You are here

E23

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

     1[Ἱλ]άως2 , Κούρη , πινυτὴν δέξαιο Τάκιλλαν3 ·
          4  γὰρ πόλλ' ἐπὶ σοὶ μηρί' ἔθηκε πυρί .
     τὴν ἰ[δίην5 δ]ὲ λιποῦσα πατρὶν Κολοφῶνα πα[ρ' Ἅι]δην
          ἤλλακται ζωῆς οἶ[κ]ον ἔχειν φθιμένη.


5   ἔσπευσας προτέρη στυγερὴν ὁ[δὸν  εἰ]ς Ἀχέροντος
         σὸμ πόσιν [ γ]ε τε[τμεῖν] · μύρετο σὴ [δὲ κόρη]6
     τὴμ μητρὸς φιλίην, [ἰδί]η δέ σε μητέρα μήτηρ.
          λευκ[ὰ] σέθεν [μ]ελέ[ω]ν ὀστέα γῆ κατέχοι .

  1. 1-5 et 8 suppl. Schöll, 6-7 Peek
  2. 1 num ἵλαος? ‖
  3. "Der Name Τάκιλλα ist sonst nicht bekannt; vielleicht ist zu lesen δέξαι Ὀτάκιλλαν" Schöll (fort. δέξαι' Ὀτ.)
  4. 2 num (pro )?
  5. 3 "Statt ἱερὴν ist vielleicht zu ergänzen ἰδίην (so Herr Prof. v. Christ)" Schöll
  6. 6 supplementa non certa sunt (vid. infra adnot. ad loc.).

Ἵλεως, Κόρη, τὴ συνετὴ δέξου Τάκιλλα·

    γιατὶ γιὰ σὲ μηριὰ πολλὰ ἔβαλεν ὄντως στὴν πυρά.

Τὴν ἰδιαίτερη δ' ἀφήνοντας πατρίδα Κολοφώνα κοντὰ στὸν Ἅδη

     ἀντὶ ζωῆς τὸ σπίτι νά 'χει πῆρε πεθαμένη.

Ἔσπευσες πρώτη στὴ στυγερὴν ὁδὸ τ' Ἀχέροντα

    τὸν ἄντρα σου πρὶν βρεῖς· θρηνοῦσε κι ἡ δική σου κόρη

τῆς μάνας τὴν ἀγάπη, κι ἡ δική σου σένα μάνα μάνα.

      Λευκὰ τῶν μελῶν σου τὰ ὀστὰ ἡ γῆ ἂς κατέχει.

Σχόλια: 

Ἐπίγραμμα ἐπιτύμβιο τοῦ 3ου αἰ. π.Χ. (κατὰ τοὺς Oberhummer1 καὶ Peek2) ἀπὸ τὴ Λάρνακα. Στὴν πρώτη δημοσίευση τοῦ ἐπιγράμματος τὸ 1888 ὁ Oberhummer1 ἀναφέρει ὅτι ἔχει δεῖ μόνο φωτογραφία του, ποὺ εἶχε στὴν κατοχή του ὁ M. Ohnefalsch-Richter3, ἡ ὁποία περιλάμβανε ἀκόμα δύο ἐπιγραφὲς (ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ μία ἦταν τὸ ἀριστερὸ κομμάτι μιᾶς βάσης μὲ ἐπιγραφὴ ἀφιερωμένη στὸν Πτολε­μαῖο Γ΄, δημοσιευμένη ἤδη: βλ. S. Reinach, RA 5 [1885] 345, βλ. καὶ 344 κἑ. γιὰ τὶς ἀνασκαφὲς τοῦ M. Ohnefalsch-Richter3 στὴν περιοχὴ Λάρνακας καὶ τὴν τύχη τῶν ἀνακαλυφθέντων). Πάνω ἀπ' αὐτὴ τὴ βάση ἀριστερὰ ἦταν τὸ θραῦσμα μιᾶς ἀποσπασμένης πλάκας, ἡ ὁποία ἔφερε μιὰ μεγαλύτερη ἐπιγραφὴ –σὲ χαρακτῆ­ρες τοῦ 3ου αἰ. π.Χ.– κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος ἀρκετὰ εὐανάγνωστη, μὲ τὸ κείμενο τεσσάρων ἐλεγειακῶν διστίχων σὲ 12 σειρές (βλ. ἀπόγραφο Oberhummer1, σελ. 312). Ὁ καθηγητὴς Schöll συμπλήρωσε τὰ κενὰ τῶν στ. 1-5 καὶ 8 (ὅ.π., μετὰ τὸ ἀπόγραφο) καὶ ἀργότερα ὁ Peek2 τοὺς στ. 6 καὶ 7. Τὸ ἐπίγρ. ἐμφανίζει ἀλλαγὴ προσώπου στὰ δύο τετράστιχα (πβ. GVI2 1909 κἑ.: "Sprecher bzw. Angeredeter wechseln ...").

1. [Ἱλ]άως: ἵλαος (κατὰ κανόνα στὴν ποίηση), Ἰων. – Ἀττ. ἴλεως (καὶ ἴλεος Ἡρόδ.), Αἰολ. ἴλλαος (ρ. ἱλάσκομαι κ.τ.τ., οὐσ. κυρίως μὲ πρόθ. ἐξ-ιλασμός, ἐξ-ιλέωσις, ἐξ-ίλασμα, ἐπίθ. ἐξ-ιλαστήριος, ἐξ-ιλαστικός, καὶ ἱλαρός > ἱλαρότης, Ἱλαρίων κ.λπ.), σημαίνει ὅ,τι καὶ σήμερα: εὐμενής, πράος, ἤπιος κ.τ.τ. (βλ. Chantraine4 σ.λ. ἱλάσκομαι, καὶ LSJ95 / LSK6 σ.λ. ἵλαος κ.λπ.). Ὁ τύπος ἱλάως (ἂν δὲν ὀφείλεται σὲ παρανάγνωση τοῦ Oberhummer1 ἀπὸ τὴ φωτογραφία τῆς ἐπιγραφῆς τὴν ὁποία εἶδε, ἀντὶ τοῦ ΙΛΑΟΣ, ποὺ μετρικὰ ἐδῶ εἶναι ἰσοδύναμο ἔχοντας τὴν τελ. συλλ. θέσει μακρά), εἶναι σπάνιος ἂν ὄχι μοναδικός (βλ. EpAP7 6.295.5 ὧδ' ἱλάως ἐνέπω ἀλλὰ βλ. EGr8 1036.18 ὅπου ὁ Kaibel8 γράφει ὧδε [γ]ά[ρ], ὡς ἐνέπω· βλ. ἐπίσης Ἡσύχ. σ.λ. ? ἱλάως· ἱλέως, ἱλαρῶς, εὐμενῶς).

Κούρη: Κόρη, ἡ ΠερσεφόνηΦερσεφόνη (βλ. κατωτ. Ε27.6) ἢ Φερσεφόνεια, ἀλλὰ καὶ Φερσέφασσα, Φερρέφαττα καὶ –σὲ Κυπρ. ἐπιγρ.– Φερσέφαττα (βλ. ΑΚΕΠ9 Δβ΄ 41 καὶ 41.1, ὅπου καὶ ἀναφορὰ στὴ λατρεία της στὴν Κύπρο). Γνωστότατος εἶναι ὁ μύθος τοῦ ἔρωτά της γιὰ τὸν Ἄδωνη (βλ. ΑΚυΓ10 1β´ 73] μὲ παραπομπές) κι ἀκόμα πιὸ γνωστὲς οἱ σχέσεις της μὲ τὴ Δήμητρα, τὸν Πλούτωνα καὶ τὸν Κάτω κόσμο γενικά (βλ. ἀνάμεσα στὰ πολλὰ ἄλλα ΕλλΜ11 2.130 κἑ. κ.ἀ., Kerényi Μυθ.11 217-35 κ.ἀ., Richardson Dem.12 σσ. 47 κἑ., 269 κἑ., 283 κἑ. κ.ἀ. [βλ. Ind.], βλ. ἐπίσης ἀνωτ. Ε11 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. Θεσμοφόρους). Ἡ ἐπίκληση σὲ θεότητα νὰ δεχθῆ τὸν νεκρὸ εὐμενῶς (πβ. κατωτ. Ε27 καὶ βλ. ΕΚυΕ13 5.2δ΄) ἐμφανίζεται καὶ σὲ Νεοελληνικὰ μοιρολόγια, μὲ ὀνόματα βέβαια τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας (βλ. Μ. Βαρβούνη14, ΕΚΕΕΚ 20 [1993-94] 372 κἑ.).

πινυτὴν δέξαιο Τάκιλλαν: πβ. κατωτ. Ε30.2 πινυτὴν Ὀρ̣̣[φεὺς εὐκλέϊσ' Εὐριδίκην]. Τὸ ὄνομα Τάκιλλα, ὅπως σημειώνει ὁ Schöll1, δὲν εἶναι γνωστό, γι' αὐτὸ ἴσως πρέπει νὰ διαβαστῆ ἐδῶ δέξαι Ὀτάκιλλαν (ὀρθῶς ἴσως Ὀτάκιλλαν, ἀλλὰ δέξαι'· βλ. ὅμως LGPN1/215,16: δὲν ἀπαντᾶ οὔτε τὸ Ὀτάκιλλα). Τὸ ἐπίθ. πινυτός: σώφρων, συνετός, φρόνιμος κ.τ.τ. (καὶ πινυτή ὡς οὐσ., καὶ πινύσκω, πέπνυμαι κλπ., πινυτόφρων καὶ πνυτός, πβ. Πνυταγόρας κ.λπ.: βλ. Chantraine4 σ.λ. πέπνυμαι, καὶ ἀνωτ. Ε10 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Πνυταγόρω), ἀπαντᾶ συχνὰ καὶ σὲ ἐπιγράμματα: Ἀνθ. Παλ. 3.6.5 πινυτὰν... θεόν, 8.119.6 δάμαρτος | ἐσθλῆς καὶ πινυτῆς κ.ἄ. πολλά, EpAP7 2.507.2 ἀνδρὸς κυδαλιμοῦ καὶ πινυτῆς ἀλόχου, 2.679.1-2 Ἐνθάδε τὴν ἀρετῆς πινυτὴν κατὰ γαῖα καλύπτει, | Πρέμνου τὴν ἄλοχον, σεμνὸν θάλος, ἔξοχον ἄλλων, 2.728.1 Αὑτῷ καὶ τεκέεσσι καὶ ᾗ πινυτῇ δὲ γυναικί, κ.τ.τ.

2. ἦ: στ' ἀλήθεια, βέβαια, ὄντως (βεβαιωτικὸ ἐδῶ μόριο, ἀλλοῦ καὶ ἐρωτηματικό), συνοδευόμενο συχνὰ ἀπὸ τὸ γάρ, ὅπως ἐδῶ, καὶ ἄλλα μόρια (βλ. LSJ95 σ.λ.). Ἡ ἐδῶ σύνταξη, ὅμως, ἐπιτρέπει, ἂν δὲν ἐπιβάλλει, νὰ διαβάσουμε = αὐτή (μετὰ ἀπὸ ἄνω τελεία) ἢ ἡ ὁποία (μετὰ ἀπὸ κόμμα).

πόλλ' ἐπὶ σοὶ μηρί' ἔθηκε πυρί: στὸν Ὅμηρο συχνὰ μηρία καίειν (Α 40 εἰ δή ποτέ τοι κατὰ μηρί' ἔκηα, κ.τ.τ.), ἀλλὰ καὶ μηρία θέντες φ 267, κ.ἄ. Ἡ λέξη μηρία σημαίνει τεμάχια κρέατος ἀπὸ τοὺς μηροὺς ἢ τὰ ὀστὰ τῶν μηρῶν (βλ. Ἡσύχ. σ.λ. μηρία· τὰ ἐκ τῶν μηρῶν ἐξαιρούμενα ὀστᾶ, πβ. Ἀπολλων. Λεξ. 112.27 μηρία οὐχ ὡς ἡμεῖς, ἀλλὰ τὰ ἐκ τῶν μηρῶν ἐξαιρούμενα καὶ ἱεροθυτούμενα. ὁ δὲ Ἡσίοδος τὰ περὶ τὴν μερίδα τῶν ὀστέων μυθικῶς διαπλάσσει, καὶ Σχολ. στὸ Α40). Ἡ διάκριση μεταξὺ τοῦ μηρία = ὀστὰ μηρῶν καὶ τοῦ μηροί = οἱ μηροὶ μὲ τὰ κρέατά τους (ποὺ ἐμφαίνεται στὰ ἀνωτ. χωρία) δὲν φαίνεται νὰ ἀνταποκρίνεται πάντα στὰ πράγματα. Βλ. LSJ95 / LSK6 σ.λλ. μηρία καὶ μηρός, καὶ Burkert ΑρΕΘ17 135 κἑ.

5. στυγερὴν ὁ[δὸν εἰ]ς Ἀχέροντος: πβ. κατωτ. Ε26.4 πικρὸν δ' εἰς Ἀχέροντ' ἔμολεν (καὶ στ. 9 Ἀίδας, πβ. ἐδῶ στ. 3 πα[ρ' Ἅι]δην: βλ. κατωτέρω Ε34.3 σημ., μὲ παραπομπές) καὶ GG18 194.4 στυγνὴ δ' εἰς Ἀχέροντ' ἔμολες (μὲ σημ., σελ. 306). Ὁ Ἀχέρων εἶναι ὁ γνωστὸς ποταμὸς τῆς Ἠπείρου, τοῦ ὁποίου τὰ νερὰ θεωροῦνταν πικρά (δηλητηριασμένα) καὶ ὁ ὁποῖος ὁδηγοῦσε στὸν Ἅιδην· στὶς ἐκβολές του ὑπῆρχε ἡ ἈχεροντὶςἈχερουσία λίμνη, ὅπου οἱ ἀρχαῖοι τοποθετοῦσαν τὶς πύλες τοῦ Ἅδη· πορθμέας ὁ Χάρων (βλ. ΕλλΜ11 2. 217 κἑ. κ.ἀ.). Χαρακτηρι­στικὸ εἶναι τὸ EpAP7 3.196 οἷς οἶκος Ἅιδης, Ἀχέρων, Λίμνη, Χάρων, | καὶ τὸ στυγητὸν τῆς Στυγὸς σκηπτὸν νᾶμα. Πρὸς τὰ ἐδῶ πβ. Ἀνθ. Παλ. 7.181.1 δνοφερὸν δόμον ἤλυθες εἰς Ἀχέροντος (στ. 2 ματρὶ λιποῦσα γόους, πβ. κατωτ. στ. 6-7), 7.203.4 ᾤχεο γὰρ πυμάταν εἰς Ἀχέροντος ὁδόν, 7.568.6 στυγεροῦ δ' εἰς Ἀχέροντος ἔβην (στ. 7 μητρός γε γόους, στ. 8 φθιμένης), 7.399. 3-4 εἰς Ἀχέροντος ἕνα πλόον ἠρνήσαντο | χὠ στυγερὸς ζώει κἠν φθιμένοισιν Ἄρης), κ.τ.τ. Ὁ λογότυπος στυγερὴν ὁδόν ἤδη στὴν Ὀδ. γ 288 καὶ ξ 235 (πβ. υ 81 γαῖαν ὕπο στυγερὴν ἀφικοίμην, κ.τ.τ.), τὸ ἐπίθ. στυγερὸς συχνότατο στὸν Ὅμηρο καὶ ἑξῆς (ἀπὸ τὸ Στύξ, ρ. στυγέω, καὶ στύγος, στυγνός, στυγητός, βροτο-στυγής, στυγ-άνωρ κ.ἄ.: βλ. Chantraine4 σ.λ. στυγέω). Πβ. ἐπίσης Εὐρ. Ἴων 1226 τὴν ἀθλίως σπεύσασαν ἀθλίαν ὁδόν.

6. [ἤ γ]ε τε[τμεῖν]: συμπλήρωση Peek2. τὸ τετμεῖν (ὁριστ. ἀορ. τέτμε καὶ ἔτετμε, ὑποτ. τέτμῃς), μὲ τὴ σημασία τοῦ «συναντῶ, βρίσκω», ἀπαντᾶ κυρίως στὸν Ὅμηρο μὲ αἰτ. συντασσόμενο (Ζ 374 τέτμεν ἄκοιτιν, ε 58 τὴν δ' ἔνδοθι τέτμεν ἐοῦσαν, κ.τ.τ. στὸν Ὅμ. κ.ἀ.). Ἡ συμπλήρωση φαίνεται ἱκανοποιητικὴ μὰ ἀβέ­βαιη, καὶ τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ τὸ μύρετο σὴ [δὲ κόρη] στὸ τέλος τοῦ στ. (μήπως μ. σὴ [θυγάτηρ] ἢ μ. σὴ [δὲ γονή];)· πβ. κατωτ. Ε27.5 (γόνον) μὲ σημ. – Γιὰ τὸ πόσιν βλ. κατωτ. Ε62.6 (σχόλ. σ.λ.), καὶ Ε30.5 πόσ[ις]. Γιὰ τὸ σὸμ π. στὴν ἀρχὴ τοῦ ἐδῶ στ. καὶ τὸ τὴμ μητρὸς στὴν ἀρχὴ τοῦ στ. 6 βλ. ἀνωτ. Ε6 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Ϝέπο(μ) μέγα.

8. λευκ[ὰ] (...) ὀστέα γῆ κατέχοι: Στὸν Ὅμηρο καὶ ἑξῆς ἀπαντᾶ συχνὰ ὁ λογότυπος ὀστέα λευκά (Π 347 κ.ἀ., βλ. West19 στὴν Ἡσ. Θεογ. 557 σ.λ. ὀστέα λευκά), πβ. λεύκ' ὀστέα λ 221 κ.ἀ. (ω 76 ἐν τῷ τοι κεῖται λεύκ' ὀστέα, φαίδιμ' Ἀχιλλεῦ, κ.τ.τ.). Γιὰ τὸ τέλος τοῦ στ. βλ. ἀνωτ. Ε8 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. καί με χ[θ]ὼν ἥδε καλύπτει (Ὁμηρ. λογότ. στὸ τέλος στ. κατὰ γαῖα καλύπτοι / κάλυψε) καὶ κατωτ. Ε49.7 σὰ δὲ ὀσστᾶ γαῖα καλύπτει. Στὸν ἐδῶ στ. ἔχουμε συνένωση δύο λογοτύπων: λευκὰ ὀστέα / ὀστέα γῆ (γαῖα) καλύπτει (-οι) καὶ εὐκτικὴ εὐχετικὴ κατέχοι. Χαρακτηριστικοὶ εἶναι οἱ ἀσυναίρετοι ποιητ. τύποι σέθεν (σοῦ), μελέων (μελῶν) καὶ ὀστέα (ὀστᾶ), ποὺ δίνουν ἕναν ἔντονο ἐπικὸ τόνο στὸ τέλος τοῦ ἐπιγράμματος (βλ. καὶ ἀνωτ. στ. 2 πόλλ' ἐπὶ σοὶ μηρί' ἔθηκε πυρί καὶ στ. 6 τε[τμεῖν]), χωρὶς αὐτὸ νὰ ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὸ θέμα, ὅπως στὸ ἑπόμ. ἐπίγραμμα (ἀπὸ τὴ Λάρνακα ἐπίσης). Νὰ πρόκειται ἄραγε γιὰ Κολοφώνια ποὺ φτάνει στὸ Κίτιο νὰ συναντήσει τὸν ἐκεῖ ὑπηρετοῦντα ἄνδρα της καὶ πεθαίνει πρὶν τὸν δεῖ; Ἢ γιὰ Κολοφώνια παντρεμένη καὶ ἐγκατεστημένη μὲ τὴν οἰκογένειά της στὴν Κύπρο, τῆς ὁποίας ὁ ἄντρας ἀπουσιάζει καὶ ἡ ὁποία πεθαίνει πρὶν ἐκεῖνος γυρίσει; Καθὼς ἡ ἐπιγραφὴ ἐμφανίζει κενὰ σὲ κρίσιμα σημεῖα στὸν στ. 6, ἡ ὅποια ἀπάντηση μένει μετέωρη.

  1. Oberhummer, E. (1888), Griechische Inschriften aus Cypern , SBAW 1 : 305-348.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  2. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑
  3. Ohnefalsch-Richter, M. H. (1913), Griechische Sitten und Gebräuche auf Cypern: mit Berücksichtigung von Naturkunde und Volkswirtschaft sowie der Fortschritte unter Englischer Herrschaft, Berlin.a↑ b↑
  4. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑
  5. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑
  6. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑
  7. Cougny, E. (ed.) (1890), Epigrammatum Anthologia Palatina..., Vol. ΙΙΙ, Paris.a↑ b↑ c↑
  8. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑
  9. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.
  10. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.
  11. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .a↑ b↑ c↑
  12. Richardson, N J. (1974), The Homeric Hymn to Demeter, Oxford.
  13. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .
  14. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1993-1994), Ἀρχαῖα Κυπριακὰ Ἐπιτύμβια Ἐπιγράμματα και Νεοελληνικὰ Μοιρολόγια, ΕΚΕΕΚ 20: 359-414.
  15. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.
  16. Osborne, M. J. & Byrne S. G. (1994), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. II: Attica, Oxford.
  17. Burkert, W. (1993), Ἀρχαία Ἑλληνική Θρησκεία: Ἀρχαϊκή καί Κλασσική Ἐποχή, μτφρ. Μπεζαντάκος, Ν Π. και Αβαγιανού, Α Ἀθήνα.
  18. Peek, W. (1960), Griechische Grabgedichte (griechisch und deutsch), Schriften und Quellen der alten Welt hrsg. von der Section für Altertumswissenschaft bei des Deutschen Akademie der wissenschaften zu Berlin,7 Berlin.
  19. West, M L. (1966), Hesiod, Theogony, Oxford.