You are here

Ε54-55

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

(Aristot. Pepl. 640. 8 et 30 [Rose])

      Ποῦ ἕκαστος τῶν Ἑλλήνων τέθαπται καὶ
           τί ἐπιγέγραπται ἐπὶ τῶι τάφωι1


[54.] 8. ἐπὶ Τεύκρου κειμένου ἐν Σαλαμῖνι τῆς Κύπρου
       Ἰῶν ὠκυμόρων ταμίην  Τελαμώνιον ἥδε
2           Τεῦκρον  ἀποφθίμενον γῆ Σαλαμὶς  κατέχει .


[55.] 30. ἐπὶ Ἀγαπήνορος 
       Ἀρχὸς ὅδ' ἐκ Τεγέης Ἀγαπήνωρ Ἀγκαίου υἱὸς
2         κεῖθ' ὑπ' ἐμοὶ Παφίων2 πελτοφόρων βασιλεύς .

  1. [54-55] (tit., 2] τῶι τάφωι scripsimus; τῷ τάφῳ Rose aliique
  2. [55] 30.2 Παφίων Vinding coll. Paus. 8.5.2 (vid. infra E56): Ταφίων cod. (vid. Diehl, cf. Bergk et Rose ad loc.).
(Ἀριστοτ. Πέπλ. 640. 8 καὶ 30 [Rose])

     Ποῦ ὁ κάθε Ἕλληνας εἶναι θαμμένος καὶ
         τί εἶναι γραμμένο πάνω στὸν τάφο του

[54.] 8. Γιὰ τὸν θαμμένο στὴ Σαλαμίνα τῆς Κύπρου Τεῦκρο
Τῶν γοργοφόνων χειριστὴ βελῶν τὸν Τελαμώνιο αὐτὴ ἐδῶ
    ἡ γῆ τῆς Σαλαμίνας νεκρὸ κρατᾶ τὸν Τεῦκρο.

[55.] 30. Γιὰ τὸν Ἀγαπήνορα
Ἀπ' τὴν Τεγέα ὁ ἄρχοντας αὐτὸς ὁ Ἀγαπήνωρ τοῦ Ἀγκαίου ὁ γιός
   θαμμένος εἶν' ἐδῶ τῶν Πάφιων τῶν πελτοφόρων βασιλιάς. 

Σχόλια: 

Ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα δίστιχα, σὲ μέτρο ἐλεγειακό, Ἐπὶ Τεύκρου κειμένου ἐν Σαλαμῖνι τῆς Κύπρου τὸ πρῶτο καὶ τὸ δεύτερο Ἐπὶ Ἀγαπήνορος τοῦ βασιλιᾶ τῆς Πάφου. Καὶ τὰ δύο συμπεριλαμβάνονται στὸ θεωρούμενο συνήθως ὡς Ἀριστοτε­λικὸ ἔργο Πέπλος (ἀπόσπ. 640, ἀρ. 8 καὶ 30 ἀντίστοιχα, στὴν ἔκδ. Rose), «ἕνα μυ­θολογικὸ βιβλίο μὲ ἀνάμεικτο περιεχόμενο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο σώθηκαν ἑξηντατρία ἐπιγράμματα, κυρίως γιὰ σκοτωμένους τοῦ τρωικοῦ πολέμου» (Lesky – Τσοπ., ΙΑΕΛ51 795, βλ. καὶ τὶς σχετικὲς ἀρχαῖες μαρτυρίες στὸν Rose2, ArF σσ. 394-96, καὶ κυρίως τὰ σχόλ. Εὐσταθ. στὸ Β557: ἰστέον δὲ καὶ ὅτι Πορφύριος εἰς Αἴαντα ἐπί­γραμμα παλαιὸν φέρει τόδε ... ἱστορεῖ δὲ ὁ αὐτὸς Πορφύριος καὶ ὅτι Ἀριστο­τέλης σύγγραμμα πραγματευσάμενος, ὅπερ ἐκλήθη πέπλος, γενεαλογίας ἡγεμόνων ἐξέ­θετο καὶ νεῶν ἑκάστων ἀριθμὸν καὶ ἐπιγράμματα εἰς αὐτούς, ἃ καὶ ἀναγράφεται ὁ Πορφύριος ἐν ταῖς εἰς τὸν Ὅμηρον ἁπλᾶ ὄντα καὶ οὐδέν τι παχὺ καὶ φλεγμαῖνον ἔχοντα. δίστιχα δὲ τὰ ὅλα ἐκεῖνα δίχα τοῦ ῥηθέντος εἰς τὸν Αἴαντα (7)· ἴσως γὰρ ὁ ἐπιγραμματοποιὸς ἐφιλοτεχνήσατο ἀπεναντίας ἐλθὼν τῷ ποιητῇ ἐπὶ μὲν τῷ λαμπρῷ Αἴαντι πολυλογῆσαι, τοὺς δὲ ἄλλους ἧττον σεμνῦναι). Στὰ ἐγειρόμενα ἐρωτήματα, ἂν ὁ Πέπλος εἶναι ὄντως ἔργο τοῦ Ἀριστοτέλη κι ἂν τὰ ἑξήντα τρία ἐπιγράμματα συντέθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο καὶ συμπεριλαμβάνονταν ἐξ ἀρχῆς στὸ ἔργο ἢ ἀποτελοῦν μεταγενέστερη προσθήκη σ' αὐτό, δίνονται ἄλλοτε ἄλλες ἀπαντήσεις. Στὶς δύο πιὸ ἀναλυτικὲς σχετικὲς μελέτες (F. G. Schneidewin, «De Peplo Aristotelis Stagiritae: Accedunt pepli reliquiae»3, Philologus I [1846] 1-45, καὶ Ae. Wendling, De Peplo Aristotelico quaestiones selectae4 [Diss., Strasburg 1891]), ὑπο­στηρίζεται μὲν ἡ αὐθεντικότητα τοῦ ἔργου ἀλλὰ τὰ ἐπιγράμματα θεωροῦνται ὡς μεταγενέστερη προσθήκη, ὅπως ἀναφέρει ὁ A. Cameron (GrA5 [Appendix VIII. The Peplos] 388 κἑ.), προσθέτοντας ὅτι "This is obviously a possibility, though syste­matic interpolation of several score poems in a treatise of Aristotle might be tought improbable", καὶ σημειώνοντας ὅτι ὁ Εὐστάθ. στὸ ἀνωτ. παρατιθέμενο χωρίο, μετὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἀριστοτέλη, μιλώντας γιὰ τὸ ἐπίγραμμα στὸν Αἴαντα χρησιμοποιεῖ τὸ ὁ ἐπιγραμματοποιὸς σὰν αὐτὸς νὰ μποροῦσε νὰ εἶναι διαφορε­τικὸ πρόσωπο, ἀλλ' αὐτὸ μπορεῖ νὰ ὑποδηλώνει μόνον ὅτι ἔβλεπε τὸν Ἀριστο­τέλη ὡς αὐτὸν ποὺ συνέλεξε τὰ ἐπιγράμματα ἄλλων (σελ. 390)· ὁ ἴδιος, συζητώντας τὴ σχέση τοῦ Πέπλου μὲ τὸν Στέφανον τοῦ Μελεάγρου, καταλήγει στὸ συμπέρασμα ὅτι "either the Peplos as a whole or at any rate the epigrams of the Peplos may be no earlier than the end of the second century BC" (σελ. 393). Νὰ καταλήξει κανεὶς σὲ βέβαιο συμπέρασμα γιὰ τὸν ποιητὴ τῶν ἐπιγραμμάτων αὐτῶν, εἶναι φανερὸ ἀπὸ τὰ παραπάνω πὼς δὲν εἶναι δυνατόν (πολὺ περισσό­τερο ποὺ δὲν ἀποκλείεται νὰ μὴν ὑπόκεινται στὸ ἴδιο συμπέρασμα κατ' ἀνάγκη ὅλα τὰ ἐπιγράμματα). Ἀξίζει ὅμως νὰ σημειωθῆ ὅτι ὁ Ἀριστοτέλης, ἀνάμεσα στ' ἄλλα, ἐποίησεν εἰς τὸν (...) Ἑρμείαν (...) καὶ ἐπίγραμμα ἐπὶ τοῦ ἐν Δελφοῖς ἀνδριάντος τοιοῦτον (κατὰ τὸν Διογ. Λαέρτ. 5.6): Τόνδε ποτ' οὐχ ὁσίως παραβὰς μακάρων θέμιν ἁγνὴν | ἔκτεινεν Περσῶν τοξοφόρων βασιλεύς, | οὐ φανερῶς λόγχῃ φονίοις ἐν ἀγῶσι κρατήσας, | ἀλλ' ἀνδρὸς πίστει χρησάμενος δολίου (Preger6 163, πβ. Page FGrE7 σσ. 31-32), τοῦ ὁποίου ὁ στ. 2 Περσῶν τοξοφόρων βασιλεὺς παραπέμπει προφανῶς στὸ Ε55.2 (Πέπλ. ἀρ. 30) Παφίων πελτοφόρων βασιλεύς (βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ.)· καὶ ὅτι οἱ σχέσεις τοῦ μεγάλου φιλοσόφου μὲ τὴν Κύπρο εἶναι πολλὲς καὶ γνωστές (καθὼς στὰ ἔργα του ἀνήκει καὶ ἡ Κυπρίων πολιτεία [βλ. ΑΚΕΠ8 Γα΄ 90] καὶ στοὺς μαθητές του ὅ τε Κύπριος Εὔδημος [ὅ.π. 8, πβ. Δα΄ 343, βλ. καὶ Δβ΄ 343 καὶ Ε΄ 214]) καὶ δὲν ἀποκλείεται σὺν τοῖς ἄλλοις νὰ εἶχε ὑπόψη του –καὶ νὰ μετέπλασε– παλαιὰ ἐπιγράμματα (πβ. ἀνωτ. τὰ σχετικὰ μὲ τὸ εἰς Αἴαντα ἐπίγραμμα παλαιὸν κ.λπ.) γιὰ τοὺς οἰκιστὲς Κυπριακῶν πόλεων Τεῦκρο καὶ Ἀγαπήνορα (γιὰ τοὺς ὁποίους βλ. ἀνάμεσα στὰ πολλὰ ἄλλα καὶ Maier – Karageorghis9, Paphos 50 κἑ. καὶ 134, κ.ἀ.).

[54] 1. Ἰῶν ὠκυμόρων ταμίην: βλ. χ 74-75 φάσγανά τε σπάσσασθε καὶ ἀντίσχεσθε τραπέζας | ἰῶν ὠκυμόρων (. ὠκ. στὴν ἀρχὴ στ., ὅπως ἐδῶ, καὶ Πέπλ. 24.1 τόξων Ἡρακλέους ταμίην, στὴν ἴδια μὲ τὴν ἐδῶ θέση τοῦ ἐπιγρ.), πβ. Ο 440-1 ποῦ νύ τοι ἰοὶ | ὠκύμοροι καὶ τόξον, ὅ τοι πόρε Φοῖβος Ἀπόλλων; (λόγια τοῦ Αἴαντα στὸν ἀδελφό του Τεῦκρο), βλ. καὶ στ. 442 κἑ., γιὰ τὸ ὅλο δὲ ἐπίγρ. Μ 349-50 καὶ 362-3 οἶος ἴτω Τελαμώνιος ἄλκιμος Αἴας, | καί οἱ Τεῦκρος ἅμα σπέσθω τόξων ἐῢ εἰδώς. Γιὰ τὴν ἐδῶ σημασία τοῦ ἐπιθ. ὠκύμορος βλ. σημ. M. Fernández-Galiano στὸ χ 75 (Comm. Od. ΙΙΙ10 235): ἡ συνήθης σημασία εἶναι «προωρισμένος νὰ πεθάνει σύντομα» (γιὰ τὸν Ἀχιλλέα στὸ Α 417, Σ 95 καὶ 458, καὶ γιὰ τοὺς μνηστῆρες στὸ α266, δ 346, ρ 137), ἐνῶ ἐδῶ (: στὸ χ 75) καὶ στὸ Ο 441 τὸ ἐπίθ. ἀναφέρεται σὲ μάχες, μὲ τὴν ἔννοια «αὐτὸς ποὺ ἐπιφέρει ξαφνικὸ θάνατο» (βλ. καὶ LSJ911 / LSK12 σ.λ. [ὅπου καὶ περαιτέρω παραπομπές], [γιὰ τὴν ἐτυμ.] Chantraine13 σ.λλ. ὠκύς καὶ μείρομαι, καὶ ἀνωτ. Ε3 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. μο̣̣ῖραν ἔχων). Γιὰ τὸ οὐσ. ταμίης (συχνὸ στὸν Ὅμηρο, Ἰων. τύπος τοῦ ταμίας ἀπὸ ρίζα ταμ-[ταμεῖν, τέμνω], μὲ τὴ σημασία: αὐτὸς ποὺ [τέμνει, κόβει καὶ] διανέμει, καὶ κυρίως μὲ τὴ σημασία ποὺ διατηρεῖ καὶ σήμερα) βλ. LSJ911 / LSK12 καὶ Chantraine13 σ.λ. (ταμία / ταμίας), πβ. κ 21-2 κεῖνον (: Αἴολον) ταμίην ἀνέμων ποίησε Κρονίων, | ἠμὲν παυέμεναι ἠδ' ὀρνύμεν ὅν κ' ἐθέλῃσι, πβ. ἐπίσης Δ 84 ~ Τ 224 Ζεύς, ὅς τ' ἀνθρώπων ταμίης πολέμοιο τέτυκται (βλ. καὶ σημ. Kirk στὸ Δ 84, Comm. Il. Ι14 σ. 339)· γιὰ τὴν ἐδῶ σημασία πβ. Μ 350 ~ 363 τόξων ἐῢ εἰδώς (βλ. ἀνωτ.) καὶ βλ. σημ. R. Janko στὸ Ο 440-1 (Comm. Il. IV15 277). Βλ. καὶ Ε2.3 / Ε58.1, σχόλ. γιὰ τὸ ἐπίθ. τοξαλκέτης.

1-2. Τελαμώνιον (...) | Τεῦκρον: Ο 462 Τεῦκρον Τελαμώνιον, καὶ Ν 170 Τεῦκρος (...) Τελαμώνιος κ.τ.τ. (τὸ Τελαμώνιος [καὶ Τελαμωνιάδης] συχνότατα γιὰ τὸν Αἴαντα· γιὰ τὴ σημασία [καὶ τὴν ἐτυμ.] βλ. Chantraine13 σ.λ. τελαμών: "le patronymique Τελαμώνιος ... pouvant signifier l' « endurant »"). Γιὰ τὸν οἰκιστὴ τῆς Σαλαμίνας Τεῦκρον βλ. ΑΚυΓ'16 40 [ΑΚυΓ1β´ 61] μὲ σημ. 9 (μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία)· τὰ σχετικὰ ἀρχαῖα χωρία συγκεντρώνουν καὶ μεταφράζουν [καὶ σχολιάζουν] καὶ οἱ Chavane καὶ Yon, TSal117 σσ. 66 κἑ. (ἀρ. 111 κἑ.)· βλ. καὶ Maier – Karageorghis9 ὅ.π. καὶ Roscher18 σ.λ. Teucros 2. (J. Schmidt), κ.ἄ. (Βλ. καὶ ἐπιγρ. Σαλαμ. ἀνωτ. σ. 128.)

ἥδε | (...) ἀποφθίμενον γῆ (...) κατέχει: πβ. ἀνωτ. Ε23.8 γῆ κατέχοι (στὸ τέλος τοῦ ἐπιγρ., ὅπως ἐδῶ) καὶ Ε19.4 ἐν ξείνηι γῆι (...) φθιμένου (βλ. τὰ σχετικὰ σχόλ., ὅπου περαιτέρω παραπομπές)· στὸ Ε43.2 ἡ μετχ. ἀποφθιμένων.

2. Σαλαμὶς: πβ. ΑΚυΓ1/1β´ 2 F1.7 (στ. 3) καὶ 5Υ3.4 (μὲ σχόλ.).

[55] 1. Πβ. Β 609 τῶν ἦρχ' Ἀγκαίοιο πάϊς, κρείων Ἀγαμέμνων (στ. 607 Τεγέην). Ὁ Ἀγαπήνωρ δὲν ἐμφανίζεται ἀλλοῦ στὴν Ἰλιάδα (βλ. σημ. Kirk στὸ Β 609-10: Comm. Il. Ι14 σ. 218, γιὰ τὸν Ἀγαπήνορα καὶ τὸν Ἀγκαῖο [603-14 γιὰ τοὺς Ἀρκάδες γενικά])· ὁ Ἀπολλόδωρος (3.129) τὸν συγκαταλέγει στοὺς μνηστῆρες τῆς Ἑλένης, διάφορες δὲπηγὲς τὸν ἀναφέρουν ὡς οἰκιστὴ τῆς Νέας Πάφου καὶ ἱδρυτὴ τοῦ ἱεροῦ τῆς Ἀφροδίτης στὴν Παλαίπαφο (βλ. ΑΚυΓ´16 σελ. 40 [ΑΚυΓ´16 61] μὲ σημ. 10, ὅπου καὶ παραπομπές· βλ. ἐπίσης Roscher σ.λ. Agapenor, Μέγ. Ἐτυμ.19 3.241-2, Maier – Karageorghis9 ὅ.π., κ.ἄ.). Ὁ πατέραςτου Ἀγκαῖος, γιὸς τοῦ Λυκούργου, πῆρε μέρος στὴν Ἀργοναυτικὴ ἐκστρατεία (Ἀπολλών. Ρόδ. Ἀργ. 1.161 κἑ. [164] καὶ 531 κἑ., 2.864 κἑ. [894-8] καὶ 1276 κἑ., 4.1259 κἑ., Παυσ. 8.4.10, κ.ἀ.· [γιὰ τὴν Ἀργοναυτικὴ ἐκστρατεία βλ. καὶ Ἑλλ. Μυθ.20 4. 126-87, κυρίως 131 κἑ.]), καὶ στὴ θήρα τοῦ Καλυδώνιου κάπρου (Ἀπολλόδ. 1.67-70, Παυσ. ὅ.π., κ.ἀ. / βλ. καὶ Ἑλλ. Μυθ.20 3. 159 κἑ. κ.ἀ., Roscher18 σ.λ. Ankaios, πβ. ΛΕΑ21 σ.λ. Ἀγκαῖος, κ.ἄ.). Βλ. καὶ κατωτ. Ε56. Γιὰ τὴν ἐτυμ. τοῦ Ἀγαπήνωρ βλ. ἀνωτ. Ε24 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. ἠνορέην (καὶ Chantraine13 σ.λλ. ἀγαπάω καὶ ἀνήρ, πβ. ἀγήνωρ). Βλ. καὶ ἑπόμενα.

2. Παφίων πελτοφόρων βασιλεύς: πβ. Ἀριστοτ. ἐπίγρ. στὸν Ἑρμ. στ.2 Περσῶν τοξοφόρων βασιλεύς (στὴν ἴδια θέση τοῦ στ., βλ. ἀνωτ. εἰσαγ. σημ.)· τὸ τοξοφόρος ἀπαντᾶ στὸν Ὅμηρο [Φ 483, καὶ Ὁμηρ. ὕμν. ΙΙΙ (Εἰς Ἀπόλλ.). 14 καὶ 126], ἐνῶ τὸ πελτοφόρος εἶναι μεταγενέστερο (βλ. LSJ911 / LSK12 σ.λ.). Στὸ ἐρώ­τημα, ποιᾶς Πάφου ὑπῆρξε οἰκιστὴς ὁ Ἀγαπήνωρ, οἱ ἀπόψεις διίστανται. Στὴ σχετικὴ μνεία τοῦ Παυσα­νία (8.5.2, βλ. κατωτ. Ε56), καὶ Πάφου τε Ἀγαπήνωρ ἐγένετο οἰκιστὴς καὶ τῆς Ἀφροδίτης κατεσκευάσατο ἐν Παλαιπάφῳ (Böckh22 [βλ. Engel Kypros23 Ι σ. 226 σημ. 34], ἀντὶ ἐν πόλει, βλ. καὶ κριτ. ὑπόμν. Rocha-Pereira24 στὸν Παυσ. 8.5.3, στ. 22 [κατωτ. Ε56]: παλαιπάφωι Vα: πάλαι πάφω β; πόλει πάφω RmgPaVb) τὸ ἱερόν, ἡ διάκριση Πάφου / ἐν Παλαιπάφῳ ὁδηγεῖ στὴ Νέα Πάφο (βλ. Engel23 ὅ.π. καὶ Χατζηιωάννου8 Ε΄ 133), καθὼς μάλιστα οἰκιστὴς τῆς Παλαιᾶς Πάφου ἢ Παλαιπάφου θεωρεῖται ὁ Κινύρας (ἀνωτ. 1 Τ7.6 = ΑΚΕΠ8 Α΄ 14.9, καὶ 14.11· γιὰ τὸν Κινύρα βλ. ἀναλυτικὰ ΑΚυΓ´16 50 κἑ. [ΑΚυΓ1β´16 74] κἑ., 1 Τ1 κἑ. μὲ σχόλια). Τὴ διάκριση Πάφου / Παλαιπάφου ἐπιβεβαιώνει ὁ Στράβων (14.6.3: ΑΚΕΠ Α΄8 21.3 καὶ Β΄ 153), ποὺ μνημονεύει ἐπίσης τὸ ἱερὸ τῆς Ἀφροδίτης στὴν Παλαίπαφο καὶ συνεχίζει: εἶθ' ἡ Πάφος, κτίσμα Ἀγαπήνορος καὶ λιμένα ἔχουσα καὶ ἱερὰ εὖ κατεσκευασμένα· διέχει δὲ πεζῇ σταδίους ἑξήκοντα τῆς Παλαιπάφου, καὶ πανηγυρίζουσι διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης κατ' ἔτος ἐπὶ τὴν Παλαίπαφον ἄνδρες ὁμοῦ γυναιξὶν συνιόντες καὶ ἐκ τῶν ἄλλων πόλεων. Ὁ Στέφ. Βυζ. σ.λ. Ἐρυθραί· πόλις Ἰώνων (...) ἔστι καὶ Βοιωτίας καὶ Κύπρου ἄλλη, ἡ νῦν Πάφος (ΑΚΕΠ Β΄8 155.2, πβ. καὶ 155.6 § 9 [Εὐστάθ. στὸ Β 499] Ἐρυθραὶ δὲ εἰσὶ μὲν καὶ Ἰωνίας καὶ Λιβύης καὶ Λοκρίδος, καὶ Κύπρου δέ, ἥ τις ἐστί, φασιν, ἡ νῦν Πάφος), θεωρεῖ ὅτι ἡ (Νέα) Πάφος κτίστηκε ἐκεῖ ὅπου προηγουμένως ὑπῆρχε ἡ πόλη Ἐρυθραί (βλ. καὶ Engel23 ὅ.π. 225-26). Μὲ τὸ θέμα ἀσχολεῖται ἀναλυτικὰ ἡ J. Mlynarczyk, Nea Paphos ΙΙΙ25 21 κἑ., ποὺ συγκεντρώνει καὶ σχολιάζει τὶς ἀρχαῖες μαρτυρίες γιὰ τὶς λέξεις Πάφος καὶ Παλαίπαφος, σημειώνει ὅτι ἡ διάκριση αὐτὴ καθιερώνεται ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. καὶ παραπέμπει σὲ ὑπόθεση τοῦ M. R. James26 (JHS 9 [1888] 175-92) ὅτι τὸ ὄνομα Πάφος στὴν πεζογραφία ἀναφέρεται στὴ Νέα Πάφο ἐνῶ στὴν ποίηση στὴν Παλαίπαφο (ἑπομένως καὶ ἐδῶ), καταλήγει δὲ στὸ συμπέρασμα ὅτι οἱ πηγὲς γιὰ τὴν ταύτιση τῆς Νέας Πάφου μὲ τὶς Ἐρυθρὲς δὲν εἶναι ἱκανοποιητικὲς καὶ ὅτι οἱ ἀνασκαφὲς δὲν ἐπιβεβαιώνουν μιὰ τόσο πρώιμη χρονολόγηση γιὰ τὴν ἵδρυση τῆς πόλης (κι ὅτι, ἑπομένως, ὁ Παυσανίας καὶ ὁ Στράβων χρησιμοποίησαν μᾶλλον τὶς πηγὲς ποὺ ἀφοροῦσαν στὴν ἵδρυση τῆς Παλαιπάφου). (Πβ. καὶ τὴν οἰκοδομικὴ δραστηριότητα τοῦ Νικοκλῆ στὴ Νέα Πάφο στὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. π.Χ.: βλ. σχετικὰ σχόλια ἀνωτ. Ε12 καὶ κατωτ. Ε59. Βλ. ἐπίσης Maier – Karageorghis9, Paphos 224 κἑ.)

  1. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  2. Rose, V. (1886), Aristotelis qui ferebantur librorum Fragmenta, Leipzig.
  3. Schneidewin, F. G. (1846), De Peplo Aristotelis Stagiritae: Accedunt pepli reliquiae, Philologus 1: 1-45.
  4. Wendling, E. (1891), De Peplo Aristotelico quaestiones selectae, Strasburg.
  5. Cameron, A. (1993), The Greek Anthology: from Meleager to Planudes, Oxford.
  6. Preger, T. (1891), Inscriptiones Graecae Metricae (ex scriptoribus praeter Anthologiam collectae), Leipzig.
  7. Page, D. L. (1981), Further Greek Epigrams: Epigrams before A.D. 50 from the Greek Anthology and other Sources, not included in “Hellenistic Epigrams”' or “The Garland of Philip”, Cambridge.
  8. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  9. Maier, F. G. & Karageorghis V. (1984), Paphos: History and Archaeology, Nicosia.a↑ b↑ c↑ d↑
  10. Russo, J., Fernandez-Gatiani M. & Heubeck A. (1992), A Commentary on Homer's Odyssey, Vol. III: Books xvii-xxiv, Cambridge.
  11. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑
  12. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑
  13. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑
  14. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.a↑ b↑
  15. Janko, R. & Kirk G. S. (1992), The Iliad: A Commentary, Vol. IV: 13-16, Cambridge.
  16. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  17. Susemihl, F. (1892), Geschichte der griechischen Literatur in der Alexandrinerzeit, Vols. I-II, Leipzig.
  18. Roscher, W H. (1884-1937), Ausführliches Lexicon der griechischen und römischen Mythologie, Vols. I-IV and 4 Supplementa, Leipzig und Berlin .a↑ b↑
  19. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .
  20. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .a↑ b↑
  21. Ραγκαβῆ, Ἀ. Ρ. (1888-1891), Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀρχαιολογίας, τóμ. Α΄- Β΄, Ἀνέστης Κωνσταντινίδης.
  22. Boeckhius, A. (1843), Corpus Inscriptionum Graecorum, Vol. 2, Berlin.
  23. Engel, W H. (1841), Kypros: Eine Monographie, Vols. I-II, Berlin .a↑ b↑ c↑
  24. Rocha-Pereira, M H. (1973-1981), Pausaniae Graeciae descriptio, Vols. I-III, Leipzig.
  25. Mlynarczyk, J. (1990), Nea Paphos, III: Nea Paphos in the Hellenistic Period, Varsovie.
  26. Hogarth, D. G., James M. R., Smith E. & Gardner E. A. (1888), Excavations in Cyprus, 1887-88. Paphos, Leontari, Amargetti, JHS 9: 147-271.