You are here

E3

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

    1Ἐνθάδε μο̣̣̣̣̣ῖραν2 ἔχων  Ἁλικαρνησσεὺς3 Ἰδάγυγος 
2       κεῖται , Ἀριστοκλέος παῖς4 ↓ Ἄρεος θεράπων .

  1. «Amathunte Cypri reperta» sed sub tit. «HALICARNASSUS» sine alia adnot. ed. Hansen; cf. autem eiusdem CEG2 812 (= infra E7) ARGI ... «Argis reperta», et vid. infra ad locos. Verba distichi in decem lineis ita scripta sunt: ἐνθάδε: μο̣̣̣̣̣|ῖραν: ἔχων | Ἁλικαρνη|σσεὺς: Ἰδά|γυγος: κεῖ|ται: Ἀριστο|κλέος: πα|ῖς: Ἄρεος| θεράπω|ν
  2. 1 μο̣̣̣̣̣ῖραν Pfohl: μ(ο)ῖραν Marshall; μοῖραν cett.
  3. Ἁλικαρνασσεὺς Hadjio­annou Spyridakis
  4. 2 παῖς, interp. alii (sed. vid. infra adnot. s.v. Ἀριστοκλέος παῖς).

Ἐδωδὰ μοίρα θανάτου ἔχοντας ὁ Ἁλικαρνασσέας Ἰδάγυγος
     κεῖται, τ' Ἀριστοκλῆ παιδί τοῦ Ἄρη σύντροφος.

Σχόλια: 

Ἐλεγειακὸ δίστιχο σὲ ἐπικὴ διάλεκτο, γραμμένο στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. π.Χ. (ca. 475 B.C.: Pfohl GrPS1 183 καὶ Nicolaou CIS2 IX· ca. 475?: Jeffery LSAG3 358.41 καὶ CEG14 170· 5ου αἰ.: Marshall GIBM5 IV2 971, Peek GVI6 324, Χατζηιωάννου ΑΚΕΠ7 Δβ´ 80), πρὸς τιμὴν τοῦ Ἰδάγυγου ἀπὸ τὴν Ἁλικαρνασσὸ ποὺ πέθανε πολεμώντας στὴν Κύπρο καὶ θάφτηκε προφανῶς στὴν Ἀμαθούντα. Ἐκεῖ βρέθηκε τὸ 1894 ἡ ἐπιτύμβια πλάκα, μὲ τοὺς στίχους χαραγμένους σὲ 10 μικρὲς σειρές: Ἐνθάδε μο̣̣̣ | ῖραν ἔχων | Ἁλικαρνη | σσεὺς Ἰδά | γυγος κεῖ | ται Ἀριστο | κλέος πα- | ῖς, Ἄρεος | θεράπω | ν. Ἡ πλάκα, ποὺ σήμερα βρίσκεται στὸ Βρεττανικὸ Μουσεῖο, ἔχει ὕψος περίπου 1.73 μ., πλάτος 38.6 ἑκ. καὶ πάχος 11-11.8 ἑκ. Μὲ ἐξαίρεση τὸ τελευταῖο γράμμα τῆς α´ σειρᾶς, τοῦ ὁποίου ὑπάρχει μόνο ἕνα μικρὸ ἀριστερὸ ἴχνος, ἡ ἐπιγραφὴ δὲν ἐμφανίζει προβλήματα ἀνάγνωσης καὶ κατανόησης, καθὼς μάλιστα ὅλες σχεδὸν οἱ λέξεις χωρίζονται μεταξύ τους μὲ σχετικὸ σύμβολο (:). Φωτογραφία στὴ Νικολάου ὅ.π., καὶ στὸν Jeffery LSAG3 pl. 69.41· ἀπεικόνιση ἀπὸ τοὺς MCW8, ECy8 95.1, καὶ τὸν Marshall5, ὅ.π. Ἡ γραφὴ τῆς ἐπιτύμβιας πλάκας, παρατηρεῖ ὁ Jeffery (LSAG3 σελ. 353), εἶναι ἀνατολικὴ Ἰωνική, ὄχι ἡ τοπικὴ συλλαβικὴ γραφὴ τῆς Κύπρου· μερικὰ γράμματα εἶναι παλαιότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν ὑπ' ἀρ. 40 καὶ 42 (ν 2, υ 3) τῆς Ἁλικαρνασσοῦ, ἀλλὰ ἡ ἐπιγραφὴ εἶναι χαραγμένη ἀπὸ ὄχι ἰδιαίτερα ἐξασκημένο χέρι, καὶ ἔτσι μπορεῖ ἴσως νὰ τοποθετηθῆ χρονικὰ κοντὰ ("beside") στὴν ὑπ' ἀρ. 40 παρὰ πρὶν ἀπ' αὐτή ("c. 475?", σημειώνει ὁ ἴδιος στὴ σελ. 358 τόσο γιὰ τὴν ὑπ' ἀρ. 40 ὅσο καὶ γιὰ τὴν ὑπ' ἀρ. 41, "c. 475-454?" γιὰ τὴν ὑπ' ἀρ. 42). Ἀναμφισβήτητα ὅμως τὸ ὄχι ἰδιαίτερα ἐξασκημένο χέρι δὲν ἀποτελεῖ τεκμήριο συγκριτικῆς χρονολόγησης ἐπιγραφῶν παρὰ μόνον ἂν αὐτὲς προέρχονται ἀπὸ τὸν ἴδιο χαράκτη (καὶ τότε ὁδηγούμαστε λογικὰ σὲ πιὸ πρώιμη καὶ ὄχι σὲ παράλληλη ἢ γειτονικὴ χρονολόγηση), ἀλλὰ δηλώνει εἴτε τὴ μὴ ὕπαρξη ἀκόμα «σχολῆς» στὸν τόπο ἀναγραφῆς ἢ τὴ μὴ ἐξάσκηση στὸ χρησιμοποιούμενο ἀλφάβητο, εἴτε τὴν ἀναγραφὴ ἀπὸ ἐρασιτέχνη γιὰ εἰδικοὺς λόγους. Ὅλα τοῦτα ὁδηγοῦν μαζὶ μὲ ὅσα ἀναλύονται στὴ συνέχεια στὴν Κύπρο τῶν ἀρχῶν τοῦ 5ου αἰ. π.Χ. (καὶ ὄχι στὴν Ἁλικαρνασσό, ὅπως συμπεραίνουν οἱ Jeffery3 καὶ Hansen4, ὅ.π.). Συμπεριλάβαμε τὸ ἐπίγραμμα ἐδῶ ἀκολουθώντας τὸν γενικὸ κανόνα ποὺ ἐκθέσαμε στὰ Προλεγόμενα, χωρὶς ἀστερίσκο, ἔστω καὶ ὄχι χωρὶς ἀμφιβολίες.

1-2. Ἐνθάδε (...) κεῖται: στὴν ἀρχὴ τῶν στ. 1 καὶ 2 ἀντίστοιχα, πβ. CEG14 126.1-2 Ἐνθάδε... | κεῖτ' ..., 171. 1-3 Ἐνθάδ'...| ...| κεῖ[μ]αι, 172. 1-2 [Ἐνθάδ' Ἀ]ναξάνδ[ρ]ο Δει̣̣̣νῆ[ς δ]οκιμώτατος ἀστῶγ | κε<>[τ]αι ἀμώμητος̣̣̣ τέρμα λα[χ]ὼν θανάτο (πβ. GG9 55, βλ. καὶ Σκιαδᾶ Ἐπί Τύμβῳ10 67 κἑ.), καὶ κατωτ. Ε6.1 []νθάδ'ἐγὼ κεῖμαι καὶ Ε4.1[ν]θάδ' ἐγὼν κεῖμαι (στὴν ἀρχὴ τοῦ ἐπιγρ.). Ἡ φράση ἐνθάδε κεῖται (καὶ . κεῖμαι) ἐμφανίζεται συχνότατα σὲ ἐπιτύμβια ἐπιγρ. σὲ διάφορες θέσεις τοῦ στίχου ἢ τοῦ ἐλεγειακοῦ διστίχου (βλ. π.χ. Peek, GVI6 320 κἑ. [4. Typus: ἐνθάδε κεῖται (κεῖμαι) ὁ δεῖνα] καὶ Ἀνθ. Παλ. βιβλ. 7ο, π.χ. 7.747.1-2 Ἰουλιανὸς ... ἐνθάδε κεῖται, | ἀμφότερον βασιλεύς τ' ἀγαθὸς κρατερός τ' αἰχμητής, κ.τ.τ.). Ἡ χρήση τοῦ ἐνθάδε, χωρὶς νὰ ὑπάρχει κινήσεως σημαντικὸ ρῆμα, μὲ τὴ σημ. τοῦ ἐνταῦθαἔνθατῇδε (πβ. π.χ. GG9 241.1 Ἔνθα Γεωργὸν ἔθηκας καὶ Ἀνθ. Παλ. 7.249.1-2 ΣΙΜΩΝΙΔΟΥ τῇδε | κείμεθα), εἶναι καὶ πρώιμη καὶ συχνή (βλ. καὶ σημ. Hansen στὸ CEG14 76, ὅπου κι ἄλλες παραπομπὲς καὶ σχετικὴ βιβλιογραφία, καὶ ΕΚυΕ11 5.2β´).

1. μο̣ῖραν ἔχων: παλαιὰ τυπικὴ φράση, μὲ ποικίλες παραλλαγὲς καὶ σὲ διάφορες περιπτώσεις, π.χ. Ἀλκ. ἀπόσπ. 130.17 L. – P.12 ὀ τάλαις ἔγω | ζώω μοῖραν ἔχων ἀγροϊωτίκαν, ἀναθηματικὸ ἐπίγρ. 3.32.3-4 Cougny (EGr13 752, CEG14 272) φιλοξενίης ἀρετῆς τε | πάσης μοῖραν ἔχων τήνδε πόλιν νέμεται, ἐπιτύμβιο ἐπίγρ. 86.1-2 C. Εὔμηλος | νέρθ' ὑπ' ἐμοὶ κεῖται, μοῖραν ἔχων θανάτου, ἐπιδεικτικὸ ἐπίγρ. Ἀνθ. Παλ. 9.19.9-10 ἴσαν μοῖραν ἔχων Ἡρακλέϊ· καὶ γὰρ ἐκεῖνος | τόσσ' ἀνύσας δούλαν ζεῦγλαν ἐφηρμόσατο· πβ. Π68 χώρης ὀλίγην ἔτι μοῖραν ἔχοντες, δ 97 τριτάτων περ ἔχων ἐν δώμασι μοῖραν, Σόλ. ἀπόσπ. 27.18 W. οὐκ ἂν ἄωρος ἐὼν μοῖραν ἔχοι θανάτου, Εὐρ. Βάκχ. 302 Ἄρεώς τε μοῖραν μεταλαβὼν ἔχει τινά, ἐπιτύμβιο ἐπίγρ. (Ποσειδίππου ἢ Καλλιμάχου) Ἀνθ. Παλ. 7.170.4 ζωᾶς εἴ τινα μοῖραν ἔχει, κ.τ.τ.· πβ. ἐπίσης καὶ ΑΚυΓ14 1/1β´ 5 Υ1.269 μοῖρα παρεστήκῃ θανάτοιο μὲ σχόλ. σ.λ., βλ. καὶ ΑΚυΓ14 1/1β´ 3 F6 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. αἶσα καὶ κατωτ. Ε24.6 Μοῖρα μ' ... ζωῆς νόσφισεν, Ε26.2 οἰκτροτάταν μοῖραν ἐνεγκάμενο[ς], Ε27.1 πρὸ μοίρας, Ε31.4 τὸ]μ Μοιρῶν ἐξετέλεσσα μίτον, Ε38.1 μοιρίδιον τέλος ἦγέ σε γῆς ὑπὸ κόλπους, μὲ σημ. σ.λλ. (καὶ Ε54 σχόλ. σ.στ. σ.λ. ὠκυμόρων). Τὸ ἐδῶ μοῖραν ἔχων σημαίνει τὴν μοῖραν θανάτουμόρον, τὴν κοινὴ σ' ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀναπόφευκτη (μείρομαι: παίρνω τὸ μερίδιό μου > μόρος καὶ μοῖρα, μορτὸς καὶ βροτός, ἀντίθ. ἄμβροτος = ἀθάνατος, Λατ. morior καὶ mortalis, Ἀγγλ. mortal κ.ο.κ.), ἢ γενικὰ τὴ μοίρα τοῦ ἀνθρώπου (βλ. καὶ Σκιαδᾶ Ἐπὶ Τύμβῳ10 35 κἑ., 71, 85, κ.ἀ., πβ. LSJ915 σ.λ. μοῖρα κυρίως ΙΙΙ.2 "like μόρος" καὶ Chantraine σ.λ. μείρομαι). Μεταφράσαμε «μοίρα θανάτου ἔχοντας», διερωτώμενοι μήπως ἦταν προτιμότερο τὸ «τὴ μοίρα του ἔχοντας» ἢ «τὴ μοίρα τέτοιαν ἔχοντας» (πβ. ΑΚΕΠ7 Δα´ 80 «τό 'φερ' ἡ μοίρα του... νὰ...»), ἢ ἀκόμα «μοίραν ἀνθρώπου ἔχοντας». Ἤθελε ἄραγε ὁ ποιητὴς νὰ μετριάσει τὸν πόνο γιὰ τὸν θάνατο τοῦ πολεμιστῆ μιλώντας γιὰ τὴν κοινὴ καὶ ἀναπόφευκτη μοίρα τοῦ ἀνθρώπου, ἢ νὰ ἐξυμνήσει μήπως τὴν ἐπιλογὴ τοῦ Ἰδάγυγου νά 'ρθει νὰ πολεμήσει στὴν Κύπρο καὶ νὰ πέσει μαχόμενος;

Ἁλικαρνησσεὺς Ἰδάγυγος: Θεωρεῖται ἀπὸ τὴ Νικολάου ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἴωνες πολεμιστὲς ποὺ ἀνταποκρίθηκαν στὴν ἔκκληση τοῦ Ὀνησίλου γιὰ βοήθεια, ὅταν πολιορκώντας τὴν Ἀμαθοῦντα περὶ τὸ 498/7 π.Χ. πληροφορήθηκε τὴν ἄφιξη Περσικοῦ στόλου στὴν Κύπρο (Nicolaou CIS2 pl. IX σημ.: "Idagygos may have been one of the Ionians ...", πβ. ὅμως Χατζηιωάννου, ΑΚΕΠ7 Δβ´ 80: "Φαίνεται πὼς ὁ Ἰδάγυγος ἀπὸ τὴν Ἁλικαρνασσὸν βρέθηκε στὴν Ἀμαθοῦντα σὰν μισθο­φόρος «Ἄρεος θεράπων» καὶ πέθανε ἐκεῖ"). Τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Κυπριακὴ ἐξέ­γερση κατὰ τῶν Περσῶν ὑπὸ τὸν Ὀνήσιλο περιγράφει ἀναλυτικὰ ὁ Ἡρόδοτος, 5.104-15 (βλ. κυρίως 104.1 Κύπριοι δὲ ἐθελονταί σφι πάντες προσεγένοντο πλὴν Ἀμαθουσίων καὶ 108.1-2 πολιορκέοντι τῷ Σαλαμινίῳ Ὀνησίλῳ Ἀμαθουσίους ἐξαγγέλλεται νηυσὶ στρατιὴν πολλὴν ἄγοντα Περσικὴν Ἀρτύβιον ἄνδρα Πέρσην προσδόκιμον ἐς τὴν Κύπρον εἶναι. πυθόμενος δὲ ταῦτα ὁ Ὀνήσιλος κήρυκας διέπεμπε ἐς τὴν Ἰωνίην ἐπικαλεύμενός σφεας. Ἴωνες δὲ οὐκ ἐς μακρὴν βουλευσάμενοι ἧκον πολλῷ στόλῳ). Στὴν ἄτυχη γιὰ τὴν Κύπρο καὶ τὴν Ἰωνία σύγκρουση, ποὺ ἐπακολούθησε, πολλοὶ Ἕλληνες τῆς Κύπρου καὶ τῆς Ἰωνίας πρέπει νὰ ἔπεσαν ἡρωικὰ μαχόμενοι ἀπέναντι σὲ ὑπέρτερες ἐχθρικὲς δυνάμεις (ὅ.π. 113)· πολλοὶ ὅμως πρέπει νὰ ἔπεσαν καὶ κατὰ τὴν πολιορκία τῆς Ἀμαθούντας ἀπὸ τὸν Ὀνήσιλο, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους καὶ ὁ Ἁλικαρνησσεὺς Ἰδάγυγος, ὡς μισθοφόρος τῶν Ἀμαθούσιων κατὰ πᾶσαν πιθανότητα. Τὸ ὄνομά του κατὰ τὸ β´ τοὐλάχιστο συνθετικὸ δὲν εἶναι Ἑλληνικό (ἐνῶ πλήρως Ἑλληνικὸ εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του, βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Ἀριστοκλέος παῖς). Τὸ γνωστὸ Λυδ. ὄνομα Γύγης (βλ. Ἡρόδ. 1.18 κἑ. [πβ. Ἀρχιλ. 19W. = 22D., βλ. σημ. Παπαδημητρίου16 στὸ χωρίο], 3.122 κ.ἀ., περισσότερα στὴ RE17 σ.λ.) ἔρχεται στὸν νοῦ· ὁ Heubeck Lydiaka18 62 κἑ. συζητᾶ τὴ σύνδεσή του μὲ τὴ γλῶσσα τοῦ Ἡσυχίου γυγαί· πάπποι καὶ μὲ τὴ Γυγαίην λίμνην τῆς Λυδίας, ἡ ὁποία ἀναφέρεται καὶ ἀπὸ τὸν Ὅμηρο (Β865 Μῄοσιν αὖ Μέσθλης τε καὶ Ἄντιφος ἡγησάσθην, | υἷε Ταλαιμένεος, τὼ Γυγαίη τέκε λίμνη, | οἳ καὶ Μῄονας ἦγον ὑπὸ Τμώλῳ γεγαῶτας, καὶ Υ390-2 γενεὴ δέ τοί ἐστ' ἐπὶ λίμνῃ | Γυγαίῃ, ὅθι τοι τέμενος πατρώϊόν ἐστιν, | Ὕλλῳ ἐπ' ἰχθυόεντι καὶ Ἕρμῳ δινήεντι: βλ. Comm. Il.19,20 στὰ χωρία)· ἡ ρίζα (βλ. Chantraine21 σ.λ. γυγαί) φαίνεται νὰ συνδέεται μὲ τὴ σημασία τοῦ «μεγάλου πατέρα» (ἐνῶ τὸ ὄνομα τοῦ ἔνυδρου πτηνοῦ γύγης φαίνεται νὰ ὀφείλεται στὴν κραυγή του: "Repose probablement sur une onomatopée d'après le cri de l'animal" κατὰ τὸν Chantraine21 σ.λ., πβ. ὅμως Hofmann – Παπαν.22 σ.λ.: «ἴσως συγγ. τῷ λιθ. qužùtys=πελαργός»). Τὸ α´ συνθ. τοῦ ὀνόμ. Ἰδά-γυγος, ἀφ' ἑτέρου, φαίνεται νὰ φέρνει στὸν νοῦ τὸ ὄνομα τοῦ ἼδαΕἴδα (βλ. ΑΚυΓ14 1/1β´ 3 F10 καὶ 11a μὲ σχόλ. στὰ χωρία), ἀδελφοῦ τοῦ Λυγκέως καὶ υἱοῦ τοῦ Ἀφαρέως, ποὺ φαίνεται νὰ σχετίζεται μὲ τὰ ἰδεῖν οἶδα (καὶ ἰδανός, ἰδανό-χρους, ἰδανικός, βλ. Chantraine21 σ.λ. ἰδεῖν καὶ σ.λ. οἶδα, πβ. Hofmann – Παπαν.22 σ.λλ.), ἀλλὰ δὲν ἀποκλείεται νὰ ἔχει σχέση μὲ τὸ τοπωνύμιο Ἴδη (βλ. ΑΚυΓ7 1/1β´ 3 F5.7 καὶ 5 Υ1.54 μὲ σχόλ. σ.στ.), ποὺ θεωρεῖται συνήθως ὡς ἰθαγενὲς προελληνικὸ ὄνομα (βλ. Chantraine21 σ.λ. ἴδη, Δωρ. ἴδᾱ, "fois, forêt": «δάσος, ἄλσος, ξυλεία κατάλληλος πρὸς ναυπήγησιν πλοίων» κατὰ τοὺς Hofmann – Παπαν.22 σ.λ. ῑ῎δη, ποὺ προσθέτουν ὅμως ὅτι «ἴσως δάνειον ἐκ τῆς Μικρασιατ., πβ. καρ. Ἴδυμα»)· ἂς προσεχθῆ ὅμως ἡ προσωδία τοῦ Ἰδά-γυγος (ÈÈ | – È, ἐνῶ στὸν Ὅμηρο Ἴδη, Ἴδας, Ἰδαῖος, Ἰδομενεύς ἔχουν κατὰ κανόνα τὸ ἀρχικὸ ι μακρό), γεγονὸς ποὺ πιθανῶς ὁδηγεῖ σὲ ἄμεση ἐτυμ. σχέση πρὸς τὰ ἰδ-εῖν, ἰδανός κ.λπ. (ἀρχ. ι βραχύ). Οὕτως ἢ ἄλλως, εἶναι ἀναντίρρητη ἡ Ἑλληνικὴ καταγωγὴ τοῦ Ἰδάγυγου ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοὐλάχιστο τοῦ πατέρα του, ἐνῶ οἱ πιθανὲς Λυδικὲς ρίζες του (πβ. τὰ σχετικὰ μὲ τὸν πατέρα τοῦ Ἡροδότου Λύξη) ὀφείλονται στὴ μητέρα του ἢ μᾶλλον σὲ πιὸ μακρυνὸ πρόγονό του, χωρὶς νὰ ἀποκλείεται καὶ ἡ πιθανότητα νὰ μὴν ὀφείλει τὸ ὄνομά του σὲ Λυδικὴ καταγωγή, καθὼς αὐτὸ καὶ σύνηθες εἶναι στὴν πατρίδα του (βλ. π.χ. SIG23 XIX ἀρ. 11.47, κ.ἀ.) καὶ Ἑλληνοφανές (πβ. π.χ. Ἡσύχ. σ.λ. ἰδανόν· εὐειδὲς κ.λπ., καὶ σ.λλ. ἰδάλιμον, ἰδαλίς, ἰδανή, ἀλλὰ καὶ ἴδας· πάντα τὰ ὑψηλά, €γυγαίη νύξ· ἡ σκοτεινή, κ.λπ.). Βλ. καὶ Zgusta, ΚΡΝ24 § 451.4 σ.λ. Ιδαγυγος (m).

2. Ἀριστοκλέος παῖς: τὸ πατρώνυμο τοῦ νεκροῦ εἶναι καθαρὰ Ἑλληνικὸ ὄνομα, μὲ τὰ δυό του συνθετικὰ πολὺ εὔχρηστα σὲ ὁλόκληρες σειρὲς ὀνομάτων, ὅπως Ἀριστο-κρέτης (βλ. κατωτ. Ε7) καὶ Ἀριστοκράτης (Ε10, ἀλλοῦ Ἀριστόδημος, Ἀρισταγόρας, Ἀριστομένης κ.λπ.), Ἀνδρο-κλῆς (Ε15) καὶ Νικο-κλῆς (Ε13 καὶ Ε59, ἀλλοῦ Ἀγαθοκλῆς, Θεμιστοκλῆς, Περικλῆς, Πάτρο-κλος καὶ Κλεο-πάτρα κ.λπ.). Τὸ Ἀριστοκλέης καὶ Ἀριστοκλῆς ἀπαντᾶ σὲ πάμπολλες ἐπιγραφὲς ἀπὸ τὴν Κύπρο καὶ ἀλλοῦ (βλ. LGPN125 σ.λ.). Τὸ ἐδῶ Ἀριστοκλέος εἶναι μετρικὰ πεντασύλλαβο (ἐνῶ ὁ Hansen, CEG14 170.2, σημειώνει τὸ σύμβολο τῆς συνίζησης τῶν δύο ἐπάλληλων φωνηέντων τοῦ -κλέος): κεῖται Ἀ | ριστοκλέ | οςπαῖς Ἄρε | ος θερά | πων, δηλ. – ÈÈ (αι πρὸ - βραχυνόμενο, κατὰ τὸν γνωστὸ κανόνα τῆς ἐπικῆς βράχυνσης, στὰ Λατ. correptio epica), – ÈÈ, – ‖ – ÈÈ, – ÈÈ, – (ἡ συλλαβὴ πρὸ τοῦ συμπλέγματος κλ μένει βραχύχρονη: correptio Attica). Tὸ παῖς, ποὺ νοηματικὰ ἀνήκει στὸ α´ ἡμιεπές, μετρικὰ συνδέεται μὲ τὸ Ἄρεος θεράπων, πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ δηλώνει μετρικὴ ἀδυναμία, ἴσως ὅμως καὶ πρόθεση τοῦ ποιητῆ νὰ συνδέσει τὸ παῖς καὶ μὲ τὸ Ἄρεος θεράπων, δίνοντας ἔτσι ἔμφαση σ' αὐτὸ καὶ σημαίνοντας τὴν ἡλικία τοῦ νεκροῦ πολεμιστῆ (βλ. καὶ ἑπόμενα). Γιὰ τοὺς λόγους αὐτούς, καὶ καθὼς τὸ Ἀριστοκλέος προσδιορίζει τὸ παῖς ποὺ συναποτελεῖ μὲ τὸ Ἄρεος θεράπων παράθεση στὸ . Ἰδάγυγος, δὲν στίξαμε μὲ κόμμα μετὰ τὸ παῖς, ὅπως ὅλοι οἱ προηγούμενοι ἐκδότες. Πβ. καὶ κείμενο ἐπιγραφῆς: Ἀριστοκλέος: παῖς: (ἀλλὰ) Ἄρεος θεράπων.

Ἄρεος θεράπων: τοῦ Ἄρη σύντροφος, δηλ. πολεμιστὴς τρανός. Ὁ Ἄρης, ὡς γνωστό, εἶναι ὁ θεὸς τῆς ἄλογης μανίας τοῦ πολέμου (ἐνῶ ἡ Ἀθηνᾶ συνδυάζει τὴν πολεμικὴ ἀρετὴ μὲ τὴ σοφία καὶ τὰ λαμπρὰ ἔργα, πβ. ΑΚυΓ14 1/1β´ 5 Υ1.8-15 μὲ σχόλ. καὶ κατωτ. Ε32.1 καὶ Ε57.2 μὲ τὰ σχετικὰ σχόλ.). Παιδιά του εἶναι ὁ Δεῖμος καὶ ὁ Φόβος (ἀπὸ τὰ δείδω, δέδοικα = φοβοῦμαι καὶ φέβομαι = τρέπομαι σὲ φυγή, ἀργότερα φοβοῦμαι), ἀδελφὴ καὶ σύντροφος στὴ μάχη ἡ Ἔρις (βλ. χαρακτηριστικὰ Δ 439-41 ὦρσε τοὺς μὲν Ἄρης, τοὺς δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη | Δεῖμός τ' ἠδὲ Φόβος καὶ Ἔρις ἄμοτον μεμαυῖα, | Ἄρεος ἀνδραφόνοιο κασιγνήτη ἑτάρη τε), σύντροφός του στὴ μάχη καὶ ἡ Ἐνυώ, ἐνῶ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου συγχωνεύεται καὶ ταυτίζεται μαζί του καὶ ὁ ἀρχικὰ ἀνεξάρτητος πολεμικὸς θεὸς Ἐνυάλιος (βλ. συνοπτικὰ Chantraine21 σ.λλ. Ἄρης, ἔρις, Ἐνυάλιος μὲ ἐτυμ. παρατηρήσεις καὶ βιβλιογραφία, OCD26 σ.λ. Ἄρης καὶ ΕλλΜ27 2.177-79 κ.ἀ., γιὰ περισσότερα Roscher Lex. Myth.28 καὶ RE17 σ.λ.). Ὁ ὅρος θεράπων σημαίνει ἀρχικὰ ὅ,τι καὶ τὰ ὀπάων καὶ ἑταῖρος, σύντροφος ἢ ἀκόλουθος θεοῦ ἢ ἥρωος κατώτερος στὴ φήμη ἢ στὴν τάξη (ἀλλ' ὄχι δοῦλος ἢ ὑπηρέτης, σημασία ποὺ προσλαμβάνει ἀργότερα στὴν Ἰωνία καὶ στὴν Ἀττική), λάτρης θεοῦ ἢ πιστός, ἄλλως θεραπευτής (βλ. LSJ915 καὶ Chantraine21 σ.λ.)· στὸν Ὅμηρο π.χ. θεράποντες τοῦ Ἀχιλλέα χαρακτηρίζονται ὁ Πάτροκλος, ὁ Αὐτομέδων καὶ ὁ Ἄλκιμος (Π 653 ἠῢς θεράπων Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος καὶ P 151-2 Πάτροκλον ... | ... θεράποντ' Ἀχιλῆος, Ω 572-5 Πηλεΐδης... | οὐκ οἶος, ἅμα τῷ γε δύω θεράποντες ἕποντο, ἥρως Αὐτομέδων ἠδ' Ἄλκιμος, οὕς ῥα μάλιστα | τῖ' Ἀχιλεὺς ἑτάρων μετὰ Πάτροκλόν γε θανόντα, κ.τ.τ., μὲ παράλληλη χρήση τοῦ θεράπων καὶ τοῦ ἑταῖρος γιὰ τὴν ἴδια σχέση), ὁ Μηριόνης θεράπων ἀγαπήνορος Ἰδομενῆος (Ψ 113 κ.ἀ.), ὁ Θρασύμηλος θεράπων Σαρπηδόνος, κ.ο.κ., ἐνῶ ὁ Πελίας καὶ ὁ Νηλεὺς κρατερὼ θεράποντε Διὸς μεγάλοιο γενέσθην (λ 255) καὶ θεράποντες Ἄρηος πολλοὶ (Β 110 κ.ἀ. Δαναοὶ θ. Ἄ., Θ 79 Αἴαντες καὶ Κ 228 Αἴαντε ... θ. ., Τα 47-8 Ἄρεος θεράποντε | Τυδεΐδης τε μενεπτόλεμος καὶ δῖος Ὀδυσσεύς). Ὁ συνδυασμὸς Ἄρεος θεράπων δὲν ἀπαντᾶ ἀλλοῦ στὴν ὀνομαστική· ἀλλὰ: Τα 47 Ἄρεος θεράποντε (στὸν Ὅμηρο ὁ τύπος Ἄρεος στὸ Δ 441 καὶ στὸ θ 267 ἐπίσης) καὶ Ὀρφ. Ἀργ. 1074 Ἄρεος πιστοὺς θεράποντας, στὸ τέλος στ. ὅπως ἐδῶ (πβ. Πλουτ. Ἠθικ. 789c τοὺς γὰρ Ἄρεος θεράποντας ἡβᾶν πρέπει καὶ ἀκμάζειν, μεταγεν. Ἄρεος θεραπευτήν, κ.τ.τ.). Σὲ ἐπιγράμματα ἀλλοῦ ἀπαντᾶ ὁ Ὁμηρικὸς λογότυπος θεράποντες Ἄρηος (Ἀνθ. Παλ. 9.382.1, ΕpΑΡ29 1.286.25 κ.ἀ.), πβ. GG9 (Peek) 173.9 ὅτ' Ἄρεος ἔργα ἐπονεῖτο καὶ Ἀνθ. Παλ. 7.291.2 πόλεμον λαῶν θοῦρος Ἄρης ἐφέπει (τὸ ἀποδιδόμενο στὸν Σιμωνίδη τὸν Κεῖο ὀνομαστὸ καὶ πολυσυζητημένο ἐπίγραμμα εἰς τοὺς μετὰ Κίμωνος στρατευσαμένους ἐν Κύπρῳ Ἀθηναίους, ὅτε τὰς ρ´ ναῦς τῶν Φοινίκων ἔλαβεν τὸ 450/49 π.Χ., γιὰ τὸ ὁποῖο βλ. FGrE30 ἀρ. XLV: σημ. στὶς σσ. 266-68 μὲ πλούσια βιβλιογραφία· γιὰ τὶς σχέσεις τῆς Κύπρου μὲ τὸν λοιπὸ Ἑλληνικὸ κόσμο ὅπως ἐμφαίνονται στὰ Κυπριακὰ ἐπιγράμματα βλ. καὶ ἀνωτ. Ε1 καὶ Ε2 καὶ κατωτ. Ε4, 9, 10, 11, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 25, 32, 54-58, 62, 63, 64, 68, πβ. καὶ ΑΚυΓ1 90 [ΑΚυΓ14 1β´ 125] κἑ., μὲ σχόλ.)· βλ. ἐπίσης τὴν περίφημη ἐπιτύμβια στήλη τῶν μέσων τοῦ 5ου αἰ. π.Χ. μὲ τὴ μορφὴ πολεμιστῆ καὶ τὴν ἐπιγραφὴ ΔΙΟΝΥΣΙΟ(Υ) ΚΑΡΔΙΑΝΟ(Υ), ἀπὸ τὴν Καρδία τῆς Θράκης, ποὺ ἔπεσε στὴν Κύπρο πολεμώντας σὲ κάποιαν ἀπὸ τὶς πολλὲς ἐκστρατεῖες γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς νήσου ἀπὸ τὸν Περσικὸ ζυγό (βλ. Karageorghis, CyM31 σελ. 94 ἀρ. 91, κ.ἀ.). Βλ. καὶ κατωτ. Ε21, σχόλ. σ.στ. 1-2, μὲ βιβλιογραφία.
Μὲ τὴν ἐδῶ φράση Ἄρεος θεράπων στὸ τέλος τοῦ ἐπιγράμματος (καὶ συνολικὰ τὸ β´ ἡμιεπὲς παῖς Ἄρεος θεράπων τοῦ στ., βλ. καὶ ἀνωτ.) ὁ ἄγνωστος ποιητὴς φαίνεται νὰ δίνει ἔμμεσα καὶ τὸν λόγο τοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος ἀλλοῦ δηλώνεται σαφέστερα (βλ. π.χ. CEG14 27.2 hόν ποτ' ἐνὶ προμάχοις ὄλεσε θ˜ορος Ἄρες, 145.1 χαροπὸς τόνδ' ὄλεσεν Ἄρες (2-3 βαρνάμενον παρὰ ναυσὶν ... | πολλὸν ἀριστεύ­<Ϝ>οντα), CEG232 488.4 ὤλεσε θοῦρος Ἄρ<ης>, κ.ἄ., πβ. κατωτ. Ε14 ἀκμαίαν δ' ὤλεσα[ς ἡ]λικία[ν]· βλ. ἐπίσης GEG14 13.3 καὶ 136.3 ἐν πολέμοι[= -ωι] φθίμενον νεαρὰν hέβεν[-αν 136.3, = ἥβην ἢ -αν] ὀλέσαντα, κ.τ.τ.). Ἡ περίπτωση νὰ ἔμεινε ὁ Ἰδάγυγος στὴν Ἀμαθούντα καὶ νὰ πέθανε ἐκεῖ ἀργότερα ἀπὸ φυσιολογικὸ θάνατο, εἶναι δυνατὴ θεωρητικὰ ἀλλ' ἀπίθανη ἐδῶ· τὸ ἐπίγραμμα, μὲ τὴ χαρακτηριστικὴ βραχυλογία καὶ τὰ τυπικὰ ἐν γένει χαρακτηριστικὰ τοῦ πρώιμου ἡρωικοῦ ἐπιγράμματος, δὲν φαίνεται νὰ ἐπιτρέπει ἄλλην ἑρμηνεία ἀπὸ τὸν ἡρωικὸ θάνατο στὸν πόλεμο. Καθὼς ὅμως ὁ Ὀνήσιλος δὲν ἐπιτυγχάνει νὰ ἐκπολιορκήσει τὴν Ἀμαθούντα καὶ ἡ κατὰ ξηρὰν σύγκρουση Περσῶν καὶ Κυπρίων γίνεται ἔξω ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα (οἱ δὲ Ἴωνες ἐπιλέγουν νὰ ἀντιμετωπίσουν κατὰ θάλασσαν τὸν ἐχθρικὸ στόλο, καὶ τὸν κατανικοῦν), καὶ καθὼς ἡ ἐπιτύμβια στήλη τοῦ Ἰδάγυγου βρέθηκε στὴν Ἀμαθούντα, εὔλογα μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ὁ Ἁλικαρνασσέας Ἄρεος θεράπων ἔπεσε μαχόμενος ὡς μισθοφόρος τῶν Ἀμαθουσίων κατὰ τὴν πολιορκία τῆς πόλεως ἀπὸ τὸν Ὀνήσιλο, καὶ θάφτηκε ἀπὸ τοὺς Ἀμαθουσίους μὲ τιμές. Ὑπαρκτὴ εἶναι ἡ πιθανότητα νὰ στήθηκε ἡ στήλη ἀργότερα ἀπὸ συγγενεῖς τοῦ Ἰδάγυγου, ποὺ ἔρχονται μετὰ τὰ γεγονότα στὴν Κύπρο (πβ. κατωτ. Ε23 μὲ σχόλ.). Σὲ κάθε περίπτωση, τὸ ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα ἦταν εὔλογο νὰ συντεθῆ στὴ διάλεκτο τοῦ Ἴωνα πολεμιστῆ καὶ νὰ χαραχθῆ στὸ Ἑλληνικὸ ἀλφάβητο.

  1. Pfohl, G. (1967), Greek Poems on Stones , Vol. I: Epitaphs (from the Seventh to the Fifth Centuries B. C.), Leiden.
  2. Nicolaou, I. (1971), Cypriot Inscribed Stones (Picture Book no 6), Cyprus .a↑ b↑
  3. Jeffery, L. H. (1990), The Local Scripts of Archaic Greece: A Study of the Origin of the Greek Alphabet and its Development from the eighth to the fifth centuries B.C., Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Hansen, P. A. (1983), Carmina Epigraphica Graeca (saeculorum VIII - V a. Chr. n.), Texte und Kommentare Berlin and New York.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  5. Newton, C. T. Newton, C T. (ed.) (1874-1916), The Collection of Ancient Greek Inscriptions in the British Museum, parts I-IV2, Oxford.a↑ b↑
  6. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑
  7. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑
  8. Murray, A S., Smith A H. & Walters H B. (1900), Excavations in Cyprus: Request of Miss E. T. Turner to the British Museum, London.a↑ b↑
  9. Peek, W. (1960), Griechische Grabgedichte (griechisch und deutsch), Schriften und Quellen der alten Welt hrsg. von der Section für Altertumswissenschaft bei des Deutschen Akademie der wissenschaften zu Berlin,7 Berlin.a↑ b↑ c↑
  10. Σκιαδάς, Ἀ. Δ. (1967), Ἐπὶ Τύμβω: Συμβολὴ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν Ἑλληνικῶν ἐπιτυμβίων ἐμμέτρων ἐπιγραφῶν, Σειρὰ Δευτέρα: Μελέται καὶ ἔρευναι, ἀρ. 15,ἀρ. 14 Ἀθῆναι.a↑ b↑
  11. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .
  12. Lobel, E. & Page D. L. (1955), Poetarum Lesbiorum Fragmenta, Oxford.
  13. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.
  14. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  15. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑
  16. Παπαδημητρίου, Ι.-Θ. Α. (1984), Ἐλεγεία καὶ Ἴαμβος (Ἀρχίλοχος, Καλλῖνος, Σημωνίδης, Τυρταῖος, Μίμνερμος, Σόλων, Θέογνις, Ἱππῶναξ, Ἐλάσσονες), Ἀθήνα.
  17. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑
  18. Heubeck, A. (1959), Lydiaka: Untersuchungen zu Schrift, Sprache und Götternamen der Lyder, Erlanger.
  19. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.
  20. Richardson, N. & Kirk G. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. VI: books 21-24, Cambridge.
  21. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  22. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .a↑ b↑ c↑
  23. Dittenberger, W. (1915-1924), Sylloge Inscriptionum Graecarum, Vols. I-IV, 3d ed., Leipzig.
  24. Zgusta, L. (1964), Kleinasiatische Personennamen, Prag.
  25. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.
  26. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.
  27. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .
  28. Roscher, W H. (1884-1937), Ausführliches Lexicon der griechischen und römischen Mythologie, Vols. I-IV and 4 Supplementa, Leipzig und Berlin .
  29. Cougny, E. (ed.) (1890), Epigrammatum Anthologia Palatina..., Vol. ΙΙΙ, Paris.
  30. Page, D. L. (1981), Further Greek Epigrams: Epigrams before A.D. 50 from the Greek Anthology and other Sources, not included in “Hellenistic Epigrams”' or “The Garland of Philip”, Cambridge.
  31. Karageorghis, V. (1989), The Cyprus Museum, Nicosia, Nicosia-Cyprus.
  32. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.