You are here

E19

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      Ἀνδρόμαχος μέ›γ‹α πένθος1  Ἀριστ›ώ‹νακτος2  ἀδελφοῦ
           [κ]άλπιν3  ἐπ' ἄστυ Πάφου πάτριον ἵξει ἄγων .
3    πρέσβυ, σὺ δ' οὐχὶ τροφεῖα, τὰ δ' ὀστέα παιδὸς ἐπόψει,
           Μεννέα , ἐν ξείνηι γῆι Ῥοδίων φθιμένου .

  1. 1 μέ›γ‹α πένθος Peek1 (μέ‹γ›α π.), Hadj. (μέ[γ]α π.), Geffken (μέ(γ)α π.); μέγα π. Wilh. (et Peek2): με(τ)ὰ π. Hill. (ΜΕΠΑΠΕΝΘΟΣ apogr.) ‖
  2. Ἀριστ›ώ‹νακτος (Ἀριστ[ώ]νακτος) Hadj., dubit. iteravimus (vid. infra s.v.): Ἀριστάνακτος cett. (ΑΡΙΣΤΑΝΑΚΤΟΣ in lap.)
  3. 2 [κ]άλπιν Hill., it. Geffken Peek1 Hadj.: κάλπιν Wilh. (et Peek2).

Ὁ Ἀνδρόμαχος μεγάλο πένθος τοῦ Ἀριστώνακτα τοῦ ἀδελφοῦ

    τὴν κάλπη στὴν πόλη τῆς Πάφου τὴν πάτρια θὰ φτάσει

               φέρνοντας.

Γέροντα, σὺ ὅμως ὄχι τὰ τροφεῖα μὰ τὰ ὀστᾶ τοῦ γιοῦ θὰ δεῖς,

     Μεννέα, ποὺ σὲ ξένη γῆ τῶν Ρόδιων πέθανε.

Σχόλια: 

Ἐπίγραμμα ἐπὶ κενοταφίου ἀποτελούμενο ἀπὸ δύο ἐλεγειακὰ δίστιχα ποὺ βρέθηκε στὴ Ρόδο χαραγμένο πάνω σὲ κυανὴ μαρμάρινη πλάκα ὀρθογώνια, διαστάσεων 0.37x0.27x0.28 (κατὰ τὸν Hiller de Gaertringen1). Χρονολογεῖται στὰ τέλη περίπου τοῦ 3ου αἰ. π.Χ. ("tertii fere exeuntis a. Chr. n. Saeculi") ἀπὸ τὸν ἀνωτ. καὶ τὸν Peek (πιὸ κατηγορηματικά: "Ende III. Jh" GVI2, "Ende 3. Jh. v. Chr." GG3, βλ. καὶ Nicolaou PPC4 A 40 καὶ Α 87), στὸν 3ον αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὸν Χατζηιωάννου5· τὰ δεδομένα, ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά, δὲν ἐπιτρέπουν ἀκριβῆ χρονολόγηση, ἀλλὰ φαίνονται νὰ ὁδηγοῦν στὴν περίοδο ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. μέχρι καὶ τὰ μέσα περίπου τοῦ 3ου αἰ. π.Χ. (πβ. προηγούμενα καὶ ἑπόμενα ἐπιγράμματα). Τὸ συγκινητικὸ τετράστιχο συνοδεύει τὸ κενοτάφιο τοῦ Πάφιου Ἀριστώνακτος, ὁ ὁποῖος γιὰ κάποιον ἄγνωστο λόγο πεθαίνει νέος στὴ Ρόδο καὶ τοῦ ὁποίου τὰ ὀστὰ μεταφέρονται γιὰ ταφὴ στὴ γενέτειρα, ὅπου περιμένει ὁ τραγικὸς γέροντας πατέρας (οὐχὶ τροφεῖα ἀλλὰ ὀστέα). Τὸ ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα θυμίζει ἀνάλογα δημοτικὰ τραγούδια ποὺ διεκτραγωδοῦν τὸν θάνατο στὴ ξένη γῆ, ἀλλὰ καὶ τὶς ποικίλες ἀναφορὲς στὴν ἀνατροπὴ τῆς φυσικῆς τάξης, ὥστε οἱ γονεῖς νὰ θάβουν τὰ τέκνα κι ὄχι τὰ τέκνα τοὺς γονεῖς: πβ. τὸ ὀνομαστὸ χωρίο τοῦ Ἡροδ. 1.87.4 οὐδεὶς... οὕτω ἀνόητός ἐστι ὅστις πόλεμον πρὸ εἰρήνης αἱρέεται· ἐν μὲν γὰρ τῇ οἱ παῖδες τοὺς πατέρας θάπτουσι, ἐν δὲ τῷ οἱ πατέρες τοὺς παῖδας (βλ. καὶ ΕΚυΕ6 5.4γ΄). Νὰ πρόκειται ἐδῶ γιὰ νέον ποὺ πεθαίνει στὸν πόλεμο δὲν ἀποκλείεται, καθὼς οἱ ἐμφύλιοι πόλεμοι τῆς ἐποχῆς εἶναι συνεχεῖς καὶ προκαλοῦν συχνὰ θανάτους σὲ ξένη γῆ (τὸ 305 π.Χ., π.χ., στρατεύματα τοῦ Δημήτριου, ποὺ τὸν προηγούμενο χρόνο κατέλαβε τὴν Κύπρο, πολιορκοῦν τὴ Ρόδο, κ.ο.κ.: βλ. χαρακτηριστικὰ ΙΕΕ7 Δ΄ 314 καὶ 410 κἑ.)· δὲν ἀποκλείεται, ὅμως, ἐπίσης νὰ βρέθηκε ὁ Ἀριστώνακτας στὴ Ρόδο γιὰ ἐμπορικοὺς λόγους (βλ. Χατζηιωάννου5). Πρὸς τὸ ὅλο ἐπίγραμμα πβ. ΕGr8 228 καὶ Ἀνθ. Παλ. 7.435 (τὰ ὁποῖα ἐπισημαίνει ὁ Wilhelm9 καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα βλ. κατωτ.).

1. μέ>γ<α πένθος: στὴν ἐπιγραφὴ ΜΕP ΑPΕΝΘΟΣ κατὰ τὸν Hiller de Gaetringen1, ποὺ γράφει ὅμως με(τ)ὰ πένθος· διορθώνει εὔστοχα σὲ μέγα πένθος τὸ 1905 ὁ Wilhelm9: οἱ Peek (GVI2, χωρὶς σύμβολα στὸ GG3, ὅπου μέγα) καὶ ὁ Χατζηιωάννου5 γράφουν μέ<γ>α καὶ μέ[γ]α ἀντίστοιχα· ὅπως σημειώνει ὁ Wilhelm9, τὸ ΜΕP Α ποὺ διάβασε ὁ Hiller de Gaertringen1 κεῖται ἀντὶ τοῦ ΜΕΓΑ (κατ' ἐπίδραση τοῦ ἀκολουθοῦντος Π τῆς λέξεως πένθος. Ἀπὸ τὰ πολλὰ παράλληλα χωρία (μέγα πένθος συχνὰ καὶ στὴν ποίηση καὶ στὸν πεζὸ λόγο) πβ. Βατραχομ. 49 (Allen10) οἵ μοι μέγα πένθος ἄγουσιν, Ἀρρ. Ἀνάβ. Ἀλεξ. 7.14.2 ἀνέγραψεν ὑπὲρ τοῦ πένθους τοῦ Ἀλεξάνδρου· Μέγα μεν γενέσθαι αὐτῷ τὸ πένθος, Ἀνθ. Παλ. 9.173.8 μέγα πένθος ἔχειν, EGr8 87.3 πατρὶ φίλῳ καὶ μητρί, λιπόντε ἀμφοῖν μέγα πένθος, EpAP11 2.512.3 κλαύσατε τὴν δύστηνον, ἐφ' ᾗ μέγα πένθος ἔχουσι | νυκτὶ καὶ ἀελίῳ δυστοκέες τοκέ[ες], κ.ἄ. Σχολιάζοντας ὁ Kaibel τὴ λέξη πένθος στὸ κατωτ. (σ.λ. Ἀνδρόμαχος...) παρατιθέμενο χωρίο EGr8 228.5-6, υἱοθετεῖ ἄποψη τοῦ Wilamowitz ὅτι ἡ λέξη, ὅπως πιὸ συχνὰ τὸ κῆδος, δηλώνει τὸ ἴδιο τὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ ("ipsum mortui corpus est"), καὶ παραβάλλει μὲ ἐπίγρ. τοῦ Νικάνδρου, Ἀνθ. Παλ. 7.435 Εὐπυλίδας κ.λπ. | ἕξ Ἰφικρατίδα παῖδες, ἀπωλόμεθα | Μεσσάνας ὑπὸ τεῖχος· ὁ δ' ἕβδομος ἄμμε Γύλιππος | ἐν πυρὶ θεὶς μεγάλαν ἦλθε φέρων σποδιάν, | Σπάρτᾳ μὲν μέγα κῦδος, Ἀλεξίππᾳ δὲ μέγ' ἄχθος ματρί (ποὺ μοιάζει σὲ πολλὰ μὲ τὸ ἐδῶ ἐπίγραμμα). Στὸ τελευταῖο ὅμως ἐπίγρ. ἡ σύνταξη σαφῶς ἐπιβάλλει νὰ θεωρηθῆ τὸ μεγάλαν σποδιὰν ἀντικ. τοῦ φέρων καὶ τὰ μέγα κῦδος Σπάρτᾳ / μέγ' ἄχθος ματρί ὀνομ. προσδιορισμοὶ στὸ σποδιάν, καὶ ἀνάλογη σύνταξη, νομίζουμε, πρέπει νὰ ἀκολουθήσουμε καὶ στὸ EGr8 228 (ἔδωκε φέρειν, ἐνν. ἐμὲἐμὰ ὀστέα κ.τ.τ., τοκεῦσι πένθος) καὶ ἐδῶ: ἵξει ἄγων ἀδελφοῦ κάλπιν μέγα πένθος, ἐνν. ἀδελφῷ καὶ κυρίως πατρί), μὲ τὴ γνωστὴ διαφορὰ τῶν ἄγω (κυρίως ἐπὶ ἐμψύχων) καὶ φέρω (κυρίως ἐπὶ ἀψύχων) νὰ καταξιώνει τὴν ἐπιλογὴ τοῦ ποιητῆ μας. Βλ. καὶ κατωτ. σ.λ. Ἀνδρόμαχος..., πβ. LSJ912 / LSK13 σ.λ. πένθος Ι.2, ἀλλὰ καὶ ὅ.π. ΙΙΙ. (μὲ παρα­πομπὴ καὶ στὸ EGr8 228.6), ὅπου καὶ ἐτυμ. (: πβ. πείσομαι < πένθ-σομαι τοῦ πάσχω, καὶ πέ-πονθ-α)· περισσότερα –γιὰ τὴν ἐτυμ. κυρίως– στὸν Chantraine14 σ.λ. πάσχω.

Ἀριστ>ώ<νακτος: στὴν ἐπιτύμβια πλάκα ἀναγράφεται σαφῶς ΑΡΙΣΤΑΝΑ­ΚΤΟΣ, ποὺ υἱοθετεῖται ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐκδότες πλὴν τοῦ Χατζηιωάννου5, ὁ ὁποῖος διορθώνει σὲ Ἀριστ[ώ]νακτος, «γιατὶ στὶς Κυπριακὲς ἐπιγραφὲς ἀπαντᾶ εἴτε ὡς Ἀριστῶναξ (ICS15 196b), εἴτε, ἀσυναίρετο, ὡς ἈριστοϜάναξ (ICS15 121). Πβ. τὸ Ἀριστῶ­ναξ κι' αὐτὸς Πάφιος τῆς ἐπιγρ. ἀρ. 130 καὶ τὸ Δημῶναξ (ἐπίγραμμα ἀρ. 98)» (κατωτ. Ε26)· βλ. καὶ σημ. Masson στὸ ICS15 196 τοῦ 4ου αἰ. π.Χ. (μὲ βιβλιογραφία), LGPN16 καὶ PPC4 σ.λ. (ἐντυπωσιακὴ εἶναι ἡ παρουσία ἀνθρωπωνυμίων μὲ α΄ ἢ β΄ συνθ. τὸ Ϝάναξ), πβ. καὶ ICS15 150 ΤιμοϜάνακτος καὶ 162b Τιμοάνακτος (πβ. 405-6 καὶ 435, Αἰγ.), καὶ κατωτ. Ε22.2 Σωσιάναξ καὶ Ε26.3 Δημῶναξ (βλ. ἐπίσης H. Pedersen17, "Les noms grecs de l'inscription bilingue d'Amathonte", AnnSlav 6 [1938, Mélanges Émile Boisacq] 161-65). Υἱοθετήσαμε τὴ γραφὴ Ἀριστ>ώ<νακτος πιστεύοντας ὅτι ὀφείλεται σὲ lapsus calami (κατ' ἐπίδραση τοῦ ἑπόμ. α ἢ / καὶ κατὰ τὸ κοινὸ Ἀριστάναξ) τοῦ πιθανῶς Ρόδιου χαράκτη, ἐνῶ ὁ πιθανῶς Κύπριος ποιητὴς θὰ ἔγραψε Ἀριστώνακτος (πβ. ἀνωτ. ΜΕP ΑPΕΝΘΟΣ ἀντὶ ΜΕΓΑΠΕΝΘΟΣ, καὶ βλ. ἑπόμ. λῆμμα γιὰ τὴν πιθανότητα νά 'ναι Κύπριος ὁ ποιητής), ἀλλὰ καὶ γιατὶ τὸ Ἀριστώνακτος ἁρμόζει ἄριστα στὸ μέτρο, ἐνῶ τὸ Ἀριστάνακτος δύσκολα (τὸ ἄναξ, ἄνακτος ἔχει κανονικὰ τὴν α΄ συλλ. βραχύχρονη, καὶ ἔτσι θά 'πρεπε κανονικὰ νὰ συμβαίνει μὲτὸ Ἀριστ-άναξ: δύσκολα Ἀριστο-άναξ > Ἀριστᾱ́́ναξ στὴν Κοινή).

1-2. Ἀνδρόμαχος (...) ἵξει ἄγων: πβ. τὸ καὶ ἀνωτ. μνημονευόμενο EGr8 228, στ. 5-6 αὐτοκασίγνητος δὲ καμὼν μάλα πολλὰ τοκεῦσι | πένθος ἐπ' ὠκυάλου νειὸς ἔδωκε φέρειν (ἀπὸ τὴ Λέσβο στὴν Ἔφεσο), μὲ χαρακτηριστικὴ τὴ χρήση ἀορ. ἔδωκε. Τὸ ἐδῶ ἵξει ἄγων (βλ. προηγούμενο σχόλ.) –ὑποκ. ὁ ἀδελφὸς τοῦ νεκροῦ, ὅπως καὶ ἐκεῖ τῆς νεκρῆς ὁ αὐτοκασίγνητος– ἐνισχύει τὴν πιθανότητα νὰ συντέθηκε τὸ ἐπίγραμμα ἀπὸ Κύπριο ποιητὴ πρὶν τὴ μεταφορὰ τῆς κάλπης (ἴσως ἀπὸ τὸν εὑρισκόμενο στὴ Ρόδο Ἀνδρόμαχο ἢ κάποιον ἄλλο Κύπριο τῆς ἴδιας ἀποστολῆς), μολονότι τὸ μὴ μαρτυρούμενο ἀλλοῦ στὴν Κυπριακὴ ἀδελφός (βλ. ἀνωτ. Ε7 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. [κα]σίγνητος) ἀποτελεῖ ἀντένδειξη). Ἀνάλογο ἐπίγραμμα πρέπει νὰ ὑπῆρχε καὶ στὸν τάφο τοῦ Ἀριστώνακτος στὴν Πάφο (στὴν Ἔφεσο βρέθηκε τὸ ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα τῆς δεκαοκτάχρονης Ἐφέσιας τοῦ ἀνωτ. ἐπιγρ., ὄχι στὴ Λέσβο ὅπου πέθανε ἀπὸ ἀρρώστια). Τὸ ὄνομα Ἀνδρόμαχος (πβ. Ἀνδρο­μάχη, συχνὸ καὶ σήμερα στὴν Κύπρο) φέρουν κι ἄλλοι Κύπριοι ἢ στὴν Κύπρο ὑπηρετοῦντες, κατὰ τὴν Πτολεμαϊκὴ ἐποχὴ κυρίως (βλ. Nicolaou PPC4 A 36-40 καὶ LGPN16 σ.λ.), ἀλλὰ καὶ ἕνας ναύαρχος τοῦ Κυπριακοῦ στόλου στὴν Τύρο ὑπὸ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο (βλ. RE18 σ.λ. ἀρ. 5, καὶ ΑΚΕΠ5 Α΄ 73: Ἀρρ. Ἀνάβ. Ἀλεξ. 2.20.10). Νὰ ταυτίζεται ὁ τελευταῖος μὲ τὸν ἐδῶ Ἀνδρόμαχο εἶναι μιὰ ἑλκυστικὴ ὑπόθεση, στὴν ὁποία συνηγορεῖ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὸς προβάλλεται περισσότερο στὸ ἐπίγρ. ἀπὸ τὸν νεκρὸ ἀδελφό (ὡς πιὸ γνωστὸς πιθανῶς, μὲ τὴν πολιορκία τῆς Ρόδου τὸ 305 π.Χ. πρόσφορη γιὰ τὴν ἐκεῖ παρουσία τῶν δυὸ ἀδελφῶν, ἀπὸ μιὰν ἄποψη). Ἡ ἐδῶ ὅμως ἔμφαση στὸ Ἀνδρόμαχος (α΄ λέξη τοῦ ἐπιγρ. σὺν τοῖς ἄλλοις) ἴσως ὀφείλεται σὲ προσπάθεια νὰ προβληθῆ ἡ ἀδελφικὴ φροντίδα ποὺ περιποιεῖ τιμὴ ἰδιαίτερη στὸν νεκρὸ καὶ νὰ δηλωθῆ ἡ μείωση τῶν δύο κακῶν (θάνατος–ξενιτιά) σὲ ἕνα (θάνατος) ἢ / καὶ στὸ ὅτι συνθέτης τοῦ ἐπιγράμματος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἀνδρόμαχος.

2. [κ]άλπιν: ἀγγεῖο γιὰ ἄντληση ὕδατος, ὑδρία, στάμνος κ.λπ., ἀλλὰ καὶ κάλπη γιὰ ψηφοφορία (κληρωτίδα), καὶ κάλπη γιὰ τὴν ἐναπόθεση τῆς τέφρας νεκροῦ (τεφροδόχος, -η) ἢ τῶν ὀστῶν του (ὀστεοθήκη), ὅπως σήμερα. Ἡ λ. εἶναι ἀβέβαιης ἐτυμ. (τὸ λατ. calpar φαίνεται δάνειο ἀπὸ τὴν Ἑλληνική, βλ. Chantraine14 σ.λ.). Ἐδῶ μὲ τὴ σημ. τῆς κάλπης: ὀστεοθήκης, ὡς ἀντικ. τοῦ ἄγων (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. μέγα πένθος).

3-4. Μετὰ τὸν ζῶντα ἀδελφὸ στὸ α΄ ἐλεγεῖο, ὁ γηραιὸς πατέρας προβάλλει ἐμφατικὰ στὸ β΄ μὲ τὸ πρέσβυ στὸν στ. 3 καὶ τὸ Μεννέα στὸν στ. 4, στὴν ἀρχή τους, μὲ τὸν νεκρὸ νὰ ἀναφέρεται στὸ β΄ μέρος τοῦ στ. 3 καὶ μετὰ τὸ Μεννέα στὸν στ. 4, κλείνοντας τὸ ἐπίγραμμα. Προβάλλεται ἔτσι μιὰ πτυχὴ τοῦ συχνοῦ σὲ ἐπιγράμματα θέματος τοῦ ΠΡΟΩΡΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ (βλ. κυρίως Griessmair Mors Immatura19, καὶ ΕΚυΕ6 5.4ε΄), τὸ ὁποῖο ἀνευρίσκεται καὶ κατωτ. Ε20, 21, 26, 27, 28, 29, 31, 33, 34, 41, 43, 48, 61, 66 (καὶ φυσικὰ καὶ στὰ Νεοελληνικὰ Μοιρολόγια): ἡ τραγικὴ θέση τῶν γονιῶν, ποὺ περιμένουν εὔλογα τὰ τροφεῖα (τὰ ὀφειλόμενα τοῖς τροφεῦσιν, κατὰ τὴ Σοῦδ. σ.λ.) ἀλλὰ δέχονται τὰ ὀστέα παιδός, καὶ μάλιστα ἐν ξείνηι γῆι ... φθιμένου (βλ. καὶ Μαν. Βαρβούνη20, «Ἀρχαῖα Κυπριακὰ Ἐπιτύμ­βια Ἐπιγράμματα καὶ Νεοελληνικὰ Μοιρολόγια», ΕΚΕΕΚ 20 [1993-94] 359-415, κυρίως 380 κἑ.). Ἡ ἀποκλειστικὴ ἀναφορὰ στὸν πατέρα, ὅπως ἐδῶ, δὲν ἀποτελεῖ βέβαια τὸν κανόνα, οὔτε στὰ νεώτερα Μοιρολόγια (ὅπου κυριαρχεῖ ὁ πόνος τῆς μάνας: ὅ.π. 381) οὔτε στὰ Κυπριακὰ ἐπιγράμματα, πβ. ὅμως κατωτ. Ε31, γιὰ τὸν Στασίοικο (Εὐθύδικο;) ποὺ πεθαίνει ἐπ' Ἀξείνου στόμα πόν[του], μακριά, λυγρὰ λιπὼν ἄχεα στοὺς γονεῖς (στ. 5-8, [τοκεῦσι] καὶ τέκνου στὸ τέλος τῶν στ. 5 καὶ 8 ἀντίστοιχα), οἰκτρὰ δὲ πένθη | [ἐκτέτατ]α̣̣ι μογερῶ Θειοδότω γενέτη (στ. 9-10, τελευταῖοι) καὶ βλ. Ε23.7 [ἰδί]η δέ σε μητέρα μήτηρ, Ε26.6 ματέρι καὶ γενέται, Ε28.3 τοκέεσσι, Ε33.2 ἐκ πατρικῶν ἐξεκόπην θαλάμων, Ε41.3 γενέταν κ̣̣[αὶ μ]ατ̣̣έ̣̣ρα, Ε43.3 ἥρπασας ἐγ μαζῶν ματέρος, Ε48.2 τοκέων, Ε61.3 μητρὶ λιποῦσαι | [... πλῆθο]ς ἀχέων. Ἡ ἐδῶ (καὶ στὸ Ε31, ὄχι ὅμως ἀποκλειστική) ἔμφαση στὸν πατέρα καὶ ἰδιαίτερα ἡ ἀναφορὰ τοῦ ὀνόματός του στὴν ἀρχὴ τοῦ τελευταίου στ. ὑποδηλώνει πιθανῶς ὅτι ὁ Μεννέας κατεῖχε ἐξέχουσα θέση (βλ. καὶ ἑπόμενα). Πρὸς τὸ ἐδῶ ἀπόσπ. πβ. GVI2 1264.4, 1265.5, 2021.5-6, 2022.9-10 κ.τ.τ.

4. Μεννέα: Ἡ Nicolaou, PPC4 M 23-6, ἀναφέρει τέσσερα πρόσωπα τῆς Πτολεμαϊ­κῆς περιόδου μὲ τὸ ὄνομα Μεννέας: (23) Μεννέας ἡγεμών, στρατιωτικὸς διοικητὴς σώματος μισθοφόρων (σὲ ἐπιγρ. τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὴν Ἀκανθοῦ, βλ. ΑΚΕΠ5 Δα΄ 37). (24) Ὁ ἐδῶ. (25) Μεννέας Καλλικλέους, τοῦ 1ου αἰ. π.Χ. πιθανῶς, ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Κερύνειας. (26) Μεννέας Κλέωνος (Καρπασιώτης), ποὺ ἐμφανίζεται τὸ 157/6 π.Χ. μὲ ἀφιερώματά του στὴ Δῆλο (ΑΚΕΠ5 Δα΄ καὶ Δβ΄ 14.1). Κανένας ἀπὸ τοὺς ἀνωτ. δὲν φαίνεται (ἂν δὲν μεταχρονολογηθῆ τὸ ἐδῶ ἐπίγρ.) νὰ ταυτίζεται μὲ τὸν ἐδῶ Μεννέα, οὔτε καὶ εἶναι δυνατὴ ἡ ταύτιση μὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἐκτὸς Κύπρου πολυάριθμους ὁμώνυμους ἄνδρες (βλ. LGPN5 σ.λ., καὶ Bechtel HPGr21 312-13: Μενέας, Μεννέας, Μεννείας). Ὁ Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ5 Δβ΄ 5.6 καὶ 5.7) συσχετίζει τὸ Μεννέας μὲ τὸ Μινεὺς τῶν Παφιακῶν νομισμάτων τοῦ 440 περ. π.Χ., στὰ ὁποῖα ἀναγράφεται τὸ βασιλῆFος ΜινῆFος, ποὺ ὁ Masson15 παραλληλίζει πρὸς τὸ Μινοκράτης (Κυπρ. τύπο τοῦ Μενοκράτης, μὲ ε>ι κατ' ἐπίδραση τοῦ γειτονικοῦ ἐνρίνου). Ἡ εὔστοχη αὐτὴ σύνδεση ὁδηγεῖ σὲ μιὰ παλιὰ οἰκογένεια τῆς Πάφου ὀνομαστή, στὴν ὁποία δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀνήκει καὶ ὁ Μεννέας.

φθιμένου: μετχ. τοῦ φθίνω, καὶ ἀποφθίνωἀποφθίμενος, συχνὰ σὲ ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα (βλ. π.χ. CEG122 καὶ CEG223 Ind. σ.λλ.), πολλὲς φορὲς στὸ τέλος τοῦ ἐπιγρ. ὅπως ἐδῶ ἢ ἁπλῶς στὸ τέλος στίχου. Πβ. τὰ κατωτ. Ε26.10 (ὁ πλόος εἰς φθιμένους), Ε38.2 καὶ 39.2 χαῖρε καὶ ἐν φθιμένοις, Ε40.7 Εὐλάλιος, γαμικὸς μοῦνος ἐνὶ φθιμένοις (ὅλα στὸ τέλος ἐπιγρ.)· πβ. ἐπίσης τὰ Ε43.2 ἀποφθιμένων, Ε54.2 ἀποφθίμενον, καὶ Ε63.4 [καταφθίμενον]. Ἀξιομνημόνευτη εἶναι ἡ ἐπανειλημμένη χρήση τῆς μετχ. γιὰ τὸ φθίμενον δέμας / σῶμα (στ. 9 καὶ 12) καὶ τὸ δῶμα... οὐ φθίμενον στὸ EGr8 261 ("II p. Chr. n. saeculo vix recentius"), μὲ τὴ σαφῆ διάκριση σώματος – ψυχῆς (στ. 7 κἑ. ἐν γαίῃ μὲν σῶμα τὸ συγγενές, οὐράνιος δὲ | ἤλυθεν ἡ ψυχὴ δῶμα κατ' οὐ φθίμενον, κ.λπ.).

  1. Inscriptiones Graecae, Vols. I-XIV, Berlin.a↑ b↑ c↑
  2. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑ c↑
  3. Peek, W. (1960), Griechische Grabgedichte (griechisch und deutsch), Schriften und Quellen der alten Welt hrsg. von der Section für Altertumswissenschaft bei des Deutschen Akademie der wissenschaften zu Berlin,7 Berlin.a↑ b↑
  4. Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg .a↑ b↑ c↑ d↑
  5. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  6. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .a↑ b↑
  7. (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι.
  8. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  9. Wilhelm, A. (1905), Addenda et corrigenda, BCH 29: 574-577.a↑ b↑ c↑
  10. Allen, T. W. (1912/1946), Homeri Opera, Vol. V, Oxford Classical Texts Oxford.
  11. Cougny, E. (ed.) (1890), Epigrammatum Anthologia Palatina..., Vol. ΙΙΙ, Paris.
  12. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  13. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  14. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑
  15. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  16. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.a↑ b↑
  17. Pedersen, H. (1938), Les noms grecs de l' inscription bilingue d' Amathonte , tom. II, Mélanges Émile Boisacq (= Annuaire de l' Institut de philologie et d' histoire orientales et slaves),6 Bruxelles. 161-165.
  18. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .
  19. Griessmair, E. (1966), Das Motiv der Mors Immatura in der griechischen metrischen Grabinschriften, Commentationes Aenipontanae, begr. von E. Kalinka und A. Zingerle,XVII Innsbrück.
  20. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1993-1994), Ἀρχαῖα Κυπριακὰ Ἐπιτύμβια Ἐπιγράμματα και Νεοελληνικὰ Μοιρολόγια, ΕΚΕΕΚ 20: 359-414.
  21. Bechtel, F. (1917), Die historischen Personennamen des Griechischen bis zur Kaiserzeit, Halle.
  22. Hansen, P. A. (1983), Carmina Epigraphica Graeca (saeculorum VIII - V a. Chr. n.), Texte und Kommentare Berlin and New York.
  23. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.