι αὐτὸ δι' οὔρων κινεῖ. καὶ (...) πρὸς τὰς ἐμπνευματώσεις ἁρμόττει καὶ τὰς πρὸς ἀφροδίσια προθυμίας ἐπέχει καὶ διαφορεῖ καὶ ξηραίνει γενναίως. ἔστι γὰρ τῶν ἰσχυρῶς ξηραινόντων φαρμάκων. ὃ δ' ἐν τοῖς ἔμπροσθεν λόγοις μῶλυ καὶ βησασὰν ἔφαμεν ὀνομάζεσθαι, εἴη ἂν καὶ αὐτὸ πήγανον ἄγριον.
Ἡ λέξη, ὅπως σημειώνει ὁ Α. Ηeubeck15 ὅ.π. –παραπέμποντας στὸν Η. Güntert, Von der Sprache der Götter und Geister23 (Halle 1921), κ.ἀ. (βλ. καὶ τὴ σημ. τοῦ Heubeck στὸ μ 55-72: COd15 ΙΙ.121)–, ἀνήκει στὴν οὕτω καλούμενη «γλώσσα τῶν θεῶν» (μῶλυ δέ μιν καλέουσι θεοί, κατὰ τὸν Ὅμηρο, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ δίνει τὸ ἀντίστοιχο ὄνομα στὴ γλώσσα τῶν ἀνθρώπων [βλ. Δί. Χρυσ. Λόγ. 11. [Τρωικός] 23b τὸ δὲ μῶλυ εἰπὼν ὅπως οἱ θεοὶ λέγουσιν, οὐκέτι προστίθησι τὸ παρὰ τοῖς ἀνθρώποις ὄνομα, βλ. καὶ τὸ ὅλο χωρίο –21 κἑ.– γιὰ τὸν Ὅμηρο ποὺ διαλέγεται ἡμῖν σχεδὸν ὡς ἔμπειρος τῆς τῶν θεῶν γλώττης ἢ ὥσπερ ἐπιστάμενος τὴν θείαν διάλεκτον καὶ γιὰ τὰ λοιπὰ Ὁμηρικὰ παραδείγματα], κατ' ἀντίθεση πρὸς τὴν Ἰλιάδα: Α 403-4 Βριάρεων καλέουσι θεοί, ἄνδρες δέ τε πάντες | Αἰγαίων', Β 813-14 ἄνδρες Βατίειαν κικλήσκουσιν, | ἀθάνατοι δέ τε σῆμα πολυσκάρθμοιο Μυρίνης, Ξ 291 χαλκίδα κικλήσκουσι θεοί, ἄνδρες δὲ κύμινδιν, Υ 74 Ξάνθον καλέουσι θεοί, ἄνδρες δὲ Σκάμανδρον). Ἡ πιθανὴ ἐτυμολογικὴ συσχέτιση μὲ τὸ Σανσκρ. mūlam («ρίζα», πβ. Λυκόφρ. Ἀλεξ. 679 μῶλυ ... ῥίζα), θὰ σήμαινε ὅτι εἶναι ἕνας πρώιμος τεχνικὸς ὅρος στὴ μαγικὴ πρακτική (Ηeubeck15 ὅ.π.: “μῶλυ may be related to Sanskrit mūlam (‘root’), which would mean that it was an early technical term in the practice of magic”, προσθέτοντας ὅτι “The idea that it is impossible (or at least very difficult) for a mortal to dig up the plant is to be connected with ideas widespread in folklore”)· βλ. καὶ Hofmann – Παπαν.24 σ.λ. μῶλυ: «ἴσως συγγ. τῷ ἀρχ. ἰνδ. mulam οὐδ. =ρίζα», μὲ ἀναφορὰ καὶ στὴ μώλυζα («εἶδος σκορόδου», ὅπως καὶ τὸ μῶλυ), πβ. Chantraine9 σ.λ.: “(...) Kretschmer, ΚΖ25 31, 1892, 386, suivi par divers savants, raproche skr. mūlam « racine », ce qui est ecarté avec raison par Mayrhofer, Etym. Wb. des Attind.26 2.607; autre hypothèse encore de Neumann, Untersuchungen 28. Le plus prudent est d' admettre un emprunt d' origine inconnue avec Henry, Class. Rev.27 20, 1906, 434 et André, l.c. [Rev. Phil. 1958, 234 sqq.]”. Ὅσον δ' ἀφορᾶ στὶς ἀρχαῖες πηγές, εὔλογη εἶναι ἡ συσχέτιση τόσο μὲ τὴ μώλυζα (βλ. Γαλην. Ἱππ. γλ. σ.λ. μώλυζα [19.124] σκόροδον ἁπλῆν τὴν κεφαλὴν ἔχον καὶ μὴ διαλυομένην εἰς ἄγλιθας· τινὲς δὲ τὸ μῶλυ, πβ. Ἐρωτιαν. Ἱππ. λέξ. σ.λ. μώλυζα [96.11]· σκορόδου κεφαλὴ βωλοειδὴς καὶ μὴ διαλελυμένη εἰς ἄγλιθας, πβ. ἐπίσης Ἡσύχ. σ.λ. μάνυζα (Hippocr.)· μονοκέφαλον σκόροδον, ὅπερ ἔνιοι μώλυζαν [καὶ μάνυ· πικρόν, Ἀθαμᾶνες], βλ. καὶ Hofmann – Παπαν.24 ὅ.π.) ὅσο καὶ μὲ τὸ βότανο μῶλυς (βοτάνη τις ἡ μῶλυς κατὰ τὸν ἀρχ. Σχολ. στὸν Λυκόφρ., Ἀλεξ. 673 [βλ. ἀνωτ.]), ἴσως δὲ καὶ μὲ τὸ μωλύ(ν)ω (Σχόλ. στὸ κ 305: μῶλυ βοτάνης εἶδος· παρὰ τὸ μωλύειν, ὅ ἐστιν ἀφανίζειν τὰ φάρμακα, πβ. Γαλην. ὅ.π. σ.λ. μωλυόμενα [19.124]· κατὰ βραχὺ ὰπομαραινόμενα καὶ Ἡσύχ. σ.λ. μωλύεται· γηράσκει, κ.ἄ. [βλ. TGrL22 σ.λ. μωλύνωμωλύω, «a μῶλυς s. μῶλυξ»], πβ. ἐπίσης Τζέτζ. ὅ.π. 679]: μῶλυ δὲ γίνεται ἐκ τοῦ μῶ τὸ ζητῶ [προφανὴς παρετυμ.] ἢ τὸ μολύνειν [ἀντὶ μωλύνειν], ὅ ἐστιν ἀφανίζειν τὰ φάρμακα. φασὶ δὲ ὅτι ἀποσπώμενον τὸ μῶλυ ῥιζόθεν θάνατον ἐν τέλει ἐπιφέρει τῷ ἀποσπῶντι). Τὸ ἑπόμενο βῆμα, ἡ συσχέτιση μὲ τὸ μῶλος (καὶ τὸ μωλέω), ἀποτελεῖ εὐνόητη –βάσει τῶν παραπάνω (βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λ. μῶλος)– μὰ πιθανῶς ἀνακριβῆ ἐτυμολογικῶς ἐξέλιξη. Ἡ ὑπόθεση τοῦ Ἀλεξάνδρου τοῦ Παφίου ὅτι ρίζα τοῦ μῶλυ εἶναι ὁ μῶλος, δηλαδὴ ὁ πόλεμος κατὰ τὸν ὁποῖο ἔπεσε ὁ Γίγαντας Πικόλοος, καὶ φύτρωσε στὴ συνέχεια ἀπὸ τὸ αἷμα του τὸ βοτάνι, δὲν ἀπαντᾶ σὲ ἄλλη γνωστὴ ἀρχαία πηγή, καὶ δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀποτελεῖ ἐπινόηση τοῦ Κυπρίου μυθογράφου ἐνταγμένη στὰ πλαίσια τῆς ἱστορίας του. Ἡ συνύπαρξη γραφῶν μῶλυ καὶ μῶλος στὴ χειρόγραφη παράδοση τοῦ στ. 699 τῆς Ἀλεξ. τοῦ Λυκόφρ. (βλ. ἀνωτ.), ὅμως, μαρτυρεῖ ὅτι ἡ συσχέτιση ἔχει πολλὲς καὶ βαθιὲς ρίζες (πβ. καὶ τὸ τοῦ Ἡσυχ. σπίλαξ· μῶλος ὁ πλατανώδης)· καὶ τὸ λέγουσι τοῦ Πτολεμαίου τοῦ Χέννου ἢ τοῦ Φωτίου ἀναντίρρητα, νομίζουμε, δείχνει ὅτι ἡ ὅλη ἱστορία –περὶ τοῦ παρ' Ὁμήρῳ μώλυος τῆς βοτάνης, ἣν ἐκ τοῦ αἵματος τοῦ ἀναιρεθέντος ἐν τῆι Κίρκης νήσωι Γίγαντος λέγουσι φῦναι, (...) μῶλος δ' ἡ μάχη, ἐξ οὗ καὶ ἡ βοτάνη– δὲν περιορίζεται στὸν Ἀλέξανδρο τὸν Πάφιο.

μῶλος: βλ. καὶ b.4. Κατὰ τὸν Ἡσύχιο, μῶλος· ὁ ἐγχρονισμὸς τῆς μάχης. πόλεμος (πβ. Ἀπολλών. Σοφ. Λεξ. Ὁμ. σ.λ. μῶλος: βλ. κατωτ.) καὶ μῶλος Ἄρηος (μ. ἄγριος Schmidt28) πόλεμος, θόρυβος, μάχη, πβ. σ.λ. μετὰ μωλίας· ἐκ πολέμου. μετὰ μάχην καὶ φροντίδα (€°μωταμωλίας· ἐμπόλεμον. μετὰ μάχης καὶ φροντίδος Schmidt28), Ἡρωδιαν. Ἐπιμ. 88.9 μῶλος, ὁ πόλεμος, κ.ἄ., καὶ Ἡσύχ. σ.λ. μόλος· πόνος. μάχη. φρύαγμα. Ἡ λέξη ἀπαντᾶ ἑπτάκις στὸν Ὅμηρο (Β 401. Η 147. Π 245. Σ 134 στὴ φράση μῶλον Ἄρηος, Ρ 397 μῶλος ὀρώρει | ἄγριος, Σ 188 πῶς τ' ἄρ' ἴω μετὰ μῶλον; καὶ στὸ σ 232 ξείνου γε καὶ Ἴρου μῶλος ἐτύχθη | μνηστήρων ἰότητι), στὴ Βατραχομυομαχίαν (43 μετὰ μῶλον ἰὼν ...), ἀλλὰ καὶ στὸν Ἡσίοδο (Ἀσπ. 257 ἂψ δ' ὅμαδον καὶ μῶλον ἐθύνεον αὖτις ἰοῦσαι, γιὰ τὶς Κῆρες) καὶ στὸν Ἀρχίλοχο (3.2 W.29 εὖτ' ἂν δὴ μῶλον Ἄρης συνάγῃ)· ἀπαντᾶ ἐπίσης τετράκις στὰ Orac. Sib., στὴ φράση μῶλον Ἄρηος (11.147 διὰ μ. Ἄ., 11.187 μ. Ἄ., 12.159 διὰ μ. Ἄ., 13.142 ἐπὶ μ. Ἄ.), συχνὰ δὲ –μὲ χαρακτηριστικὴ τὴν ἐμφάνιση τοῦ ἀρχαΐ¬ζοντος λογότυπου ποτὶ μῶλον– σὲ μεταγενέστερους ποιητές, ὅπως ὁ Λυκόφρων (Ἀλεξ. 693) καὶ ὁ Νίκανδρος (Θηρ. 201), ὁ Ὀππιανὸς ὁ Ἀναζαρβεύς (Ἁλιευτ. 2.331, 2.563, 4.383, 4.428) καὶ ὁ Ὀππιανὸς ὁ Ἀπαμιεύς (Κυνηγ. 1.86 καὶ 4.114), ὁ Κόιντος ὁ Σμυρναῖος (Μεθομ. 2.304, 2.413, 7.151, 7.359, 8.56, 9.102, 9.112, 11.359, 11.423 : δὶς στὴ φράση μῶλον Ἄρηος [9.102, 11. 359], ἐνῶ στὸ 6.624 γίνεται ἀναφορὰ στὸν Μῶλον τὸν ἀπ' Ἄρηος, γιὰ τὸν ὁποῖο βλ. καὶ *Ἀπολλόδ. 1.59: Δημονίκην, ἧς καὶ Ἄρεος Εὔηνος Μῶλος Πύλος Θέστιος). Ἀπαντοῦν ἐπίσης: ρῆμα μωλέω (Ἡσύχ. σ.λλ. μωλεῖ· μάχεται [κ.λπ., βλ. κατωτ.] καὶ μωλήσεται· μαχήσεται. πικρανθήσεται)· ἐπίθετα εὔμωλος (Ἡσύχ. σ.λλ. εὔμωλος· ἀγαθὸς πολεμιστής. εὔοπλος καὶ εὔμωλα· εὔθετα, εὔοπλα) καὶ ἰφίμωλος (δυσχερής, Ἡσύχ.)· ἀνθρωπωνύμιο Εὐμωλίων, στὴ Σπάρτη (καὶ Μῶλος, γιὸς Ἄρηος: βλ. ἀνωτ.)· γιορτὴ Μώλεια, στὴν Ἀρκαδία (Σχόλ. στὸν Ἀπολλών. Ρόδ., Ἀργ. 1.164 [Wendel11 22]: καὶ ἄγεται Μώλεια ἑορτὴ παρ' Ἀρκάσιν, ἐπειδὴ Λυκοῦργος λοχήσας κατὰ τὴν μάχην εἷλεν Ἐρευθαλίωνα· μῶλος δὲ ἡ μάχη)· κ.ἄ. τοιαῦτα. Ἀξιοσημείωτη ἐξέλιξη, κατὰ τὸν Chantraine9 (σ.λ. μῶλος, μὲ παραπομπές), εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ οἰκογένεια λέξεων πρόσφερε ἕνα σύνολο ὅρων τοῦ Κρητικοῦ δικαίου: ἀντίμωλος καὶ ἀντιμωλία (βλ. Ἡσύχ. σ.λ. μωλεῖ· καὶ ἀντιμωλία [ἀντιμολία Schmidt28] δίκη, εἰς ἣν οἱ ἀντίδικοι παραγίνονται), ἀμφίμωλος, ἀμωλεί (ἐπίρρ., « sans procès ») καὶ μωλέω (ἀμφι-, ἀπο-, ἐπι-).
Οἱ ἔννοιες (α΄) τοῦ πόνου (μόχθου, καὶ φροντίδος: βλ. ἀνωτ., Ἡσύχ. σ.λλ. μόλος [: πόνος κ.λπ.] καὶ μετὰ μωλίας, πβ. Εὐστάθ. στὸ Β 267 [217.13] μῶλος, ἡ κακοπάθεια καὶ στὸ Β 401 [245.13] μῶλος δὲ Ἄρεος ἡ κακοπάθεια, στὸ Π 245 [1058.25] καὶ στὸ κ 306 [1658.25 : βλ. κατωτ.] καὶ στὸ Ρ 397-99 [1111.59] τὸν δὲ ἄγριον μῶλον ὑποκαταβὰς κακὸν πόνον λέγει), (β΄) τοῦ θορύβου τῆς μάχης (Ἡσύχ. σ.λ. μῶλον Ἄρηος, πβ. καὶ τὸ Ἡσιόδειο ὅμαδον καὶ μῶλον πρὸς τὸ μετρικῶς ἰσοδύναμο Ὁμηρικὸ ὅμαδος καὶ δοῦπος Ι 569, Ψ 234, καὶ στὴν αἰτ. κ 556), καὶ (γ΄) τῆς μάχης καὶ τοῦ πολέμου, μὲ τὴν τελευταία πιθανῶς ὑστερογενῆ καὶ τὴν πρώτη πιθανῶς ἀρχική (βλ. κυρίως Ηοfmann – Παπαν.24, πβ. Chantraine9· κατὰ τὸν G. S. Kirk, CIl30 Ι. 157 στὸ Β 400-1, “μῶλον Ἄρηος is a formular phrase that means simply ‘the tumult of battle’ ”), φαίνεται νὰ συνυπάρχουν ἤδη στὸν Ὅμηρο καὶ νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ συνυπάρχουν καὶ ἀργότερα (μολονότι κυριαρχεῖ ἡ τοῦ πολέμου), ὥστε νὰ καθίσταται πιθανὴ ἡ ἐτυμ. συσχέτιση μὲ τὸ μόλις («μετὰ κόπου, μετὰ δυσκολίας, μόλις» Ηοfm. – Παπαν.24 σ.λ. μῶλος · ἡ συσχέτιση καὶ στὸν Εὐστάθιο, σχόλ. στὸ Β 401 καὶ στὸ Π 245) καὶ μὲ τὰ μῶλυς καὶ μωλύω - μωλύνω («ἐξησθενημένος, ἐξηντλημένος» / «ἐξαντλῶ» - «ἐξασθενῶ, βαθμιαίως ἐξαφανίζω», ὅ.π. σ.λ. μῶλυς), ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ Λατ. mōlēs (μὲ τὶς ἐκφράσεις moles pugnae καὶ moles Martis), mōlior καὶ molestus, τὸ ἀρχ. Γερμ. muan (Νεογερμ. sich müchen = μοχθεῖν), κ.ἄ. τοιαῦτα, ὅπως τὸ -μοτος = ἀκαταπόνητος (βλ. κυρίως Ηοfmann – Παπαν.24 καὶ –μὲ ἐπιφυλάξεις– Chantraine9 σ.λλ. μῶλος καὶ μῶλυς, πβ. ὅμως Μπαμπ.31 σ.λ. μόλις). Ἂς σημειωθοῦν καὶ οἱ παλαιότερες –ἀτυχεῖς κατὰ τὸ πλεῖστον– ἐτυμ. προσπάθειες: Ἀπολλών. Σοφ. Λεξ. Ὁμ. 114.19-20 μῶλος ὁ ἐγχρονισμὸς τῆς μάχης, ἢ οἷον μώλυσις, ἢ παρὰ τὸ μολίσκειν εἰς τὴν μάχην · μῶλον γὰρ Ἄρηος συνήθως λέγει · Sud. σ.λ. μῶλος · ἡ μάχη. διὰ τὸ μολύνεσθαι τῶν ἀποθνησκόντων τὰ σώματα ἐν πολέμῳ · ἢ παρὰ τὸ μόλις ἐκφυγεῖν · ἢ ὅτι μειοῖ, ὅ ἐστιν ἐλαττοῖ, τοὺς ὄχλους · ἢ ὅτι αὐτὸν εἴλεκται τὰ πλήθη, καὶ ἡ πολυχρόνιος μάχη. παρὰ τὸ μὴ λύεσθαι. ἢ παρὰ τὸ μολεῖν · δεῖ γὰρ ἐν αὐτῷ σπεύδειν. σημαίνει δὲ καὶ ὄνομα πόλεως · Εὐστ. στὸ Π 245 (1058.25 ) τίς δὲ ὁ μῶλος τοῦ Ἄρεος, καὶ ὡς οὐκ ἐξ ὀρθοῦ τὴν μάχην μῶλον Ὅμηρος λέγει, ἀλλ' ἢ τὸν ἐν τῇ μάχῃ μολυσμὸν κατ' ἔκτασιν τῆς ἀρχούσης, ἢ τὴν πολεμικὴν κακοπάθειαν παρὰ τὸ μόλις, ἢ τὴν ἐν πολέμῳ φθορὰν παρὰ τὸ μὴ ὅλον, οἱονεὶ μήολος, ὁ μὴ ἐν ὁλότητι ἀφιεὶς τὸν στρατόν, καὶ κατὰ κρᾶσιν συνήθη μῶλος, δηλοῦται καὶ ἀλλαχοῦ (βλ. καὶ σχόλ. τοῦ ἴδιου στὸ Β 401 [ ... ὡς μήορος μῶρος ... μωρός], πβ. TGrL22, σ.λ. Μῶλος: «Ceterum sunt qui μῶλος hoc derivatum velint παρὰ τὸ μολεῖν, utpote in quo oporteat festinanter ire: αlii παρὰ τὸ μολύνειν, quoniam manus in eo polluuntur sanguine», καὶ Τζέτζ. Λυκόφρ. 693: μῶλος ὁ πόλεμος, παρὰ τὸ μὴ ὅλος καὶ ὁλόκληρος εἶναι · πολλοὶ γὰρ ἐν τῷ πολέμῳ ἀναιροῦνται, Scheer ΙΙ20. 227) · βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. μῶλυ.

8-9. Ὁ Χατζῆς (PChenn32 σ. 30 κριτ. ὑπόμν.) διερωτιέται μήπως τὸ καὶ διὰ τὸ τὴν Κίρκην φοβηθεῖσαν ὠχριάσαι πρέπει νὰ τοποθετηθῆ ἀμέσως μετὰ τὸ ἄνθος ἴκελον γάλακτι διὰ τὸν ἀνελόντα λευκὸν Ἥλιονὠχριάσαι, ῥίζαναἷμα ?») · καὶ αὐτὴ ἀσφαλῶς εἶναι ἡ –κατὰ τὸ νόημα– λογικὴ σειρὰ τοῦ κειμένου. Τὸ νόημα ὅμως εἶναι εὔκολα κατανοητὸ καὶ μὲ τὴν παραδεδομένη σειρὰ τῶν λέξεων, ποὺ φαίνεται νὰ ἀνήκει στὸν Εὐστάθιο (πιθανῶς γιατὶ θεωρεῖ ὅτι ἡ δεύτερη αἰτιολογία δὲν εἶναι ἐξίσου εὔλογη) · τὸ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Χατζῆς32 δὲν προβαίνει σὲ τροποποίηση τοῦ κειμένου, δείχνει πὼς ὁ προβληματισμός του ἦταν ἔντονος.

b.1 κἑ.: Τὸ ἀπόσπ. ἀνάγεται στὸ ἔργο τοῦ Πτολεμαίου Χέννου Καινὴ Ἱστορία, περίληψη τοῦ ὁποίου διασώζει ὁ Φώτιος. Οἱ πληροφορίες γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Πτολεμαίου προέρχονται ἀπὸ τὴ Σοῦδ. (π 3037: Ἡσύχ. σ. 184.11 Flach33, βλ. Chatzis32 PChenn32 i.): Πτολεμαῖος Ἀλεξανδρεὺς γραμματικός, ὁ τοῦ Ἡφαιστίωνος, γεγονὼς ἐπί τε Τραϊανοῦ καὶ Ἀδριανοῦ τῶν αὐτοκρατόρων, προσαγορευθεὶς δὲ Χέννος. Περὶ παραδόξου ἱστορίας, Σφίγγα (δρᾶμα δέ ἐστιν ἱστορικόν), Ἀνθόμηρον (ἔστι δὲ ποίησις ῥαψωδιῶν κδ) καὶ ἄλλα τινά, καὶ σ.λ. Ἐπαφρόδιτος· (...) ἐν Ῥώμῃ διέπρεψεν ἐπὶ Νέρωνος καὶ μέχρι Νέρβα, καθ' ὃν χρόνον καὶ Πτολεμαῖος ὁ Ἡφαιστίωνος ἦν καὶ ἄλλοι συχνοὶ τῶν ὀνομαστῶν ἐν παιδείᾳ (ε 2004: Ἡσύχ. σ. 64.10 Flach33, βλ. Chatzis32 ὅ.π. i. κἑ.). Ὁ Πτολεμαῖος, ἔτσι, ἐμφανίζεται νὰ κατάγεται ἀπὸ τὴν ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, νὰ εἶναι ἐν ζωῇ ἐπί τε Τραϊανοῦ καὶ Ἀδριανοῦ (98-117 καὶ 117-138 μ.Χ.) καὶ νὰ ζῆ μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς του –τοὐλάχιστο ἐπὶ Νέρωνος (54-68 μ.Χ.) καὶ μέχρι Νέρβα (96 μ.Χ., ἢ καὶ μέχρι 98: 96-98 αὐτοκράτωρ)– στὴ ΡΩΜΗ (τὴν Καινὴν ἱστορίαν του, ἐξάλλου, τὴν ἀφιερώνει στὴ Ρωμαία ΤέρτυλλανΤερτύλλαν)· ἀκμάζει, εἶναι τὸ πιθανὸ συμπέρασμα, τὸ β΄ ἥμισυ τοῦ 1ου μ.Χ. αἰ., ἴσως δὲ καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 2ου. Ὁ Χατζῆς32 (ὅ.π. ii. καὶ ix. κἑ.) τὸν ταυτίζει μὲ τὸν Περιπατητικὸ φιλόσοφο Πτολεμαῖο, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὴ βιογραφία καὶ τὸν κατάλογο τῶν συγγραμμάτων τοῦ Ἀριστοτέλη, χρησιμοποιώντας, μεταξὺ ἄλλων πηγῶν, καὶ τὶς μαρτυρίες Ἀράβων μελετητῶν τοῦ Σταγειρίτη, ὅπως τοῦ Ibn al-Qifṭī γιὰ τὸν Πτολεμαῖο al-ġarib, ποὺ μεταφράζεται Ξένος καὶ μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ ἐφθαρμένη μορφὴ τοῦ Χέννος (βλ. ὅμως Lesky ΙΑΕΛ534 757 καὶ 764, μὲ βιβλιογραφία)· τὸ δὲ Χέννος ἀντιστοιχεῖ στὴ συνήθεια τῶν Ἀλεξανδρινῶν νὰ προσθέτουν κάποιο χαρακτηριστικὸ ἐπίθετο στὸ ὄνομα (πβ. Δημήτριος Ἰξίων, Ἀλέξανδρος Πολυΐστωρ, κ.ἄ.) καὶ προέρχεται ἀπὸ τὸ χεννίον: τὸ σύνηθες στὴ διατροφὴ τῶν Αἰγυπτίων καὶ στὴν ταρίχευση ὀρτύκι. (Βλ. τὴν ὅλη Εἰσαγωγὴ τοῦ Ἀ. Χατζῆ στὸ PChenn32 i. κἑ., μὲ ἀναφορὰ στὶς λοιπὲς ἀρχαῖες πηγὲς καὶ ἀναλυτικὴ συζήτηση ὅλων τῶν σχετικῶν προβλημάτων καὶ μὲ πλούσια βιβλιογραφία· 14 σ.λ. Ptolemaios 77· Τhomberg KHPCh35. Συνοπτικά: Lesky ΙΑΕΛ534 1174 μὲ σημ. 4, ὅπου καὶ παραπομπὴ στὸν Kullmann [QuIl36 141] καὶ στὸν Thomberg35 ὅ.π.)

Τὴ χρησιμότητα καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς Καινῆς ἱστορίας τοῦ Πτολεμαίου δίνει σὲ συνοπτικὴ κριτικὴ θεώρηση –ἀρχίζοντας τὴν περίληψή του– ὁ Φώτιος στὴ Βι­βλιοθήκην του (190.146a κἑ.): ἀνεγνώσθη Πτολεμαίου τοῦ Ἡφαιστίωνος περὶ τῆς εἰς πολυμαθίαν καινῆς ἱστορίας λόγοι ζ. Χρήσιμον ὡς ἀληθῶς τὸ βιβλίον τοῖς περὶ τὴν ἱστορικὴν πολυμαθίαν πονεῖν ὡρμημένοις· ἔχει γὰρ δοῦναι συνειλεγμένα βραχεῖ χρόνῳ εἰδέναι, ἃ σποράδην τις τῶν βιβλίων ἀναλέγειν πόνον δεδεγμένος μακρὸν κατατρίψει βίον. Ἔχει δὲ πολλὰ καὶ τερατώδη καὶ κακόπλαστα, καὶ τὸ ἀλογώ­τερον, ὅτι καὶ ἐνίων μυθαρίων αἰτίας, δι' ἃς ὑπέστησαν, ἀποδιδόναι πειρᾶται. Ὁ μέντοι τούτων συναγωγεὺς ὑπόκενός τέ ἐστι καὶ πρὸς ἀλαζονείαν ἐπτοημένος, καὶ οὐδ' ἀστεῖος τὴν λέξιν. (...) Διαβάλλει δ' ἐνίους καὶ τῶν πρὸ αὐτοῦ οὐχ ὑγιῶς ἐπιβαλόντας τῇ ὑποθέσει. Τά γε μὴν πλεῖστα τῶν ἱστορουμένων ὑπ' αὐτοῦ, καὶ ὅσα τοῦ ἀπιθάνου καὶ ἀπίστου καθαρεύει, παρηλλαγμένην ὅμως καὶ οὐκ ἄχαρι εἰδέναι τὴν μάθησιν ἐμπαρέχει. Τὸ ἔργο, ὑποστηρίζει ὁ Χατζῆς32 (ὅ.π. xxxiii. κἑ., ἀπορρί­πτοντας τὶς ἐκδοχὲς Φωτίου καὶ Ἡσυχίου / Σούδας καὶ προκρίνοντας τὸν τίτλο Καινὴ ἱστορία), ἀποτελοῦσε συλλογὴ ἱστορικῶν, μυθολογικῶν καὶ ἐτυμολογικῶν στοιχείων (συγκρινόμενο μὲ ἀνάλογα δημιουργήματα τῆς ἐποχῆς, ὅπως αὐτὰ τοῦ Καλλίμαχου, τοῦ Αἰλιανοῦ, τοῦ Ἀθήναιου, κ.ἄ.), μὲ χαρακτήρα δευτερευ­όντως παραδοξογραφικό· ὁ συγγραφέας κυρίως ἀσκεῖ πολεμικὴ σὲ διαδεδομένες ἀντιλήψεις καὶ παραδόσεις τῆς ἐποχῆς του καὶ παραθέτει διαφορετικὲς καὶ νέες ἀπόψεις συχνὰ ἄγνωστες ἀπὸ ἀλλοῦ. Ἔχει, ἑπομένως, ἰδιαίτερη σημασία ὅτι στὶς πηγές του συμπεριλαμβάνεται –ὀνομαστικὰ ἀναφερόμενος– ὁ Ἀρχέλαος ὁ Κύ­πριος (149b, βλ. κατωτ. 15 F1) καὶ πιθανῶς ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Πάφιος. Φαίνεται πὼς ὁ Πτολεμαῖος ἐπιδιώκοντας τὴ συγκέν­τρωση καινοφανῶν ἀπόψεων διέθετε πλη­ροφορίες γιὰ ἔργα μὴ διάσημων συγ­γραφέων, ποὺ δὲν ἀποκλείεται νὰ κυκλοφο­ροῦνταν σὲ κύκλους διανοουμένων μὲ ἰδιαίτερα ἐνδιαφέροντα στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τὴ Ρώμη. Ἂς σημειωθῆ ὅτι στὴν περίληψη τοῦ Φωτίου, ἐνῶ συχνὰ γίνεται παραπομπὴ στὶς πηγὲς μὲ τὸ γενικὸ καὶ ἀόριστο φασί (147a 36, 147b 7 καὶ 14, 148a 15, 148b 6 κ.ἀ.), σὲ ἀρκετὲς περι­πτώσεις κατονομάζονται ὄχι ἰδιαίτερα γνωστοὶ συγγραφεῖς ἢ κάποιοι πιθανῶς λίγο προγενέστεροι ἢ καὶ σύγχρονοι τοῦ Πτολ. Χένν., ὅπως ὁ Ἀντίπατρος ὁ Ἀκάνθιος (147a 23), ὁ Ἀριστόνικος ὁ Ταραντῖνος (147a 18 καὶ b 22), ὁ Ἀθηνόδωρος ὁ Ἐρετριεύς (150a 37 καὶ b 4), ὁ Βοτρύας ὁ Μύνδιος (147a 21), ὁ Δημοκύδης (151b 23), κ.ἄ., καὶ φυσικὰ ὁ Ἀρχέλαος ὁ Κύπριος (μαζὶ μὲ ἄλλους περισσότερο γνωστούς, ὅπως ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Μύνδιος καὶ ὁ Ἀσκληπιάδης ὁ Μυρλεανός, καὶ ἄλλους κορυφαίους· βλ. Hercher PChenn37 275 § 2).

Ἡ σαφὴς ἀντιστοιχία τῆς περιληπτικῆς ἀφήγησης τοῦ ἐπεισοδίου ἀπὸ τὸν Εὐστάθιο (ποὺ ἀναφέρει ὀνομαστικὰ τὸν Ἀλέξανδρο τὸν Πάφιο) καὶ ἀπὸ τὸν Φώτιο (ποὺ δὲν τὸν ἀναφέρει) παραπέμπει στὸν Κύπριο μυθογράφο ὡς πηγὴ τοῦ Πτολ. Χένν. καὶ –ἄμεσα ἢ / καὶ ἔμμεσα– τοῦ Φωτίου (ὡς κοινὴ πηγὴ τοῦ Εὐστα­θίου καὶ τοῦ Φωτίου), κατ' ἀντίθεση μὲ τὴν ἀναφορὰ τοῦ Φωτίου –προηγούμενη τοῦ ἐδῶ ἀποσπ. στὴ Βιβλ. του (147a 3)– στὸ σχετικὸ μὲ τὸ ἐδῶ F2 (βλ. κατωτ. κριτ. ὑπόμν. καὶ σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Ἀλέξανδρος ὁ Πάφιος) ἀπόσπ. τῆς Ὀδυσσείας (μ 62-63). Ἡ σύγκριση τοῦ τρόπου παρουσίασης τῶν δύο αὐτῶν περιπτώσεων ἀπὸ τὸν Φώτιο φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ δεύτερη ἔγινε ἀπὸ μνήμης ἐνῶ ἡ πρώτη ὄχι (βλ. Hägg PhVe38 196, ὅπου ἡ διάκριση σὲ σύντομα παραθέματα [προϊόντα κυρίως μνήμης], ἀναλυτικὰ παραθέματα καὶ ἀποσπάσματα [στηριγμένα σὲ ὑπαγόρευση ἀπὸ τὴν παρουσιαζόμενη πηγή: Γερμ. Kurzreferat, analytisches Referat καὶ Exzerpte] βλ. καὶ RE14 σ.λ. Photios, καὶ Wilson Photius [passim]· πβ. καὶ τὰ ἑπόμ. γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Εὐστάθιος μεταχειρίζεται τὶς πηγές του). Μ' αὐτὰ τὰ δεδομένα –καὶ μὲ ἔντονο προβληματισμὸ– παραθέσαμε τὸ σχετικὸ μὲ τὸ ἐδῶ F1 ἀπόσπ. τῆς περίληψης τοῦ Φωτίου κάτω ἀπὸ τὸ κείμενο (b.1-3), ἀλλ' ὄχι καὶ τὸ σχετικὸ μὲ τὸ F2.

  1. Heubeck, A., West S. & Hainsworth J. B. (1988), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume I: Books I-VII, Oxford.
  2. West, M L. (1966), Hesiod, Theogony, Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  3. Vian, F. (1952), La guerre des Géants: Le mythe avant l'époque hellénistique, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Preller, L. (1894), Griechische Mythologie, Berlin.a↑ b↑
  5. Roscher, W H. (1884-1937), Ausführliches Lexicon der griechischen und römischen Mythologie, Vols. I-IV and 4 Supplementa, Leipzig und Berlin .a↑ b↑
  6. Kerenyi, K. (1974), Ἡ Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων, Ἀθῆναι.
  7. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .a↑ b↑ c↑ d↑
  8. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  9. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  10. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.
  11. Wendel, C. (1935), Scholia in Apollonium Rhodium Vetera, Bibliothecae Graecae et Latinae Auctarium Weidmannianum, edendum curavit O. Regenbogen, vol. IV Berlin.a↑ b↑
  12. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.
  13. Πανταζῆς, Β. (1996), Ὁμηρικὴ Γεωγραφία καὶ Ὁμηρικὴ Ἐποχή, Ἀθήνα.
  14. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑
  15. Heubeck, A. & Hoekstra A. (1989), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume II: Books IX-XVI, Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  16. Stassinopoulos-Skiadas, A. (1962), Die Kirke mythos: dichterische Behandlung und allegorische Deutung, Kiel.
  17. Paetz, B. (1970), Kirke und Odysseus: Überlieferung und Deutung von Homer bis Calderon, Berlin.
  18. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1990), Μυθολογικὰ καὶ Λαογραφικὰ Μελετήματα, Ἀθήνα.a↑ b↑ c↑
  19. Thompson, S. (1932-1936), Motif-Index of Folk-Literature: A Classification of Narrative Elements in Folktales, Ballads, Myths, Fables, Mediaeval Romances, Exempla, Fabliaux, Jest-Books and Local Legends, Vols. 1-6, Bloomington and London .
  20. Scheer, E. (1958), Lycophronis Alexandra, Vols. I-II, Berlin.a↑ b↑
  21. Rahner, H. (1966), Griechische Mythen in christlicher Deutung, 3d ed., Zürich.a↑ b↑
  22. Stephanus, H. (1954), Θησαυρὸς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης: Thesaurus Graecae Linguae, Vols. I-IX(2), Graz .a↑ b↑ c↑
  23. Güntert, H. (1921), Von der Sprache der Götter und Geister, Halle.
  24. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  25. Kretschmer, P. (1892), Indogermanische accent- und lautstudien, Zeitschrift für vergleichende Sprachforschung 31.3: 325-472.
  26. Mayrhofer, M. (1986), Etymologisches Wörterbuch des Altindoarischen, Heidelberg.
  27. Henry, R. M. (1906), On plants of the Odyssey , Classical Review 20.9: 434-436.
  28. Schmidt, M. (1867), Hesychii Alexandrini Lexicon. Αἰλίου Διογενειανοῦ Περιεργοπένητες, Jena.a↑ b↑ c↑
  29. West, M L. (1971-1972), Iambi et Elegi Graeci, Vols. I-II, Loeb Classical Library Oxford - New York .
  30. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.
  31. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.
  32. Chatzis, A. (1914), Der Philosoph und Grammatiker Ptolemaios Chennos (Leben, Schriftstellerei und Fragmente: mit Ausschluss der Aristotelesbiographie), Paderborn.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  33. Flach, J. L. M. (1897), Hesiodi quae feruntur Carmina, Leipzig.a↑ b↑
  34. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .a↑ b↑
  35. Thomberg, K-H.. (1967), Die Kaine Historia des Ptolemaios Chennos: Eine literarhistorische und quellenkritische Untersuchung, Bonn.a↑ b↑
  36. Kullmann, W. (1960), Die Quellen der Ilias: Troischer Sagenkreis, Hermes, Einzelschriften Heft 14: Wiesbaden.
  37. Hercher, R. Über die Glaubwürdigkeit der Neuen Geschichte des Ptolemaeus Chennus, JbCP Suppl. 1: 269 κἑ..
  38. Hägg, T. (1975), Photios als Vermittler antiker Literatur: Untersuchungen zur Technik des Referierens und Exzerpierens in der Bibliotheke, Stockholm.