You are here

E9

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

  1. 1 μ̣̣̣̣̣ατρ̣̣̣̣̣[όπο]λ̣̣̣̣̣ίς Geff. Tod (ματρόπολις Phil.); μ̣̣̣̣̣ατρ[όπο]λις Hill.; ματρ[όπο]λ̣̣̣̣̣ίς Hans.: ματρό̣̣̣̣̣[πο]λ̣̣̣̣̣ίς Str. (SEG 30); μ]ατρ[όπο]λίς LBW; [μ]ατρ[όπολ]ίς Hoff. Mich. Fränk. Mor.; [μ]ατ[ρόπο]λίς Ross Kaib. Hicks Koph. CY; ματ[ρόπο]λίς Welck.; [μ]ατ[ρόπολ] Hadj.: ματρὶ πόλις Chr.
  2. Πελαζγικὸν vulgo (ΠΕΛΑz­ ΓΙΚΟΝ in lapide): Πελασγικὸν Chr. Phil. Ross Welck. Koph.
  3. 2 πατήρ, Welck.
  4. γενεᾶς· vulgo; γενεᾶς. Ross1 Welck.; γενεᾶς, Phil.: γενεᾶς Chr.
  5. 3 Νικοκρέων, vulgo; Νικοκρέων. Ross; Νικοκρέων· Hicks Koph.: Νικοκρέων Chr.
  6. γᾶ vulgo (γαῖα Mor.: "lapsus calami est" Hans.): Ϝα Chr. (ΙΑ apogr.); Phil. (ΔΕΜΕΙΑ apogr., δ' ἐμεὶ prop. Bergk): [γ' ] Ross (ΙΑ apogr.), Koph.
  7. 4 Κύπρος vulgo (Κύπρος, interp. Welck. LBW Hoff. Mich. Geff.): Κύπρις Kaibel, it. Hadj.
  8. βασιλῆ. plerique; βασιλῆ· Geff. Hill.; βασιλῆ, Phil. Fränk. Tod CY: βασιλῆ Chr.
  9. 5 τίοντες, aut τίοντες edd.
  10. 6 Ἥραι (-) ὃν vulgo: Ἡραίων Chr. et Phil. (sed ΗΡΑΙΟΝ apogr.)
  11. ἔροτ̣̣̣̣̣ιν Hans.
  12. πέμπον̣̣̣̣̣ [ἄε]θ̣̣̣̣̣λα Geff. Hill. Tod Hans.; πέμπο[ν ἄε]θλα plerique (post LBW, qui autem ΠΕΜΠΟ··ΓʘΛΑ in apogr. scr.); πέμπο[ν ἄεθ]λα Ross Welck. Koph. (ΠΕΜΠΟ····ΛΑ apogr. Ross1, sed ΠΕΜΠΟ···ΟΛΑ apogr. Ross2): πέμποντ' ἆθλα Chr. (ΠΕΜΠΟ····ΛΑ apogr.); πέμπον ὃν ὅπλαPhil. (ΠΕΜΠΟ····ΛΑ apogr.).

Μητρόπολή μου ἡ γῆ τοῦ Πέλοπα τὸ Ἄργος τὸ Πελασγικό,
     Πνυταγόρας ὁ πατέρας μου τοῦ Αἰακοῦ ἀπὸ τὴ γενιά·
εἶμαι ὁ Νικοκρέων, καὶ μ' ἔθρεψε γῆ θαλασσόζωστη
     ἡ Κύπρος ἀπὸ θεϊκότατους προγόνους βασιλιά.
Μὲ στῆσαν οἱ Ἀργεῖοι γιὰ τὸν χαλκὸ τιμὴ ἀποτίοντας
     ποὺ στὴ γιορτὴ τῆς Ἥρας ἔστελλα γιὰ ἔπαθλα στοὺς νέους.

Σχόλια: 

Ἐπίγραμμα χαραγμένο στὴ βάση ἀγάλματος τοῦ βασιλιᾶ τῆς Κυπριακῆς Σαλαμίνας Νικοκρέοντα, ποὺ βρέθηκε στὸ Ἄργος σπασμένη σὲ δύο κομμάτια καὶ βρίσκεται σήμερα στὸ ἐκεῖ Μουσεῖο (Ε166). Ἀποτελεῖται ἀπὸ τρία ἐλεγειακὰ δίστιχα σὲ ἄψογο μέτρο καὶ γλώσσα ποὺ ἐμφανίζει στενὴ συγγένεια μὲ αὐτὴ τῶν Κυπριακῶν ἐπιγραμμάτων τῆς ἴδιας περίπου ἐποχῆς, μὲ χαρακτηριστικὴ τὴν πα­ρουσία τοῦ πιθανῶς καὶ Κυπρ. (Αἰολ.) τύπου ἔροτιν (στὸν στ. 6), ὥστε νὰ μπορεῖ εὔλογα νὰ ὑποστηριχθῆ ὅτι ἔχει ἴσως συντεθῆ ἀπὸ Κύπριο ποιητή (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ.). Ἀνάγεται στὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Νικοκρέοντα στὴ Σαλαμίνα τῆς Κύπρου (332/1-311/10 π.Χ.) καὶ ἐμφανίζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἀπὸ ἄποψη ἱστορική, καθὼς θεμελιώνει τὴν εἰκόνα στενῶν σχέσεων τῆς Σαλαμίνας μὲ τὸν λοιπὸ Ἑλληνικὸ κόσμο κατὰ τὴν ἐποχὴ αὐτή (βλ. [ΑΚυΓ1 1β´ 125] κἑ., ἰδιαίτ. 101 [138]), ἀλλὰ καὶ δείχνει πόσο ἔντονη ἦταν ἡ αἴσθηση τῶν πανάρχαιων Ἑλληνικῶν καταβολῶν. Ἡ ἀναγωγὴ τῆς καταγωγῆς στὸν πάππο τοῦ ἱδρυτῆ τῆς Σαλαμίνας Τεύκρου (βλ. [ΑΚυΓ1 1β´ 61] μὲ σημ. 9), τὸν Αἰακό, καὶ ἔμμεσα στοὺς προπάππους τοῦ Τεύκρου Δία καὶ Αἴγινα (στ. 4 θειοτάτων ἐκ προγόνων) προσδίδει ἰδιαίτερη μεγαλοπρέπεια καὶ στὸν Νικοκρέοντα καὶ στὸ ἐπίγραμμα, ποὺ μὲ ἔντονα ἐπικὸ ὕφος καὶ ἐπιγραμματικὴ συντομία συμπυκνώνει τὴν ἱστο­ρία τοῦ βασιλείου τῆς Σαλαμίνας ἀπὸ τοὺς μυθικοὺς χρόνους (πβ. καὶ κατωτ. Ε12 γιὰ τὸν Νικοκλῆ τῆς Πάφου). Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ ἀρχαιολογικὴ συμβολὴ τοῦ Ἀ. Χρηστόπουλου, ποὺ πρῶτος τὸ 1840 διέκρινε τὰ ἴχνη τοῦ πώρινου ἀγάλματος (βλ. Χρυσοβέργη2 3 κἑ. καὶ Ross, ΑΖ 2 [1844] 346 = ArchA3 II 662), καὶ κυρίως ἡ φιλολογικὴ συνεισφορὰ τοῦ Γ. Χρυσοβέργη2 (ὅ.π. 345-46/661-62, καὶ Welcker4, RhM 6 [1848] 102-3), ἀλλὰ καὶ τοῦ Χριστόφ. Φιλητᾶ5, τόσο στὴν ἀντιγραφή (μὲ ἀπό­γραφο σὲ κεφαλαιογράμματη γραφή) καὶ ἀποκατάσταση ὅσο καὶ στὴν ἑρμηνεία τοῦ κειμένου τοῦ ἐπιγράμματος. Τελευταία καὶ ἀξιόλογη κριτ. ἔκδοση μὲ σχόλια ἀπὸ τὸν Hansen, CEG26 (1989) 812 ("ARGI").

1. Μ̣ατρ̣[όπο]λ̣ίς μοι: μητρόπολις (Δωρ. ἀλλὰ καὶ Αἰολ. – Ἀρκαδοκ. ματρόπολις, ποιητ. καὶ -πτολις) εἶναι κατὰ κανόνα ἡ ἀποικίζουσα πόλη σὲ σχέση μὲ μιὰν ἀποικία της (« métropole d' une colonie » κατὰ τὸν Chantraine7 σ.λ. μήτηρ, ὅπου καὶ ἐτυμ.), ἀλλὰ καὶ ἡ πατρίς καὶ ἡ πρωτεύουσα (ὅπως καὶ σήμερα). Τῆς Κυπριακῆς Σαλαμῖνος μητρόπολις θεωρεῖται συνήθως ἡ νῆσος Σαλαμίς, τοῦ ἱδρυτῆ Τεύκρου ἡ γενέτειρα: πβ. Αἰσχ. Πέρσ. 895 Κυπρίας τε πόλεις Πάφον ἠδὲ Σόλους | Σαλαμῖνά τε, | τᾶς νῦν ματρόπολις τῶνδ' αἰτία στεναγμῶν. Βλ. καὶ Χρυσοβέργη2 16 κἑ. (μὲ γραφὴ ματρὶ πόλις), καὶ ἀνωτ. (εἰσαγ. σημ.).

χθὼν Πέλοπος: μόνον ἐδῶ, ἐξ ὅσων γνωρίζουμε. Ἡ ἀναφορὰ στὸν Πέλοπα ἀποτελεῖ ἄμεσα ὕμνο τοῦ τιμῶντος Ἄργους καὶ ἔμμεσα ἴσως ἀναφορὰ στὴ σχέση τοῦ μυθικοῦ γενάρχη τῆς Πελοποννήσου μὲ τὴν Κυπριακὴ Σαλαμίνα μέσω τοῦ Τελαμῶνος, τοῦ ὁποίου ἡ δεύτερη γυναίκα (καὶ μητέρα τοὐλάχιστο τοῦ Αἴαντα) ἘρίβοιαΠερίβοια ἦταν ἐγγονὴ τοῦ Πέλοπος (βλ. ἀναλ. ΕλλΜ8 3. 314 κἑ., ὅπου καὶ παραπομπὴ στὶς πηγές). Ἡ ποιητ. λέξη χθών (καὶ ἀνωτ. Ε6.1 καὶ κατωτ. Ε14.1), συγγ. ἐτυμ. μὲ τὰ χθαμαλός καὶ χαμαί (βλ. Hofmann – Παπαν.9 καὶ Chantraine7 σ.λ. χθών), ἐπιβιώνει κυρίως στὰ ἐπίθ. ὑποχθόνιος καὶ καταχθόνιος.

Πελαζγικὸν Ἄργος: Πελασγικὸν Ἄργος, ἀπὸ τὸν Πελασγὸ καὶ τοὺς Πελασγούς (κατὰ τοὺς ἀρχ. σχολιαστές), καλεῖται συνήθως τὸ Θεσσαλικό, καὶ ἡ Θεσσαλία (Β681 κ.ἀ., μὲ σχόλ. Εὐσταθ.), ἀλλ' ὄχι μόνον αὐτό. Καὶ τὸ Ἄργος τῆς Πελοποννήσου ἢ ἡ Πελοπόννησος καλεῖται ἔτσι (βλ. π.χ. Στράβ. Γεωγρ. 8.6.5: ποσαχῶς λέγεται τῷ ποιητῇ τὸ Ἄργος καὶ καθ' αὑτὸ καὶ μετὰ τοῦ ἐπιθέτου Ἀχαιικὸν Ἄργος καλοῦντος [Ι 141 κ.ἀ.] ἢ Ἴασον ἢ ἵππιον ἢ Πελασγικὸν ἢ ἱππόβοτον (...). τὴν δ' ὁμωνυμίαν τοῖς ἐπιθέτοις διαστέλλεται, τὴν μὲν Θετταλίαν Πελασγικὸν Ἄργος καλῶν (...), τὴν δὲ Πελοπόννησον [Ἀχαιικόν], κ.ἀ.). Ἡ διπλὴ ἀναφορὰ στὸ Ἄργος καὶ γενικὰ στὴν Πελοπόννησο (ἀπ' ὅπου κατάγονται καὶ ἄλλοι οἰκήτορες Κυπριακῶν πόλεων: βλ. ΑΚυΓ1 1β´ 61 κἑ.) στὸν πρῶτο στίχο προσδίδει ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴν πόλη ποὺ τιμᾶ τὸν Κύπριο βασιλέα καὶ ἔμμεσα στὸν τιμώμενο· δὲν ἀποκλείεται ὅμως ἡ ἐπιλογὴ τῆς τυπικῆς φράσης τὸ Πελασγικὸν Ἄργος στὸ τέλος τοῦ στίχου (στὸν Ὅμηρο μόνο στὸ Β 681 Νῦν αὖ τοὺς ὅσσοι τὸ Πελασγικὸν Ἄργος ἔναιον, γι' αὐτοὺς τῶν ὁποίων ἦν ἀρχὸς Ἀχιλλεύς 685) νὰ ὀφείλεται σὲ πρόθεση σύνδεσης μὲ τὸν ἀδελφὸ τοῦ Τελαμώνα Πηλέα καὶ τὸν ΠηλεΐδηνΑἰακίδην Ἀχιλλέα. Ἡ ἀναζήτηση ἔνδοξων προγόνων ὁδηγεῖ συχνὰ σὲ δέντρο μὲ πολλὰ παρακλάδια! Τὸ Αἰακοῦ ἐκ γενεᾶς στὸ τέλος τοῦ στ. 2 καὶ τὸ θειοτάτων ἐκ προγόνων βασιλῆ τοῦ στ. 4 ἐπιστέφουν τὸ ἰδιαίτερα μεγαλοπρεπὲς γενεαλογικὸ δέντρο τοῦ βασιλικοῦ οἴκου τῆς Σαλαμίνας.

2. Πνυταγόρας: ὁ πατέρας τοῦ Νικοκρέοντα, ὁμώνυμος γιὸς πιθανῶς ἢ ἐγγονός (ΑΚΕΠ10 Δβ´ σ. 17) τοῦ πρωτότοκου γιοῦ τοῦ Εὐαγόρα Α´ Πνυταγόρα (ὁ ὁποῖος δολοφονήθηκε, μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του Εὐαγόρα, ἀπὸ τὸν νεώτερο ἀδελφό του καὶ σφετεριστὴ τοῦ θρόνου Νικοκλῆ τὸ 374 π.Χ.). Ὁ Πνυταγόρας ἐκθρόνισε τὸν Εὐαγόρα Β´ τὸ 351 π.Χ. καὶ βασίλευσε μέχρι τὸ 332 τοὐλάχιστο (ἴσως 331) π.Χ., ὁπότε καὶ τὸν διαδέχθηκε μετὰ θάνατον ὁ γιός του Νικοκρέων. Τὸ ὄνομά του ἀναφέρεται ἐπανειλημμένα ἀπὸ ἀρχ. συγγραφεῖς (βλ. ΑΚΕΠ10 Α´ 69.2, 73, 74), σὲ ἐπιγραφές (ὅ.π. Δα´ 7.7α-ε, κυρίως τῆς Δήλου, ὅπου σὺν τοῖς ἄλλοις τιμᾶται μὲ προξενίαν) καὶ σὲ νομίσματα τῆς Σαλαμίνας (ΒΑ ΓΝ, βλ. Hill CGCC11 cx-cxii [§ 74]). Γιὰ περισσότερα βλ., ἀνάμεσα σὲ πολλὰ ἄλλα, Παυλίδη ΙΝΚ112 238 κἑ. (κυρίως 238, 244-50 καὶ 306-8, ἐπίσης 223 κἑ. γιὰ τὸν πρωτότοκο γιὸ τοῦ Εὐαγόρα Α´ Πνυταγόρα). Βλ. ἐπίσης Χρυσοβέργη2 7 κἑ. καὶ 13 σ.λ. Pnytagoras 1. καὶ 2.

3. εἰμὶ δὲ Νικοκρέων: πβ. ἀνωτ. Ε5.1 Ἐγώ ἐμ' Ἀριστοκρέτης (μὲ σχόλ.). Ὁ Νικοκρέων, ὁ τελευταῖος τῶν Τευκριδῶν βασιλέων τῆς Σαλαμίνας, σημαίνει τὴ μεταβατικὴ περίοδο ἀπὸ τὴν Κλασικὴ στὴν Ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ τῆς Κύπρου. Στέκεται, ὅπως κι ὁ πατέρας του, στὸ πλευρὸ τοῦ Μεγ. Ἀλεξάνδρου καὶ χαίρει τῆς ἴδιας ἐκτίμησης ἀπ' αὐτόν, γιὰ νὰ συμπαραταχθῆ στὴ συνέχεια ἐπικεφαλῆς Κυπρίων ἡγεμόνων μὲ τὸν Πτολεμαῖο Α´, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν καθιστᾶ τῆς Κύπρου στρατηγόν (Διόδ. Σικ. 19.59), καὶ νὰ ἔχει κατὰ κάποιους ἄδοξο τέλος τὸ 311/10 π.Χ., αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του (μὲ τὸ μνημειῶδες κενοτάφιο στὴ νεκρόπολη τῆς Σαλαμίνας ἐντυπωσιακὸ μάρτυρα κατὰ τὸν Καραγιώργη, Ἀρχ. Κύπρος14 119 κἑ., βλ. καὶ SalCy15 151 κἑ., ENSal16 III 201 κἑ., κ.ἀ.). Ἀναφέρεται συχνὰ σὲ διηγήσεις ἱστορικὲς καὶ μυθιστορικές (βλ. TSal117 σσ. 144 κἑ., ΑΚΕΠ10 Α´ 20.20, 66.43 ε, 77-77.6, 80-80.3 καὶ Δα´ 284, Παυλίδη ΙΝΚ112 308, 314 κἑ., 323 κἑ., κ.ἀ.) καὶ σὲ νομίσματα, μὲ τὰ ἀρχικὰ BA NK (= βασιλεὺς Νικοκρέων, βλ. Hill CGCC11 cxii κἑ., περισσότερα: Karageorghis, ENSal16 II 252 κἑ., κ.ἀ.), ὅπου ἀπεικονίζονται ἡ Ἀφροδίτη καὶ ὁ ἀγαπημένος θεὸς τοῦ Νικοκρέοντα Ἀπόλλων (ὅπως δείχνουν καὶ τὰ ἀφιερώματά του στοὺς Δελφοὺς καὶ στὴ Δῆλο, βλ. Καραγιώργη Ἀρχ. Κύπρος14 121, κ.ἀ., καὶ κατωτ. Ε55). Ἰδιαίτερα ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ καλλιέργεια στενῶν πολιτιστικῶν σχέσεων μὲ τὸν λοιπὸ Ἑλληνικὸ κόσμο καὶ γενικὰ ἡ ἐφαρμογὴ μιᾶς πολιτικῆς ποὺ θυμίζει ἔντονα αὐτὴν τοῦ Εὐαγόρα Α´ (βλ. καὶ [ΑΚυΓ1 1β´ 125] κἑ., κυρίως 101 [138]). Βλ. συνοπτικὰ Berve Alexanderreich18 ἀρ. 568, RE13 σ.λ. Nikokreon (F. Stähelin) καὶ ΕΚυΕ19 3.1α´-β´ (μὲ τὴν παλαιότερη καὶ νεώτερη βιβλιογραφία)· ἀναλυτικὰ στὸν Παυλίδη12, ὅ.π. (στὴ σελ. 249 τὸ ἐδῶ ἐπίγραμμα, μὲ μετάφραση καὶ σχόλια), καὶ στὸν Σπυριδάκη, ΜΔΛΑ20 Αβ´ 288-99 = ΚυΣπ 6 (1946) 71-83. Βλ. ἐπίσης Χρυσοβέργη2 6 κἑ., Hicks21 136, Μιτσὸ22 σ.λ. μὲ βιβλιογραφία, καὶ κατωτ. Ε12 (μὲ σχόλ. σ.λ. Νικόκλεες) καὶ Ε59.

3-4. γᾶ περίκλυστος | Kύπρος: πβ. Ἡσ. Θεογ. 199 περικλύστῳ ἐνὶ Κύπρῳ (στ. 193 περίρρυτον ἵκετο Κύπρον, βλ. [ΑΚυΓ1 1β´ 101] κἑ.)· εἰναλίη Κύπρος ἀλλοῦ (βλ. ΑΚυΓ1 1β´ 2 F1.5 [στ. 1], 5 Υ2.2-3, 5 Υ3.5 μὲ σχόλ. σ.στ..). Ἡ Δῆλος χαρακτηρίζεται περίκλυστος στὸν Ὅμηρ. ὕμν. ΙΙΙ (Εἰς Ἀπόλλ.). 181 (Δήλοιο περικλύστου μέγ' ἀνάσσεις, πβ. τέλος τοῦ ἐδῶ στ. 4 βασιλῆ), ἡ Σαλαμὶς Αἴαντος περικλύστα νᾶσος στὸν Αἰσχ. Πέρσ. 596 καὶ διάφορα νησιὰ ὅ.π. 880 κἑ. νᾶσοι... περίκλυστοι τᾶιδε γᾶι προσήμεναι (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. ματρόπολις, ὅπου καὶ ἡ συνέχεια τοῦ Αἰσχύλειου χωρίου)· ἀλλοῦ ἄλλα παρόμοια. Κατὰ τὸν ἀρχ. σχολιαστὴ τοῦ Αἰσχ. (Περσ. 595, Dindorf23): ἡ ἄρουρα καὶ ἡ γῆ καὶ ἡ χώρα τοῦ Αἴαντος ἡ περικλύστα καὶ περικλυζομένη τῇ θαλάσσῃ, δηλαδὴ νῆσος, ἤγουν ἡ Σαλαμίς, ἔχει τὰ σώματα τῶν Περσῶν. (Σαλαμίς, ἡ πατρίδα τοῦ οἰκιστῆ Τεύκρου· Κύπρος, ἡ γενέτειρα τοῦ Νικοκρέοντα· Δῆλος, τὸ νησὶ τοῦ Ἀπόλλωνα, τοῦ ἀγαπημένου θεοῦ τοῦ Κύπριου βασιλιᾶ: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Νικοκρέων.) Γιὰ ἄλλα ἐπίθ. βλ. κατωτ. Ε56.2 καὶ ἀνωτ. ΑΚυΓ1 1β´ Πίν. (430 / 578) σ.λ. Κύπρος, γιὰ τὴν ἐτυμ. κατωτ. Ε25 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. Κύπρον.

4. θειοτάτων ἐκ προγόνων: πβ. Ἰσοκρ. Νικοκλ. 42, ὅπου ὁ γιὸς τοῦ Εὐαγόρα Α´ Νικοκλῆς ἐμφανίζεται νὰ ἀνάγει τὴν καταγωγή του τῶν μὲν θνητῶν εἰς Εὐαγόραν τὸν πατέρα, τῶν δ' ἡμιθέων εἰς Αἰακίδας, τῶν δὲ θεῶν εἰς Δία, καὶ Ἀπολλοδ. Βιβλ. 156 κἑ. γιὰ τὴν καταγωγὴ τοῦ Αἰακοῦ ἀπὸ τὸν Δία καὶ τὴν Αἴγινα (βλ. ΑΚΕΠ10 Δβ´ 85, πβ. ΕλλΜ8 2.84 κἑ.). Βλ. καὶ κατωτ. Ε13.4 μὲ σχόλ. σ.λ. Κινύρου θε̣̣̣[ιοτάτου γενεᾶς].

βασιλῆ: αἰτ., ἀντὶ βασιλέα (ὅπως πιθανῶς κατωτ. Ε16.2). Ὁ Ross (ὅ.π.: ΑΑ 350 = ArchA3 665) θεωρεῖ τὸν τύπο ὡς Δωρ. (καὶ παραπέμπει στὸν "Ahrens, de dial. Dor. p. 237")· δὲν ἀπαντᾶ ὅμως μόνο σὲ Δωρ. κείμενα: βλ. π.χ. Ἀνθ. Παλ. 14.96.4 (Δελφ. χρησμὸς στὸν Ἡρόδ. 7.220.4) πενθήσει βασιλῆ φθίμενον, EpAP24 2.53b.2 Ἀρκαδίης βασιλῆ, γένος ἔξοχον Ἀμφιδάμαντος (1 Ἐρευθαλίωνα) κ.ἄ. (βλ. LSJ925 σ.λ. βασιλεύς, μὲ ἀναφορὰ Κυπρ. γεν. ῆϜος, παλ. Ἀττ. συνηρ. ὀνομ. πληθ. -ῆς κλπ.). Στὴν Κύπρο σήμερα τὰ συνήθη βαφτιστικὰ ὀνόματα Ἀχιλλεὺς καὶ Ὀδυσσεὺς ἀκούγονται συχνὰ ὡς: ὁ Ἀχιλλῆς, ὁ Ὀδυσσῆς / τὸν Ἀχιλλῆ(ν), τὸν Ὀδυσσῆ(ν)· πβ. ἐπιγρ. Σελευκ. (τοῦ 172 περίπου π.Χ.) 170a Schwyzer (DGE26) στ. 2-3 Εὔδαμ[ον] | Νίκωνος Σελευκῆ καὶ στ. 4 πρὸς τὸν βασιλῆ, κ.τ.τ. – Γιὰ τὴ σκοτεινὴ ἐτυμ. τοῦ βασιλεὺς βλ. Chantraine7 σ.λ. (μὲ βιβλιογραφία), πβ. Hofmann – Παπαν.9 σ.λ.: «ἴσως δάνειον ἔκ τινος μικρασιατ. γλώσσης (πβ. λυδ. βάττος "βασιλεύς")· πβ. καὶ φρυγ. βαλλήν, καρ. γέλαν, βερβερ. a-gellid = βασιλεύς», καὶ Sinclair27 στὸ Ἡσ. Ἔργ. 38 βασιλῆας (: ἴσως ἐκ τοῦ βάζειν = ὁμιλεῖν, λέγειν).

5-6. Ἡ ἐδῶ σύνταξη: στᾶσάν με Ἀργεῖοι τίοντες χάριν χαλκοῖο, ὃν πέμπον Ἥρᾳ εἰς ἔροτιν ἄεθλα νέοις. Καὶ τὸ νόημα: Ὁ Νικοκρέων, μνήμων τῆς καταγωγῆς του καὶ καλλιεργώντας σχέσεις στενὲς μὲ τὸν Ἑλληνικὸ κόσμο, ἔστελνε χάλκινα ἔπαθλα (ἀπὸ τὴ φημισμένη γιὰ τὸν χαλκό της Κύπρο) στὸ Ἄργος γιὰ τοὺς νέους ποὺ ἀγωνίζονταν στὰ ἐκεῖ Ἡραῖα (βλ. RE13 σ.λ.)· κι οἱ Ἀργεῖοι σὲ ἀνταπόδοση ἔστησαν ἄγαλμά του στὸ Ἄργος (ἄγνωστο ποῦ ἀκριβῶς, πιθανῶς ὅμως στὸ ἐκεῖ Ἡραῖον ἢ στὸ ἐκεῖ στάδιο). Πβ. EpAP24 6.20 [(ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ ΠΥΘΙΟΥ, Πελοποννησίοις). 7κἑ. (= FGrH28 257 [PHLEGON, β´ αἰ. μ.Χ.] F1 καὶ Parke – Wormell DelOr29 487 κἑ.) Πεῖσος, καὶ μετὰ τόνδε Πέλοψ, ὅτε δῆμον ἔναιεν | Ἑλλάδα, θῆκε δ' ἔπειτ' ἔροτιν καὶ ἔπαθλα θανόντι Οἰνομάῳ, τρίτατος δ' ἐπὶ τοῖς ... | Ἡρακλέης ἐτέλεσσ' ἔροτιν καὶ ἀγῶν' ἐπὶ μήτρῳ | Τανταλίδῃ Πέλοπι φθιμένῳ (πβ. ὅμως στ. 14 ἀνορθώ­σαντας ἑορτήν). Πρὸς τὸ ἐδῶ χάριν ... τίοντες πβ. κατωτ. Ε17.4 χάριν θέμενος καὶ Ε25.1 χάριτα[ς] ... ἀπέδωκεν (ὅπου καὶ σχόλ. γιὰ τὸ χάρις), πβ. ἐπίσης Ε32.4 Φειδιακὴν χάριτα (μὲ σημ. σ.λ.), Ε36.3 ἔξοχον ἐν χάρισιν, Ε57.2 θεσπεσίην Παλλὰς ἔχευε χάριν. Γιὰ τὰ Ἡραῖα βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα τὴν ἀναφορὰ Κοφινιώτη, ΙστΑργ30 306 κἑ. (μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία). Τὰ χαλκοῖο ... ἄεθλα ἦταν πιθανῶς χάλκινες ἀσπίδες (βλ. κυρίως Tod SGHI31 II 194 σημ., μὲ παραπομπὴ στὸν Πίνδ. Ὀλ. 7.83 ὅ τ' ἐν Ἄργει χαλκὸς ἔγνω νιν, καὶ σὲ ἐπιγρ., ὅπου συχνὰ ἀναφέ­ρεται ἡ ἐξ Ἄργους ἀσπίς). Βλ. καὶ σχόλ. τῶν Χρυσοβέργη2, Φιλητᾶ5, Ross3, Welcker4, Le Bas – Waddington32 κ.ἄ., καὶ τὶς σχετικὲς σημ. στὴν τελευταία ἔκδοση Hansen (CEG26 812, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία). Πβ. ΑΚΕΠ10 Ε´ 106.1 μὲ σχόλ. Ε´ 274.

6. ἔροτιν: ἑορτήν. Ὁ τύπος προκαλεῖ ἰδιαίτερες δυσκολίες ὡς πρὸς τὴν ἀπόδοσή του στὴν Κυπρ. ἢ τὴν Αἰολ. διάλεκτο: βλ. π.χ. LSJ925 / πβ. LSK33 σ.λ. ἐροτή, ὅπου τὸ ἐροτὴ χαρακτηρίζεται Κυπρ. «καθ' Ἡσύχ.» ἐνῶ τὸ ἔροτις Αἰολ. (κατὰ τὸν Εὐστάθ.)· πβ. ὅμως Chantraine7 σ.λ. ἔροτις: Κυπρ. κατὰ τὸν Ἡσύχ., Αἰολ. κατὰ τὸν Εὐστάθ. 908.57· βλ. ἐπίσης Hansen CEG26 812 σημ., μὲ ἀνακεφαλαίωση τοῦ προβλήματος, παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία. Ἐπανειλημμένα καὶ ἀναμφίβολα ὁ Εὐστάθ. χαρακτηρίζει τὸν τύπο ἔροτις ὡς Αἰολ. καὶ τὸν μεταχειρίζεται ὡς παράδειγμα γιὰ αἰτιολόγηση ἀνάλογων τύπων (Εὐστάθ. στὸ Γ 54 σ.λ. κίθαρις: παρωνόμασται δὲ ἐκ τοῦ κιθάρα, καὶ ἔστιν ἴσως Αἰολικόν. διὸ καὶ προπαροξύνεται κατὰ τὸ ἑορτή ἔροτις. τοιοῦτόν τι καὶ τὸ αὐλή αὖλις, ἔτι καὶ τὸ χαρά χάρις [βλ. καὶ ἀνωτ. στ. 5 χάριν]· στὸ β7 ἀγορὰ... ἐκ τοῦ ἀγείρω. ἐξ αὐτῆς δὲ καὶ ἄγυρις. αἰολίζουσα οὐ μόνον τῇ τροπῇ τοῦ ο εἰς υ, ἀλλὰ καὶ τῷ τόνῳ. ὡς γὰρ ἑορτή ἕροτις Αἰολικῶς. οὕτω καὶ ἀγορά ἄγυρις· καὶ στὸ φ 258 κἑ. [163] Αἰολεῖς δὲ προπαροξυτόνως καὶ κατὰ μετάθεσιν ἔροτιν, ὡς ἀπὸ εὐθείας τῆς ἡ ἔροτις· πβ. καὶ Σχόλ. στὸ Ε 299 [Erbse34] ἀλκί ὡς σαρκί, καὶ ἔστι κατὰ μεταπλασμὸν ἀπὸ τοῦ ἀλκή. τινὲς δὲ ἀπὸ τοῦ ἀλκίς Αἰολικοῦ αὐτό φασιν: τοῖς γὰρ εἰς η παράκειται εἰς ις, ὡς ἐορτή καὶ ἐορτίς καὶ ἐν ὑπερθέσει ἔροτις· ἀλλοῦ ἄλλα). Τοῦ Ἡσυχ. ὅμως ἡ σχετικὴ μαρτυρία εἶναι προβληματική, καὶ τὰ ἐπακόλουθα συμπεράσματα ἀμφίβολα: ὁ M. Schmidt35 (I [1965] σ. 194) ἐκδίδει ἔροτιν· ἑορτήν. [ἐροῦντες· λέγοντες] Κύπριοι καὶ *ἔροτις· ἑορτή. πανήγυρις (ἴσως: . [ἐροῦντες] λέγοντες Κ. ἢ μᾶλλον . ἐροῦντες [λέγοντες] Κύπριοι), ἐνῶ ὁ K. Latte36 (II [1966] σ. 197) γράφει *ἔροτιν· ἑορτήν καὶ ἔροτις· ἑορτή. πανήγυρις (μὲ ξεχωριστὰ λήμματα *ἐροῦντες· λέγοντες [Κύπριοι] καὶ ἐρούα· [πορεύου.] ἀναπαύου <Κύπριοι>, καὶ μὲ τὴ σημ. ὅτι τὸ Κύπριοι δίπλα στὸ ἔροτιν ἀποτελεῖ μετάθεση τοῦ Schmidt35 ἀπὸ τὸ ἑπόμενο λῆμμα ἐροῦντες κι ὅτι ὁ κώδ. Η παραδίδει εροτην καὶ εροτή ἀντίστοιχα, ποὺ διορθώθηκαν ἀπὸ τὸν Soping)· ὁ Χατζηιωάννου, ΑΚΕΠ10 Γβ´ (Κυπρίων Γλῶσσαι) 111 υἱοθετεῖ τὸ ἔροτιν· ἑορτήν. Κύπριοι (Soping / Schmidt35, πβ. ὅμως καὶ 112), ὀρθὰ πιθανῶς, μὲ τὴν ἔννοια ὅμως ὅτι ὁ τύπος εἶναι πιθανῶς καὶ Κυπρ. (μὲ γνωστὲς τὶς Αἰολ. καταβολὲς τῆς Κυπριακῆς). Ἔτσι τὸ συμπέρασμα (Schulze37, Bechtel) ὅτι «ὁ βασιλιὰς πιθανὸ νὰ πῆρε τὴ λέξη ἀπὸ τὸν γλωσσικὸ θησαυρὸ τῆς Κυπρι­ακῆς διαλέκτου» στὸ ἐδῶ ἐπίγρ. (ΑΚΕΠ10 Γβ´ 111) εἶναι εὔλογο, ὄχι ὅμως καὶ τὸ ὅτι «ὁ ποιητὴς τοῦ ἐπιγράμματος εἶναι Κύπριος, γιατὶ συναντοῦμε σ' αὐτὸ τὴ λ. ἔροτις = ἑορτή, ποὺ εἶναι τῆς Κυπριακῆς διαλέκτου» (ὅ.π. Δβ´ 85). Σὲ κάθε περίπτωση πρέπει νὰ κρατήσει κανεὶς ἔντονες ἀμφιβολίες ὡς πρὸς τὴν ἰσχὺ τοὐλάχιστο τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ. Κρίσιμη γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ συζητούμενου ἐπιγρ. ὡς ΑΡΓΕΙΑΚΟΥ (ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι βρέθηκε στὸ Ἄργος, ὅπου καὶ ἔστησαν τὸν ἀνδριάντα τοῦ Νικοκρέοντα οἱ Ἀργεῖοι) ἢ ὡς ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ (ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀναφέρεται στὸν Σαλαμίνιο βασιλιά, ποὺ τιμᾶται γιὰ τὰ χάλκινα ἔπαθλα ποὺ ἔστελλε ἀπὸ τὴν Κύπρο) εἶναι σὲ τελικὴ ἀνάλυση ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα ποιόν θεωρεῖ κανεὶς ὡς πιὸ πιθανὸν στὴ συγκεκριμένη περίπτωση τόπο σύνθεσης τοῦ ἐπιγράμματος: τὸ Ἄργος ἢ τὴν αὐλὴ τοῦ Νικοκρέοντα –μὲ τὴν ἔντονη πολιτιστικὴ ζωὴ– στὴν Κύπρο; Κλίνουμε ἐλαφρῶς πρὸς τὸ δεύτερο (συνυπολογίζοντας ὅτι τὸ ἐπίγρ. εἶναι γραμμένο σὲ α´ πρόσ. ζῶντος πιθανῶς τοῦ τιμωμένου). Ἂς σημειωθῆ ὅτι στὴν τελευταία ἔκδοση (CEG26 812) ὁ Hansen6 τὸ ἐκδίδει ὑπὸ τὸν τίτλο ARGI, ἐνῶ ὁ ἴδιος τὸ ἀνωτ. Ε3, μολονότι ἔχει εὑρεθῆ στὴν ΑΜΑΘΟΥΝΤΑ τῆς Κύπρου ὅπου πιθανῶς ἔπεσε μαχόμενος ὁ Ἁλικαρνησσεὺς Ἰδάγυγος ... Ἄρεος θεράπων (ὁ ὁποῖος Ἐνθάδε ... κεῖται, σὲ γ´ πρόσ.), ἐκδίδει ὑπὸ τὸν τίτλο HALICARNASSUS (CEG138 170) χωρὶς καμμιὰ σχετικὴ παρατήρηση (πιθανῶς λόγω τοῦ ὀνόματος τοῦ νεκροῦ, ἴσως καὶ λόγω τῆς Ἰων. του γλώσσας: βλ. ἀνωτ. σχόλ. στὸ ἐπίγρ.).

  1. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  2. Χρυσοβέργης, Γ. (1844), Δοκίμιον περί της εν Άργει Νικοκρεοντείου επιγραφής, εν ω και περί της εν Κερκύρα ανακαλυφθείσης Μενεκρατείου / Αυτοσχεδιασθέν υπό Γ. Χ., Εν Ναυπλίω.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  3. Roscher, W. H. (1855-1861), Ausführliches Lexicon der griechischen und römischen Mythologie, Berlin.a↑ b↑ c↑
  4. Welcker, F. T. (1848), Epigrammatum Graecorum spicilegium tertium , RhM 6: 82-107.a↑ b↑
  5. Φιλητᾶς, Χ. (1844), Διάλεξις περὶ τῆς ἐν Κερκύραι Μενεκρατείου ἐπιγραφῆς, Κέρκυρα.a↑ b↑
  6. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  7. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑
  8. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .a↑ b↑
  9. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .a↑ b↑
  10. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  11. Hill, G. F. (1904), Catalogue of the Greek Coins of Cyprus: A Catalogue of the Greek Coins in the British Museum, Vol. 25, London.a↑ b↑
  12. Παυλίδης, Α. (1991-1993), Ιστορία της Νήσου Κύπρου, τóμ. 1-4, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  13. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑
  14. Καραγιώργης, Β. (1978), Ἀρχαία Κύπρος: Ἀπὸ τὴ Νεολιθικὴ Ἐποχὴ ὣς τὸ τέλος τῆς Ρωμαϊκῆς, Αθήνα .a↑ b↑
  15. Karageorghis, V. (1969), Salamis in Cyprus: Homeric, Hellenistic and Roman, London.
  16. Karageorghis, V. (1967-1978), Excavations in the Necropolis of Salamis, Vols. I-IV, Nicosia.a↑ b↑
  17. Chavane, M. J. & Yon M. (1978), Salamine de Chypre, X: Testimonia Salaminia, 1, CIS Maison de l' Orient Méditerranéen Ancien - Centre d' Archéologie Chypriote Paris.
  18. Berve, H. (1926), Das Alexanderreich auf prosopographischer Grundlage, München.
  19. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .
  20. Σπυριδάκις, K. (1972-1974), Μελέται, Διαλέξεις, Λόγοι, Ἄρθρα, τóμ. Α΄- Γ΄, Λευκωσία.
  21. Hicks, E. L. (1882), A Manual of Greek Historical Inscriptions, Oxford.
  22. Μιστός, Μ. Θ. (1952), Ἀργολικὴ προσωπογραφία, Βιβλ. τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας,36 Ἀθήναις.
  23. Dindorf, W. (1876), Lexicon Aeschyleum, Leipzig.
  24. Cougny, E. (ed.) (1890), Epigrammatum Anthologia Palatina..., Vol. ΙΙΙ, Paris.a↑ b↑
  25. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑
  26. Schwyzer, E (ed.) (1923), Dialectorum Graecarum exempla epigraphica potiora: «Delectus Inscriptionum Graecarum propter dialectum memorabilium», quem primum atque iterum ed. Paulus Cauer, Leipzig.
  27. Sinclair, T. A. (1932), Works and days, London.
  28. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.
  29. Parke, H W. & Wormell D. E. W. (1956), The Delphic oracle, Oxford.
  30. Κοφινιώτης, Ἰ. Κ. (1892), Ἱστορία τοῦ Ἄργους (μετ' εἰκόνων ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ἡμῶν), Ἀθήναις.
  31. Tod, M.. N. (1946-1948), A Selection of Greek Historical Inscriptions , Vols. I-II, Oxford.
  32. Le Bas, P. & Waddington W. H. (1870), Voyage archéologique en Grèce et en Asie Mineure, Vol. III.1-2: Inscriptions grecques et latines recueillies en Grèce et en Asie Mineure, Paris.
  33. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  34. Erbse, H. (1969-1988), Scholia Graeca in Homeri Iliadem (Scholia vetera), Vols. I-VII, Berlin.
  35. Schmidt, M. (1858-1868), Ἡσύχιος. Hesychii Alexandrini Lexicon, Vols. I-V, Jena.a↑ b↑ c↑
  36. Latte, K. (1953-1966), Hesychii Alexandrini Lexicon, Vol. I: Α-Δ, vol. II: E-O, Hauniae .
  37. Schulze, W. (1933), Kleine Schriften, Göttingen.
  38. Hansen, P. A. (1983), Carmina Epigraphica Graeca (saeculorum VIII - V a. Chr. n.), Texte und Kommentare Berlin and New York.