You are here

E20

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      Ἥ̣̣̣̣̣δε1 σε, [Ν]ικόγενες2 , κεύθει χθὼν  τῆλε Καλύμν̣̣̣̣̣[ας]3
2         πατρίδος , ἀκμα̣̣̣̣̣ί̣̣̣̣̣α̣̣̣̣̣ν δ̣̣̣̣̣' ὤλεσα[ς ἡ]λικία[ν]4 .

  1. 1 ἥ̣̣̣̣̣δε Segre Hansen (ΙΔΕ apogr. MSW et Marshall): ()δε Marshall; ἥδε plerique ‖
  2. [Ν]ικόγενες Marshall (ΙΚΟΓΕΝΕΣ apogr.), it. plerique: Νικογένες (sed ΙΚΟΓΕΝΕΣ apogr.) MSW, it. Peristianis ‖
  3. Καλύμν̣̣̣̣̣[ας] Segre Clairmont Hansen; Καλύμν[ας] Peek Nicolaou Hadjioannou Koukoules; Καλύμ(ν)[ας] Marshall (ΚΑΛΥΜI apogr.); Καλύμν[ου] (ΚΑΛΥΜI apogr.) MSW
  4. 2 ἀκμα̣̣̣̣̣ί̣̣̣̣̣α̣̣̣̣̣ν δ̣̣̣̣̣' ὤλεσα[ς ἡ]λικία[ν] Hansen (ἀκμ̣̣̣̣̣α̣̣̣̣̣ί̣̣̣̣̣α̣̣̣̣̣ν δ̣̣̣̣̣' ὤ̣̣̣̣̣- Segre, sine punctibus Peek Clairmont Hadjioannou Koukoules): ἀκμαίαν [δ' ]- MSW (sed vid. apogr.), it. Peristianis (sed -λικίαν), Nicolaou; ἀκ(μαίαν δ' ὤ)- Marshall.

Ἐτούτη, Νικογένη, σὲ καλύπτει ἡ γῆ μακρυὰ ἀπ' τὴν Καλύμνα

      τὴν πατρίδα, κι ἔχασες σὲ ἀκμαία τὴ ζωή σου ἡλικία.

Σχόλια: 

Ἄψογο ἐλεγειακὸ δίστιχο ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα πρὸς τιμὴ τοῦ Καλύμνιου Νικογένη ποὺ σὲ ἀκμαία ἡλικία πεθαίνει στὴν Κύπρο. Ἀνακαλύφθηκε στὴν Ἀμαθούντα κατὰ τὶς ἀνασκαφὲς τοῦ 1894, χαραγμένο πάνω σὲ θρυμματισμένη στήλη ἐπιμελημένη καὶ ζωγραφισμένη, μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς πολεμιστῆ ποὺ φέρει κράνος, θώρακα, κοντὸ χιτώνα καὶ ἀρβύλες, κρατᾶ ἀσπίδα –ἀκουμπισμένη στὸ ἔδαφος– μὲ τὸ ἀριστερό του χέρι, κι ἔχει στὸν ἀριστερό του ὦμο ἀκόντιο (βλ. MSW ECy1 94), προφανῶς τοῦ Νικογένη. Ἡ στήλη κοσμεῖ σήμερα τὸ Βρεταννικὸ Μουσεῖο (ἀρ. 1894, 11-1, 158), κι ὅπως σημειώνεται στοὺς ἀνωτέρω (1900) "The details were fairly plain at the time of the discovery, but only faint traces now remain". Χρονολογεῖται στὰ τέλη τοῦ 4ου / ἀρχὲς τοῦ 3ου αἰ. π.Χ. (ἀρχὲς 3ου κατὰ τὴ Nicolaou, EHCy2 I. [1967] 19 ἀρ. 7 καὶ PPC3 N 29, β΄ ἥμισυ 4ου αἰ. μὲ ἀμφιβολίες κατὰ τὸν Chairmont4). Τὸ ἐπίγραμμα εἶναι χαραγμένο μεταξὺ τῆς μορφῆς τοῦ πολεμιστῆ καὶ ἑνὸς μικροῦ ἀετώματος ποὺ ἐπιστέφει τὴ στήλη, καὶ μπορεῖ ἐν πολλοῖς νὰ παραβληθῆ πρὸς τὸ ἀνωτ. Ε3 γιὰ τὸν Ἁλικαρνασσέα Ἰδάγυγο.

1. [Ν]ικόγενες: μὲ α΄ συνθ. τὸ νίκη καὶ β΄ τὸ γεν- (γίγνομαι, γένος) τὸ ὄνομα ἁρμόζει ἄριστα σὲ πολεμιστή (κι ἀπὸ οἰκογένεια πιθανῶς πολεμιστῶν). Ἀπαντᾶ καὶ σὲ ἐπιγραφὴ τῆς Ρόδου (βλ. LGPN5 σ.λ.), μόνον ἐδῶ ὅμως συνδέεται μὲ τὴν Κύπρο. Βλ. καὶ Launey Recherches6 1146 (''Νικογένης Καλύμνιος. Soldat. Chypre''), πβ. Pros. Ptol.7 135 ἀρ. 15581 ("Νικογένης – Καλύμνιος; prob. militaire – Amathous – fin 4e/début 3e s.") καὶ Κουκούλη ΚαλΕ8 σελ. 404.

κεύθει χθὼν: ὁ λογότυπος καὶ ἀλλοῦ σὲ ἐπιγρ. (EpAP9 2.96 Ἐνθάδε Περγαμίδην κεύθει χθὼν Λαομέδοντα, Ἀνθ. Παλ. 7.14.1 Σαπφώ τοι κεύθεις, χθὼν Αἰολί, πβ. Εὐρ. Ἑκ. 571 ἥδε κεύθει σώματ' Ἰδαία κόνις καὶ κατωτ. Ε36.1 κόνις ἥδε... κέκευθεν, GVI10 490.1 κεύθει τάφος κ.τ.τ.)· πβ. τὰ Ὁμηρ. κύθε γαῖα (γ 16, γιὰ τὸν ὑποτιθέμενο νεκρὸ Ὀδυσσέα) καὶ Ἄϊδι κεύθωμαι (Ψ 244, ἀπὸ τὸν Ἀχιλλέα, ποὺ δίνει ἐντολὲς γιὰ τὴν κηδεία τοῦ Πάτροκλου), καὶ τὸν λογότυπο γαῖα κεύθει (Αἰσχ. Προμ. 571, κ.ἀ.), ποὺ ἐξελίσσεται στὸ (κατὰ) γαῖα καλύπτει κ.τ.τ. (πβ. κατωτ. Ε62.3 πτόλις ἅδε καλύπτε[ι], καὶ βλ. GVI10 σσ. 120 κἑ.). Τὸ ποιητ. ρῆμα κεύθω (κατακαλύπτω κ.τ.τ.), καὶ κευθάνω / κυνθάνω, οὐσ. κεῦθος καὶ κευθμός / κευθμών καὶ κευθήν (βλ. Σοῦδ. σ.λ. κευθῆνες· οἱ καταχθόνιοι δαίμονες, καὶ Ἡσύχ. σ.λλ. κεύθεα, κευθμός, κευθμῶνες), ἐπίθ. μεγαλοκευθής, κευθμωνοχαρής κ.ἄ., συγγ. κύσθος καὶ κύστις κ.ἄ., φαίνεται ὅτι συγγενεύει πρὸς τὸ Σανσκρ. kuhara-(κοιλότης), τὸ Λατ. cudo (κράνος) καὶ τὸ Ἀγγλοσαξ. hydan (Ἀγγλ. hide). Βλ. LSJ911 καὶ (μὲ ἐτυμ.) LSK12, Hofmann – Παπαν.12 καὶ Chantraine13 σ.λ. κεύθω.

1-2. τῆλε Καλύμν̣̣[ας] πατρίδος: πβ. κατωτ. Ε64.3 (Κιτίου, 2ου π.Χ. αἰ.) γείνατο Κά[λυμνος (?) καὶ Ε21 ἀπ' Ἐλα<ί>ης | Αἰολίδος τηλοῦ, Λ 817 καὶ Π 539 τῆλε φίλων καὶ πατρίδος αἴης (ἀποφθινύθουσι Π540), κατωτ. Ε31.4 (καὶ EGr14 146.3, κ.ἀ.) τηλόθι (sc. πάτρης), κ.τ.τ. (γιὰ τὸν θάνατο στὰ ξένα βλ. ΕΚυΕ15 5.4εʹ). Τὸ ὄνομα τῆς πατρίδας τοῦ Νικογένη στὴ γεν. μπορεῖ νὰ διαβαστῆ ἐδῶ ὡς Καλύμν̣̣[ας] καὶ –κατὰ τοὺς MSW (ECy1 93)– Καλύμν̣̣[ου]. Στὸν Ὁμηρ. κατάλογο τῶν πλοίων ὁ ποιητὴς ἀναφέρει πὼς ὑπὸ τὸν Φείδιππο καὶ τὸν Ἄντιφο πῆραν μέρος στὸν Τρωικὸ πόλεμο (Β 676 κἑ.) οἳ (...) Νίσυρον τ' εἶχον Κράπαθόν τε Κάσον τε | καὶ Κῶν Εὐρυπύλοιο πόλιν νήσους τε Καλύδνας (μὲ τὸν τελευταῖο πληθ. νὰ ὑποδηλώνει προφανῶς τὴν Κάλυμνο καὶ τὸ γειτονικὸ νησάκι Ψέριμος κι ἴσως τὴ Λέρο, βλ. σημ. Kirk Comm. Il.16 ad loc., καὶ πβ. Ἡσύχ. σ.λ. Καλύδναι (Latte17, Καλύδαι Schmidt17αἱ νῆσοι πλησίον Ῥόδου, καὶ ἐπίθ. Καλυδναίη [= παλαιά], Καλυδναῖον, Καλυδναῖος κατὰ τὸν ἴδιο). Τὸ νησὶ ἐμφανίζεται στὴ συνέχεια μὲ διάφορες ὀνομασίες παραπλήσιες (βλ. RE18 σ.λ.): Καλίδνη στὴν Ἀττ. διάλεκτο καὶ Κάλυμνα στὴν ἐπιγρ. CIG19 ΙΙ 2671.9 (ἀποσταλέντες εἰς Κάλυμναν), Calymne στὸν Ὀβίδιο καὶ Calydne στὸν Πλίνιο, γιὰ νὰ ἐπικρατήσει σταδιακὰ τὸ σημερινὸ Κάλυμνος (ὑπὸ τὴν ἐπίδραση ἴσως τῶν σὲ -ος ὀνομάτων τῶν γειτονικῶν νησιῶν). Ὁ Fick (VOrts20 53) θεωρεῖ τὴν κατάληξη -υμνά Μικρασ. προέλευσης καὶ συσχετίζει τὸ ὄνομα τοῦ νησιοῦ μὲ Καρικὰ τοπων. (ΚαλυδνάΚάλυνδα), ἐνῶ ὁ Benseler (WGrE σ.λ. Κάλυμνα) σημειώνει ὅτι κατὰ τὸ Μέγ. Ἐτυμ.21 τὸ τοπωνύμιο συνδέθηκε ἐτυμολογικὰ πρὸς τὸ κάλυμνος (: ὁ ἐν Αἰγύπτῳ σῖτος· ἀντὶ τοῦ καλίμνιος· ὁ γὰρ Φιλάδελφος ἐκ Καλυδνῶν μετήνεγκε τὸ σπέρμα. Νήσους τε Καλυδνάς. Ἃς ὁ Ἀπολλόδωρος φησὶ λέγεσθαι καὶ Καλύδνας). Οὕτως ἢ ἄλλως, ἡ ἐδῶ συμπλήρωση Καλύμν[ας] μοιάζει βέβαιη. Βλ. καὶ ΑΚΕΠ22 Ε΄ 12 (τιμητικὸ ψήφισμα Καλυμνίων γιὰ Κύπριο, 10 Καλύμνα).

2. ἀκμα̣̣ί̣̣α̣̣ν δ̣̣' ὤλεσα[ς ἡ]λικία[ν]: Τὸ ὤλεσα (ἀόρ. τοῦ ὄλλυμι), κατὰ κανόνα μὲ τὴ σημ. τοῦ «χάνω» (ἔχω ἀπώλεια), ἐμφανίζεται παράλληλα πρὸς τὴ σημ. τοῦ «ὁδηγῶ στὸν ὄλεθρο, ἐξολοθρεύω, καταστρέφω», ἤδη στὸν Ὅμηρο: Η 360 κ.ἀ. φρένας ὤλεσαν καὶ Λ342 κ.ἀ. φίλον ὤλεσε θυμόν, Ε 250 φίλον ἦτορ ὀλέσσῃς, Θ 358 μένος θυμόν τ' ὀλέσειε, Ν 763 ψυχὰς ὀλέσαντες, κ.λπ., ἀλλὰ ὤλεσα λαὸν ἀτασθαλίῃσιν ἐμῇσιν στὸ Χ 104 κ.τ.τ., μὲ τὸ σιβυλλικὸ τὸν ἀπώλεσα τοῦ Ἀχιλλέα γιὰ τὸν νεκρὸ Πάτροκλο στὸ Σ 82 νὰ μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθῆ καὶ μὲ τὶς δύο σημασίες (τὸν ἔχασα ἢ τὸν ὁδήγησα στὸν ὄλεθρο, ὡς ὑπαίτιος ἢ ὡς ὑπεύθυνος γιὰ τὸν θάνατό του: βλ. Ἀ. Βοσκοῦ23, «Ἡ Ὁμηρικὴ Ἀλληγορία τῶν Λιτῶν καὶ τῆς Ἄτης», ΕΚΕΕΚ 12 [1983] 318 κἑ.). Τὸ ἐδῶ ὤλεσας ἀκμαίαν ἡλικίαν φαίνεται νὰ ἀνήκει μᾶλλον στὴν πρώτη κατηγορία (ἔχασες νεαρὸς τὴ ζωή σου), μὰ δὲν ἀποκλείεται νὰ ὑπαινίσσεται καὶ τὴν ἐνεργ. μεταβ. σημ.: ξεκίνησες νὰ ἐξολοθρεύσεις τὸν ἐχθρὸ κι ἔχασες τὴ ζωή σου (ἢ ἀκόμα, καὶ κατέστρεψες τὸν ἑαυτό σου σὲ ἀκμαία ἡλικία). Γιὰ τὸ ὤλεσας ἡλικίαν πβ. τὸ ὤλεσας γένος (μὲ μεταβ. ὅμως μόνο σημ., Αἰσχ. Ἐπτ. 1056, κ.ἀ.). Ὁ λογότυπος ἀκμαία ἡλικία κ.τ.τ. συχνὰ στὴν ποίηση καὶ στὸν πεζὸ λόγο: βλ. π.χ. Ἀνθ. Παλ. 7.188.2 ἀκμαίης... ἡλικίης καὶ 12.14.2 ἀκμαίην... ἡλικίην, πβ. Αἰσχ. Ἑπτ. 11 ἥβης ἀκμαίας (μὲ ἀρχ. σχόλ. στὸ χωρίο) καὶ Σοῦδ. σ.λ. πρίγκηπες· οὕτως καλοῦσι Ῥωμαῖοι τοὺς ἀκμαιοτάτους ταῖς ἡλικίαις.

  1. Murray, A S., Smith A H. & Walters H B. (1900), Excavations in Cyprus: Request of Miss E. T. Turner to the British Museum, London.a↑ b↑
  2. Michaelidou-Nicolaou, I. (1967), The Ethnics in Hellenistic Cyprus, I. "The epitaphs", ΚυΣπ 31: 15-36.
  3. Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg .
  4. Clairmont, C. W. (1970), Gravestone and Epigram: Greek Memorials from the Archaic and Classical Period, Mainz on Rhine .
  5. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.
  6. Launey, M. (1949-1950), Recherches sur les armées Hellénistiques, Vols. I-II, Paris.
  7. Peremans, W. & van 't Dack E. (1950-1981), Prosopographia Ptolemaica, Vols. I-IX, Studia Hellenistica, L. Cerfaux, W, Peremans et al. (eds.) Leuven.
  8. Κουκούλης, Γ. Ν. Ἡ Καλύμνα τῶν Ἐπιγραφῶν, Ἀναγνωστήριο Καλύμνου «Αἱ Μοῦσαι»: Σειρὰ Λογο-τεχνικῶν καὶ Ἐπιστημονικῶν Ἐκδόσεων,2 Ἀθήνα.
  9. Cougny, E. (ed.) (1890), Epigrammatum Anthologia Palatina..., Vol. ΙΙΙ, Paris.
  10. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑
  11. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  12. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑
  13. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.
  14. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.
  15. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .
  16. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.
  17. Latte, K. (1953-1966), Hesychii Alexandrini Lexicon, Vol. I: Α-Δ, vol. II: E-O, Hauniae .a↑ b↑
  18. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .
  19. Boeckhius, A. (1843), Corpus Inscriptionum Graecorum, Vol. 2, Berlin.
  20. Christodoulou, M. N. & Konstantinidis K. (1987), A Complete Gazetteer of Cyprus, Vol. I, Nicosia.
  21. Gaisford, T. (1848), Etymologicum Magnum, Oxford.
  22. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.
  23. Βοσκός, Α. Ι. (1983), Ἡ Ὁμηρικὴ Ἀλληγορία τῶν Λιτῶν καὶ τῆς Ἄτης (Ἀπὸ τὴν Ἰλιάδα στὴν Ὀδύσσεια;), ΕΚΕΕΚ 12: 307-328.