You are here

Ε48

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      [Κρί]σπιον1  εἰκοσέτη2 , χρυσέω[ι κ]οσ[μούμενον ἤθει]3 ,
          μ̣̣̣̣̣[ου]ν̣̣̣̣̣ογενῆ4 , τοκέων5 βάκτ̣̣̣̣̣ρον  ἓν ἀμφοτέρων6,
3    ὤλεσε7 συνθραύσας δαίμων βαρύς8 · οἱ δὲ φέρονται9
           ἀσκείπωνι γονῆι10 γῆρας ἐρειδόμενοι ,
5   Τερτία  ἠδ'11τάλας Διονύσιος, οὓς ἀτέκμαρτος12
          δεῖγμα Τύχη θνητοῖς θῆκεν ἀνωμαλιῶν̣̣̣̣̣13 .
     ῥα θεοῖς οὐκ ἔστι βροτῶν λόγος, ἀλλ' ἅτε θῆρες14 
          αὐτομάτωι15 ζωῆι16 κυρόμεθ'17θανάτωι18 .

  1. 1 [Κρί]σπιον suppl. Wadd., it. plerique: Τέρτιον Peek ‖
  2. εἰκοσέτη (ΕΙΚΟCΕΤΗ apogr.) Newt., it. Peek (εἰκοσετῆ Peek2), Hadj.; εἰκοσέ[τη] Kaib. («ΕΙΚΟCΕΠΙ correxi»): -εικος ἐπὶ LBW (··CΠΙΟΝΕΙΚΟCΕΠΙ apogr.: ··σπιονεικος ἐπὶ) ‖
  3. χρυσέω[ι (num -έω?) κ]οσ[μούμενον ἤθει] scripsimus (vid. apogr. Newt. ΧΡΥCΕΩ ΟC et Peek1 adnot. "χρυσέῳ /////ΟC – – – – Hicks. *Peek"); χρυσ[έω κοσμούμενον ἤθει] Hadj. (ΧΡΥCΟ[······] apogr.: χρυσο········ LBW, χρυσέῳ ? – – – – scr. Newton); χρυσέωι κοσμούμενον ἤθε̣̣̣̣̣ι̣̣̣̣̣ Peek (χρυσέῳ Peek2): χρυσ[έης θεοῦ ὄντα πολίταν] prop. Wilam., it. Kaib.
  4. 2 μ̣̣̣̣̣[ου]ν̣̣̣̣̣ογενῆ scripsimus, μ[ουν]ογενῆ Neut. (M ΟΓΕΝΗ apogr., sed adnot. "I can see the letter preceding ΟΓΕΝ is not P but N") et Hadj.; μ̣̣̣̣̣ο̣̣̣̣̣υ̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣ο̣̣̣̣̣γενῆ Peek1 (μουνογενῆ Peek2): [Κυ]προγενῆ Kaibel ([···]ΠΡΟΓΕΝΗ apogr. LBW) ‖
  5. τοκέων Newt., it. Peek Hadj.: το[κ]έων Kaibel; -τορεων (γενητορέων) LBW ‖
  6. βάκτ̣̣̣̣̣ρον ἓν. scripsimus; βάκτρον ἓν. Newt. (sed ΒΑΚΙΡΟΝ- in apogr.), it. Peek: βά[κτρον ἓν ἀμφοτέρων] Hadj.; βά[κτρον········] Kaib., solum βα (ΒΑ[······]ΜΝΑΜ[····] in apogr.) LBW
  7. 3 ὤλεσε Newt., it. Peek: [ἥρπα]σε LBW; [ἔκλα]σε Kaib. Hadj. ‖
  8. βαρύς· interp. Peek: βαρύς, cett. (βαρὺς, Newt.) ‖
  9. οἱ δὲ φέρονται Newt. Peek Hadj.: οἱ δ' ἐ[φ]έρον[το] scr. Kaib. («ἐφέροντο Buecheler»); οἱ δὲ [γ]έροντ[ες] (ΟΙΔΕ[·]ΕΡΟΝΤ[···] apogr.) LBW
  10. 4 ἀσκείπωνι γονῆι Newt. Peek (ἀσκίπωνι Peek2): [ὡς] σκείπωνι γονῇ (-ΓΟΝΗΙ apogr.) LBW; [ὡς] σ. γονῆ[ς] Kaib. («Wilamowitz ... correxit»), it. Hadj.; [οὐ] σ. γονῆς prop. Hadjist.
  11. 5 Τερτία ἠδ' Newt. Peek Hadj.; Τερτία []δ' Kaib. («Wilamowitz ... correxit»): Τερτίαν δ' LBW ‖
  12. Δ., οὓς ἀτέκμαρτος Neut. (sine interp.) et Peek: Δαἰσίμ[ου ἤθους] Kaib., unde -ἤθοιο] Hadj.; ΔΙΟΝΥCΙΟCΟΥCΑΙCΙΜ[·····] apogr. (Διονύσιος solum scr.) LBW
  13. 6 ἀνωμαλιῶν̣̣̣̣̣. scripsimus: ΑΝΩΜΑΛΙΩΙ apogr. (ἀνωμαλιῶ[ν]· scr.) Newt.; ἀνωμαλι‹ῶ›ν. Peek (adnot. "ΑΝΩΜΑΛΙΗΝ Verb. Peek", -ιῶν. scr. Peek2): ἀνωμαλίην· LBW, (-ίην.) Kaib. et Hadj.; ἀνωμαλίης prop. Hadjist.
  14. 7 ἀλλ' ἅτε θῆρες Newt. Peek: ἀλλὰ τ[υχό]ντες Kaib. Hadj.; ἀλλὰ τ[···]ντες LBW
  15. 8 αὐτομάτωι Newt. (- scr., -ΩΙ apogr.), it. Peek (- Peek2): αὐτόματ[οι] Kaib., αὐτόματοι Hadj.; αὐτοματ[··] LBW ‖
  16. ζωῆι (-, -HI apogr.) Newt., it. Peek (-ῇι Peek2) et Hadj. (-): ζωὴν LBW Kaib. ‖
  17. κυρόμεθ' Newt., it. Hadj. (et nos coll. Ω 530): συρόμεθ' Peek; εὑρόμε[θ'] Kaib., ΕΥΡΟΜΕΟ LBW apogr. ‖
  18. θανάτωι (-, ΩΙ apogr.) Newt., it. Peek (- Peek2); θανά[τῳ] Hadj.: [θ]άνα[τον] Kaib., CΑΝΑ[····] apogr. Newt.

Τὸν Κρίσπιο εἴκοσι χρονῶν, χρυσὸ ποὺ τὸν κοσμοῦσε ἦθος,
    μονογενῆ, τῶν γεννητόρων στήριγμα μοναδικὸ τῶν δυό,
ἀφάνισε συντρίβοντας δαίμων βαρύς· κι ἐτοῦτοι σέρνονται
    σὲ ἀστήρικτη γενιὰ στηρίζοντας τὸ γῆρας,
ἡ Τερτία κι ὁ ταλαίπωρος Διονύσης, ποὺ ἀπρόσμενη
    γιὰ τοὺς θνητοὺς δεῖγμ' ἀνωμαλιῶν ἔκαμ' ἡ Τύχη.
Ἀλήθεια, στοὺς θεοὺς δὲν εἶναι τῶν ἀνθρώπων λόγος, μὰ σὰν θεριὰ
    σ' αὐτόματη ζωὴ συρόμαστε ἢ θάνατο.

Σχόλια: 

Ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα χαραγμένο σὲ ἐπιμήκη στήλη ποὺ βρέθηκε στὴ Νέα Πάφο (βλ. Newton1) καὶ χρονολογεῖται στὸν 2/3 αἰ. μ.Χ. (βλ. Peek2 καὶ Χατζηιωάννου3, πβ. Kaibel4: «II fere p. Chr. n. saeculi»). Ἡ ἐπιγραφή, φθαρμένη στὸ ἄνω ἀριστερὸ καὶ δεξιὸ μέρος κυρίως, ἔφερε στὸ φῶς ἕνα ἀξιόλογο ὀκτάστιχο ἐλεγειακὸ ἐπίγραμμα γιὰ τὸν εἰκοσάχρονο μονογενῆ Κρίσπιο μὲ τὸ χρυσὸ τὸ ἦθος, ποὺ τὸν θρηνοῦν οἱ γέροντες γονεῖς του Τερτία καὶ Διονύσιος. Ἡ πρώτη ἔκδοση (LBW, VArch1 III [1870] 2790, « d'après un estampage communiqué par M. Pieridis »), ἐμφανίζει σημαντικὰ κενά, γιατί, ὅπως σημειώνεται στὴν εἰσαγωγικὴ σημ., τὸ ἔκτυπο τοῦ Δ. Πιερίδη ποὺ ἔφτασε στὰ χέρια τοῦ Le Bas5 ἦταν σὲ κακὴ κατάσταση καὶ ἡ ἀποκρυπτογράφησή του μερική (« L'inscription a huit lignes, et serait facile à lire sur la pierre; mais l'estampage est mal venu et je n'ai pu en déchiffrer qu'une partie »)· σ' αὐτήν, ἐντούτοις, τὴν ἔκδοση στηρίζεται τὸ κείμενο τοῦ Kaibel4 (μὲ τὰ συμπληρώματα τοῦ ἴδιου, τοῦ Wilamowitz καὶ τοῦ Buecheler), μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι σὲ πολλὰ σημεῖα ἄστοχο (παρατήρηση ποὺ ἰσχύει κατὰ ἕνα μέρος καὶ γιὰ τὴν ἔκδοση Χατζηιωάννου3)· ἀξιόλογη εἶναι ἡ τρίτη ἔκδοση, ἀπὸ τὸν Newton (GIBM1 ΙΙ [1883] 390, μὲ προσεγμένο καὶ ἀξιόπιστο ἀπόγραφο), ἐνῶ ὁ Peek προβαίνει σὲ τολμηρὰ βήματα (GVI2 [1955] 857, καὶ GG6 308), ἔχοντας στὴ διάθεσή του "Abklatsch verglichen" καὶ "Photo verglichen". Ἐρωτηματικὰ προκαλεῖ ἡ δια­φωνία γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ τιμώμενου νεαροῦ νεκροῦ: [Κρί]σπιον κατὰ τοὺς πλεί­στους ἐκδότες, Τέρτιον κατὰ τὸν Peek (ποὺ δείχνει νὰ ἔχει διαβάσει τὸ ὄνομα πλῆρες, καὶ εὐκρινῶς!), καὶ προβλήματα ἡ ἑρμηνεία ὁρισμένων χωρίων. Ἀξιοση­μείωτη εἶναι ἡ ἔντονη φιλοσοφικὴ διάθεση τοῦ ποιητῆ καὶ ἡ τάση γιὰ πρωτο­τυπία, τόσο στὴ γλώσσα ὅσο καὶ στὸ περιεχόμενο, ποὺ μαζὶ μὲ τὸ ἄψογο μέτρο καὶ τὴν περίτεχνη δομὴ μαρτυροῦν ἱκανότητες ὄχι συνήθεις γιὰ ποιητὴ ἐπιτύμ­βιων ἐπιγραμμάτων.

1. [Κρί]σπιον: μόνον ἐδῶ (Κρίσπος ἀλλοῦ), ἐνῶ τὰ ὀνόματα Τέρτιος καὶ Τερτία (Τέρτιον γράφει ἐδῶ ὁ Peek, Τερτία κατωτ. στ. 5) ἀπαντοῦν συχνὰ σὲ ἐπιγραφές, κυρίως κατὰ τοὺς πρώτους αἰ. μ.Χ. (βλ. LGPN1/27,8, πβ. Τερτιανὸς καὶ Τέρτις καὶ Τέρτυλλα στὸ LGPN28). Ὅμως τὸ Τέρτιον δὲν φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ τὴ γραφὴ τοῦ ἐδῶ χαράκτη, καὶ τὸ ὄνομα τῆς μητέρας δὲν συνηθιζόταν νὰ δίνεται στὸν γιό (καὶ μάλιστα τὸν μονογενῆ).

εἰκοσέτη: πβ. Ἀνθ. Παλ. 8.123.1 Εἰκοσέτης (στ. 3 στράπτων ἀγλαΐῃ τε καὶ ἤθεσιν ἦλθ' ὑπὸ γαῖαν) καὶ 7.166.4 εἰκοσέτιν, κ.ἄ. Εἰκοσαετὴς καὶ εἰκοσαέτης (κατὰ τὸ δεκα-: βλ. Chantraine9 σ.λ. εἴκοσι, ὅπου καὶ ἐτυμ.) εἶναι ὁ συνήθης στοὺς πεζογράφους τύπος, ὀρθότερα εἰκοσιετής (βλ. LSJ910 / LSK11 σ.λ. εἰκοσα-ετής).

χρυσέω[ι κ]οσ[μούμενον ἤθει]: μεταφ., ὅπως ἐδῶ, τὸ χρύσεος ἤδη στὸν Ὅμηρο (ὡς ἐπίθ. κυρίως τῆς Ἀφροδίτης, Γ 64, Ε 427 κ.ἀ., βλ. καὶ ΑΚυΓ1/1β´ 5Υ1 σχόλ. σ.στ. 93 σημ. σ.λ. χρυσέη Ἀφροδίτη), στὸν Ἡσίοδο (Ἔργ. 109 χρύσεον μὲν πρώτιστα γένος μερόπων ἀνθρώπων, βλ. σημ. West12 στὸν στ.), στὸν Πίνδαρο (Ἰσθμ. 8.5-6 χρυσέαν καλέσαι | Μοῖσαν), στὸν Ἀριστοφάνη (Βάτρ. 483 χρυσοῖ θεοί), κ.ἀ., γιὰ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, τὴν τιμή, τὴν ὑγεία, κ.λπ. (βλ. καὶ GVI2 1508.10 χρυσέαις ἠγλάισαν χάρισιν [μὲ συμφραζόμενα], κ.τ.τ.). Τὸ κοσμέω (ἤδη στὸν Ὅμηρο, Γ 1 κ.ἀ., μὲ τὴ σημασία τοῦ «τακτοποιῶ, διευθετῶ» καὶ «ἑτοιμάζω» LSK11 I.1/2), ἀπαντᾶ μὲ τὴ μεταφ. σημασία τοῦ «κοσμῶ, καλλωπίζω, καλλύνω» (LSK11III.2) στὸν Εὐριπίδη (Μήδ. 576 τούσδ' ἐκόσμησας λόγους) καὶ στοὺς πεζογράφους (βλ. π.χ. Δημ. Περὶ τοῦ στεφ. 287 τὸν ἐροῦντ' ἐπὶ τοῖς τετελευτηκόσι καὶ τὴν ἐκείνων ἀρετὴν κοσμήσοντα, κ.τ.τ.), ἐνῶ τὸ ἦθος (ἤδη στὸν Ὅμηρο ἐπίσης, μὲ τὴ σημασία «συνήθης διαμονή, ἐνδιαίτημα» LSK11 I.) ἀπαντᾶ ἤδη στὸν Ἡσίοδο –καὶ στὴ συνέχεια συχνὰ καὶ κατὰ κύριο λόγο– μὲ τὴ σημασία «συνήθεια, ἔθιμον» (LSK11 II.1), «οἱ τρόποι καὶ τὰ ἔθιμα τῶν ἀνθρώπων, ἡ διάθεσις αὐτῶν, ὁ χαρακτήρ» (LSK11 II.2, βλ. π.χ. Ἡσ. Ἔργ. 67 ἐπίκλοπον ἦθος μὲ σημ. West12 σ.λ. ἦθος, ὅπου καὶ παραπομπὴ στὴ διατριβὴ τοῦ O. Thimme Φύσις Τρόπος Ἦθοςχρυσοῦν ἦθος στὸν Ἀντιφ. 212.5. Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ ἐδῶ ἐξύμνηση τοῦ νεκροῦ μὲ ἀναφορὰ στὸ χρυσό του ἦθος, κι ὄχι στὰ φυσικά του προσόντα, τὴν ἐπίδοσή του στὸν ἀθλητισμὸ ἢ τὶς τέχνες κ.τ.τ. (σαφὴς ἔνδειξη ὅτι τὸ κλασικὸ ἰδεῶδες τοῦ καλοῦ κἀγαθοῦ διαφοροποιεῖται μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίδραση σὺν τοῖς ἄλλοις τοῦ Χριστιανισμοῦ). Ὅσον ἀφορᾶ, τέλος, στὴν προσωδία τοῦ χρυσέωι ἰσχύουν ὅσα ἔχουν σημειωθῆ ἀνωτ., ΑΚυΓ1/1β´ 5 Υ1 σχόλ. σ.στ. 93 σ.λ. χρυσέη Ἀφροδίτη: τὸ ἐπίθ. μπορεῖ νὰ διαβαστῆ ὡς δισύλλαβο (– –: χρῡ-σέωι, μὲ συνίζηση του -έωι) ἢ τρισύλλαβο (È È –: χρῠ-σέ-ωι). (Γιὰ τὸ χρυσὸς σὲ παρομοίωση βλ. ἀνωτ. Ε34 σχόλ. σ.στ. 10 σ.λ. οἷα χρυσὸς ἤ τις ἄργυρο[ς].)

2. μ̣̣[ ου]ν̣̣ογενῆ: ἴσως μ̣̣ο̣̣υ̣̣ν̣̣ογενῆ (βλ. Peek2). Τὸ ἐπίθ. ἀπαντᾶ ἤδη στὸν Ἡσίοδο (Ἔργ. 376 καὶ Θεογ. 426 καὶ 448, βλ. σημ. West13 στοὺς στ.)· πβ. EGr4 146.4 μουνογενής περ ἐὼν καὶ πατέρεσσι φίλος, κ.τ.τ.

τοκέων βάκτ̣ρον: νέος σχηματισμός. Τὸ οὐσ. βάκτρον = βακτηρία (ράβδος, ραβδί, μπαστούνι), « non attique » κατὰ τὸν Chantraine9 (σ.λ. βακτηρία κ.λπ.), ἀπαντᾶ στὸν Αἰσχ. καὶ στὸν Εὐρ. ἀλλὰ καὶ στὸν Θεόκρ., πβ. βακτρεύω = στηρίζομαι, βάκτρευμα, ἴσως καὶ Κυπρ. βάκρον (O. Masson, ΚυΣπ 30 [1966] 4-5), καὶ τὸ τοῦ Ἡσυχ. βακόν· πεσόν, Κρῆτες (κατὰ τὸν Chantraine9 ὅ.π.)· βλ. καὶ Hofmann – Παπαν.14 (σ.λ. βάκτρον κ.λπ.): «ἐκ τοῦ *βάκ-τρον "μέσον (ὄργανον) πρὸς διάνοιξιν διὰ κρούσεως ἢ δι' ὠθήσεως" (πβ. βάκται "ἰσχυροί" Ἡσύχ., κυρ. "δυνατοὶ εἰς τὸ κτύπημα"), πβ. λατ. baculum = βακτηρία, ράβδος (*bac-tlom), imbēcillus = ἀδύνατος, ἀσθενής».

3. ὤλεσε συνθραύσας δαίμων βαρύς: νέος σχηματισμός (μὲ τομὴ πενθημιμερῆ ἢ / καὶ βουκολικὴ διαίρεση· γιὰ τὸ ἐπίθ. βαρύς, βλ. ἀνωτ. Ε34 σχόλ. σ.στ. 11 σ.λ. θησαυρὸς βαρύς). Πβ. GVI2 2028 (Ταίναρο Λακων., 2/3 αἰ.) στ. 9-10 []ς βαρὺς | δαίμων ἀπέσχ[ισ]έν με καὶ παίδων δυοῖ[ν] (βλ. καὶ στ. 8-9 φιλανδρίας | ἀρχαῖον ἐζήλ̣̣ωσεν ἦθος: πβ. ἀνωτ. στ. 1, καὶ στ. 2 αὐτομάτῳ [θανάτ]ῳ θνήσ̣̣κ[ω È – È È – ]: πβ. κατωτ. στ. 8), CEG215 635.4 ὤλε̣̣[σσεν] φθονερὰ τ[οῖς ἀ]γαθοῖσι Τύχ[η] (βλ. καὶ κατωτ. στ. 6 Τύχη), κ.τ.τ. Πβ. ἐπίσης EGr4 1003.4 ἔθραυσε (...) τόνδε τὸν λίθον, Εὐρ. Ὀρέστ. 1569 τῷδε θριγκῷ κρᾶτα συνθραύσω σέθεν (1570 ῥήξας παλαιὰ γεῖσα, τεκτόνων πόνον), κ.τ.τ. Στὸν Ὅμηρο Κλῶθες βαρεῖαι (η 197), θανάτοιο βαρείας κῆρας (Φ 548), κ.τ.τ., συχνά. Τὸ οὐσ. δαίμων (γιὰ τοὺς θεοὺς ἢ τὴ Μοῖραν, ποὺ μοιράζουν [ἀπὸ τὸ δαίω / δαίομαι] στοὺς ἀνθρώπους τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό) ἤδη στὸν Ὅμηρο (συχνά)· βλ. καὶ τὸ γνωστὸ χωρίο τοῦ Ἡσιόδου (Ἔργ. 122 κἑ. τοὶ μὲν δαίμονές εἰσι Διὸς μεγάλου διὰ βουλάς | ἐσθλοί, ἐπιχθόνιοι, φύλακες θνητῶν ἀνθρώπων κ.λπ.: γιὰ τὸ χρυσὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, βλ. καὶ σημ. West12 στὸ χωρίο, κυρίως σ.λ. δαίμονες), καὶ τὸ περιβόητο ἀπόσπ. [119: Στοβ. Ἀνθ. 4.40.23] τοῦ Ἡρακλείτου ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων (βλ. G. S. Kirk – J. E. Raven – M. Schofield, The Presocratic Philosophers16 [19832] σσ. 210 κἑ. [207 κἑ.], κυρίως 211: τὸ ἀπόσπ. "is a denial of the view, common in Homer, that the individual often cannot be held responsible for what he does. δαίμων here means simple a man's personal destiny; it is determined by his own character, over which he has some control, and not by external and often capricious powers acting perhaps through a 'genius' alloted to each individual by chance or Fate"). Ἐδῶ, ὅπως καὶ ἀλλοῦ σὲ ἐπιγράμματα (βλ. π.χ. EGr4 526.2-3 ἀπήγαγαν δαίμονες αὐτο[ί] | ζωῆς, πβ. 608.1 κ.ἄ.), ὑπονοεῖται θεότητα τοῦ Κάτω κόσμου –ἢ ἡ Μοῖρα / Τύχη (βλ. κατωτ. στ. 6) γενικά– μᾶλλον παρὰ ἡ προσωπικὴ μοῖρα τοῦ Κρίσπιου.

4. ἀσκείπωνι γονῆι γῆρας ἐρειδόμενοι: ἔτσι στὴν ἐπιγραφή (οἱ γραφὲς [ὡς] σκείπωνι γονῇγονῆ[ς] εἶναι ἀστήρικτες, ὅπως καὶ τὸ [οὐ] σκ. γονῆς). Τὸ οὐσ. γονή (ἀπὸ τὸ ρῆμα γίγνομαι, βλ. Chantraine9, Hofmann – Παπαν.14, LSJ910 / LSK11), ἤδη στὸν Ὅμηρο, εἶναι «τὸ παραγόμενον, ἡ γενεά, οἱ ἀπόγονοι, τὰ τέκνα» κατὰ κύριο λόγο (LSK11 I.1), «γόνος, τέκνον, γενεά» (Hofmann – Παπαν.14)· μὲ τὴ σημασία αὐτὴ ἀπαντᾶ συχνὰ σὲ ἐπιγράμματα (βλ. π.χ. EGr4 208.5 [πβ. 23], 372.15, 476.6). Τὸ ἐπίθ. ἀσκείπων (ἀσκίπων, πβ. βαρυ-σκίπων, μὲ β΄ συνθ. τὸ σκίπων· βακτηρία, ῥάβδος, κατὰ τὸν Ἡσύχ., βλ. καὶ σκηπάνιον· βακτηρία. ἢ σκῆπτρον καὶ σκηπήνιον· βακτη­ρία. τρίαινα. βάκτρον. κηρύκ(ε)ιον. ῥάβδος [πβ. ἀνωτ. στ. 2 βάκτρον], σκῆπτρον· κυρίως μὲν πᾶσα ῥάβδος· ἀπὸ τοῦ σκηρίπτεσθαι ἐπ' αὐτῇ, ὅ ἐστιν ἐπερείδεσθαι. καὶ τὸ βασιλικὸν δὲ σύμβολον καὶ σκηριπτόμενος· ἐπερειδόμενος, στηριζόμενος, ἐπαναπαυόμενος ῥάβδῳ, περισσότερα στὸν Chantraine9, σ.λλ. σκίπων, σκήπτομαι, σκηρίπτομαι) εἶναι σχετικὰ μεταγενέστερος σχηματισμός (βλ. π.χ. Ἀνθ. Παλ. 7.732.1 [βλ. καὶ συμφραζόμενα] καὶ 9.298.6)· σημαίνει τὸν «ἄνευ σκίπωνος, βακτηρίας» (LSK11 σ.λ. ἀσκίπων), «Scipione non nitens, qui sine baculo incedit: unde pro Eo accipitur, qui viridi adhuc est senecta» (TGrL17), "not leaning on a staff, ΑΡ18 9.298 (Antiphil.), 7.732 (Theodorid.19); but ἀσκείπωνι γονῆι γῆρας ἐρειδόμενοι a child too young to serve as a staff" (μὲ παραπομπὴ στὸ ἐδῶ ἐπίγρ., LSJ910). Ὁ Κρίσπιος ὅμως εἶναι εἰκοσαετής (καὶ μονογενής, ὥστε νὰ μὴ μποροῦμε εὔκολα νὰ μιλᾶμε ἐδῶ γιὰ ἕνα ἄλλο, ἀνήλικο παιδί, «πολὺ μικρὸ γιὰ νὰ χρησιμεύσει ὡς ἀποκούμπι», ἂν πρέπει νὰ συμφωνή­σουμε μὲ τὴν ἑρμηνεία τῶν LSJ910)· αὐτὸς εἶναι ἡ ἀσκίπων γονή, ὅπως καὶ στὸν στ. 2 τὸ τοκέων βάκτρον ἕν ἀμφοτέρων· ἡ φαινομενικὴ ἀντίφαση τῶν δυὸ αἴρεται, ἂν τὸ ἐδῶ ἀσκίπων ἑρμηνευθῆ μὲ ἀναφορὰ στὸ ἀνωτ. συνθραύσας: τὸ ἀποκούμπι τῶν δύο γερόντων γονιῶν τό 'σπασε δαίμων βαρύς· τὸ βάκτρον τους δὲν ὑπάρχει πιά· τὸ γῆρας τους δὲν ἔχουν ποῦ νὰ τὸ στηρίξουν· ὁ Κρίσπιος, τὸ βάκτρον τους, ἀπεδείχθη ἀσκίπων (χωρὶς βάκτρον, ἀνίσχυρος κι ἀστήρικτος, ἴσως καὶ μὲ νύξη στὴν ἀδυναμία του νὰ ἀντιμετωπίσει τὸν βαρὺν δαίμονα, νὰ ἀποφύγει τὸν θάνατο). Ἄλλη ἑρμηνεία, νομίζουμε, δὲν χωρεῖ ἐδῶ (οὔτε καὶ αὐτὴ τοῦ Newton1, ὅτι τὸ "ἀσκίπων (imbecillus) is usually applied to an old man, not yet infirm enough to need a stick"', βλ. καὶ προηγούμενα: "the meaning is not clear unless it refers to some other child too young to be a prop to the old", ἀπὸ ὅπου προφανῶς ἀντλεῖ ὁ συντάκτης τοῦ σχετικοῦ λήμματος στὸ LSJ910). Γιὰ τὴ φράση γῆρας ἐρειδόμενοι βλ. Ἀνθ. Παλ. 7.457 [ΑΡΙΣΤΩΝΟΣ] στ. 1-2 ἐπὶ σκίπωνος ὁδηγοῦ ἤδη τὸ σφαλερὸν γῆρας ἐρειδομένη, γιὰ τὴ σύνταξη τοῦ ἐρείδομαι μὲ δοτ. (ὅπως ἐδῶ) ὅ.π. 6.83.6 σκηπανίῳ τρομερὰς χεῖρας ἐρεισάμεθα, κ.τ.τ.

5. Τερτία: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. [Κρί]σπιον, πβ. GVI2 1006 ("Rheneia. I Jh.") στ. 4 Τερτία, εἰκοσέτη π̣̣α̣̣ῖ̣̣δ̣̣' ὀλοφυρομένη. (Τὸ ἀρσ., σὲ γεν. Τερτίου, καὶ στὸ EGr4 *971.)

Διονύσιος: ὄνομα διαδεδομένο, στὴν Κύπρο καὶ ἀλλοῦ, συχνὸ σὲ ἐπιγραφές (βλ. LGPN7 σ.λ., καὶ CIS20 pl. XLI.b [ἀνωτ. σ. 123]).

6. δεῖγμα (...) ἀνωμαλιῶν̣̣ : Γιὰ τὴν ἀνατροπὴ τῆς φυσικῆς τάξης, ὥστε οἱ γονεῖς νὰ θάπτουν τὰ τέκνα ἀντὶ νὰ δέχονται τὰ νενομισμένα τροφεῖα ἀπὸ αὐτά, βλ. ἀνωτ. Ε19.3-4 (μὲ σχόλ.). Βλ. καὶ Σκιαδᾶ Ἐπὶ Τύμβῳ21 σσ. 32-33 σημ. 5, ὅπου καὶ ἀναφορὰ στὴ μεταγενέστερη προσπάθεια νὰ δικαιολογηθῆ ὁ θάνατος νέων ἀνθρώπων μὲ τὴν ἄποψη ὅτι νέος πεθαίνει ἐκεῖνος τὸν ὁποῖο ἀγαποῦν οἱ θεοί (μὲ βιβλιογραφία).

Τύχη: βλ. ἀνωτ. Ε21.1 μὲ σχόλ. σ.λ. Τύχ[ηι].

7-8. Πβ. Σημων. 1.1 κἑ. (West22) ὦ παῖ, τέλος μὲν Ζεὺς ἔχει βαρύκτυπος | πάντων (...). νόος δ' οὐκ ἐπ' ἀνθρώποισιν, ἀλλ' ἐπήμεροι | ἃ δὴ βοτὰ ζόουσιν οὐδὲν εἰδότες, | ὅκως ἕκαστον ἐκτελευτήσει θεός, κ.λπ. (βλ. Παπαδημητρίου ΕλΙ23, μὲ παράλληλα χωρία), καὶ ἀνωτ. Ε6.3-4 μὲ σχόλ. (κυρίως σ.λ. φρονέωἱ) καὶ Ε34.15-16 μὲ σχόλ., Ε26. 9-10 καὶ Ε42.4 μὲ σχόλ. (βλ. καὶ Ε40.5 καὶ Ε34.12-13 μὲ σχόλ.). Πβ. GVI2 1659 (Ἀθήν., 2/3 αἰ. μ.Χ.) στ. 1 [ἀθάνατοι ζωὴν μὲν ἔ]χουσινἀγήρ[ατον ἀεί] καὶ στ. 3 [οἷα δὲ φύλλα ζ]ῶσι βροτῶν [γενεαὶ ταχυμοίρων], κ.τ.τ.

8. αὐτομάτωι ζωῆι κυρόμεθ' ἢ θανάτωι: νέος σχηματισμός. Πβ. GVI2 2028 (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 3) στ. 2 αὐτομάτῳ [θανάτ]ῳ θνήσ̣̣κ[ω È – È È –] (στ. 1: ἐγ̣̣ὼ νέ̣̣ο̣̣ς, = EGr4 Add. 497a. 2)· αὐτόματος θάνατος στὸν Δημ. Περὶ τοῦ στεφ. 205 (ὁ μὲν τοῖς γονεῦσι μόνον γεγενῆσθαι νομίζων τὸν τῆς εἱμαρμένης καὶ τὸν αὐτόματον θάνατον περιμένει, ὁ δὲ καὶ τῇ πατρίδι, ὑπὲρ τοῦ μὴ ταύτην ἐπιδεῖν δουλεύουσαν ἀποθνῄσκειν ἐθελήσει) καὶ αὐτόματος βίος στὸν Πλάτ. Πολιτικ. 271e· στὸν Ἡσ. Ἔργ. 102-3 νοῦσοι (...) | αὐτόμαται φοιτῶσι κακὰ θνητοῖσι φέρουσαι (βλ. καὶ συμφραζόμενα, πβ. στ. 118 καὶ βλ. σημ. West12 στοὺς στ., καὶ ἀπόσπ. 264 Μ.–W.24 [παροιμία] αὐτόματοι δ' ἀγαθοὶ ἀγαθῶν ἐπὶ δαῖτας ἵενται), καὶ στὸν Ὅμηρο ὁ Ἥφαιστος στὸ Σ 375-7 χρύσεα δέ σφ' ὑπὸ κύκλα ἑκάστῳ πυθμένι θῆκεν, | ὄφρα οἱ αὐτόματοι (sc. τρίποδες) θεῖον δυσαίατ' ἀγῶνα | (...) θαῦμα ἰδέσθαι (πβ. Β 408) αὐτόματος δέ οἱ ἦλθε βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος, Ε749 καὶ Θ393 αὐτόμαται δὲ πύλαι μύκον οὐρανοῦ, ἃς ἔχον Ὧραι, μὲ σημ. Kirk, Comm. Il.25 στὸ Ε 749-52)· στὸν Μέν. Ἐπιτρ. 1107-8 ὁρμῶντ' ἐπὶ πονηρὸν πρᾶγμά σε | ταὐτόματον ἀποσέσωκε, στὸν ἴδιο Σαμ. 163-4 ταὐτόματόν ἐστιν ὡς ἔοικέ που θεὸς | σώιζει τε πολλὰ τῶν ἀοράτων πραγμάτων καὶ στὸν Φιλήμ. ἀπόσπ. 137 Κ οὐκ ἔστιν οὐδεμία Τύχη θεός, | οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ ταὐτόματον. ὃ γίγνεται | ὡς ἔτυχ' ἑκάστῳ, προσαγορεύεται τύχη (ὅπου διακρίνεται ἡ σταδιακὴ σύγχυση μεταξὺ ταὐτομάτου καὶ τῆς τύχης, ὥστε ἐνίοτε νὰ ταυτίζονται, καὶ στὴ συνέχεια, ταὐτόματον ... προσαγορεύεται τύχη, ὅπως παρατηροῦν οἱ Gomme – Sandbach, Men. Comm.26 σσ. 379-80: Epitr. 1108 σ.λ. ταὐτόματον ἀποσέσωκε). Ἡ λέξη αὐτόματος, ἀπὸ τὸ αὐτός (ἀβέβ. ἐτυμ.) καὶ τὴ ρίζα ποὺ βρίσκουμε στὰ μέμονα μέμαα μένος (βλ. Chantraine9 σ.λλ. αὐτόματος καὶ αὐτός), εἶναι κοινή (Ὅμ., Ἰων., Ἀττ.: βλ. Chantraine9, καὶ Comm. Il.27 σημ. Edwards στὸ Σ 372-9), καὶ σημαίνει ὡς ἐπίθ. τὸ πρόσωπο τὸ ὁποῖο ἐνεργεῖ ἀπὸ δική του βούληση (ἀφ' ἑαυτοῦ) ἢ τὸ πράγμα ποὺ κινεῖται ἀπὸ μόνο του (LSK11 I.2 «ἐπὶ ἀψύχων πραγμάτων, αὐτοκίνητος, αὐτενεργός, ἐπὶ τῶν πυλῶν τοῦ Ὀλύμπου» κ.λπ., βλ. καὶ 3 «ἐπὶ φυσικῶν ἐνεργειῶν» καὶ 4 «ἐπὶ γεγο­νότων συμβαινόντων ἀφ' ἑαυτῶν ἄνευ ἐξωτερικῆς ἐπενεργείας»), ἐνῶ ὡς οὐδ. οὐσιαστικοποιημένο τὴν «ἁπλῆ τύχη» (LSK11 II, βλ. καὶ ἀνωτ.), χρησιμοποιούμενο συχνὰ στὴ φράση ἀπὸ (ἢ ἐκ) τοῦ αὐτομάτου / ταὐτομάτου («ὅμοιον τῷ Λατ. sponte» ὅ.π.), ὅπως στὸν Ἡρόδ. 2.66.4 ἀποθάνῃ ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ κύρω / κύρομαι (κυρέω, βλ. LSJ910 / LSK11, κυρίως Ι.1), ἀπαντᾶ συχνὰ ἤδη στὸν Ὅμηρο συν­τασσόμενο μὲ δοτ. μὲ τὴ σημ. «συναντῶ κατὰ τύχην, περιπίπτω» ("« atteindre, rencontrer, tomber sur », etc., parfois au sens « se trouver »" κατὰ τὸν Chantraine9, σ.λ. κύρω, ἀβέβ. ἐτυμ., παράγωγά του τὰ κύρμα, συγ-κύρημα, σύγ- / προσ- / ἐγ-κύρησις, καὶ τὸ γνωστότατο συγ-κυρία), μὲ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τὸ Ω 530 ἄλλοτε μέν τε κακῷ ὅ γε κύρεται, ἄλλοτε δ' ἐσθλῷ (βλ. καὶ σημ. Richardson στὸ χωρίο, Comm. Il.28 VI 332), ὅπου τὸ κύρεται σὺν τοῖς ἄλλοις εἶναι μέσης φωνῆς ἀλλὰ μὲ ἐνεργ. σημ., ὅπως ἐδῶ. Ἔτσι, τὸ ἐδῶ κυρόμεθ' οὐδόλως χρειάζεται διόρθωση, ὅπως δὲν χρειάζονται διόρθωση οἱ δοτ. ζωῆι καὶ θανάτωι ἢ τὸ ἐπίθ. αὐτομάτωι. Τὰ ἐπιγραφικὰ δεδομένα δὲν ἐπιδέχονται ἀμφισβήτηση καὶ τὸ νόημα εἶναι σαφές· μεταφράσαμε τὸ κυρόμεθ' μὲ τὸ «συρόμαστε» (συρόμεθ' εἶναι ἡ ὄχι ἀναγκαία γραφὴ τοῦ Peek2), ἀντὶ τοῦ πιὸ ἀκριβοῦς «ἐμπίπτουμε» ἢ «περιπίπτουμε», πιστεύοντας ὅτι ἀποδίδει ἄριστα τὴν ἐδῶ σημασία τοῦ ρήματος (καὶ τοῦ ὅλου χωρίου).

  1. Newton, C. T. Newton, C T. (ed.) (1874-1916), The Collection of Ancient Greek Inscriptions in the British Museum, parts I-IV2, Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  2. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  3. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑
  4. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  5. Le Bas, P. & Waddington W. H. (1870), Voyage archéologique en Grèce et en Asie Mineure, Vol. III.1-2: Inscriptions grecques et latines recueillies en Grèce et en Asie Mineure, Paris.
  6. Peek, W. (1960), Griechische Grabgedichte (griechisch und deutsch), Schriften und Quellen der alten Welt hrsg. von der Section für Altertumswissenschaft bei des Deutschen Akademie der wissenschaften zu Berlin,7 Berlin.
  7. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.a↑ b↑
  8. Osborne, M. J. & Byrne S. G. (1994), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. II: Attica, Oxford.a↑ b↑
  9. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  10. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  11. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑
  12. West, M L. (1978), Hesiod, Works and Days, Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  13. West, M L. (1966), Hesiod, Theogony, Oxford.
  14. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .a↑ b↑ c↑
  15. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.
  16. Kirk, G. S., Raven J. E. & Schofield M. (1983), The presocratic philosophers: a critical history with a selection of texts, 2nd ed., Cambridge.
  17. Stephanus, H. (1954), Θησαυρὸς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης: Thesaurus Graecae Linguae, Vols. I-IX(2), Graz .
  18. Cougny, E. (ed.) (1890), Epigrammatum Anthologia Palatina..., Vol. ΙΙΙ, Paris.
  19. Theodoridis, C. (1982-1998), Photii Patriarchae Lexicon, Vols. I (Α-Δ) – ΙΙ (Ε-Μ), Berlin – N. York .
  20. Nicolaou, I. (1971), Cypriot Inscribed Stones (Picture Book no 6), Cyprus .
  21. Σκιαδάς, Ἀ. Δ. (1967), Ἐπὶ Τύμβω: Συμβολὴ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν Ἑλληνικῶν ἐπιτυμβίων ἐμμέτρων ἐπιγραφῶν, Σειρὰ Δευτέρα: Μελέται καὶ ἔρευναι, ἀρ. 15,ἀρ. 14 Ἀθῆναι.
  22. West, M L. (1971-1972), Iambi et Elegi Graeci, Vols. I-II, Loeb Classical Library Oxford - New York .
  23. Παπαδημητρίου, Ι.-Θ. Α. (1984), Ἐλεγεία καὶ Ἴαμβος (Ἀρχίλοχος, Καλλῖνος, Σημωνίδης, Τυρταῖος, Μίμνερμος, Σόλων, Θέογνις, Ἱππῶναξ, Ἐλάσσονες), Ἀθήνα.
  24. Solmsen, F., Merkelbach R. & West M. L. (1970), Hesiodi Theogonia, Opera et Dies, Scutum, Fragmenta Selecta, Oxford.
  25. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1990), The Iliad: A Commentary, Vol. II: books 5-8, Cambridge.
  26. Gomme, A W. & Sandbach F H. (1973/1983), Menander: a Commentary, Oxford .
  27. Edwards, M. N. & Kirk G. S. (1991), The Iliad: A Commentary, Vol. V: books 17-20, Cambridge.
  28. Richardson, N. & Kirk G. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. VI: books 21-24, Cambridge.