You are here

E25

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      1Υἱὸς σοὶ χάριτα[ς , Δ]ιοδώρα , τάσδε ἀπέδωκεν,
          ἁρπασθ̣̣̣̣̣ε̣̣̣̣̣ὶς  ἀ̣̣̣̣̣π̣̣̣̣̣[ὸ] σοῦ ἐν πολέμωι μεγάλωι·
      ἐλ[θ]ὼν δ' εἰς Κύπρον  καὶ ἰδὼν τὴν εὔνοιαν , ἥνπερ
           ἔσχ̣̣̣̣̣ε̣̣̣̣̣ς̣̣̣̣̣2 ἔτ' Ἐ̣̣̣̣̣γβ̣̣̣̣̣ασίων , ὧ̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣ ἐπὶ̣̣̣̣̣ τ̣̣̣̣̣ῆ̣̣̣̣̣ι̣̣̣̣̣δ̣̣̣̣̣' ἐδάης ,
5    οὕν̣̣̣̣̣εκα τᾶς εὔ̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣ουν σὲ̣̣̣̣̣3 Ἀθηνόδωρος ὧδε ἀνέθηκε ,
           δεῖξαι πᾶσι θέλων πρὸς γονέας χάριτας .
     ἀλλὰ σὲ τὰν ἀπὸ̣̣̣̣̣ ἐ̣̣̣̣̣μ̣̣̣̣̣ο̣̣̣̣̣ῦ̣̣̣̣̣ δ̣̣̣̣̣ὶς ἀπερχομέναν ἅμα πᾶ[σι]
          χαίρειν ἡ̣̣̣̣̣συ̣̣̣̣̣[χί]οις δαίμοσιν  εὐχόμεθα .

  1. 1-8 suppl. Peek, it. SEG (tabula «cum litteris plerisque evanidis» SEG)
  2. 4 ἔσχ̣̣̣̣̣ε̣̣̣̣̣ς ἔτ' Ἐ̣̣̣̣̣γβ., ὧ̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣ ἐπὶ̣̣̣̣̣ τ̣̣̣̣̣ῆι̣̣̣̣̣δ̣̣̣̣̣' SEG; ἔσχε̣̣̣̣̣ς̣̣̣̣̣ ἔτ' Ἐγβ̣̣̣̣̣., ὧ̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣ ἐπὶ τ̣̣̣̣̣ῆ̣̣̣̣̣ι̣̣̣̣̣δ̣̣̣̣̣' Peek
  3. 5 et 7 σὲ̣̣̣̣̣ et ἀλλὰ σὲ scripsimus (cf. v. 1 σοὶ): σε̣̣̣̣̣ et ἀλλά σε cett.

Ὁ γιὸς ἐτοῦτος, Διοδώρα, τὶς τιμὲς τὶς ὀφειλόμενες σ' ἀπέδωσε,

    ἁρπαγμένος σὲ πόλεμο μεγάλο μακρυά σου·

στὴν Κύπρον ὅντας ἦλθε καὶ τὴν εὔνοια σὰν εἶδε ποὺ

    ἀπ' τοὺς Ἐκβάσιους ἀπόλαυσες προσέτι, τοὺς πού 'μαθες

                 σ' αὐτὴ τὴ χώρα,

γι' αὐτὴ τὴν εὔνοια εὐνοϊκὴ σὲ τίμησ' ἔτσι ὁ Ἀθηνόδωρος

     νὰ δείξει σ' ὅλους θέλοντας πρὸς τοὺς γονεῖς εὐγνωμοσύνη.

Μά σένα ποὺ γιὰ δεύτερη φορὰ ἀπέρχεσαι ἀπὸ μένα μ' ὅλους μαζὶ

     νά 'σαι χαρὰ γεμάτη στοὺς δαίμονες εὐχόμαστε ποὺ ἡσυχία

                    χαρίζουν.

Σχόλια: 

Ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα τεσσάρων ἐλεγειακῶν διστίχων, τὰ ὁποῖα εἶναι χα­ραγμένα σὲ ἐπιμήκη πλάκα ἀπὸ πωρόλιθο. Ἡ πλάκα, ἄγνωστης προέλευσης, βρίσκεται στὸ Μουσεῖο τῆς Λευκωσίας (I. G. 167), καὶ χρονολογεῖται στὸν 2ον αἰ. π.Χ. ("Anh. II. Jh." Peek1, "s. IIa" SEG2 18 [1962] 192 ἀρ. 574). Λίγα μόνο γράμματα εἶναι πλήρως κατεστραμμένα, πολλὰ ὅμως εἶναι δυσανάγνωστα ἢ καὶ μερικῶς κατεστραμμένα (κυρίως στὸν στ. 4). Τὴν ἐπιτύμβια στήλη (μὲ τὸ ἐπίγραμμα) ἀφιερώνει στὴ μάνα του ΔιοδώραἈθηνόδωρος, πού 'λειψε μακρυά της ἐν πολέ­μωι μεγάλωι (στ. 2), δεῖξαι πᾶσι θέλων πρὸς γονέας χάριτας (στ. 6). Προβλήματα ἑρμηνευτικὰ δημιουργοῦν οἱ στ. 3-4 (καὶ λόγω τῆς κακῆς κατάστασης τοῦ κειμένου τοῦ στ. 4 καὶ λόγω τῆς ἄγνωστης προέλευσης τῆς ἐπιγραφῆς).

1. χάριτα[ς: βλ. καὶ κατωτ. στ. 5. Γιὰ τὸ οὐσ. χάρις βλ. καὶ ἀνωτ. Ε9.5 χάριν ... τίοντες καὶ Ε17.4 χάριν θέμενος, ἀλλὰ καὶ κατωτ. Ε32.4 Φειδιακὴν χάριτα (μὲ σχόλ.), Ε36.3 ἔξοχον ἐν χάρισιν, Ε57.2 θεσπεσίην Παλλὰς ἔχευε χάριν· βλ. ἐπίσης Ε17 σχόλ. σ.στ. 7 σ.λ. εὐχαρίτως καὶ Ε28.5-6 («Ἀφροδισίη εὔχαρι, χαῖρε» | [(...) χ]αίρων). Ἡ λ. σημαίνει ὅ,τι καὶ σήμερα, χάρη (Λατ. gratia), μὲ ἀντικειμενικὴ σημασία («ἐξωτερικὴ χάρις, θέλγητρον, ὄψις ἐρασμία, ἰδιότης ἀξιέραστος» LSK3 σ.λ. χάρις, Ι.), ἀλλὰ καὶ ὑποκειμενική («χάρις, εὔνοια ὡς αἴσθημα εἴτε τοῦ ἐνεργοῦντος εἴτε τοῦ δεχομένου τὴν ἐνέργειαν ... εὐμένεια, ἀγαθὴ διάθεσις, καλωσύνη ... εὐγνωμοσύνη, εὐχαριστία» ὅ.π. ΙΙ. 1-2, πβ. 3), καὶ μὲ διάφορες ἄλλες χρήσεις (ὅ.π. ΙΙΙ-VII, βλ. καὶ Β. Χάρις καὶ Χάριτες, γιὰ τὶς ὁποῖες βλ. ΑΚυΓ4 1β´ 3 F4 σχόλ. σ.στ. 6 [στ. 1] σ.λ. Χάριτές τε καὶ Ὧραι καὶ 5 Υ1.61 σχόλ. γιὰ τὶς Χάριτες· βλ. ἐπίσης κατωτ. Ε41.[5] σχόλ. γιὰ τὸ ὄνομα Χάρμος). Κατὰ μιὰν ἐκδοχὴ τῶν ἀρχ. σχολ. D στὸ P 51 (βλ. ΑΚΕΠ5 Γβ΄ 244 μὲ σχόλια, περισσότερα στὸ ἄρθρο τοῦ C.M. Bowra6 "Homeric words in Cyprus", JHS 54 [1934] ἀρ. 7 σελ. 72), σ.λ. κόμαι χαρίτεσσιν ὁμοῖαι (Χαρίτεσσιν Monro – Allen7, βλ. καὶ σημ. Edwards σ.λ.: Comm. Il.8 V 67), Μακεδόνες καὶ Κύπριοι χάριτας λέγουσι τὰς συνεστραμμένας καὶ οὔλας μυρσίνας, ἅς φάμεν στεφανίτιδας. Ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ χάρις παράγονται καὶ τὰ εὔ-χαρις καὶ -χαρις κ.τ.τ., χαρίεις, χάρισμα, χαριεντίζομαι κ.λπ., χαρίζω, χαριστήριος, ΝΕ χαριτωμένος κ.ἄ., ἀνάμεσά τους καὶ πολλὰ κύρια ὀνόματα (βλ. Chantraine9 σ.λ. χάρις). Ἀπὸ τὴν ἴδια ρίζα προέρχεται καὶ τὸ χαίρω (βλ. Chantraine9 σ.λ.: "On a deux séries de dérivés, sur le radical ancien χᾰρ- et sur le radical secondaire χαιρ-": χαρά· μενε-χάρμης κ.τ.τ., περιχαρής κ.λπ., χαιρηδών, χαιρέ-κακος κ.τ.τ., ΝΕ χαρούμενος, συγχαρίκια κ.ἄ.). Βλ. καὶ Ἡσύχ. σ.λλ. χαίρειν· ἐρρῶσθαι. τὸ χαίρειν ταῖς ἐπιστολαῖς προσετίθεσαν, ἔστι δὲ καὶ ἀπαλλασσομένων προσαγόρευσις καὶ χάρις· δωρεά. χαρά. καὶ θῦμα ἐκ τριῶν ποπάνων συγκείμενον. τινὲς δὲ καὶ πλακούντων εἴδη, καὶ ἀρτοχάριτας καλεῖσθαι. καὶ ἀμοιβὴ κατὰ εὐεργεσίαν (πβ. σ.λλ. χαρίσασθαι, χαριστήριον, χάρμα κ.ἄ.).

Διοδώρα: ὁ γιός της (στ. 5) Ἀθηνόδωρος. Τὸ Διοδώρα δὲν ἀπαντᾶ σὲ ἄλλη Κυπριακὴ ἐπιγραφή, ἐνῶ τὸ Ἀθηνόδωρος ἀναφέρεται καὶ σὲ ἐπιγρ. ἀπὸ τὴν Ἀμαθούντα (3/2 αἰ. π.Χ.) ὡς πατρώνυμο τοῦ Σιδώνιου Ἡλιοδώρου ποὺ πεθαίνει καὶ θάβεται ἐκεῖ (Nicolaou PPC10 H 7)· ἀπαντᾶ ὅμως τὸ Διόδωρος σὲ ἐπιγρ. τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. (ὅ.π. Δ 50-53, βλ. καὶ ΑΚΕΠ5 Ε΄ σελ. 320 [Πίν.] σ.λ.)· πβ. ἀνωτ. Ε4.2 Διό-τιμος (βλ. σχόλ.) / κατωτ. Ε39.1 (μὲ σχόλ.) καὶ Ε44.7 Ἀρτεμί-δωρος. (Ἡ αἰνοπαθὴς Διοδώρα στὸ GG11 332 [1ος αἰ. μ.Χ., Ἀντιόχεια] θάβει μαζὶ μὲ τὸν ἄντρα της τὴν ἐννιάχρονη κόρη της.)

2. ἁρπασθ̣̣ε̣̣ὶς: πβ. κατωτ. Ε34.10, Ε40.2, Ε43.3, Ε70.2 (μὲ τὰ σχετικὰ σχόλ.), EGr12 321.7 ἁρπαχθὶς τέκνων [ἠδ'] ἀλόχου γλυκερῆς, κ.τ.τ. Γιὰ τὴν ἐτυμ. βλ. κατωτ. Ε34 σχόλ. σ.στ. 10 σ.λ. ἁρπαστόν.

3. Κύπρον: βλ. ἀνωτ. Ε9.4 Κύπρος (σχόλ., μὲ περαιτέρω παραπομπές) καὶ κατωτ. Ε56.2 Κύπρου ἀπὸ ζαθέας (μὲ σχόλ.)· πβ. ἀνωτ. Ε11.1 Φίλιος Κύπριος (καὶ κατωτ. Ε58 [κείμ. Αἰλιανοῦ:] Νικοκρέων ὁ Κύπριος)· πβ. ἐπίσης Ε15.1 Κυπρίαι (βλ. σχόλ.) καὶ Ε32.2 Κύπριν (βλ. σχόλ.). Γιὰ τὴν ἐτυμ. βλ. ΑΚυΓ4 1β´ 5Υ1 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Κύπριδος, πβ. Chantraine9 σ.λ. Κύπρος (: ἄγνωστη ἐτυμ., βλ. ὅμως τὰ σχετικὰ μὲ τὸ Μυκην. kupirijo, τὸ Κύπριος, τὰ Λατ. aes cyprium καὶ cuprum) καὶ Hofmann – Παπαν.3 σ.λ. κύπειρος (μὲ ἀναφ. στὸ «κύπρος, ἡ, "δένδρον τι φυόμενον ἐν Κύπρῳ, τὸ λατ. Lawsonia alba", κύπριον, τὸ, "εἶδος βοτάνης", δάνειον ἐκ τῆς Σημιτ., πβ. ἑβρ. kōper = ρητίνη»). Περισσότερα ἀπὸ τὸν Χατζηιωάννου, ΑΚΕΠ5 Ε΄ 180 καὶ 191, καὶ Διασπ.13 Β΄ 137 κἑ. (μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία).

εὔνοιαν: καὶ στ. 5 εὔ̣̣ν̣̣ουν. Συχνὰ σὲ ἐπιγραφές: βλ. π.χ. ISal14 6.6-7 εὐνοίας ἕνεκεν τῆς εἰς ἑαυτό (δηλ. Ἑλένου πρὸς τὸ κοινὸν... τῶν περὶ τὸν Διόνυσον τεχνιτῶν, πβ. ὅ.π. 5.6), OGIS15 51.3-4 τήν τε | εἰς τὸν βασιλέα καὶ τοὺς τούτου γονεῖς εὔνοιαν καὶ 47.4 [εὔνους] ὢν διατελεῖ βασιλεῖ κ.λπ., 10.8-9 ἐπὶ [τῆ]ι εὐνοίαι ἣν ἔχων διατελεῖ πρὸς τοὺς | [βα]σιλεῖς καὶ τὸν δῆμον, καὶ ἄλλα πολλά (ΑΚΕΠ5, Δα΄ 56.1 κἑ., πβ. καὶ Θουκ. 1.22.3 εὐνοίας ... ἔχοι καὶ 2.11.2 εὔνοιαν ἔχουσα, καὶ βλ. LSJ916 / LSK3 σ.λ. εὔνοια καὶ σ.λ. ἔχω Β.ΙΙ.2). Βλ. καὶ ἑπόμ. σημ.

4. Ἐ̣̣γβ̣̣ασίων: συντασσόμενο μὲ τὸ προηγ. εὔνοιαν (τὴν εὔνοιαν Ἐγβασίων, ἥνπερ ἔτ' ἔσχες) καὶ τὰ ἑπόμ. ὧν ἐπὶ τῆιδ' ἐδάης (στ. 4) καὶ οὕνεκα τᾶς (δηλ. τῆς εὐνοίας αὐτῆς, τῶν Ἐγβασίων) εὔνουν σὲ... ὧδε ἀνέθηκε κ.λπ. Ὁ στ. 4 εἶναι προβληματικός (κι ὄχι μόνο γιὰ τὴν κακὴ κατάσταση τῆς ἐπιγραφῆς). Ἡ ἐδῶ σύνταξη τοῦ ἐδάης (βλ. κατωτ.) δὲν ἀπαντᾶ ἀλλοῦ, καὶ τὸ Ἐγβάσιοι εἶναι ἅπαξ λεγόμενον. Ἡ δυνατότητα νὰ διαβάσει κανεὶς Ἐγ Βασίων εἶναι ὑπαρκτή: ἡ φράση εὔνοια ἔκ τινος δὲν εἶναι ἄγνωστη (βλ. LSJ916 σ.λ.) καὶ τὸ τοπων. Βᾶσα (καὶ Βᾶσες, καὶ Βασί) εἶναι γνωστὸ στὴν Κύπρο σήμερα. Γνωστὸ ὅμως εἶναι καὶ τὸ τοπων. Ἐβγατά (βλ. CaCy117 σ.λλ.), καὶ ἡ σύνταξη τοῦ εὔνοια μὲ γεν. ὑποκειμενική (καὶ ἀντικει­μενική, βλ. LSJ916 σ.λ.) εἶναι εὔλογη. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, εἶναι γνωστὰ τὰ περὶ Ἐκβασίου Ἀπόλλωνος (καὶ Ἐμβασίου) καὶ Ἐκβασίας Ἀθηνᾶς: βλ. RE18 σ.λ. Ekbasios, Ekbasia, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία, καὶ Farnell CGrS19 IV 145 καὶ 368 σημ. 35 (καὶ 36, 37)· βλ. ἐπίσης Διον. Βυζ. Ἀνάπλ. Βοσπ. ἀπόσπ. 8 (Wescher) Ἐκβασίου βωμὸς Ἀθηνᾶς· ἔνθεν ἐκβάντες οἱ τὴν ἀποικίαν στολαγωγήσαντες εὐθὺς ὡς ὑπὲρ ἰδίας ἠγωνίζοντο τῆς γῆς, καὶ Ἀπολλων. Ροδ. Ἀργ. 1.966-7 ἔνθ' οἵ γ' Ἐκβασίῳ βωμὸν θέσαν Ἀπόλλωνι | εἱσάμενοι παρὰ θῖνα, θυηπολίης τ' ἐμέλοντο ("god of landing" Mooney20 ad loc., ἀπὸ τῆς ἐκβάσεως τῆς νεὼς ἐπὶ τὴν Δολιονίαν κατὰ τὸν ἀρχ. σχολιαστή [Wendel21]) καὶ 1.1186 Ἐκβασίῳ ῥέξαντες ὑπὸ κνέφας Ἀπόλλωνι (πβ. 1.359-60 βωμὸν ἐπάκτιον Ἐμβασίοιο | θείομεν Ἀπόλλωνος καὶ 403-4 νήεον αὐτόθι βωμὸν ἐπάκτιον, Ἀπόλλωνος Ἀκτίου Ἐμβασίοιό τ' ἐπώνυμον). Γιὰ τὴν τροπὴ τοῦ κ σὲ γ πρὸ τοῦ β βλ. ΑΚΕΠ5 Δα΄ σελ. 4 (ιγ΄): «Παθήσεις συμφώνων παρατηροῦμε στὴν τροπὴ τοῦ κ σὲ γ μπροστὰ ἀπὸ τὸ β, ὅπως: ἐγ βασιλέων (55, 58.1, 59), ὅπως καὶ στὰ Νέα Ἑλληνικά: ἐκβαίνω > ἐγβαίνω > ἐβγαίνω > βγαίνω, ἐκβάλλω > ἐγβάλλω > ἐβγάλλω > βγάλλω, μεσαιωνικό, βγάζω νεοελληνικό». Πβ. Ἐκβάτανα (καὶ Ἀποβάτανα) καὶ Ἀγβάτανα (βλ. RE18 σ.λ. Ekbatana).

ὧ̣̣ν̣̣ ἐπὶ̣̣ τ̣̣ῆ̣̣ι̣̣δ̣̣' ἐδάης: ἡ ἀνάγνωση, παρὰ τὴ φθορὰ τῆς ἐπιγρ., φαίνεται σχεδὸν βέβαιη (πβ. Peek1 καὶ SEG2 ὅ.π.)· ἡ σύνταξη καὶ ἑρμηνεία, ὅμως, εἶναι προβληματική. Τὸ ἐδάην (ἀμετάβ., ἀόρ. β΄ τοῦ *δάω = μανθάνω [στὸν παρκ. γνωρίζω], καὶ ἐνεργ. ἀόρ. β΄ δέδαα = ἐδίδαξα) ἀπαντᾶ ἤδη στὸν Ὅμηρο: Γ208 ἀμφοτέρων δὲ φυὴν ἐδάην καὶ μήδεα πυκνά («καὶ γνώρισα καλὰ τὸ διῶμα τους, τὸ γνωστικὸ μυαλό τους» Κ. – Κ) καὶ δ267-8 ἤδη μὲν πολέων ἐδάην βουλήν τε νόον τε | ἀνδρῶν ἡρώων, πολλὴν δ' ἐπελήλυθα γαῖαν («χῶρες πολλὲς ἐγὼ τριγύρισα, κι ἐκεῖ στὰ ξένα μέρη | περίσσιους ἀντρειωμένους γνώρισα, πού 'χαν μυαλὸ καὶ γνώση» Κ. – Κ., πβ. α 3 πολλῶν δ' ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω)· πβ. τ 325-6 πῶς γὰρ ἐμεῦ σύ, ξεῖνε, δαήσεαι εἴ τι γυναικῶν | ἀλλάων περίειμι νόον καὶ ἐπίφρονα μῆτιν («Ξένε, καὶ πῶς θὰ καταλάβαινες, ἂν μέσα στὶς γυναῖκες | τὶς ἄλλες ἔχω ἀλήθεια ξέχωρα καὶ νοῦ καὶ φρονιμάδα» Κ. – Κ.) κ.ἄ., EGr12 268.4 ἔργα δ' Ἀθηναίης [Πιερίδας τ' ἐ]δάης κ.τ.τ. (περισσότερα: LSJ916 σ.λ. *δάω καὶ Chantraine9 σ.λ. διδάσκω, δαῆναι, etc. [δαήμων, ἀδαής / διδάσκαλος, διδαχή, δίδακτρα κ.λπ.], μὲ ἐτυμ.). Ἡ πρόθ. ἐπὶ ἀπαντᾶ καὶ σὲ ἐπιγράμματα συχνά (βλ. ἐνδεικτικὰ Ind. CEG122 καὶ CEG223), καὶ μὲ δοτ. (CEG223 819.9 εἰκόνα ἑὰν ἀνέθηκεν [ἐπὶ] ἔργωι τῶιδε [ἀνέθηκε στὸν ἐδῶ ἑπόμ. στ.], 827.1 ὧδε στὰς ... ἐπ' Ἀλφειῶι, κ.τ.τ.) καὶ σὲ τμήση (CEG122 58.5-6 τõι μ' ἐπὶ Τιμόμαχος γεραρὸν κτέρας οἷα θανόντι | θ˜ε κεν Ἀρίστονος παιδὶ χαρι­ζόμενος), ὅπως συχνὰ ἀπαντᾶ σὲ ἐπιγράμματα καὶ τὸ τῆιδε (βλ. ὅ.π.). Ἡ πιὸ πιθανὴ ἐδῶ σύνταξη καὶ ἑρμηνεία, ἂν δὲν ἔχουμε τὴ σπάνια σὲ ἐπιγράμματα περίπτωση τμήσης ἢ τὴν ἐπὶ νὰ κεῖται ἀπολύτως (βλ. ἀνωτ. Ε33.5 ἐπὶ ψυχάν τις <>μὰν διεχώρισε δαίμων, μὲ σχόλ.), εἶναι νὰ ἐκληφθῆ τὸ ἐπὶ τῆιδε μὲ τὴ σημασία τοῦ ἐν τῆιδε (ἐνν. τῇ χώρᾳ) καὶ τὸ ὧν ὡς γεν. τοῦ προσώπου συντασσόμενη μὲ τὸ ἐδάης (βλ. LSJ916 σ.λ. ἐπὶ Β.Ι.1a καὶ σ.λ. *δάω).

5. Γιὰ τὸ εὔ̣̣ν̣̣ουν βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. εὔνοιαν, γιὰ τὸ Ἀθηνόδωρος σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Διοδώρα· γιὰ τὸ σὲ̣̣... ὧδε ἀνέθηκε πβ. ἀνωτ. Ε15.2 (...) τήνδε ἀνέθηκε, Ε17.1 [Τόνδ' È–È –] ἀνέθηκα κ.τ.τ. (βλ. τὰ σχετικὰ σχόλ. ἀνωτ., καὶ Ε35 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. με θεὰν ἱδρύσατο τεύξας, ὅπου καὶ περαιτέρω παραπομπές)· πβ. ἐπίσης CEG223 819.9 κ.τ.τ. (βλ. προηγ. σχόλ.).

6. πρὸς γονέας χάριτας: βλ. ἀνωτ. στ. 1 σχόλ. σ.λ. χάριτα[ς] (βλ. ἐπίσης ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. εὔνοιαν, μὲ παράλληλα χωρία).

8. χαίρειν (...) εὐχόμεθα: πβ. κατωτ. Ε33.7 κἑ. (βλ. καὶ τὰ σχόλ. σ.στ.), κ.ἀ. Γιὰ τὸ χαίρω βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. χάριτα[ς] καὶ κατωτ. Ε41.(5) σχόλ. σ.λ. Χάρμε χρηστέ, χαῖρε (μὲ παραπομπές), γιὰ τὸ εὔχομαι Ε35.(5) σχόλ. σ.λ. εὐχῆι.

ἡ̣̣συ̣̣[χί]οις δαίμοσι: πβ. κατωτ. Ε33.7 θεοῖς χθονίοισι (εὐχὰς δ' εἰς αἰῶνα θεοῖς χθονίοισι πρ[ο]π̣̣έμπω{ι}, καὶ στ. 5 δαίμων). Τὸ ἡσύχιος σημαίνει, κατὰ τοὺς LSJ916 / LSK3 σ.λ. ἡσύχιος καὶ τὸν Chantraine9 σ.λ. ἥσυχος (ὅπου καὶ ἐτυμ.), ὅ,τι καὶ τὸ ἥσυχος· πβ. καὶ Ἡσυχίδες, γιὰ τὶς ἱέρειες τῶν Εὐμενίδων στὴν Ἀθήνα (βλ. Chantraine9 ὅ.π. καὶ LSJ916 σ.λ. Ἡσυχίδες, βλ. ἐπίσης Ἡσύχ. σ.λ.: γένος Ἀθήνησιν ἰθαγενῶν)· ἔχουμε τὴν αἴσθηση ὅτι τὸ ἐδῶ ἡ̣̣συ̣̣[χ]ίοις δαίμοσι δὲν σημαίνει ἁπλῶς τοὺς ἡσύχους (πβ. Εὐμενίδες, καὶ πιθανῶς Ἡσυχίδες), ἀλλ' αὐτοὺς ποὺ χαρίζουν ἡσυχία. Γιὰ τὸ δαίμων βλ. κατωτ. Ε48 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. ὤλεσε συνθραύσας δαίμων βαρύς.

  1. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑
  2. Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden.a↑ b↑
  3. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑
  5. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  6. Bowra, Cedric, M. (1934), Homeric Words in Cyprus, JHS 54: 54-74.
  7. Monro, D B. & Allen T W. (1902), Homeri Opera, Vols. I-II, Oxford.
  8. Edwards, M. N. & Kirk G. S. (1991), The Iliad: A Commentary, Vol. V: books 17-20, Cambridge.
  9. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  10. Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg .
  11. Peek, W. (1960), Griechische Grabgedichte (griechisch und deutsch), Schriften und Quellen der alten Welt hrsg. von der Section für Altertumswissenschaft bei des Deutschen Akademie der wissenschaften zu Berlin,7 Berlin.
  12. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑
  13. Χατζηϊωάννου, Κ. (1969-1990), Τὰ ἐν Διασπορᾷ Α´ (τῶν ἐτῶν 1933-1969), Λευκωσία.
  14. Mitford, T. B. & Nicolaou I. (1974), The Greek and Latin Inscriptions from Salamis, Vol. 6, Salamis Nicosia, Cyprus.
  15. Dittenberger, W. (1903-1905), Orientis Graeci Inscriptiones Selectae: Supplementum Sylloges Inscriptionum Graecorum, Vols. I-II, Leipzig.
  16. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  17. Christodoulou, M. N. & Konstantinidis K. (1987), A Complete Gazetteer of Cyprus, Vol. I, Nicosia.
  18. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑
  19. Farnell, L. R. (1896-1909), The Cults of the Greek States, Vols. I-V, Oxford.
  20. Mooney, G. M. (1912), The Argonautica of Apollonius Rhodius, Dublin University Press London.
  21. Wendel, C. (1935), Scholia in Apollonium Rhodium Vetera, Bibliothecae Graecae et Latinae Auctarium Weidmannianum, edendum curavit O. Regenbogen, vol. IV Berlin.
  22. Hansen, P. A. (1983), Carmina Epigraphica Graeca (saeculorum VIII - V a. Chr. n.), Texte und Kommentare Berlin and New York.a↑ b↑
  23. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.a↑ b↑ c↑