You are here

E4

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

   Γλευκίτα  τόδε σᾶμα  τὸ Κυπρίˉο τõ Σαλαμι›ν‹õ1 ·

2      Διότιμός με ἐπέθηκε2 .

  1. 1 τὸ Κυπρίˉο τõ Σαλαμι›ν‹õ dubitantes scripsimus (vid. infra ad loc.); τὸ Bechtel et Hoffmann, metri causa; Σαμαμίνο[υ] Pittakes): τῶ Κυπρίω τῶ Σαλαμινίω Hadjioannou; τ ο῀ -ίο τ ο῀ -ιν̣̣̣̣̣ί̣̣̣̣̣ο Peek, -ι‹νί›ο Hansen; τοῦ -ίου τοῦ -ι[νί]ου Kaibel («ΣΑΛΑΜΙΜΟ corr. Buecheler»), Röhl et Roberts (-[ινί]ου Fraenkel et -ινίου τὸ... -ι(νί)ου Bechtel Hoffmann; το[Κυπρίο[υτο[Σαλαμίνο[υ] Pittakes («M pro N in tabula») ‖ sine interpunctione Pittakes
  2. 2 με ἐπέθηκε Kaibel aliique; με ἐπέθε̃ κε Peek Hansen: μ' ἐπέθηκε (metri causa, sed vid. infra adnot. ad tit.) Pittakes.

Τοῦ Γλευκίτα τοῦτο 'δῶ τὸ μνῆμα τοῦ Κύπριου τοῦ Σαλαμίνιου·
ὁ Διότιμος ἀπάνω μ' ἔστησε.

Σχόλια: 

Ἐπίγραμμα ἐπιτύμβιο σὲ δακτυλικὸ ἑξάμετρο (ἕνας πλήρης στίχος, κι ἕνας δεύτερος ἡμιτελής: μέχρι τὴν κατὰ τρίτο τροχαῖο τομή). Ὅπως σημειώνει ὁ πρῶτος ἐκδότης Κ.Σ. Πιττάκης1 τὸ 1855: «Ἐπὶ πλακὸς τριγώνου λίθου πωρίνου. Εὑρέθη τὸ 1854 εἰς τὴν νῆσον Αἴγιναν. Ἐπὶ τοῦ πλατυτέρου μέρους τῆς πλακὸς εἰσὶν αἱ πρὸς ἀριστερὰ τρεῖς γραμμαὶ, ἐπὶ δὲ τοῦ κατὰ μήκους μέρους αὐτῆς αἱ ἕτεραι τρεῖς. Ἔλαβον αὐτῆς δύο ἀντίγραφα, τὸ μὲν ἓν ἐκ τοῦ Σπυρίδωνος Λογιωτατίδου, τὸ δ' ἕτερον ἐκ τοῦ Κ. Δημ. Κεντιστοῦ. (...) Τοιούτου σχήματος ἐπιγραφὴ εἶναι καὶ ἡ ὑπ' ἀριθ. 55 τῆς συλλογῆς τοῦ Βοικχίου, εὑρεθεῖσα εἰς τὰς Ἀμύκλας, καὶ δημοσιευθεῖσα ὑπὸ τοῦ Φορμόντου». (Ἀπόγραφο σὲ κεφαλαιογράμματη γραφὴ στὴ σελ. 203. Βλ. ἐπίσης Röhl IGrA2 362 καὶ IG3 IV 49.) Χρονολογεῖται στὸν 5ον αἰ. π.Χ. ἀπὸ τοὺς Peek4 ("V. Jh."), Χατζηιωάννου5 («Εἶναι τοῦ 5 αἰ. π.Χ.»), Hansen («saec. V?»), στὸν 4ον αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὸν Kaibel6 («IV saec.»), καὶ ἀπὸ τοὺς Friedländer – Hoffleit7 πρὶν ἀπὸ τοὺς Περσικοὺς πολέμους (βλ. τίτλο βιβλίου). Κατὰ τὸν Χατζηιωάννου5 (Δβ´ 79), «Τὸ ἐπίγραμμα εἶναι στὴν Κυπριακὴ διάλεκτο κι' ἑπομένως ὁ ποιητής του εἶναι ἀσφαλῶς Κύπριος», ἄποψη ποὺ μπο­ρεῖ νὰ υἱοθετηθῆ, μὲ πολλὲς ὅμως ἐπιφυλάξεις (πβ. π.χ. τὸ περίπου σύγχρονο ἐπίγραμμα CEG18 129, ἀπὸ τὴν Αἴγινα ἐπίσης, κ.ἄ.). Οὕτως ἢ ἄλλως ἐνισχύεται ἡ εἰκόνα στενῶν σχέσεων τῆς Κυπριακῆς Σαλαμίνας μὲ τὴν Ἀθήνα (καὶ τὸν λοιπὸ Ἑλληνικὸ κόσμο, γενικά), γιὰ τὴν ὁποία βλ. καὶ ἀνωτ. Ε1 μὲ σχόλ. (κυρίως σ.στ. d-e), Ε2, Ε3 μὲ σχόλ. στὸν στ. 2 σ.λ. Ἄρεος θεράπων (μὲ παραπομπές).
Υἱοθετώντας τὴ γραφὴ τὸ (ἀντὶ τῶ, μετὰ τὸ σᾶμα: βλ. κατωτ.) δὲν ὑπάρχει σημαντικὸ μετρικὸ πρόβλημα, καθὼς τὸ Κυπρίω μπορεῖ νὰ διαβαστῆ ὡς δισύλλαβο (– –, μὲ συνίζηση τοῦ -ίω, καὶ τὴ συλλ. Κυ- χωρὶς correptionem Atticam) καὶ τὸ -ε τοῦ με νὰ θεωρηθῆ ὡς ἐκθλιβόμενο (ὅπως σὲ πολλὰ ἄλλα ἐπιγράμ­ματα: βλ. κατωτ. Ε15.2, Ε27.3, Ε59.4, πβ. Ε7.1 κ.ἄ., περισσότερα βλ. στὶς ΕΚυΕ9 2.10β´ μὲ πίν.).

1. Γλευκίτα: «Τὸ ὄνομα ΓλευκίταςΛευκίτας (ἂν ὑπολάβωμεν τὸ πρῶτον γράμμα δίγαμμα) πρῶτον ἐνταῦθα εὕρηται», σημειώνει ὁ Πιττάκης1 στὰ σχόλιά του· καὶ συμπληρώνει: «Ἐκ τοῦ ἑπομένου μέρους τῆς ἐπιγραφῆς μανθάνομεν, ὅτι ὁ Γλευκίτας οὗτος ἦν ἐκ τῆς ἐν Κύπρῳ Σαλαμῖνος· ἴσως συγγενὴς τοῦ Διοτίμου, ὃς ἐπέθηκεν ἐπὶ τοῦ τάφου αὐτοῦ τὸν λίθον μετὰ τῆς ἐπιγραφῆς αὐτοῦ». Τὸ ὄνομα Γλευκίτας δὲν ἀπαντᾶ οὔτε σὲ μεταγεν. κείμενα. Γιὰ τὸ -α τῆς γεν. βλ. κατωτ. Ε14.4 Κινύ]ρα (μὲ σχόλ.).

τόδε σᾶμα: ἡ φράση ἀπαντᾶ συχνὰ σὲ ἐπιτύμβιες ἐπιγραφές (τόδε σᾶματόδε σῆμα), σὲ διάφορες θέσεις τοῦ στίχου: βλ. π.χ. κατωτ. Ε26.1 Τύμβε, τίνος τόδε σῆμα; καὶ Ε42.1 Εὐοδίας τόδε σῆμα (ἡ φράση στὴν ἴδια μὲ τὴν ἐδῶ θέση τοῦ στ. καὶ στὶς δύο περιπτώσεις), πβ. Ε60.2 σῆμ̣[α?], Ε63.1 ὑπὸ σ]άματι τῶιδε τ[έθαπται] | καὶ Ε62.5 π]α̣ρὰ κλυτὸν εἵσατο σῆμα] (βλ. καὶ GVI4 75 κἑ. καὶ ΕΚυΕ9 5.2α´). Ὁ ὅρος σῆμα / σᾶμα, Κυπρ. καὶ σᾶμαν ICS10 338 (ἀπὸ τὴν ἴδια ρίζα μὲ τὰ σημαίνω, σημεῖον, σημάδιον καὶ σημάτιον, σημαία, κ.λπ., ἀβέβαιης ἐτυμ. κατὰ τὸν Chantraine11, πβ. ὅμως Hofmann – Παπαν.12) ἀπαντᾶ ἤδη στὸν Ὅμηρο (συχνά), ὅπως καὶ οἱ ὅροι μνῆμα (Ψ 619 Πατρόκλοιο τάφου μνῆμ' ἔμμεναι, κ.ἀ.), τάφος (Ψ 29 κ.ἀ.), τύμβος (Β 604 κ.ἀ.), καὶ στήλη (Λ 371 στήλη κεκλιμένος ἀνδροκλήτῳ ἐπὶ τύμβῳ, Ρ 434 στήλη μένει ἔμπεδον, ἥ τ' ἐπὶ τύμβῳ | ἀνέρος ἑστήκῃ τεθνηότος ἠὲ γυναικός, Π 457 καὶ 675 τύμβῳ τε στήλῃ τε, κ.ἀ.), ἀργότερα καὶ μνημεῖον. Γιὰ τοὺς ὅρους βλ. Σκιαδᾶ Ἐπὶ Τύμβῳ13 1 κἑ. (κυρίως 1 σημ. 1, μὲ βιβλιογραφία), καὶ LSJ914 σ.λλ. Ἀναμφίβολα, ὁ ὅρος τάφος (ρ. θάπτω, καὶ ταφή, ἐντάφιος, ἐπιτάφιος κ.ἄ., συγγ. τάφρος, θέμ. θαπ- / ταφ- ἀπὸ ρίζα *θάφ- μὲ ἀρχικὴ σημ. "creuser" = ὀρύσσω, κοιλαίνω, κατὰ τὸν Chantraine11 σ.λ. θάπτω) εἶναι ὁ πιὸ γενικός, σημαίνει δὲ ὅ,τι τὰ σημερινὰ ταφὴ καὶ τάφος κατὰ κανόνα (πβ. ἀρχ. ταφή, βλ. καὶ κατωτ. Ε34 σχόλ. σ.στ. 11 σ.λ. τάφοισι)· ὁ ὅρος τύμβος σημαίνει ἀρχικὰ τὸ σωρευόμενο χῶμα καὶ τὸν σχηματι­ζόμενο λοφίσκο πάνω στὸν τάφο, ἀργότερα τὸν τάφο καὶ γενικὰ κάθε ταφικὸ μνημεῖο, ὅπως καὶ τὸ σημερ. τύμβος (πβ. Λατ. tumulus κ.ἄ., βλ. Hofm. – Παπαν.12, Frisk15 καὶ Chantraine11 σ.λ. γιὰ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἐτυμ.)· οἱ ὅροι μνῆμα/μνᾶμα καὶ μνημεῖον (πβ. μνημονεύω, μνημόσυνον κ.λπ., μιμνήσκω, μνήμη, μνηστήρ, ὑπόμνημα, ὑπομνηματογράφος, κ.λπ., ρίζα *mnā, πβ. *men- > μέμονα, Λατ. memini, κ.ἄ.: βλ. Chantraine11 σ.λ. μιμνήσκω) σημαίνουν ὅ,τι καὶ τὰ σημερινὰ μνῆμα καὶ μνημεῖο (δηλώνοντας τὴν πρόθεση νὰ ἀπαθανατιστῆ ἡ μνήμη τοῦ νεκροῦ), ἐνῶ παρεμφερὴς εἶναι καὶ ἡ χρήση τοῦ ὅρου σῆμα / σᾶμα, ποὺ πέρα ἀπὸ τὴ γενικὴ σημ. τοῦ σημείου (σημερ. σῆμα, σημεῖο, σημάδι) δηλώνει συχνὰ τὸν τάφον ἢ τὸ μνῆμα καὶ πιὸ εἰδικὰ τὴν ἐπιτάφια πλάκα ἢ στήλην (ὅπως ἴσως ἐδῶ)· ὁ τελευταῖος ὅρος (στήλη / στάλα καὶ στήλλη / στάλλα, πβ. Στῆλαι Ἡρακλήϊαι κ.ἄ., ἀπὸ τὸ *στάλνα: βλ. Chantraine11 σ.λ., κ.ἄ.) χρησιμοποιεῖται, ὅπως καὶ σήμερα, γιὰ κάθε πλάκα μὲ ἐπιγραφή (ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα, ἀφιέρωση, ψήφισμα κ.λπ.), στημένη σὲ δημόσιο χῶρο (κατὰ κανόνα). Ἡ χρήση τῶν ταφικῶν ὅρων συχνὰ ἐναλλάσ­σεται, σὲ ἀρκετὲς δὲ περιπτώσεις χρησιμοποιοῦνται περισσότεροι τοῦ ἑνὸς ὅροι παράλληλα (ἤδη στὸν Ὅμηρο, ὅπως στὰ ἀνωτ. παρατιθέμενα χωρία, βλ. καὶ GVI4 52 κἑ.).

τὸ Κυπρίω τῶ Σαλαμι>ν<ῶ: ΤΟΚΥΠΡΙΟΤΟΣΑΛΑΜΙΜΟ στὴ στήλη, ἀναμφί­βολα (μὲ χαρακτηριστικὴ τὴ θέση τῶν γραμμάτων στὴ β´ ὁριζόντια γραμμή, βλ. ἀπόγραφο), μὲ τὸ δεύτερο Μ ἀντὶ τοῦ Ν, ὅπως σημειώνει ἤδη ὁ Πιττάκης1, προσθέτοντας ὅτι «Τὴν γραφὴν ταύτην εὑρίσκομεν καὶ εἰς ἄλλας ἐπιγραφὰς, οἷον εἰς τὰς ὑπ' ἀριθ. 95, 147 καὶ 148 τῆς συλλογῆς τοῦ Ῥὸσς καὶ ἀλλαχοῦ» καὶ ὅτι ἔχομε «Σαλαμίνου Δωρικῶς ἀντὶ Σαλαμινίου. Οἱ γὰρ Δωριεῖς τὰ εἰς ΙΟΣ λήγοντα ὀνόματα εἰς ΟΣ γράφουσι». Ἡ τελευταία παρατήρηση εἶναι πιθανῶς ὀρθὴ ἐν μέρει: δὲν ἀποκλείεται νὰ ἔχουμε ἐδῶ ἕνα ἅπαξ λεγόμενο ἐθνικὸ σὲ -ος ἀντὶ σὲ -ιος γιὰ τὸν ἐκ Σαλαμῖνος (πβ. κατωτ. Ε11.1 Φίλιος, Κύπριος γένος ἐξαλαμῖνος): Σαλαμινός (πβ. Δελφός, Ἑλλός, Θεσσαλός, Λυδός κ.τ.τ.) ἀντὶ τοῦ συνήθους Σαλαμίνιος, σὲ γεν. -ω ἀντὶ -ου (ὅπως καὶ τὰ προηγούμενα) συνήθη στὴν Κυπριακή (βλ. κατωτ. Ε6.3 (ν)θρώπω καὶ Ε10.2 Πνυταγόρω μὲ σημ.). Μὲ ἀμφιβολίες γράψαμε ἐδῶ Κυπρίω τῶ Σαλαμι>ν<ῶ (γιὰ τὶς γραφὲς τῶν ἄλλων βλ. ἀνωτ. κριτ. ὑπομν.), διερωτώμενοι μήπως τὸ Μ (-ΜΟ) εἶναι ΝΙ ἢ ἀντὶ ΝΙ, ὁπότε πρέπει νὰ γράψουμε ΣαλαμινίωΣαλαμι>νί<ˉο), καὶ τὸ = τὸ σῆμα τοῦ, τὸ τοῦ, κατὰ τοὺς Bechtel16 καὶ Hoffmann17, ὅπως ἐπιβάλλει κανονικὰ τὸ μέτρο, διερωτώμενοι μήπως εἶναι προτιμότερη ἡ πιὸ φυσικὴ συντακτικὰ γραφὴ τῶ (τõ) = τοῦ (μὲ μακρὰ συλλ. στὴ θέση βραχείας, ὅπως κατωτ. Ε8.2-3, κ.ἀ.). Μὲ ἀμφιβολίες ἐπίσης στίξαμε μὲ ἄνω τελεία στὸ τέλος τοῦ στίχου, ὅπως καὶ οἱ Kaibel6 καὶ Röhl2 (καὶ Χατζηιωάννου5 στὴ μετάφραση, μὲ τελεία οἱ πλεῖστοι), ἐνῶ ὁ Πιττάκης συνδέει ἄμεσα –χωρὶς ἐνδιάμεσο σημεῖο στίξεως– τὸ τόδε σῆμα μὲ τὸ ἐπέθηκεν, ἴσως ὀρθῶς, ὅπως ἐμφαίνεται σὲ παράλληλα ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα (βλ. GVI4 97.3-4, 125, κυρίως 137 κἑ.), μὲ τὴ λ. σῆμα σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση νὰ σημαίνει τὴ στήλην (βλ. ἀνωτ.) καὶ τὸ με ἐπέθηκε νὰ μεταφράζεται «μ' ἔστησε στὸν τάφο ἐπάνω»· προτιμήσαμε τὴν πιὸ συνήθη σύνταξη μὲ τὸ ρῆμα εἰμί / ἐστί, ἐδῶ ἐννοούμενο (βλ. GVI4 52 κἑ., κυρίως 57 καὶ 75 κἑ.), καὶ τὸ σῆμα νὰ σημαίνει τὸ μνῆμα. Βλ. καὶ ἑπόμενα.

2. Διότιμός με ἐπέθηκε: ἂν δὲν ἀκολουθήσουμε τὴ σύνταξη τοῦ Πιττάκη1 (βλ. ἀνωτ.), ἐννοεῖται ἴσως ἀνάγλυφη παράσταση μὲ τὴ μορφὴ τοῦ νεκροῦ (βλ. Χατζηιωάννου5 Δα´ καὶ Δβ´ 79, πβ. GVI4 76, 82, 109, κ.ἄ., πβ. ἐπίσης ἀνωτ. Ε2.7-8 καὶ κατωτ. Ε7.1 μὲ σχόλ., Ε9.5, Ε13.2, Ε15.2, Ε17.1 κ.ἄ.). Στὶς Κυπριακὲς συλλαβικὲς ἐπιγραφὲς τὸ ρῆμα ἔθηκε, ἁπλὸ ἢ σύνθετο (ἀνέθηκε, ὀνέθηκε, ὐνέθηκε, καὶ κατέθηκε) χρησιμοποιεῖται κατὰ κανόνα στὰ ἀφιερωματικὰ κείμενα (βλ. ICS10 181, 182, 185, 204, 205, 209, 210, 212 κ.ἄ., ΑΚΕΠ5 Δα´ 16.2 κἑ., βλ. ὅμως ICS10 94 κατέθισαν σὲ ἐπιτύμβια πλάκα), ἐνῶ τὸ ἔστασε (κυρίως ἐπέστασε / κατέστασε) χρησιμοποι­εῖται συχνὰ στὶς ἐπιτύμβιες ἐπιγραφές (ICS10 92, 93, 103, 132, 142 -α, 153 -αν, 154, 154a, 163 Ἀριστίλας ἠμί· ἔστασε ὈνασιϜάναξ, κ.ἄ., πβ. ὅμως 85, 86, 335, 339, κ.ἄ.). Ἀξίζει νὰ σημειωθῆ ὅτι σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις τὸ ἔστασε ἀναφέρεται προφανῶς σὲ ἐπιτύμβια στήλη μὲ ἐπιγραφὴ χωρὶς παράσταση, μὲ τὸ ὄνομα τοῦ νεκροῦ σὲ δοτ. (π.χ. ICS10 142 Κυπρομέδο(ν)[τι] τῶι πατ[ρὶ] ἐπέστασα, 103 Τιμόκυπρος ὁ Τιμοκρέτεος ἐπέστασε ΚιλικᾶϜι τῶι κασιγνήτωι, 154a Ζώχαρις κατέστασε τᾶι γυναικὶ Τιμίλαι, κ.τ.τ.), ἀλλὰ καὶ σὲ γεν. (ICS10 154 Ἰσαζά(?)θας τᾶς Ὀνάσα(ν)τος γυναικός ἠμι· ἐπέστασε ὁ παῖς Παρμένων, πβ. 94) ἢ ὀνομ. (ICS10 163: βλ. ἀνωτ.) σὲ ἡμιπερίοδο μὲ τὸ ρῆμα ἠμί, ποὺ ἀνευρίσκεται (ἢ ὑπονοεῖται) πολὺ συχνὰ σὲ Κυπριακὲς ἐπιτύμβιες συλλαβικὲς ἐπιγραφές (μὲ τὸ ὄνομα τοῦ νεκροῦ σὲ ὀνομ. ἢ γεν.): ICS10 57 Πασιτίμω ἠμί, 59 Πρωταγόραυ []μί, 60 ΕὐϜά(ν)θεο(ς), 80 Τιμοκρέτης ὁ Τι[μο]χάριϜος πᾶς, 82 Στασαγόραυ []νασίλω ἠμί, 88a Διερωτὼ (?) Τιμοκρέτεος γυνά, 95 Ὀναίων τῶ Νασιώταυ ἠμί, 96 Τιμοκύπρας ἠμὶ Τιμοδάμω, 97 Ὀνασικύπρα ἁ Ὀνασιδάμω, 98 ΤιμοκλῆϜος (καὶ 99 ΤιμοκλέϜεος···), 100 Φιλοκύπρας· ἁ Τιμόρμω γυνά ἠμι, κ.τ.τ. Σ' ὅλα αὐτὰ τὰ παραδείγματα καὶ σὲ ἄλλα πολλὰ παρόμοια εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἀπουσία ὅρου δηλωτικοῦ τοῦ μνήματος, ποὺ ἀπαντᾶ σὲ ἐλάχιστες περιπτώσεις: ICS10 140 [- - -] τὸ σᾶμά ἠμι καὶ 338 Σωκρέτεος τῶ Σωχάριος τόδε σᾶμαν. Σελαμίνιος (γιὰ τὴν αἰτ. σᾶμαν, μὲ -ν μολονότι γ´ κλίσεως, ὅπως συνήθως σήμερα στὴν Κυπριακὴ διάλεκτο, βλ. Masson10 ad loc.), πβ. 343 σημ. (σᾶμα μὲ τὴ σημασία μνῆμα: ἐνθύμιο, σὲ ἀφιερωματικὴ ἐπιγραφή), 92 σημ. (μνᾶμαμνάϊyο(ν) "valant μνῆμα" προτεινόμενα ἀπὸ τοὺς Hoffmann17 καὶ Meister18 ἀντίστοιχα), καὶ 84 ΚυπροκρατίϜος ἠμὶ ὁ λᾶο(ς) ὅδε· ὅ μοι πόσις Ὀνασίτιμος ΔιϜισωνίδας (?)· δίπας ἠμί (γιὰ τὸ λᾶος «λίθος (ἐπιτύμβιος)», ἐπιτύμβια πλάκα, βλ. Masson10 ad loc., μὲ βιβλιογραφία). Ὅλα τοῦτα ἐνισχύουν τὴ σύνταξη ποὺ μὲ ἀμφιβολίες ἀκολουθήσαμε ἐδῶ.
Τὸ ὄνομα Διότιμος ἀπαντᾶ καὶ ἀλλοῦ σὲ Κυπριακὲς ἐπιγραφές, εἶναι δὲ σύνηθες στὸν νησιωτικὸ χῶρο (βλ. LGPN119 σ.λ.). Τὸ α´ συνθ. ἀπαντᾶ καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα ὀνόματα στὴν Κύπρο κ.ἀ. (βλ. κατωτ. Ε25.1 Διοδώρα, ICS10 σελ. 412 Ind., κ.ἀ.). Τὸ με μὲ -ε ἐκθλιβόμενο μετρικά (βλ. εἰσαγ. σημ.).

  1. Πιττάκης, Κ. Σ. (1855), Ἐφημερὶς Ἀρχαιολογική, Vol. 41 1318 άρ. 2649, Έφημερὶς Ἀρχαιολογική 41.a↑ b↑ c↑ d↑
  2. Roehl, H. (1882), Inscriptions Graecae antiquissimae praeter Atticas in Attica repertas, Berlin.a↑ b↑
  3. Inscriptiones Graecae, Vols. I-XIV, Berlin.
  4. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  5. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  6. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑
  7. Friedländer, P. & Hoffleit H. B. (1948), Epigrammata: Greek Inscriptions in Verse (from the Beginnings to the Persian Wars), Berkley and Los Angeles.
  8. Hansen, P. A. (1983), Carmina Epigraphica Graeca (saeculorum VIII - V a. Chr. n.), Texte und Kommentare Berlin and New York.
  9. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .a↑ b↑
  10. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑
  11. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  12. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .a↑ b↑
  13. Σκιαδάς, Ἀ. Δ. (1967), Ἐπὶ Τύμβω: Συμβολὴ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν Ἑλληνικῶν ἐπιτυμβίων ἐμμέτρων ἐπιγραφῶν, Σειρὰ Δευτέρα: Μελέται καὶ ἔρευναι, ἀρ. 15,ἀρ. 14 Ἀθῆναι.
  14. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  15. Frisk, H. (1960-1972), Griechisches etymologisches Wörterbuch, Vols. I-III, Heidelberg.
  16. Collitz, H. & Bechtel F. (1884-1915), Sammlung der griechischen Dialekt-Inschriften, Göttingen.
  17. Hoffmann, E. (1893), Sylloge Epigrammatum Graecorum quae ante medium saeculum a. Chr. n. tertium incisa ad nos pervenerunt, Halle.a↑ b↑
  18. Meister, R. (1882-1889), Die griechischen Dialekte: auf Grundlage von Ahrens' Werk: «De Graecae linguae dialectis», Vols. I-II, Göttingen .
  19. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.