You are here

E33

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      [Ὡς]1 δ' ἁπαλὸν ῥειπαῖς ἀνεμώδεσιν  ἔρνος ἐλαίας 
           Σωσ[ιπάτρα]2  ἐκ πατρικῶν ἐξεκόπην θαλάμων3.
      οὔνομά σοι κενεὸν  παρῆν Γάμο[ς]4 · ἃν γὰρ ἔθρεψες
           φροντίσιν ἁδίσταις, νῦν γενόμαν ἄγαμος·
5    τῶ[ν]5 γὰρ ἐπὶ ψυχάν6  τις ‹ἐ›μὰν διεχώρισε δαίμων,
           7 τῶν περιλειπομένω̣̣̣̣̣[ν]8 νῦν κατόναισ̣̣̣̣̣[θε τ]έκνων.
      εὐχὰς δ' εἰς αἰῶνα θεοῖς χθονίοισι πρ[ο]π̣̣̣̣̣έμπω{ι}9 
           καὶ̣̣̣̣̣10 [– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –]11 
      12[– – – λοι]π̣̣̣̣̣ὸν13 ὅπως γ̣̣̣̣̣[ῆρας – – – – – – – – – – – – –]
10       [– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –].

  1. 1 [ὡς] suppl. Peek
  2. 2 Σωσ[ιπάτρα] dubit. Voskos; Σωσ[τράτη] Peek, it. SEG et Hadj. (num Σω­σ[τράτα?]): Σώσ[θενες] Mitf. (vid. et infra ad v. 5, cf. ad v. 3)
  3. 2-3 θαλάμων. et Γάμο[ς]· interpun­ximus: -ων· et -ο[ς], cett.
  4. 3 Γάμο[ς], Peek, it. SEG, et nos coll. RDAC 1981 200 no. 19 et SEG 31 (1981) 353 no. 1342 Π̣̣̣̣̣ρ̣̣̣̣̣ῖ̣̣̣̣̣μ̣̣̣̣̣ε̣̣̣̣̣ | Γάμου | χ̣̣̣̣̣ρ̣̣̣̣̣η̣̣̣̣̣σ̣̣̣̣̣τέ̣̣̣̣̣, χ̣̣̣̣̣α̣̣̣̣̣ῖ̣̣̣̣̣ρ̣̣̣̣̣ε̣̣̣̣̣, al. (vid. infra adnot. ad loc.): γάμο[ς] Mitf., SEG adnot., Hadj.
  5. 5 τῶ[ν] et ‹ἐ›μὰν suppl. Peek ([ἐ]μ- Hadj.) ‖
  6. ἐπὶ ψυχάν dubit. Voskos: ἐπιψυχ‹ί›αν suppl. Peek, it. (-χ[ί]-) Hadj.; «Lap. ΕΠΙΨΥΧΙΑΝΤΙΣΜΑΝ. Urget Mitford patris nomen in Σωσ – – – agno­scendum, defunctae in Ἐπιψυχίαν» SEG (ψυ- syll. longa; sed vid. infra adnot. ad loc.)
  7. 6 suppl. Peek ‖
  8. περιλειπομένω̣̣̣̣̣[ν] et κατόναισ̣̣̣̣̣[θε  legimus: -ω[ν] et -σ[θε] cett.
  9. .7 πρ[ο]π̣̣̣̣̣έμπω{ι} nos (-ΩΙ legimus): -ω cett. (-πε- pro -π̣̣̣̣̣ε- scr. Hadj.)
  10. 8 καὶ̣̣̣̣̣ Peek
  11. 8 sq. ΚΑΙ····Φ̣̣̣̣̣Α̣̣̣̣̣Ν̣̣̣̣̣Ι̣̣̣̣̣Ε̣̣̣̣̣Δ̣̣̣̣̣····Ε̣̣̣̣̣Υ̣̣̣̣̣Ρ̣̣̣̣̣·Κ̣̣̣̣̣Ο̣̣̣̣̣ΕΜΙ̣̣̣̣̣Ν···Μ[10-11]|Τ̣̣̣̣̣Ο̣̣̣̣̣Ν­ΟΠΩΣΓ leg. Mitf.
  12. 9 suppl. Peek ‖
  13. -π̣̣̣̣̣ὸν legimus: -π̣̣̣̣̣ό̣̣̣̣̣ν Peek (Τ̣̣̣̣̣Ο̣̣̣̣̣Ν Mitf.).

Σὰν τρυφερὸ κλωνάρι ἐλιᾶς ἀπ' τὶς ριπὲς τ' ἀνέμου

     ἡ Σωσιπάτρα ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς ξεκόπηκα θαλάμους.

Ὄνομα γιὰ σὲ κενὸ ἦταν τὸ Γάμος· γιατὶ αὐτὴ π' ἀνέθρεψες

     μὲ τὶς φροντίδες τὶς γλυκύτατες, τώρα ἀπόμεινα ἄγαμη·

μὰ αὐτὰ ποὺ ἀπ' τὴ δική μου τὴν ψυχὴ κάποιος
                        διαχώρισε θεός

     ὅσα σᾶς ἔμειναν παιδιὰ χαρῆτε τώρα.

Εὐχὲς αἰώνια στοὺς θεοὺς τοῦ πάνω κόσμου στέλλω

      καὶ (τοὺς παρακαλῶ νὰ δώσουν)

τὰ γηρατιά σας τοῦ λοιποῦ (ὅλο χαρὰ νὰ εἶναι).

Σχόλια: 

Ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα σὲ στήλη ἀπὸ λευκὸ μάρμαρο διαστάσεων 16.2 x 74.2 x 22.4 ἑκ. ποὺ βρέθηκε στὴν Ἀφάνεια (περιοχὴ ἀρχαίων Χύτρων) κατὰ τὰ σχετικὰ στοιχεῖα τοῦ Κυπριακοῦ Μουσείου, ὅπου βρίσκεται σήμερα μὲ ἀρ. I. G. 211 (ἀπὸ τοὺς Χύτρους κατὰ τοὺς Peek1 καὶ Χατζηιωάννου2, πβ. SEG3 18 [1962] 197: "Aphania, orientem versus a Chytris"). Συντέθηκε κατὰ πᾶσαν πιθανότητα περὶ τὰ τέλη τοῦ β΄ αἰ. / ἀρχὲς α΄ αἰ. π.Χ. ("s. II/Ia": SEG3 ὅ.π., καὶ Nicolaou PPC4 σ.λ. Σωσ[τράτη?] / «στὸν 1 αἰ. π.Χ.» κατὰ τὸν Χατζηιωάννου2 [Δβ΄ 100] / στὰ τέλη τοῦ 1ου αἰ. π.Χ.: "Ende I. Jh." κατὰ τὸν Peek1). Ἡ στήλη, ἀκρωτηριασμένη ἐλαφρὰ στὸ ἀριστερὸ καὶ δεξιὸ ἄκρο καὶ σοβαρὰ στὴν κάτω ἐπιμήκη πλευρά (περισσότερο πρὸς τὸ δεξιὸ ἄκρο), διασώζει στὶς 5 πρῶτες σειρὲς τὸ κείμενο τῶν 7 πρώτων στ. μέχρι τὸ ΠΡ[Ο]- (σὲ ἀρκετὰ καλὴ κατάσταση), στὴν ἀρχὴ τῆς 6ης σειρᾶς τὸ τέλος τοῦ στ. 7 καὶ τὴν ἀρχὴ τοῦ στ. 8 (-Π̣̣ΕΜΠΩΙΚΑΙ̣̣) καὶ στὴν ἀρχὴ τῆς 7ης σειρᾶς μικρὸ τμῆμα ἀπὸ τὸ μέσο τοῦ στ. 9 (-Π̣̣ΟΝΟΠΩΣΓ), ἐνῶ λείπουν σημαντικὰ τμήματα τῶν στ. 8-9 καὶ πιθανῶς ἕνας 10ος στ., ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ ἐλεγειακὸ μέτρο τοῦ ἐπιγράμματος (πιθανῶς 5 ἐλεγειακὰ δίστιχα). Τὸ ἐπίγραμμα εἶναι ἀξιόλογο τόσο ἀπὸ ἄποψη μορφῆς (μέτρο σχεδὸν ἄψογο, γλώσσα μὲ τύπους τῆς Κυπριακῆς διαλέκτου) ὅσο καὶ ἀπὸ ἄποψη περιεχομένου· κατὰ τὸν Χατζηιωάννου2 (Δβ΄ 100), «Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα ἐπιγράμματα κι' ἡ παρομοίωση τῶν δύο πρώτων στίχων δονεῖ ἔντονα τὴν ἀνθρώπινη ψυχή»· ἡ εὐαισθησία καὶ ὁ λυρισμὸς τῶν περιγραφῶν καὶ τῶν νοημάτων εἶναι ἀξιοπρόσεχτα, ἡ πρωτοτυπία σημαντική. Ἐμφανίζεται νὰ μιλᾶ ἡ νεαρὴ ἄγαμη νεκρή (Σωσιπάτρα τὸ ὄνομά της, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα), ποὺ σὰν τρυφερὸ κλωνάρι ἐλιᾶς ἀπ' τὶς ριπὲς τ' ἀνέμου | ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς ξεκόπηκε θαλάμους.

1. [Ὡς] δ' ἁπαλὸν (...) ἔρνος ἐλαίας: μόνον ἐδῶ· πβ. ὅμως Σ 43-60 (βλ. κατωτ.). Σὲ ἐπιγράμματα: EGr5 905.3 Ἑλλάδος ἀγλαὸν ἔρνος, 866.3 Κεκροπίης σοφὸν ἔρνος, 951.3 Ζήνωνος Ζήνωνα, κλυτῶν προγόνων κλυτὸν ἔρνος κ.τ.τ., πβ. (γιὰ τὴν ὅλη παρομοίωση, στ. 1-2) GVI1 796. 6-7 τὸν ἥρπασε μόρσιμος αἶσα | οἷά τε ἀγλαόμορφον ἀπὸ χθονὸς ἔρνος ἀήτης (στ. 3 Κεκροπίης βλάστημα, κλυτὸν γένος Αἰακιδάων) καὶ EGr5 538.5-6 [οἷ]α δὲ δένδρου | κλῶν (sic) [νῦ]ν ἐκλάσθης ἔ[κτ]ομος εἰς Ἀίδαν, κ.ἄ. (EGr5 201.1 κἑ. = GVI1 1541.1 κἑ. [φν]ως γάρ | ἁρπάξας σ' Ἀίδας σὰν ἐμάρανε ἀκμάν· | συνκέχυται γενέτας δὲ Ποσείδιππος, κλυτὸν ἔρνος | ζαλωτὸν πένψας Περσεφόνα θαλάμοις, GVI1 1542.5 κἑ., 1595.3 κἑ., κ.τ.τ.). Τὸ ἐπίθ. ἁπαλός (μαλακός, τρυφερός, πβ. ἁβρός, ἴσως συγγ. πρὸς τὸ ὀπός = χυμός: βλ. LSK6 καὶ Hofmann – Παπαν.7 σ.λ. ἁπαλός, πβ. ὅμως Chantraine8 σ.λ.) χρησιμοποιεῖται κατὰ κανόνα γιὰ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα στὸν Ὅμηρο (Ρ 49 ἁπαλοῖο δι' αὐχένος, Σ 123 παρειάων ἁπαλάων, Τα 285 κ.ἀ. ἁπαλὴν δειρήν, Τ 92 ἁπαλοὶ πόδες, κ.τ.τ.), ἀργότερα καὶ γιὰ ἀνθρώπους, πρὸς δήλωση τῆς τρυφερότητας (Εὐρ. Ἰφ. Αὐλ. 1289 βρέφος ἁπαλόν, κ.τ.τ.). Παρόμοια ἐν μέρει εἶναι ἡ χρήση τοῦ οὐσ. ἔρνος = νεαρὸς βλαστός, βλαστάρι (κυριολ. στὸν Ὅμηρο, ἀργότερα καὶ μεταφ.: τέκνο· ἴσως συγγ. πρὸς τὸ Ὁμηρ. ἄρμενος, βλ. Hofmann – Παπαν.7 καὶ Chantraine8 σ.λλ.): ζ 163 φοίνικος νέον ἔρνος ἀνερχόμενον ἐνόησα· (σὲ παρομοιώσεις) Σ 56 ~ 437 ἔξοχον ἡρώων· ὁ δ' ἀνέδραμεν ἔρνεϊ ἶσος, ξ 175 Τηλεμάχου· τὸν... θρέψαν θεοὶ ἔρνεϊ ἶσον, καὶ κυρίως Ρ 53 κἑ. οἷον δὲ τρέφει ἔρνος ἀνὴρ ἐριθηλὲς ἐλαίης | ... | καλὸν τηλεθάον· τὸ δέ τε πνοιαὶ δονέουσι | παντοίων ἀνέμων... | ἐλθὼν δ' ἐξαπίνης ἄνεμος σὺν λαίλαπι πολλῇ | ...ἐξετάνυσσ' ἐπὶ γαίῃ (πβ. τὴν ὅλη Ὁμηρ. παρομοίωση [στ. 43 - 60] πρὸς τὴν ἐδῶ, βλ. καὶ ἑπομ.).– Γιὰ τὸ δὲ στὴν ἀρχὴ ποιήματος (χωρὶς προηγούμενο μὲν) πβ. Μίμν. ἀποσπ. 1 καὶ 2 West, κ.ἄ.

ῥειπαῖς ἀνεμώδεσιν: πβ. Νόνν. Διον. 13.8 ἀνεμώδει ῥιπῇ καὶ 22.366 ἀνεμώδεα ῥιπήν· πβ. ἐπίσης Ο 171 καὶ Τ 358 ὑπὸ ῥιπῆς αἰθρηγενέος Βορέαο, Πινδ. ἀπόσπ. 78-9.9-10 Bowra9 παντοδαπῶν τ' ἀνέμων ῥιπαῖσιν καὶ Πυθ. 9.48 ῥιπαῖς τ' ἀνέμων κλονέονται (πβ. Πυθ. 4.195), Σοφ. Ἀντ. 137 ῥιπαῖς ἐχθίστων ἀνέμων, κ.τ.τ. Τὸ οὐσ. ῥῑπή (ῥει- ἐδῶ), ἀπὸ τὸ ῥίπτω (ρίζα Ϝρῑπ-, πβ. μεσαιων. Γερμ. wriven καὶ riban, κ.ἄ.: βλ. Chantraine8 σ.λ. ῥίπτω, καὶ σ.λ. ῥίψ), σημαίνει –ἤδη στὸν Ὅμηρο– τὴ ρίψη καὶ τὴν ὁρμητικὴ κίνηση· πβ. βολή (ἀνωτ. ΑΚυΓ1β´10 7 F1.5 βολαῖς νιφοκτύποις), φορά (ΑΚυΓ1β´10 10a F22.3 δισσαῖς ... φοραῖς), ῥύμη καὶ ὁρμή. Τὸ ἐπίθ. ἀνεμώδης εἶναι μεθομ. (στὸν Ὅμηρο ἠνεμόεις: ἐκτεθειμένος στὸν ἄνεμο καὶ γρήγορος σὰν ἄνεμος, καὶ ἀνεμώλιος μὲ μεταφ. σημ.: κενός, πβ. τὸ σημερινὸ «λόγια τ' ἀνέμου»), ἀπὸ τὸ συχνὸ ἤδη στὸν Ὅμηρο ἄνεμος: πνοή, ρεῦμα ἀέρος, ἄνεμος (πβ. Λατ. animus, Σανσκρ. ánila-, κ.ἄ.: βλ. Hofmann – Παπαν.7 καὶ Chantraine8 σ.λ., πβ. LSK6 σ.λ.)· ἐδῶ, προφανῶς λόγω μέτρου, Ἀττ. τύπος ἀνεμώδεσιν ἀντὶ τοῦ ἀνεμώδεσσιν (θέμα ἀνεμώδεσ-, κατάλ. -σιν > -εσσιν, πβ. στήθεσ-σιν > Ἀττ. στήθεσιν, κ.τ.τ.).

2. Σωσ[ιπάτρα]: Ὅτι πρόκειται γιὰ νεκρή (ὄχι νεκρόν) συμπεραίνεται μὲ ἀσφάλεια ἀπὸ τὸ ἃν (= ἣν) τοῦ ἑπόμ. στίχου· καὶ δύσκολα μπορεῖ νὰ δεχθῆ κανεὶς ὅτι δὲν ἀναφέρεται ἐδῶ τὸ ὄνομα τῆς νεκρῆς, ἀλλὰ τοῦ πατέρα, υἱοθετώντας π.χ. τὸ Σώσ[θενες] ποὺ μὲ δισταγμοὺς προτείνει ὁ Mitford1. Τὸ ὄνομα Σωστράτη, ποὺ προτείνει ὁ Peek1, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστῆ ἐδῶ, μολονότι δὲν ἀπαντᾶ ἀλλοῦ σὲ Κυπριακὸ κείμενο ἢ σὲ ἐπίγραμμα (τὸ ὄνομα ὅμως εἶναι συχνὸ στὴν Ἀθήνα: βλ. Ἀριστοφ. Νεφ. 678, Σφῆκ. 1397, κ.ἀ., ἀλλὰ καὶ CIG11 II 1804 Σωστράτα Σωπάτρου, ποὺ μπορεῖ νὰ στηρίξει συμπλ. Σωσ[τράτα] ἀντὶ Σωσ[τράτη] ἐδῶ). Σὲ ἐπίγραμμα ἀπὸ τὸ Ἄργος ἀπαντᾶ τὸ ὄνομα Σωσιπάτρα (EGr5 470 Ἐνθάδε Σωσιπάτρα κεῖμαι ἐπὶ σήματι τῷδε | μοίρης ἀμβροσίης ἐκτελέσα[σα] μίτον, μὲ προσωδία – È È | –, βλ. καὶ GVI1 1064.1 [Σ]ωσιπάτρα μὲν ἔτικτε κ.λπ.), ποὺ ἀνευρίσκεται συχνότατα κ.ἀ. (σὲ ἐπιγραφὲς τῆς Ἀθήνας, τῆς Κῶ καὶ τῆς Ρόδου: βλ. LGPN12 σ.λ. Σωσιπάτρα / στὸν Εὐνάπιο, κ.ἀ.) καὶ μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει ἐδῶ ἐπιλογὴ εὔστοχη ὄχι μόνο παλαιογραφικὰ καὶ μετρικὰ ἀλλὰ καὶ νοηματικά, ὡς Σωσιπάτρα (μὲ συνίζηση τῆς τελευταίας συλλ. μὲ τὸ ἑπόμ. ἐκ) ἢ Σωσιπάτρ' , προσδίδοντας ἰδιαίτερη βαρύτητα στὸ ἑπόμενο πατρικῶν...θαλάμων (στὴ δεύτερη δὲ περίπτωση καὶ στὸ ἐξεκόπην), καὶ γενικὰ στὴν ὅλη ἔμφαση στὸν πατέρα. Τὸ ἀρσ. Σωσίπατρος, σὲ τύπο κλητ. Σωσ[ίπατρε] ἢ Σωσ[ίπατρ'], φαίνεται ἀντίστοιχα πρόσφορο γιὰ ὅποιον θέλει νὰ συμπληρώσει ἐδῶ τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα τῆς νεκρῆς· ἀπαντᾶ συχνὰ καὶ ἀλλοῦ καί, κυρίως, ὁδηγεῖ στὸν ὁμώνυμο ποιητὴ Σωσίπατρον, ποὺ πιθανῶς ταυτίζεται μὲ τὸν Σώπατρον τὸν Πάφιον (βλ. ΑΚυΓ1β´10 180] κἑ., καὶ 10b F1 σχόλ.). Βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. Γάμος καὶ 5 σ.λ. ἐπὶ ψυχάν.

ἐκ πατρικῶν ἐξεκόπην θαλάμων: μόνον ἐδῶ· πβ. ἀνωτ. Ε31 σχόλ. σ.στ. 8 (καὶ Ε27 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. ἀσκέπτους νεκύων εἰς θαλάμους).

3. οὔνομα (...) κενεὸν: μόνον ἐδῶ· πβ. Ἀνθ. Παλ. 7.271 (ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ). 4 οὔνομα καὶ κενεὸν σῆμα παρερχόμεθα. Ὁ τύπος οὔνομα (Ἰων. καὶ ποιητ. ἀντὶ ὄνομα) ἀπαντᾶ συχνὰ καὶ σὲ ἐπιγράμματα (βλ. ἀνωτ. Ε2.7 σχόλ.), ὅπως καὶ ὁ ἐπίσης ποιητ. τύπος κενεός (ἀντὶ κενός, πβ. ἀδελφός / ἀδελφεός κ.λπ.): κενεὸς τύμβοςτάφος, κενεὰ κάλπις, κενεὸν σῆμα, κ. λέχος, κ. ἐλπίς (βλ. καὶ Ἡσ. Ἔργ. 498 μὲ σημ. West13), κ. χάρις κ.τ.τ. (βλ. π.χ. EGr5 Ind. [σ. 633] λ. κενεός, πβ. Ἀνθ. Παλ. 7.653.3-4 ᾧ τόδε σῆμα | δακρύσας κενεὸν παιδὶ πατὴρ ἔκαμεν κ.ἄ.). Σὲ συλλαβικὴ ἐπιγραφὴ Κυπριακή, ἀπὸ τὴ Νεκρόπολη τοῦ Μαρίου (περιοχὴ τῆς Πόλης τῆς Χρυσοχοῦς) ἀπαντᾶ ὁ τύπος κενευϜός (ICS14 94 a-ri-si-ti-ya-u· e-mi | ka-te-ti-sa-ne· e-pi-ke-ne | u-wo-ne: Ἀριστίyαυ ἠμί· | κατέθισαν ἐπὶ κενε | υϜῶν, "sous-entendre τάφω(ν), il s'agit d'un cénotaphe" κατὰ τὸν Masson10, πβ. ΑΚΕΠ2 Γβ΄ 161), ἐνῶ κατὰ τὸν Ἡσύχιο: κενεά· κενά, μάταια. Κύπριοι δὲ ἀναδενδράδας («ἡ ἄγρια κληματίδα λεγόταν στὴν Κυπριακὴ κενεά, δηλ. κενή, ἄκαρπη» κατὰ τὸν Χατζηιωάννου2 ὅ.π.).

Γάμο[ς]: τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα τῆς νεκρῆς κατὰ τὸν Peek1, ἐνῶ ὁ Mitford προτείνει τὸ γάμο[ς], ποὺ ἐπιδοκιμάζεται στὴ σχετικὴ σημ. στὸ SEG3 18 (1962) 198 ἀρ. 594 («non Γάμος sed γάμος scribendum») καὶ υἱοθετεῖται ἀπὸ τὸν Χατζη­ιωάννου2. Ἡ ἐπιλογὴ δὲν εἶναι εὔκολη. Ὅμως ἡ ἐδῶ ἀναφορὰ ὀνόματος Γάμο[ς] γιὰ τὸν πατέρα, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ὄνομα Σωσ[ιπάτρα] γιὰ τὴ νεκρή (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.λ.), προσδίδει ἰδιαίτερη χροιὰ στὰ συμφραζόμενα. Καὶ τὸ ὄνομα Γάμος δὲν εἶναι ὅσο θὰ ὑπέθετε κανεὶς ἐκ πρώτης ὄψεως σπάνιο· ἀπαντᾶ συχνὰ στὴν Ἀθήνα, στὴν Κρήτη, στὴ Θήρα κ.ἀ. (ὅπως ἐπίσης καὶ τὰ Γαμίων, Γαμικός, ΓαμίκηΓαμική· βλ. LGPN15 σ.λλ. καὶ ἐπιγραφὴ τῆς Πισιδίας στὸ SEG3 31 (1981) 315 ἀρ. 1182, πβ. GVI1 1958.3-4), σὲ σκωπτικὸ ἐπίγραμμα τοῦ Λουκιλίου (τῆς ἐποχῆς τοῦ Νέρωνα, Ἀνθ. Παλ. 11.207 Καὶ τρώγεις ὅσα πέντε λύκοι, Γάμε, κ.λπ.), καὶ κυρίως σὲ Κυπριακὴ ἐπιτύμβια ἐπιγραφὴ ἀπὸ τὴ Νεκρόπολη τῆς Ἀμαθούντας ποὺ χρονολογεῖται στὸν 1ο-2ο αἰ. μ.Χ. (I. Nicolaou, ICA2016 [1981] 200 ἀρ. 19, καὶ SEG3 31 [1981] 353 ἀρ. 1342 Π̣̣ρ̣̣ῖ̣̣μ̣̣ε̣̣ | Γάμου | χ̣̣ρ̣̣η̣̣σ̣̣τ̣̣έ̣̣, χ̣̣α̣̣ῖ̣̣ρ̣̣ε̣̣. Ἡ εἰρωνικὴ ἀντίθεση τοῦ ἐδῶ κυρίου ὀνόμ. Γάμο[ς] πρὸς τὸ ἐπίθ. ἄγαμος τοῦ ἑπόμενου στ. εἶναι τόσο ἔντονη, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ χαρακτηριστῆ τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα τῆς ἄγαμης νεκρῆς ὁμιλοῦν (ἄσχετα ἂν αὐτὸ ἀποτελεῖ ἢ ὄχι ἐπινόηση τοῦ ποιητῆ ad hoc, πβ. Κλεο-πάτρα καὶ Πάτρο-κλος κ.τ.τ. στὴν Ἰλιάδα, γιὰ τὰ ὁποῖα βλ. Ἀ. Βοσκοῦ ΜΑΦ17 30 κἑ. μὲ σημ. 115-8, 46 σημ. 163, κ.ἀ. [MAPh217 41 μὲ σημ. 82-85, 61 σημ. 1, κ.ἀ.], πβ. ἐπίσης Εὖκλος: ὁ εὐκλεής [βλ. ΑΚυΓ1β´10 σ. 81], Αἰνείας ἀπὸ τὸ αἰνὸν ἄχος τῆς Ἀφροδίτης [5 Υ1.198-9 μὲ σημ.], κ.τ.τ.): ὁ Γάμος μεγαλώνει τὴν κόρη του φροντίσιν ἁδίσταις, προσδοκώντας γι' αὐτήν, ὅπως κάθε πατέρας γιὰ τὴν κόρη του, ἕναν καλὸν γάμον· ἡ Σωσ[ιπάτρα] ὅμως δὲν ζῆ γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὶς προσδοκίες τοῦ πατρός, πεθαίνει ἄγαμος. Δὲν ἐπακολουθεῖ θρῆνος, μὰ εὐχὲς τῆς νεκρῆς γιὰ τοὺς δικούς της εἰς αἰῶνα θεοῖς χθονίοισι (στ. 7). Ἡ σφραγίδα ἑνὸς ἱκανοῦ ποιητῆ εἶναι ἀναντίρρητη.

5. ἐπὶ ψυχάν: δική μας ἀπόδοση τοῦ ΕΠΙΨΥΧΑΝ τῆς ἐπιγραφῆς, μὲ τὴν πρόθεση ἐπὶ νὰ κεῖται ἐδῶ ἀπολύτως (βλ. LSJ918 / LSK6 σ.λ. ἐπὶ Ε.Ι.) ἢ νὰ ἀναφέρεται στὸ ἑπόμενο διαχωρίζω, ἐπιτείνοντας τὴν ἔννοια τοῦ ρήματος (βλ. ὅ.π. G / H.III.4, πβ. Ι.4, ἴσως ΙΙ). Τὸ ἐπιψυχ<ί>αν, ποὺ πρότεινε ὁ Peek1 καὶ υἱοθέτησε ὁ Χατζηιω­άννου2, πέραν τοῦ ὅτι δὲν ἀπαντᾶ ἀλλοῦ (γεγονὸς ἀσήμαντο συχνὰ ἀφ' ἑαυτοῦ), δίνει προσωδία È , – È È , – (μὲ τὴ συλλ. -ψυ- βραχύχρονη, ἐνῶ στὸ ἐπὶ ψυχάν εἶναι κανονικὰ μακρόχρονη)· καὶ αὐτὸ ὅμως τὸ ἐπιχείρημα δὲν εἶναι ἀφ' ἑαυτοῦ καθοριστικό, καθὼς καὶ ἀλλοῦ σὲ ἐπιγράμματα ἔχουμε ἀντὶ βραχείας μακρὰ συλλαβή (βλ. ἀνωτ. Ε7 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. ἐγώ ἐμ')· τὸ νὰ ἐπινοήσει ὅμως ὁ ποιητὴς ad hoc λέξη «ἐπιψυχίαν» (ταυτόσημη μὲ τὸ ψυχὰν κατὰ τὸν Χατζηιωάννου2, Δβ΄ 100) παρα­βιάζοντας τοὺς μετρικοὺς κανόνες, δὲν φαίνεται πιθανό. Τὸ ἑπόμενο <ἐ>μὰν (ὄχι ἐμὲ, ποὺ ἀποκλείεται καὶ γιὰ μετρικοὺς λόγους) δὲν ἐπιτρέπει νὰ διαβαστῆ ἐδῶ τὸ ὄνομα τῆς νεκρῆς (βλ. σημ. στὸ SEG3 18 [1962] 198: «Lap. ΕΠΙΨΥΧΙΑΝΤΙΣΜΑΝ. Urget Mitford patris nomen in Σωσ – – – agnoscendum, defunctae in Ἐπιψυχίαν», καὶ δὲς ἐπιγραφή, ὅπου ἀναντίρρητα –ΨΥΧΑΝ-, κατ' οὐδένα λόγον –ΨΥΧΙΑΝ–). Γιὰ τὸ δαίμων βλ. κατωτ. Ε48 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ.

6. κατόναισ̣̣[θε: συμπλ. Peek1. Εὐκτ. ἀορ. τοῦ κατονίναμαι (ἀπολαύω, χαίρομαι, κ.τ.τ.), χρησιμοποιού­μενη σὲ εὐχές, ὅπως καὶ ἡ εὐκτ. μέσου ἀορ. τοῦ ἁπλοῦ ὀνίνημι (ὀναίμην, ὄναιο, κ.λπ.): Ἀριστοφ. Θεσμ. 469 ὀναίμην τῶν τέκνων («νὰ χαρῶ τὰ παιδιά μου») καὶ Ἐκκλ. 917 σαυτῆς κατόναι' (-ο, «νὰ χαρῆς τὸν ἑαυτό σου»), πβ. SIG19 826 C 15 (2ου αἰ. π.Χ., ἀπὸ τοὺς Δελφούς) τέκνων... κατόνασθαι (βλ. LSJ918 σ.λ. κατονίναμαι καὶ σ.λ. ὀνίνημι ΙΙ.2).

7. προ]π̣̣έμπω{ι}: στὴν ἐπιγραφὴ ὑπάρχει εὐκρινῶς ἕνα ι μετὰ τὸ -πω, πού, ἂν δὲν ὀφείλεται σὲ φθορὰ τῆς πλάκας, πρέπει νὰ ἔχει χαραχθῆ κατὰ λάθος ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ ι τοῦ ἀμέσως ἑπόμενου καί (στὴν ἴδια σειρὰ στὴν ἐπιγραφή: σειρὰ 6η, ΠΡ[Ο]Π̣̣ΕΜΠΩΙΚΑΙ̣̣).

8-10. Ἡ συμπλήρωση τῶν μεγάλων κενῶν στοὺς τελευταίους στίχους εἶναι δυστυχῶς προβληματική· ἡ ὕπαρξη 10ου στ. εἶναι πολὺ πιθανή, λόγω τοῦ μέτρου (ἐλεγειακό, δίστιχο). Τὸ νόημα φαίνεται σαφές: ἡ νεαρὴ νεκρὴ συμπληρώνει τὶς εὐχές της γιὰ τὰ μέλη τῆς οἰκογένειας ποὺ ἀφήνει πίσω (εὔχεται κυρίως «καλὰ γηρατιά» στοὺς γονεῖς). Πβ. ἀνωτ. Ε25.7-8.

  1. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑
  2. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  3. Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  4. Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg .
  5. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  6. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑
  7. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .a↑ b↑ c↑
  8. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑
  9. Bowra, C M. (1935), Pindari Carmina, Oxford.
  10. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  11. Boeckhius, A. (1843), Corpus Inscriptionum Graecorum, Vol. 2, Berlin.
  12. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.
  13. West, M L. (1978), Hesiod, Works and Days, Oxford.
  14. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.
  15. Leone, P L. (1968), Ioannis Tzetzae Historiae, Napoli .
  16. Michaelidou-Nicolaou, I. (1963-1994), Inscriptiones Cypriae Alphabeticae”, II-XXXIII. 1962-1993, RDAC
  17. Βοσκοῦ, Ἀ. Ἰ. (1974), Μελέαγρος – Ἀχιλλεὺς καὶ Φοῖνιξ: Συμβολὴ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ἑνότητος τῆς Ἰλιάδος, Σειρὰ ἐπιστημονικῶν διατριβῶν, 1 Λευκωσία.a↑ b↑
  18. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑
  19. Dittenberger, W. (1915-1924), Sylloge Inscriptionum Graecarum, Vols. I-IV, 3d ed., Leipzig.