You are here

E2

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      1Τ̣̣̣̣̣ὸν Φοί̣̣̣̣̣β̣̣̣̣̣ωι  νάρ̣̣̣̣̣δ̣̣̣̣̣ων  χρύσεα2 ῥ̣̣̣̣̣υ̣̣̣̣̣τ̣̣̣̣̣ὰ δισ̣̣̣̣̣σ̣̣̣̣̣ὰ̣̣̣̣̣ φ̣̣̣̣̣α̣̣̣̣̣ε̣̣̣̣̣ι̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣ὰ̣̣̣̣̣  
           θέντα3, τὸν αἰγιόχωι Ζα̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣ὶ π̣̣̣̣̣ολυ̣̣̣̣̣σ̣̣̣̣̣τ̣̣̣̣̣ό̣̣̣̣̣μ̣̣̣̣̣ι̣̣̣̣̣ο̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣4 ,
      τὸν Λατοῦς5 κούραι τοξαλκ̣̣̣̣̣έ̣̣̣̣̣ται  ἀ̣̣̣̣̣ξ̣̣̣̣̣ε̣̣̣̣̣ί̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣ο̣̣̣̣̣ι̣̣̣̣̣[ο]
           Σκύλλας δίκρουνον σκεῦος̣̣̣̣̣ ὀ̣̣̣̣̣π̣̣̣̣̣α̣̣̣̣̣σ̣̣̣̣̣σ̣̣̣̣̣ά̣̣̣̣̣μ̣̣̣̣̣ε̣̣̣̣̣[νον]6 ,
5    τὸν Ῥώμας ναέταις7  Κέκροπ̣̣̣̣̣ό̣̣̣̣̣ς̣̣̣̣̣ θ̣̣̣̣̣' [ὁμ]ο̣̣̣̣̣ῦ̣̣̣̣̣ ἐ̣̣̣̣̣κ̣̣̣̣̣γ̣̣̣̣̣ε̣̣̣̣̣[νέταισιν] 
           δισσὰς τοῖς δισσοῖς8 π̣̣̣̣̣ασ̣̣̣̣̣τ̣̣̣̣̣ά̣̣̣̣̣δας  ἀρ̣̣̣̣̣ά̣̣̣̣̣[μενον] ↓·
      τόνδε λαχόντα τοκῆϊ Φιλόστρατον9  οὔ̣̣̣̣̣νομ̣̣̣̣̣[α ταὐτὸ] 
           θέντο Παλαιστίνας10 ἀστὸν ↓ ἀριπρε[πέα] 
      Ἰταλὸν ἂν  τέμενος  τέκνωι11 [Φ]ιλαδ[έλφωι ἁμαρτῆι
10        τᾶς ὑπάτας12 ναέται13  πίονος ἄ[γχ'  ἀδύτου] 
      Δᾶλον ἀν' ἱμερτὰν  Φοίβωι γέ̣̣̣̣̣[ρ]α[ς14 , οὕνεκα νείκους]
           κραίνων εὐδικίας πρᾶτον15 ἔ̣̣̣̣̣[παυσε πόλιν] .
                                        Ἀντισθένους Παφίου16 με[λοποιοῦ

  1. 1 ff. scr. Peek2, it. SEG et nos, si non aliorsus indicatur (vid. et infra adnotationes ad locos)
  2. 1 []ν Φάρωι να[ί]ων χρυσα – – – Peek1; ·ΝΦΑΡΩΙΝΑ·ΩΝΧΡΥ ±Λ – Λ – – – – – – Rouss.
  3. 2 [θ]έντα Rouss.
  4. Ζα̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣ὶ π̣̣̣̣̣ολυ̣̣̣̣̣σ̣̣̣̣̣τ̣̣̣̣̣ό̣̣̣̣̣μ̣̣̣̣̣ι̣̣̣̣̣ο̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣ scripsimus: Ζανὶ π̣̣̣̣̣ολυ̣̣̣̣̣σ̣̣̣̣̣τ̣̣̣̣̣ό̣̣̣̣̣μ̣̣̣̣̣ι̣̣̣̣̣ο̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣ Peek2SEG; Ζ̣̣̣̣̣[αν] π– – – Peek1; Σ··ΙΠΙC – – – – – Rouss.
  5. 3 τὸν Λατοῦς ΗΠ·ΡΑΙΤΟΣ /···Ρ– – – – – – Rouss.; τὸν Λατοῦς – – – Peek1
  6. 4 σκεῦος̣̣̣̣̣ ὀ̣̣̣̣̣π̣̣̣̣̣α̣̣̣̣̣σ̣̣̣̣̣σ̣̣̣̣̣ά̣̣̣̣̣μ̣̣̣̣̣ε̣̣̣̣̣[νον] scripsimus: σκεῦο[ς]ὀ̣̣̣̣̣. Peek2SEG, σκ[εῦ]ος̣̣̣̣̣ – – – Peek1; ΣΚ···ΟΧ – – – – – Rouss.
  7. 5 τ. . ναέ̣̣̣̣̣[ται]ς – – – Peek1; τ. . ΝΑ[·ΥΣΣ·ΣΗΡ – – – – – – Rouss.
  8. 6 δ. τ. δ. ΙΤΑ – – – – – – – Rouss.; δ. τ. δ. – – – Peek1
  9. 7 ΤΟΝΔΕΛΙΚΟΝΤΑΤΟΚΗΙ Φιλόστρ[α]τον·ΝΟΣ – – – Rouss.; τὸν δὲ λι[π]όντα τοκῆι Φιλόστρατον È È - È Peek1
  10. 8 ΘΕΝΤΟ Π. ΑΣΤΟ /·· ΑΡΙΤ – – – Rouss.; θέντο Π. ἀστο[ ÈÈ È – Peek1
  11. 9 . ἂν τ. τέκνωι ·ΙΝΑ – – Rouss.; . ἂν. τ. τ. – – – Peek1
  12. 10 τᾶς ὑπάτας Peek1 Rob. (vid. infra ad loc.): τὰς ὑπάτας Rouss.; τᾶς Ὑπάτας Peek2SEG GP
  13. νάεται (sic) πίον[ι ou α – – – Rouss.; ναέται πιον ÈÈ È – Peek1
  14. 11 γ[έρας ÈÈ È – Peek1; Γ – – – – – Rouss.
  15. 12 κρίνων ε. π. ÈÈ È – Rouss. Peek1
  16. 13 Ἀντισθένους Παφίου. Rouss.

Αὐτὸν ποὺ στὸν Φοῖβο ναρδέλαιου χρυσὰ ρυτὰ διπλὰ ὁλόλαμπρα

      ἀφιέρωσε, στὸν αἰγίοχο τὸν Δία πολυστόμιο,

αὐτὸν ποὺ στῆς Λητῶς τὴν κόρη τὴν τοξεύτρα τῆς ἀφιλόξενης

      τῆς Σκύλλας δίκρουνο σκεῦος ἔδωσε νὰ ἔχει,

αὐτὸν ποὺ γιὰ τῆς Ρώμης τοὺς κατοίκους καὶ τοῦ Κέκροπα μαζὶ

                           τοὺς ἀπογόνους

       διπλὲς στοὺς δύο παστάδες σήκωσε ψηλά·

ἐτοῦτον τὸν Φιλόστρατο ποὺ τοῦ 'λαχε μὲ τοῦ πατέρα τ' ὄνομα τὸ ἴδιο

      ἀφιέρωσαν, τῆς Παλαιστίνης τὸν ἀστὸ τὸν ἐκλαμπρότατο,

στῶν Ἰταλῶν τὸ τέμενος μὲ τὸ παιδί του τὸν Φιλάδελφο μαζί

       τῆς ὕψιστης οἱ κάτοικοι στὸ περίλαμπρο τὸ ἄδυτο κοντά

στὴ Δῆλο τὴν ἐπέραστη τοῦ Φοίβου χάρισμα, γιατὶ ἀπ' τὴν ἔριδα

       δικαιοπραγώντας πρῶτα πρῶτα ἔσωσε τὴν πόλη.

τοῦ Ἀντισθένη τοῦ Πάφιου τοῦ ποιητῆ.

Σχόλια: 

Καὶ αὐτὸ τὸ ἐπίγραμμα Ἀντισθένους Παφίου με[λοποιοῦ] εἶναι χαραγμένο σὲ βάση ἀγάλματος ἀπὸ λευκὸ μάρμαρο ποὺ βρέθηκε στὴ Δῆλο σπασμένη σὲ δύο κομμάτια συνολικῶν διαστάσεων 0,81 × 0,705 × 0,53• τὸ πρῶτο ἀπ' αὐτὰ ἀνακαλύφθηκε τὸ 1880 καὶ τὸ δεύτερο, τὸ δεξιό, τὸ 1907, καὶ τὰ δύο στὴν Ἱερὴ Λίμνη, σὲ ὄχι ἰδιαίτερα καλὴ κατάσταση (βλ. IDél1 2549). Ἀποτελεῖται, ὅπως καὶ τὸ προηγούμενο, ἀπὸ ἕξι ἐλεγειακὰ δίστιχα. Προηγεῖται, στὴν ἴδια μαρμάρινη βάση, ἐπίγραμμα τοῦ γνωστοῦ ποιητῆ Ἀντιπάτρου Σιδωνίου, ἴσου ἀριθμοῦ στίχων καὶ στὸ ἴδιο μέτρο, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ἴδιο θέμα, καθὼς ἀμφότερα εἶναι ἀφιερωμένα στὸν Φιλόστρατον (βλ. κατωτ. σχόλ. στ. 7, σ.λ.) καὶ ἀπαριθμοῦν τὶς προσφορές του στὴ Δῆλο. Τὰ δύο ἐπιγράμματα συνεκδίδονται καὶ συνεξετάζονται κατὰ κανόνα (βλ. ἀνωτ. Ε2 «Δημοσιεύσεις» καὶ ΕΚυΕ2 4.1), ἐνῶ τοῦ Ἀντιπάτρου τὸ ποίημα ἐκδίδεται καὶ σχολιάζεται ἐπίσης ἀπὸ τοὺς Gow καὶ Page στὴν GrAHE3 (ἀρ. XLII σελ. Ι.25 καὶ ΙΙ.65-67, μαζὶ μὲ ἄλλα ἐπιγράμματα τοῦ Ἀντιπάτρου). Οἱ πρῶτες προσπάθειες νὰ διαβαστῆ καὶ νὰ συμπληρωθῆ ἡ ἐπιγραφή (Roussel – Launey1 καὶ Peek14) δὲν ἦταν ἰδιαίτερα εὔστοχες, λόγω τῆς κακῆς κατάστασης στὴν ὁποία βρέθηκε ἡ ἐπιγραφή• μὲ τὴν κατάλληλη ὅμως συντήρησή της, τὴν ἐπιμελημένη φωτογράφηση καὶ τὴν παραγωγὴ ἐκτύπων, μὲ τὴ σημαντικὴ βοήθεια πολλῶν καὶ κυρίως μὲ τὴν πολὺ προσεκτικὴ ἐπιτόπια μελέτη (βλ. Peek25 103 κἑ., πβ. J. καὶ L. Robert, BullÉ6 71 [1958], 287 κἑ. ἀρ. 356, καὶ Woodhead σελ. 96 σημ. στὴν ἐπιγραφή), κατέστη δυνατὴ ἡ ἱκανοποιητικὴ ἀνάγνωση καὶ συμπλήρωση, ἡ συγκριτικὴ ἐξέταση καὶ ἡ ἀξιολόγηση τῶν δύο ἐπιγραμμάτων ἀπὸ τὸν Peek25 (τοὐλάχιστο στὰ περισσότερα σημεῖα, ἐνῶ σ' ἄλλα διατυπώνονται εὔλογες ἀμφιβολίες τόσο ἀπὸ τὸν ἴδιο, ἄμεσα καὶ ἔμμεσα, ὅσο καὶ ἀπὸ τοὺς J. καὶ L. Robert6, ὅ.π. 287-89). Γιὰ τὴν εὐχερέστερη παρακολούθηση τῶν ἑπόμενων σχολίων μας στὸ ἐπίγραμμα τοῦ Ἀντισθένη ἀπὸ τὴν Πάφο παραθέτουμε κατωτ. τοὺς στίχους τοῦ Σιδώνιου ποιητῆ (ἀπὸ τὴν ἔκδοση Peek25, κυρίως• πβ. Woodhead καὶ Gow – Page3):


      Πέντε τάδ', ἀμφ[ιβόατε] Φ̣ι[λό]σ̣τ̣ρ̣ατε, θήκ[αο δῶρα],
         ἀστὲ Παλαιστίνα[ς, θε]ο̣ῖ̣σι φ̣υ̣λ̣ασσομένας•
      Ζανὶ μὲν εὐρυμέδο[ντι] θ̣υηδόκον ἁγ̣νὸν ἄγ̣α̣λ̣μ̣α̣
         μαρμαῖρον σμύρνα[ι] πίονι καὶ λιβάνωι•
5    παιδὶ δὲ τᾶι Λατοῦς Σ̣κ̣ύλλαν βορόν, ἅρπ̣α̣γ̣α̣ φ̣ω̣τ̣[ῶν]
         καὶ σκαφέων, ἄμφω ταῦτα παναργύρεα̣•
      Φοίβωι δ' εὐπλοκάμωι χρύσεα ῥυτὰ νεκ̣τ̣α̣ρ̣έ̣ο̣ι̣ο̣
         ἄξια τᾶς μακάρων οὐρανίου σταγόνος,
      Δάλου δὲ προμάχοισι δ̣ορισκάπτρ̣ο̣ι̣<ς> α̣ὖ̣ ἔφ̣ην̣ας
10     κίοσιν εὖ δισσὰν παστάδ' ἐρειδομέναν.
      εἴης πᾶς μακάριστος, ὅτι πλούτοιο γ[ε]ρ̣α̣ί̣ρ̣ε̣ι̣ς̣
         ἀγλαΐαι θνατῶν φῦλα κ̣αὶ ἀθαν̣ά̣των.

1. Τ̣ὸν Φοί̣β̣ωι: βλ. καὶ στ. 11 καὶ Ἀντιπ. στ. 7. Ἡ παλαιότερη ἀνάγνωση []ν Φάρωι (Roussel – Launey1 καὶ Peek14) ἔχει ἐγκαταλειφθῆ μετὰ τὴν προσεχτικὴ μελέτη τῆς ἐπιγραφῆς μὲ τὴ βοήθεια ἐκτύπου (βλ. Peek25 καὶ Woodhead). Τὸ ὄνομα Φοῖβος τοῦ Ἀπόλλωνα, συχνὸ ἤδη στὸν Ὅμηρο στὸν λογότυπο Φοῖβος Ἀπόλλων (σπάνια Ἀπόλλων Φοῖβος) ἢ ἁπλῶς Φοῖβος (βλ. καὶ κατωτ. Ε52.5), θεωρεῖται ἀπὸ τὸν Αἰσχύλο ὡς παρώνυμο τοῦ Φοίβη (Εὐμ. 8 Φοίβωιτὸ Φοίβης δ' ὄνομα ἔχει παρωνύμως, βλ. καὶ ΕλλΜ7 2.150), ἀπὸ ἄλλους δὲ ὡς παραγόμενο ἀπὸ τὸ φάος (φάFος > φαῦος > φάος καὶ φοῖβος, πβ. LSK8 σ.λ. φοῖβος), προφανῶς λόγω τῆς γνωστῆς σχέσεως τοῦ θεοῦ Ἀπόλλωνα μὲ τὸ φῶς καὶ τὸν ἥλιο, καὶ τῆς ἐπίδρασης τῶν σχετικῶν μύθων (βλ. ΕλλΜ7 2.139-60, κυρίως 24: Φαέθων καὶ 226: Φοίβη, Φαέθουσα, Λαμπετίη μεταξὺ τῶν θυγατέρων τοῦ Ἡλίου). Τὸ ἐπίθ. ὅμως φοῖβος (καθαρός, λαμπρός, ἁγνός, ἀμίαντος κατὰ τὸν Ἡσύχ., πβ. τοῦ ἰδίου φοιβάζεικαθαίρεται καὶ φοιβάζειμαντεύεται, κ.τ.τ.) ἔχει ἀντίθ. τὸ ἄφικτος καὶ ἄφικτρος ("ἀφικτός and ἀφικτρός, impure, Hsch.", κατὰ τοὺς LSJ99: βλ. Ἡσύχ. σ.λλ. ἀφικτόνἀκάθαρτον. μισητόν καὶ ἀφικτρόςἀκάθαρτος. μιαρός), ποὺ ὁδηγοῦν σὲ ρίζα φιγ / φοιγ (βλ. καὶ Hofmann – Παπαν.10 σ.λ. φοῖβος, πβ. ὅμως Chantraine11 σ.λ., περισσότερα στὸν Frisk12). Ἡ ἀναφορὰ τοῦ θεοῦ τῆς Δήλου στὴν ἀρχὴ τοῦ ποιήματος (ἐκ θεοῦ ἄρξασθαι!) φαίνεται εὔστοχη, ὄχι ἴσως καὶ ἡ τοποθέτηση τοῦ τὸν ὡς πρώτης λέξης ἐδῶ καὶ στοὺς στ. 3 καὶ 5 (καὶ τόνδε στὸν στ. 7), μὲ τὴ μετοχὴ θέντα στὴν ἀρχὴ μόλις τοῦ στ. 2 (καὶ τοῦ θέντο στὴν ἀρχὴ τοῦ στ. 8).

νάρ̣δ̣ων: παλαιότερη ἀνάγνωση ΝΑ•ΩΝ (Roussel – Launey1 καὶ Peek14), συμπληρούμενη σὲ μετοχὴ να[ί]ων), ποὺ δὲν φαίνεται νὰ εὐσταθῆ οὔτε νὰ μπορεῖ νὰ δώσει νόημα ἀνταποκρινόμενο στὰ πράγματα, ἔστω κι ἂν γράψουμε []ν Φάρωι να[ί]ων χρυσᾷ, ὅπως προτείνουν μὲ ἀμφιβολίες οἱ Roussel – Launey1 (σημ. στὸν στ., βλ. ὅμως καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 7 σ.λ. Φιλόστρατον). Ἀντίθετα, ἡ ἀνάγνωση γεν. νάρδων κι ἡ σύνδεσή της μὲ τὰ ἑπόμενα δίνει νόημα σύμφωνο πρὸς τὸ ἀντίστοιχο χωρίο τοῦ Ἀντιπάτρου (στ. 7-8 χρύσεα ... νεκταρέοιο | ... σταγόνος: νάρδος καὶ -ον (Λατ. nardus καὶ -um) ἢ νάρδου στάχυς καὶ ναρδόσταχυς (Λατ. spica nardi καὶ nardostachyon, σημερ. ἐπιστ. ὅρος nardostachys jatamansi, Ἀγγλ. spikenard, Γαλλ. nard κ.λπ.) εἶναι φυτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο παράγεται εὐῶδες βάλσαμο ἢ μύρο (γνωστὸ καὶ συχνὸ στοὺς Ἰατρούς), χρησιμοποιούμενο γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς λατρείας, καὶ τὸ ἴδιο τὸ λάδι τῆς/τοῦ νάρδου (βλ. π.χ. Ἀνθ. Παλ. 6.250.6 κἑ. νάρδον ὑπὸ γλαυκῆς κλειομένην ὑάλου, ὄφρα ... εὐώδης ἀτμὸς ἔχῃ πλοκάμους, 4.1.43 κ.ἀ.)• βλ. LSJ99 σ.λλ. νάρδος καὶ νάρδον, πβ. νάρδινος (καὶ νάρδινον μύρον: μυρωδάτο λάδι νάρδου), ναρδίτης οἶνος, ναρδοροδόπνους, ναρδολιπής κ.λπ.

χρύσεα ῥ̣υ̣τ̣ὰ δισ̣σ̣ὰ̣ φ̣α̣ε̣ι̣ν̣ὰ̣: στὸν Ἀντίπ. χρύσεα ῥυτὰ στ. 7, πβ. δισσὰν στ. 10 καὶ μαρμαῖρον στ. 4. Τὸ ῥυτόν (ἀπὸ τὸ ῥέω, πβ. ῥύσις = ῥεῦσις, ῥοή, καὶ ῥεῦμα, ῥευστός, κ.λπ.) εἶναι εἶδος ποτηρίουκέρατοςφιάλης (πβ. Ἡσύχ. σ.λ. ῥυτά• (...) ἢ εἶδος φιαλῶν) μὲ στενὸ ἄνοιγμα στὸ ὀξὺ ἄκρο (κατὰ τὸν Ἀθήναιο 497e, Δωρόθεος δ' ὁ Σιδώνιός φησιν τὰ ῥυτὰ κέρασιν ὅμοια εἶναι, διατετρημένα δ' εἶναι, ἐξ ὧν κρουνιζόντων λεπτῶς κάτωθεν πίνουσιν, ὠνομάσθαι τε ἀπὸ τῆς ῥύσεως), συχνὰ μὲ δύο ὀπὲς καὶ εὐμέγεθες ὥστε νὰ καλεῖται δίκρουν ἢ δίκρουνον (βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ., καὶ σ.στ. 2 σ.λ. πολυστόμιον) καὶ νὰ εἶναι χωρητικότητας τριῶν χοῶν, οὐχὶ σπάνια σὲ μορφὴ ζώου: βλ. π.χ. Ἀθήν. 468f Ἐλέφας. οὕτως ἐκαλεῖτο ποτήριόν τι, ὡς Δαμόξενός φησιν (ἀπόσπ. 1.1 Ε.) ἐν Αὑτὸν πενθοῦντι• (...) ἐλέφανθ' ἥκει φέρων | (...) ῥυτὸν | δίκρουνον ἡλίκον τι τρεῖς χωροῦν χοᾶς (πβ. Ἐπιτ.)• Ἡσύχ. σ.λ. ἐλέφαντα• (...) καὶ ῥυτὸν τρεῖς χόας χωροῦν• Εὐστάθ. στὸ Ψ 33 Ἔτι δὲ παρὰ τὸ ῥέειν καί τινα ποτήρια καλούμενα ῥέοντα, οἷον, ῥέοντα δέδωκε τόσα ἀργυρᾶ, δύο δὲ χρυσᾶ γρυψί, τὸ δὲ ἕτερον πήγασος. ἐκ μέντοι τοῦ ῥύειν ποτήριον ἄλλο ἥρωσιν ἀνειμένον τὸ ῥυτὸν ὅμοιόν, φασι, κέρατι, διατετριμμένον, ἐξ οὗ κρουνίζοντος λεπτῶς, ὥς φησιν Ἀθήναιος, κάτωθεν πίνουσι. Δίφιλος• ῥυτὸν χωροῦντα δύο χοᾶς, ὃν οὐδ' ἂν ἐλέφας ἐκπίῃ. καὶ σημείωσαι τὸ ῥυτὸς ἐνταῦθα ἀρσενικόν. κεῖται δὲ καὶ οὐδετέρως ἐν τῷ, ἐλέφας ἐστὶ ῥυτὸν δίκρουνον τρεῖς χωροῦν χοᾶς. ὥστε καὶ ποτηρίου εἶδος ἐλέφας.– Γιὰ τὸ ἐπίθ. χρύσεος βλ. καὶ ΑΚυΓ131/1β´ 5 Y1.93 καὶ 5 Υ2.9• πρὸς τὸν ἐδῶ σχηματισμὸ χρύσεα ῥυτὰ πβ. τὰ Ὁμηρ. χρύσεον δέπας, χρ. φιάλη, χρ. κρητήρ, χρ. κύπελλον κ.τ.τ., γιὰ τὸ ὅλο χωρίο Ὁμηρ. ὕμν. ΙΙΙ (Εἰς Ἀπόλλ.). 10 τῷ δ' ἄρα νέκταρ ἔδωκε πατὴρ δέπαϊ χρυσέῳ καὶ ζ 79 / 215 δῶκε / δῶκαν δὲ χρυσέῃ ἐν ληκύθῳ ὑγρὸν ἔλαιον, κ.τ.τ.

2. αἰγιόχωι Ζα̣ν̣ὶ: πβ. Ἀντίπ. στ. 3 Ζανὶ μὲν εὐρυμέδο[ντι]. Στὸν Ὅμηρο τὸ Εὐρυμέδων ἀπαντᾶ μόνο ὡς κύριο ὄνομα (Δ 228, Θ114, Λ 619, η 58, καὶ θηλ. Εὐρυμέδουσα η 8). Ἀντίθετα ἀπαντᾶ συχνότατα τὸ ἐπίθ. αἰγίοχος ὡς προσδ. τοῦ Διός (αἰγιόχοιο Διὸς καὶ Διός αἰγιόχοιο, αἰγίοχος Κρονίδης Ζεὺς κ.τ.τ. τόσο στὸν Ὅμηρο ὅσο καὶ στοὺς Ὁμηρ. ὕμνους (βλ. ΑΚυΓ131/1β´ 5 Υ1 σχόλ. σ.στ. 8 σ.λ. αἰγιόχοιο Διός, ὅπου καὶ παραπομπές, ἐτυμ. τοῦ ἐπιθ. καὶ βιβλιογραφία), ἀλλὰ καὶ μεταγενέστερα (βλ. Bruchmann EpD14 123). Τὸ ἐπίθ. εὐρυμέδων ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ στὸν Πίνδαρο (Ὀλ. 8.31 παῖς ὁ Λατοῦς εὐρυμέδων τε Ποσειδᾶν καὶ Πυθ. 3.4 Οὐρανίδα γόνον εὐρυμέδοντα Κρόνου: τοῦ Κρόνου τὸν γόνον, ὄχι τὸν Κρόνο, ὅπως γράφει ὁ Peek25 σημ. στὸν Ἀντίπ. στ. 3 σ.λ. εὐρυμέδων, ὅπου καὶ ἡ διαπίστωση ὅτι τὸ ἐπίθ. ἐμφανίζεται σπάνια στοὺς ἐπιγραμματοποιούς).

π̣ολυ̣σ̣τ̣ό̣μ̣ι̣ο̣ν̣: περιγράφει προφανῶς τὴν προσφορὰ στὸν Δία, πβ. Ἀντίπ. στ. 3-4 θ̣υηδόκον ἁγ̣νὸν ἄγ̣α̣λ̣μ̣α̣ | μαρμαῖρον (:Gow – Page3, μάρμαιρον Peek25 καὶ Woodhead) σμύρνα[ι] πίονι καὶ λιβάνωι (βλ. σχόλ. Gow – Page3 καὶ Peek25 στὸ χωρίο, καὶ Ἡσύχ. σ.λ. ἄγαλμα πᾶν ἐφ' ᾧ τις ἀγάλλεται, οὐχ ὡς ἡ συνήθεια τὸ ξόανον)• ὁ συνδυασμὸς τῶν δύο ὁδηγεῖ στὴν ὑπόθεση σκεύους γιὰ ἀποθήκευση (Peek25) ἢ γιὰ καύση (Gow – Page3) θυμιαμάτων, στὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται τόσο τὸ νάρδινον ἔλαιον (πβ. Ἀντισθ. στ. 1) ὅσο καὶ ἡ σμύρνα καὶ ὁ λίβανος τοῦ Ἀντιπάτρου (βλ. LSK8 σ.λ. θυμίαμα, μὲ παραπομπές), γιὰ εἶδος θυμιατηρίου μὲ περισσότερα τοῦ ἑνὸς διαμερίσματα (βλ. Gow – Page3) ἢ ῥυτοῦ μὲ ἕνα ἢ περισσότερα διαμερίσματα καὶ περισσότερα τοῦ ἑνὸς στόματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ρέει τὸ ἴδιο ἢ διαφορετικὸ ὑγρό (βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λ. δίκρουνον σκεῦος). Οὕτως ἢ ἄλλως ὁ τύπος πολυστόμιον, παρὰ τὶς ἐπιφυλάξεις τοῦ ἴδιου τοῦ Peek5, ἀποτελεῖ παλαιογραφικὰ καὶ μετρικὰ καὶ ἐννοιολογικὰ εὔστοχη ἐπιλογὴ ἐδῶ. Τὸ ἐπίθ. πολυστόμιον (ἐνν. ῥυτόν: ῥυτὰ στ. 1, ἢ σκεῦος στ. 4) φαίνεται νὰ ἔχει σχηματιστῆ ad hoc ἀπὸ τὸν Ἀντισθένη, μὲ συνδυασμὸ τῶν πολύστομος (πολύστομος φλέψ, σύριγξ, κ.τ.τ. στοὺς Ἰατρούς, ἀλλὰ καὶ πολύστομος φήμη, εὐφημία, ἠχώ, Νεῖλος κ.λπ.), τρίστομος, καὶ δίστομος / δίκρουνος (κατωτ. στ. 4) καὶ πολύκρουνος (πβ. Ἀνθ. Παλ. 9.669.4 πλατάνων αὐτόρρυτον ἐς μέσον ὕδωρ | καλὰ πολυκρούνων ἐκπρορέει στομάτων), ποὺ ἀποκλείονται τοὐλάχιστο γιὰ λόγους μετρικούς. Μὲ τὸ πολυ- ὁ ποιητὴς δίνει ταυτόχρονα ἔμφαση στὸ ἀφιέρωμα τοῦ Φιλοστράτου στὸν αἰγίοχο Δία, ἀφήνοντας τὸν ἀναγνώστη νὰ συμπληρώσει μὲ τὴ φαντασία του τὴν εἰκόνα (πβ. ὅμως Peek25 σελ. 106 σημ. στὸν στ. 4 Ἀντιπ.).

3. Λατοῦς κούρᾱι τοξαλκ̣̣έ̣̣τᾱι): παιδὶ δὲ τᾶι Λατοῦς στὸν Ἀντίπ. στ. 5. Λητοῦς τοξαλκέτα κοῦρ' κατωτ. Ε58.1 (ἐπίγραμμα ποὺ συνοδεύει ἀφιέρωμα τετρακέρατου ἐλαφιοῦ στὸν Δήλιο Ἀπόλλωνα ἀπὸ τὸν Κύπριο βασιλιὰ Νικοκρέοντα• βλ. καὶ κατωτ. Ε9.3 μὲ σχόλ.). Τὸ τοξαλκέτας δὲν ἀνευρίσκεται ἀλλοῦ (πβ. ὅμως Ὀρφ. Ὕμν. 58.2 Ἔρωτα | τοξαλκῆ: ποὺ τοξεύει μὲ δύναμη, ἰσχυρὸς στὸ τόξο, εὔτοξος)• στὸν Ὅμηρο Ἄρτεμις ἰοχέαιρα Ε53 κ.ἀ., ἀργυρότοξος καὶ κλυτότοξος, ἑκατηβόλος καὶ ἑκηβόλος, καὶ ἑκάεργοςἈπόλλων (βλ. καὶ κατωτ. Ε58.1), Λητοῦς ἢ / καὶ Διὸς υἱὸς ὁ Ἀπόλλων, Διὸς κούρη καὶ ἡ Ἄρτεμις Ι536 (βλ. ΜΑΦ15 18 μὲ σημ. 64 καὶ 19 μὲ σημ. 73 / MAPh215 29 μὲ σημ. 31 καὶ 31 μὲ σημ. 40). Γιὰ τὴν ἐτυμ. καὶ τὰ ἐτυμ. συγγενῆ τοῦ τοξαλκέτης / -η (-α) βλ. Chantraine11 σ.λλ. τόξον καὶ ἀλέξω (καὶ κατωτ. Ε58 σχόλ. σ.στ. 1). Ἡ τελευταία συλλαβὴ τῆς δοτ. τοξαλκέται ἐδῶ μὲ ἐπικὴ βράχυνση• ὁ στ. εἶναι σπονδειάζων.

3-4. ἀ̣ξ̣ε̣ί̣ν̣ο̣ι̣[ο] | Σκύλλας δίκρουνον σκεῦος̣: Ἀντίπ. 5-6 Σ̣κ̣ύλλαν βορόν, ἅρπ̣α̣γ̣α̣ φ̣ω̣τ̣[ῶν] | καὶ σκαφέων, ἄμφω (Gow – Page3, ἀμφὼ Peek4 καὶ Woodhead) ταῦτα παναργύρεα̣. Περιγράφεται ἔτσι ῥυτὸνσκεῦος ὀνομαζόμενο Σκύλλα (πβ. ἐλέφας κ.τ.τ.: ἀνωτ. σχόλ. σ. στ. 1 σ.λ. χρύσεα ῥυτὰ ...) ἢ προσδιοριζόμενο μὲ τὴ γεν. Σκύλλας, εἴτε γιατὶ ἔχει τὴ μορφή της εἴτε γιατὶ φέρει πλαστικὴ παράσταση μὲ τὴ Σκύλλα μόνη ἢ ἐμφανιζόμενη νὰ ἁρπάζει ἀνθρώπους καὶ σκάφη. Βλ. Peek14 409 κἑ. καὶ Gow – Page3 66 κἑ. (σημ. στὸ χωρίο Ἀντιμ.), μὲ παραπομπὲς καὶ παράλληλα χωρία, κυρίως σὲ ἐπιγραφὲς τῆς Δήλου• πβ. καὶ Αἰσχ. Ἀγαμ. 1233-4 Σκύλλαν τινὰ | οἰκοῦσαν ἐν πέτραισι, ναυτίλων βλάβην καὶ Χοηφ. 613-4 φοινίαν Σκύλλαν (v.l.), | ἅτ' ἐχθρῶν ὕπερ φῶτ' ἀπώλεσεν φίλον, κ.ἄ. (γιὰ τὴ Σκύλλα βλ. καὶ ΕλλΜ7 5.230 κἑ., μὲ παραστάσεις της στὶς σσ. 234-45).– Τὸ ἀξείνοιο στὸ τέλος στίχου ἀπαντᾶ ἀλλοῦ μόνο ὡς κύριο ὄνομα, Ὀρφ. Ἀργ. 199 ἐπὶ πλόον Ἀξείνοιο (πβ. στ. 785 πόντοιο δι' Ἀξείνοιο φέροντα, Πινδ. Πυθ. 4.203 Ἀξείνου στόμα, Ἀπολλων. Ροδ. Ἀργ. 2.984 Πόντον ἐς Ἄξεινον, κ.ἄ., γιὰ τὸν γνωστὸ ἀργότερα ὡς Εὔξεινον Πόντον ἢ ἁπλῶς Εὔξεινον: Ἀνθ. Παλ. 7.510.1-2 ἐν δέ σε πόντῳ, | Κλείσθενες, Εὐξείνῳ μοῖρ' ἔκιχεν θανάτου, 7.613.2 Πόντῳ ἐν Εὐξείνῳ, EGr16 537.4 πάτρα μοι πέλεται ματρόπτολις Εὐξείνοιο |, κ.ἄ.)• σὲ ἄλλη θέση, κατωτ. Ε31.3 ἐπ' Ἀξείνου (ἀξείνου cett.) στόμα πόντου (βλ. σημ. σ.λ.), ἀξείνοιο ... ἀκτῆς Ἀπολλων. Ροδ. Ἀργ. 2.548, ἀξείνοιο δι' οὔρεος Νόνν. Διον. 5.324, κ.τ.τ.– Ἡ φράση δίκρουνον σκεῦος μόνον ἐδῶ, ἀλλοῦ δίκρουνον ῥυτόν (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. χρύσεα ῥυτὰ ...), πβ. δικρούνου ῥοῆς (Γρηγ. Ναζ. Χριστὸς πάσχων 1226), πολυκρούνων στομάτων (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. πολυστόμιον), κ.τ.τ. Ἡ φράση ῥυτὸν δίκρουνον ἔχον ἐλαφίου κεφαλὴν ἀνευρίσκεται σὲ ἐπιγραφὲς τῆς Δήλου (IDél17 1417 Β ΙΙΙ. 5, καὶ 1448 ΙΙΙ), σ' ἄλλες ῥυτὸν δίκρουνον (1403 Ι. 77, 1414 Α Ι. 4, 1432 Ab ΙΙ. 47, 1443 Α ΙΙ. 8), ἐνῶ γιὰ μιὰν οἰνοχόη σημειώνεται χαρακτηριστικὰ ὅτι ταύτης οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ἡ Σκύλλα(161 Β 33, 1443 Α Ι ΙΙΙ, 1450 Α. 78, βλ. Peek14 410 μὲ σημ. 1). Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ παρατήρηση τῶν Gow – Page3 ὅτι "Scylla in Homer (Od. 12.90) has six heads, in art one human head sometimes flanked by two dog's heads (see Roscher 4.1035); the two dogs mouths might be here the two κρουνοί".– Ζωόμορφα ρυτὰ Κυπριακὰ βλ. στὸν Karageorghis, CyM18 σελ. 31 ἀρ. 25 καὶ σελ. 37 ἀρ. 33, τοῦ ἴδιου Ἀρχαία Κυπριακή Τέχνη στο Μουσείο του Ιδρύματος Πιερίδη19[δίγλωσση ἔκδ.: Ἑλληνικά καὶ Ἀγγλικά], Λάρνακα Κύπρος 1985, σελ. 126 ἀρ. 105-7, καὶ ἀνωτ. σσ. 66-67.

4. ὀ̣π̣α̣σ̣σ̣ά̣μ̣ε̣[νον]: στὸ τέλος τοῦ στ. 4, τὸ ἄρθρο της στὴν ἀρχὴ τοῦ στ. 3 τὸν• πβ. EGr16 511c.10 (GrIV20 1943.10) Ἄπτυρι, κλεινὸν ἄγαλμα, καὶ ἐν φθιμένοισι φανείης | ὥσπερ ἐνὶ ζωοῖς κῦδος ὀπασσαμένα καὶ SEG21 7 (1933) 12 ἀρ. 13 (στὸ τέλος τοῦ στ., ὅπως ἐδῶ), κ 59 δὴ τότ' ἐγὼ κήρυκά τ' ὀπασσάμενος καὶ ἑταῖρον, | βῆν εἰς Αἰόλου κλυτὰ δώματα: κατὰ τὸν Ἡσύχ. σ.λ. ὀπασσάμενοςἀκολουθήσας (κ 59) καὶ ὀπαζόμεναιἑπόμεναι. θεραπεύουσαι, κατὰ τοὺς LSJ99 σ.λ. ὀπάζω Ι. "Med., bid another follow one, take with one, take as a companion (μὲ παραπομπὴ καὶ στὸ κ 59). Τὸ ἐδῶ ὀπασσάμενον, ὅμως, δὲν συντάσσεται μὲ αἰτ. τοῦ προσ. (ὀπάζομαί τινα) οὔτε μὲ ἁπλὴ αἰτ. τοῦ πράγμ. (ἀνωτ. κῦδος ὀπασσαμένα, μὲ τὴν ἐνέργεια νὰ ἐπιστρέφει στὸ ὑποκ., πβ. ὅμως Peek25 107 σημ. σ.λ.) ἀλλὰ μὲ αἰτ. τοῦ πράγμ. καὶ δοτ. τοῦ προσ. (δ. σκεῦος / κούρᾳ τοξαλκέτᾳ Λατοῦς, ὅπως κατὰ κανόνα τὸ ἐνεργ. μὲ τὴ σημασία τοῦ "make or give to be with a person, then simply, give, grant": βλ. LSJ99 ΙΙ, μὲ παραδείγματα πολλὰ ἀπὸ τὸν Ὅμηρο καὶ ἄλλους, καὶ Chantraine11 σ.λ. ὀπάων, ὀπάζω, ὀπηδός (ὅπου καὶ ἐτυμ.: ἕπομαι>*ὁπα- >ὀπάζω), πβ. Comm. Od.22 στὸ ω 62 σ.λ. κτῆσιν ὄπασσεν, καὶ Ἡσύχ. σ.λλ. ὀπάσαςχαρισάμενος, ὀπάσσωχαρίσομαι κ.ἄ. Πρὸς τὸ ἐδῶ χωρίο πβ. ψ 214-5 ἄξομαι ἀμφοτέροις ἀλόχους καὶ κτήματ' ὀπάσσω | οἰκία τ' ἐγγὺς ἐμεῖο τετυγμένα.

5. Ῥώμας ναέταις: στὸν Ἀντίπ. (στ. 9) Δάλου δὲ προμάχοισι ... (πβ. Ἀντισθ. στ. 5-6 καὶ 9-10 πρὸς Ἀντιπ. στ. 9-10: βλ. Peek14 καὶ Gow – Page3 στοὺς στ. Ἀντιμ.), στὸν Ἀντισθ. Ε1.5-6 Ρώμας ὑπάτοισι ... | καὶ Δάλου ναέται̣ς (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λλ.), κατωτ. στ. 10 ναέται.

Κέκροπ̣ό̣ς θ̣' [ὁμ]ο̣ῦ̣ ἐ̣κ̣γ̣ε̣[νέταισιν]: Peek25, παραβάλλοντας πρὸς τὸ IG223 II 4008.6 Κέκροπος ἐκγενέτης. Στὸν Ἀντισθ. Ε1.5 καὶ [τ]θίδι Κ[έ]κροπος αἴηι (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λλ.). Πβ. καὶ Εὐρ. Βάκχ. 1155 τοῦ δράκοντος Πενθέος ἐκγενέτα καὶ Ἀνδρ. 128 Λακεδαίμονος ἐγγενέτῃσιν (ἐκγ- v.l., βλ. LSJ99 σ.λ. ἐκγενέτης = ἔκγονος).
Κατὰ τὸν Ἀντισθένη, ὁ Φιλόστρατος ἀφιερώνει τὰς δισσὰς τοῖς δισσοῖς παστάδας (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ.) στοὺς κατοίκους τῆς Ρώμης καὶ στοὺς ἀπογόνους τοῦ Κέκροπα• κατὰ τὸν Ἀντίπατρο, Δάλου προμάχοισι δορισκάπτροις (στῆς Δήλου τοὺς προμάχους ποὺ κρατοῦν τὰ σκῆπτρα ἢ κυβερνοῦν μὲ τὸ δόρυ: γιὰ τὸ ἐδῶ ἅπαξ λεγόμενο δορίσκαπτρος βλ. Peek25 καὶ Gow – Page3 σ.λ.), φράση μὲ τὴν ὁποία ὑπονοοῦνται οἱ Ρωμαῖοι (ποὺ ἀπὸ τὸ 166 π.Χ. ἔχουν οὐσιαστικὰ τὴν ἐπικυριαρχία στὴ Δῆλο), ἀποκλειστικὰ κατὰ τὸν Peek (Peek14 καὶ κυρίως Peek25 σ.λ.) ἢ ὄχι ἀποκλειστικὰ κατὰ τοὺς Gow – Page3 (κυρίως σημ. σ.λ. δορίσκαπτρος, "It is much appropriate to Rome than to Athens at this date, but Athens was in fact the ruling power in Delos and some exaggeration is excusable": ταιριάζει περισσότερο στὴ Ρώμη παρὰ στὴν Ἀθήνα αὐτὴ τὴν ἐποχή, ἀλλὰ ἡ Ἀθήνα ἦταν στὴν πραγματικότητα ἡ κυβερνῶσα δύναμη στὴ Δῆλο καὶ κάποια ὑπερβολὴ εἶναι κατανοητή). Ὄντως, κατὰ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἡ κατάσταση στὴ Δῆλο ἐπιτρέπει διπλὴ θεώρηση: Ἡ Ἀθηναϊκὴ κοινότητα (βλ. Ferguson HAth24 407 κἑ.), ἐκτὸς ἀπὸ μεμονωμένες περιπτώσεις Ἀθηναίων μὲ δίκτυο διασυνδέσεων σὲ ντόπιους καὶ ξένους καὶ οἰκονομικὰ ἰσχυρῶν, παρακμάζει καὶ ἐμφανίζεται ὡς μὴ ἱκανὴ νὰ ἀνταγωνιστῆ τοὺς Ἰταλούς• οἱ τελευταῖοι, ἐνῶ οἱ Ἀθηναῖοι παραμελοῦν ἀκόμα καὶ τὴν ἐγγρα¬φή τους στὰ δημοτολόγια καὶ ἀδυνατοῦν νὰ διατηρήσουν δικό τους κοινόν, ὀργα-νώνονται σὲ εἶδος κοινοῦ μὲ ἐπαγγελματικὲς καὶ λατρευτικὲς συγκεντρώσεις καὶ θεμελιώνουν τὴν οἰκονομικοπολιτική τους ἰσχύ• στὸν τομέα τῆς παιδείας, ὅμως, οἱ Ἀθηναῖοι ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι οἱ πραγματικοὶ κυρίαρχοι. Τὴν κατάσταση αὐτή, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Peek (Peek25 109), ὁ Ἀντισθένης ἐκφράζει πιὸ διπλωματικὰ ἀπὸ τὸν Ἀντίπατρο, ὁ ὁποῖος βλέπει τοὺς οὐσιαστικοὺς κυρίαρχους μόνο (ὀρθότερα ἴσως, κατὰ κύριο λόγο ἀλλ' ὄχι ἀποκλειστικά, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη Gow – Page3). Εἶναι, σὲ τελευταία ἀνάλυση, διαφορετικὴ ἡ ὀπτικὴ γωνία ἀπὸ τὴν ὁποία ἐνατενίζουν καὶ ἐκθέτουν τὰ πράγματα οἱ δύο ποιητές.

6. δισσὰς τοῖς δισσοῖς π̣ασ̣τ̣ά̣δας: δισσὰν παστάδ' εἶναι ἡ ἀντίστοιχη περιγραφὴ στὸν Ἀντίπ. στ. 10. Τὸ ἐπίθ. δισσός, Ἀττ. διττὸς καὶ Ἰων. διξός, στὸν πληθ. συχνὰ σημαίνει ἁπλῶς δύο (βλ. LSJ99 σ.λ. δισσός ΙΙ.). Τὸ οὐσ. παστὰς ἀρχικὰ φαίνεται νὰ σημαίνει τὴ στοά («εἶδος προπυλαίου ἢ προστῴου ἔμπροσθεν τοῦ οἴκου», κατὰ τοὺς Hofmann – Παπαν.10) καὶ τὴν κιονοστοιχία, ἀργότερα χρησιμοποιεῖται γιὰ δωμάτιο στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ σπιτιοῦ, γιὰ νὰ συσχετιστῆ κατὰ τὴν Ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ μὲ τὴ γαμήλια ἱεροτελεστία καὶ νὰ ἀποκτήσει τὴ σημασία τοῦ νυφικοῦ θαλάμου (βλ. Chantraine11 σ.λ., μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία, πβ. LSJ99 σ.λ.). Κατὰ τὸν Ἡσύχ. σ.λ. παστάςστοά. προστάς. παστάδαςνυμφῶνας, καὶ σ.λ. παστάδεςπαστοί, στοαί. καὶ τῶν ἀμπέλων αἱ συστάδες. καὶ τόποι, ἔνθα ἐδείπνουν, ἀπὸ τοῦ πάσ[σ]ασθαι. ἴσως δὲ καὶ οἱ διαγεγραμμένοι οἶκοιπάσαι γὰρ τὸ ποικῖλαι. καὶ ἔτνος ὅμοιον (βλ. παρατηρήσεις σχετικὲς τοῦ Chantraine11 ὅ.π., καὶ ἐτυμ. συσχέτιση μὲ τὸ παρ-ίσταμαι / *παρστάς=παραστάς, πβ. Hofmann – Παπαν.10 "*παρσταδ-, (...) λατ. postis ἀρσ. = στῦλος, παραστάς", κ.λπ.). Ἀπὸ τὰ πάμπολλα σχετικὰ χωρία, βλ. κυρίως Ἡρόδ. 2.148.6 ἐξ αὐλῆς τε ἐς τὰ οἰκήματα διεξιοῦσι καὶ ἐκ τῶν οἰκημάτων ἐς παστάδας, ἐς στέγας τε ἄλλας ἐκ τῶν παστάδων καὶ ἐς αὐλὰς ἄλλας ἐκ τῶν οἰκημάτων καὶ 2.169.5 καὶ γὰρ τὸ τοῦ Ἀμάσιος σῆμα ἑκαστέρω μέν ἐστι τοῦ μεγάρου ἢ τὸ τοῦ Ἀπρίεω καὶ τῶν τούτου προπατόρων, ἔστι μέντοι καὶ τοῦτο ἐν τῇ αὐλῇ τοῦ ἱροῦ (sc. Ἀθηναίης), παστὰς λιθίνη μεγάλη καὶ ἠσκημένη στύλοισί τε φοίνικας τὰ δένδρεα μεμιμημένοισι καὶ τῇ ἄλλῃ δαπάνῃ. ἔσω δὲ ἐν τῇ παστάδι διξὰ θυρώματα ἕστηκε, ἐν δὲ τοῖσι θυρώμασι ἡ θήκη ἐστί• Εὐστάθ. στὸ Ω 238 αἴθουσαι αὐλῆς τειχία. Σικελοὶ δὲ τὴν αἴθουσαν αὔλειον θύραν φασί, Κύπριοι δὲ παστάδα ἀμφίθυρον (πβ. ΑΚΕΠ25 Γα´ 33)• Ἀνθ. Πλαν. (16.) 131.1-4 Τανταλὶς ἅδε ποχ' ἁ δίσσ' ἑπτάκι τέκνα τεκοῦσα | γαστρὶ μιῇ Φοίβῳ θῦμα καὶ Ἀρτέμιδι• | κούρα γὰρ προύπεμψε κόραις φόνον, ἄρσεσι δ' ἄρσην• | δισσοὶ γὰρ δισσὰς ἔκτανον ἑβδομάδας (τὸ ἐπίγραμμα, κατὰ τὸν Peek25 107 σημ. στὸν στ., ἀνήκει στὸν Ἀντίπατρο τὸν Σιδώνιο• ἴσως ὅμως στὸν Θεσσαλονικέα: Auberton στὸ ἐπίγρ., σημ. 1). Τὸ τελευταῖο χωρίο τοῦ Ἀντιπάτρου μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν ὑπόθεση ὅτι ὁ Ἀντισθένης μὲ τὴ δοτ. τοῖς δισσοῖς ὑπονοεῖ τὸν Ἀπόλλωνα καὶ τὴν Ἄρτεμη. Πιὸ πιθανή, ὅμως, ἄν ὄχι βέβαιη, φαίνεται ἡ ὑπόθεση ὅτι ἐδῶ ὑπονοοῦνται οἱ κάτοικοι τῆς Ρώμης καὶ τοῦ Κέκροπα οἱ ἀπόγονοι ποὺ ἀναφέρονται [ὁμ]ο̣ῦ̣ στὸν προηγούμενο στίχο (ἀνάγνωση–συμπλήρωση τοῦ Peek25 εὔστοχη, καὶ ὑπ' αὐτὸ τὸ πρίσμα), γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Φιλόστρατος ἀνεγείρει δισσὰς τοῖς δισσοῖς παστάδας (πβ. Gow – Page3 σημ. στὸν Ἀντίπ. στ. 9 κἑ. [μὲ παράθεση τοῦ ἐδῶ χωρίου]: "They will be colonnades or porticos named by Rome and Athens respectively"). Τί ἀκριβῶς περιγράφει ὁ Ἀντισθένης μὲ τὴ φράση δισσὰς παστάδας καὶ ὁ Ἀντίπατρος μὲ τὸ κίοσιν εὖ δισσὰν παστάδ' ἐρειδομέναν εἶναι ἀδύνατο νὰ καθοριστῆ μὲ βεβαιότητα• πιθανῶς γίνεται ἀναφορὰ σὲ πρωστῶο ναοῦ μὲ διπλὴ σειρὰ κιόνων, ἴσως δὲ σὲ παστάδα ἀμφίθυρον (πβ. ἀνωτ. σχόλ. Εὐσταθ. στὸ Ω 238). Ἂς προσεχθῆ ὅτι ὁ Ἀντίπατρος μὲ τὴν α´ λέξη τοῦ α´ διστίχου δίνει τὸν ἀριθμὸ πέντε γιὰ τὰ ἀφιερώματα τοῦ Φιλόστρατου, ποὺ περιγράφονται στὰ ἑπόμενα τέσσερα δίστιχα τοῦ Ἀντίπατρου καὶ στὰ τρία πρῶτα δίστιχα τοῦ Ἀντισθένη: στὸν Δία ἄγαλμα / πολυστόμιον (1 πανάργυρο σκεῦος), στὴν Ἄρτεμη Σκύλλαν / Σκύλλας δίκρουνον σκεῦος (1 πανάργυρο ρυτό), στὸν Ἀπόλλωνα χρύσεα ῥυτά νεκταρέοιο ... / νάρδων χρύσεα ῥυτὰ δισσά (2 χρυσὰ ρυτά) καὶ στῆς Δήλου τοὺς προμάχους κίοσιν εὖ δισσὰν παστάδ' ἐρειδομέναν/δισσὰς τοῖς δισσοῖς παστάδας. Ἀφαιρώντας τὰ 4 μένει ὁ ἀριθμὸς 1 γιὰ τὸ τελευταῖο, ποὺ σημαίνει ὅτι πρόκειται γιὰ 1 δισσὰν παστάδα μὲ δύο τμήματα ἢ / καὶ ὀρόφους, ὥστε νὰ ἀποκαλεῖ τὸ οἰκοδόμημα ὁ Ἀντισθένης δισσὰς παστάδας, ἀποδίδοντας ἔτσι καὶ τὴν ἐντυπωσιακὴ μεγαλοπρέπεια τοῦ ἀφιερώματος. Ὅπως σημειώνει ὁ F. Durrbach (ChID26 σελ. 212 μὲ σημ. 1) σὲ ἀκρωτηριασμένη ἐπιγραφὴ (BCH27 1907, σελ. 462 σημ. 68) δίνεται ἡ ὀνομασία []ταλικὴ π[αστάς] γιὰ τὴ διώροφη στοὰ στὴν Ἀγορὰ τῶν Ἰταλῶν (βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 8 σ.λ. Ἰταλὸν ἄν τέμενος).

ἀρ̣ά̣[μενον]: εὔστοχη μετρικὰ καὶ ἐννοιολογικά, πιθανῶς καὶ παλαιογραφικά, γραφὴ τοῦ Peek25. Στὸν Ἀντίπ. στ. 9 α̣ὖ̣ ἔφ̣ην̣ας (πιθανῶς ἀ̣ν̣έθ̣ηκ̣ας ἢ [μὲ -ο̣ι̣σ̣ι̣ν̣ ἀντὶ ο̣ι̣<ς>] ἔθ̣ηκ̣ας κατὰ τοὺς Gow – Page3 ad loc., πβ. Ἀντιπ. στ. 1 θήκ[αο δῶρα] καὶ Ἀντισθ. στ. 2 θέντα καὶ στ. 8 θέντο), πβ. ἀρχὴ καὶ τέλος στ. 10 κίοσιν εὖ ... ἐρειδομέναν. Καθὼς βρισκόμαστε στὸ τέλος τοῦ β´ ἡμιεποῦς πεντάμετρου στίχου καὶ ἀπαιτεῖται ἡ προσωδία – | –, ἡ δὲ σύνταξη ὁδηγεῖ σὲ αἰτ. ἑνικ. ἀρσ. γένους μετοχῆς ἀορ. μέσου μὲ ἐνεργ. σημ., δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει ἄλλη πιὸ εὔστοχη γραφὴ ἐδῶ: Τὸ πιθανὸ ἐννοιολογικὰ καὶ λεκτικὰ θηκάμενον (πβ. Ἀντιπ. θήκ[αο] / Ἀντισθ. θέντα καὶ θέντο) ἀποκλείεται τοὐλάχιστο ἀπὸ τὸ μέτρο (καθὼς ἡ προηγούμενη συλλαβὴ καθίσταται μ' αὐτὸ θέσει μακρά). Ὁ τύπος ἀρόμενον τῆς μετ. ἀορ. β´ τοῦ αἴρω (πβ. Πίνδ. Νεμ. 7.59 ἀρομένῳ καὶ Αἰσχ. Εὐμ. 167 ἀρόμενον, Ι 188 κ.ἀ. τὴν ἄρετ' / κῦδος ἀρέσθαι κ.τ.τ.), ποὺ ἁρμόζει ἐδῶ μετρικὰ καὶ δὲν ἀποκλείεται ἐννοιολογικά, δὲν φαίνεται νὰ στηρίζεται παλαιογραφικὰ καὶ δὲν ἀνευρίσκεται σὲ ἐπιγράμματα (ἀρέσθαι ὅμως στὴν Ἀνθ. Παλ. 9.545.5). Πιὸ πρόσφορος ἐδῶ φαίνεται ὁ τύπος ἀράμενον (ἴσως καὶ κατ' ἐπίδραση τοῦ πιθανοῦ ὀπασσ-άμενον τοῦ στ. 4 ἀνωτ.), καθὼς ἡ μετοχὴ ἀπαντᾶ συχνὰ σὲ ἐπιγράμματα στὸ τέλος στίχου: Ἀνθ. Παλ. 7. 268.4 καὶ 504. 6 ἀράμενος, 11.404.4 ἐπαράμενος, σὲ ἄλλη θέση GVI28 265.2 λάεσσι ξεστοῖσιν [ἀει]ράμενο<ς> στιβαροῖσιν καὶ EGr16 818.12 δισσὰ]ς ἐν παλάμαις ἀραμένη δαίδας (πβ. πρὸς τὰ ἐδῶ, λεκτικὰ καὶ θεματολογικά, τὸ ὅλο ἐπίγραμμα). Τὸ ἀράμενον (καὶ ἀρόμενον, σὲ περίπτωση ἐπιλογῆς του) ἐδῶ μὲ τὴ σημ. τοῦ ὕψωσε / ἀνήγειρε ἢ ἔβαλε νὰ ὑψώσουν / ἀνεγείρουν, ὡς μέσο μὲ ἐνεργ. μεταβ. σημ., πβ. Θουκ. 1.90.3 ἕως ἂν τὸ τεῖχος ἱκανὸν ἄρωσιν καὶ 2.75.4 ὁρῶντες τὸ χῶμα αἱρόμενον, ξύλινον τεῖχος ξυνθέντες ... ἐσῳκοδόμουν... / 6 ᾔρετο τὸ τεῖχος μέγα (γιὰ τὸ τελευταῖο χωρίο καὶ τὴ σχετικὴ σημασία βλ. LSJ99 σ.λ. ἀείρω II. 1 καὶ LSK8 σ.λ. αἴρω ΙΙΙ. 1Β).

7. τόνδε: αὐτὸν ἐδῶ, τὸν Φιλόστρατον, ὡς ἀντικ. τοῦ θέντο (στ. 7), μὲ ὑποκ. τὸ ναέται (στ. 10) καὶ μὲ πάμπολλους προσδιορισμοὺς στοὺς στ. 7-12• ἡ δεικτ. ἀντων. (πβ. τὸν στὴν ἀρχὴ τῶν στ. 1, 3, 5) προφανῶς γιατὶ τὸ ἐπίγραμμα εἶναι γραμμένο σὲ βάση ἀγάλματος τοῦ Φιλοστράτου Ἰταλὸν ἂν τέμενος (στὴν ἀρχὴ τοῦ στ. 9) Δᾶλον ἀν' ἱμερτάν (ἀρχὴ στ. 11). Βλ. καὶ ἑπόμ. σχόλια καὶ τὶς σχετικὲς παρατηρήσεις στὴν Εἰσαγωγή.

λαχόντα τοκῆϊ ... οὔ̣νομ̣[α ταὐτὸ]: ἀνάγνωση καὶ συμπλήρωση εὔστοχη τοῦ Peek25, σὲ σύγκριση μὲ παράλληλα χωρία (μὲ τὴ δοτ. τοκῆϊ νὰ ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν ὁριστικὴ ἀντωνυμία ταὐτό): GrIV20 717.2 Ἀρχέπολις γενέτῃ ταὐτὸ λάχον ὄνομα, 1331.3 (EGr16 311.3) υἱὸς Τρύφωνος τοὔνομα τἀτὸν ἔχων• E. Hula – E. Szanto29, SBWien 132(1895) 24.5 τοὔνομα ταὐτὸν ἔχων πατρί (πβ. GVI28 1805.2 τἀτὸ λαχὼν ὄνομα)• R. Herzog29, Schumacher-Festschrift (Mainz 1930, 207 κἑ., 4• πβ. A. Wilhelm, WJh 33 [1941] 44) υἱὸς πατρὶ φίλωι τοὔνομα ταὐτὸν ἔχωἈνθ. Παλ. 6.153.4 γενέτᾳ ταὐτὸ λαχὼν ὄνομα (κ.ἄ., σὲ πεντάμετρο). Πβ. Ἀνθ. Παλ. 9.531 ὅθεν λάχον οὔνομα τοῦτο (β´ ἡμιστίχιο ἑξαμέτρου: οὔνομα τοῦτο στὸ τέλος στίχου, ὅπως ἐδῶ οὔ. ταὐτό) καὶ Ἀνθ. Πλαν. (16.) 349.5 διπλόον οὔνομα τοῦτο, τόπερ λάχε χάλκεος ἥρως (ἑξάμετρο), κ.τ.τ. (οὔνομα τὠυτὸ εἶχε καὶ τὠυτὸ οὔνομα ἔχων + δοτ. ἀντικ. στὸν Ἡρόδ. 3.61.2 καὶ 5.60, τὠυτὸ οὔνομα ... τῷ παιδὶ θέσθαι 6.65.4, κ.τ.τ.), κ.ἄ. Τὰ παράλληλα χωρία δὲν φαίνονται νὰ ὁδηγοῦν σὲ ὑπόθεση διαφορετικῆς συμπλήρωσης ἐδῶ.

Φιλόστρατον: ὁ συχνὰ ἀναφερόμενος σὲ ἐπιγραφὲς τῆς Δήλου (IDél30 1717-24) Φιλόστρατος Φιλοστράτου Ἀσκαλωνίτης (ἀπὸ τὴν Ἀσκάλωνα, γνωστὴ ὡς πόλη τῆς Συρίας ἢ τῆς Παλαιστίνης: βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ.), τραπεζιτεύων ἐν Δήλωι, ποὺ ἀναγορεύεται Νεαπολίτης, προσφέρει πάμπολλα σὲ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους καὶ τιμᾶται ἐπανειλημμένα ἀπὸ Ἕλληνες καὶ Ἰταλούς. Τὴ γενναιοδωρία του μαρτυροῦν, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Peek25 (108), ἀφιερώματά του Ἀπόλλωνι καὶ Ἰταλικοῖς (1717. 1718), Ἀστάρτηι Παλαιστινῆι Οὐρανίαι Ἀφροδίτηι (1719), Ποσειδῶνι Ἀσκαλωνίτηι (1720. 1721), ὅπως καὶ τὰ ἐδῶ μνημονευόμενα ἀπὸ τὸν Ἀντισθένη καὶ τὸν Ἀντίπατρο. Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἐδῶ ἐπιγράμματα σὲ βάση ἀγάλματός του, σώζονται οἱ ἐπιγραφὲς τριῶν ἄλλων ἀγαλμάτων του (μόνου ἢ μὲ τέκνα του), τῶν ὁποίων δωρητὲς ἀναφέρονται: οἱ Ἰταλικοί (Φιλόστρατον ... καὶ τοὺς υἱοὺς ... δικαιοσύνης καὶ φιλαγαθίας ἕνεκεν, 1722), ὁ ἀνεψιός του Διόδοτος Ἀντιπάτρου Ἀσκαλωνίτης (τὸν ἑαυτοῦ θεῖον καὶ τροφέα καὶ σωτῆρα καὶ εὐεργέτην, 1723), οἱ Πόπλιος καὶ Γάϊος καὶ Γναῖος Ἐγνάτιοι Κοΐντου Ρωμαῖοι (Φιλόστρατον Φιλοστράτου Νεαπολίτην ... τὸν ἑαυτῶν εὐεργέτην Ἀπόλλωνι, 1724). Οἱ ἐπιγραφὲς χρονολογοῦνται γενικὰ περὶ τὸ 100 π.Χ., δίνοντας ἄλλη μιὰ χρονολογικὴ βάση γιὰ τὸν Ἀντισθένη τὸν Πάφιο (βλ. καὶ ἀνωτ. Εἰσαγωγή). Περισσότερα (μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία) βλ. κυρίως στοὺς: J. Hatzfeld31, "Les Italiens résidant à Delos (mentionnés dans les Inscriptions de l'île)", BCH 36 (1912) 67• Durrbach, ChID26 σημ. στὴν ἐπιγραφὴ ὑπ' ἀρ. 132 (σσ. 213 κἑ.)• Roussel – Launey, IDél1 σημ. 1717 (κυρίως) - 1724• Peek25 108-9• Gow – Page, GrAHE3 σσ. 65-66 (κυρίως 66).

7-8. Φιλόστρατον (...) Παλαιστίνας ἀστὸν ἀριπρε[πέα]: πβ. Ἀντίπ. στ. 1-2 ἀμφ[ιβόατε] Φ̣ι[λό]σ̣̣̣τ̣̣̣ρ̣̣̣ατε... | ἀστὲ Παλαιστίνα[ς θε]ο̣̣̣ῖ̣̣̣σι φ̣̣̣υ̣̣̣λ̣̣̣ασσομένας (βλ. Peek25 καὶ Gow – Page3 στὸ χωρίο, ὅπου ἔντονος προβληματισμὸς γιὰ τὸ ἀρχικὸ κείμενο τοῦ Ἀντιπάτρου: ὁ Peek5 προτιμᾶ τὸ ἀμφιβόατε Φ. ἀπὸ τὸ ἀμφιβόατα ... δῶρα καὶ διερωτιέται μήπως ὁ χαράκτης ἔγραψε φυλασσομένας ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ φυλασσόμενος, οἱ Gow – Page3 θεωροῦν τὸ ἀμφιβόατε πολὺ λιγότερο πιθανὸ ἀπὸ τὸ ἀμφιβόατα, τὸ φυλασσομένας πολὺ ἀπίθανο κι ἀκόμα πιὸ ἀπίθανο τὸ φυλασσόμενος• ὅμως τὸ Παλαιστίνας θεοῖσι φυλασσομένας ἁρμόζει ἄριστα στὴν πατρίδα τοῦ τιμώμενου Ἀσκαλωνίτη τραπεζίτη, ὅπως δείχνουν τὰ μνημονευόμενα στὶς ἐπιγραφὲς τῆς Δήλου ἀφιερώματα στοὺς θεοὺς τῆς πατρίδας του ποὺ ἀναφέραμε ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Φιλόστρατον, ἐνῶ τὸ ἀμφιβόατε Φιλόστρατε ἐνισχύεται ἀπὸ τὸ Φιλόστρατον ... ἀριπρεπέα καὶ δὲν ἀποκλείεται ἀπὸ τὴ γλώσσα τῶν ἐπιγραμμάτων: βλ. π.χ. Ἀνθ. Παλ. 9.241.2 Ἄμμων δ' ὡμφιβόητος ὄφις ("l'illustre" Auberton, "der gepriesene" Beckby), πβ. ὅμως 9.579.3 ἀμφιβόητα ῥέεθρα Συρακοσίης Ἀρεθούσης καὶ Ἀνθ. Πλαν. 278. 5-6 ἀμφιβόητον ἀκοῦσαι | οὔνομα).

8. Παλαιστίνας ἀστὸν: ἀπὸ πόλη τῆς Παλαιστίνης (Ἀντιπ. 2 ἀστὲ Παλαιστίνας)• πβ. Λιβάν. Λόγ. 44.4 ἐν Παλαιστίνης ἄστεσιν (κατ' ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὸ ἐν Φοινίκων πόλεσι). Ἡ πατρίδα τοῦ Φιλοστράτου Ἀσκάλων εἶναι παραλιακὴ πόλη στὰ νότια τῆς πατρίδας τοῦ Ἀντιπάτρου Σιδῶνος. Ἀνάλογα μὲ τὴ διαμόρφωση τοῦ Χάρτη τῆς περιοχῆς, ἡ Ἀσκάλων θεωρεῖται ὡς πόλη τῆς Συρίας (βλ. χαρακτηριστικὰ Εὐδόξ. Κνιδ. [4ος αἰ. π.Χ.] Ἀστρ. 285.2 Lasserre Ἀσκάλωνπόλις Συρίας πρὸς τῇ Ἰουδαίᾳ ... Τὸ ἐθνικὸν Ἀσκαλωνίτης καὶ Ἀσκαλώνιος, κ.τ.τ.) ἢ τῆς Παλαιστίνης: βλ. π.χ. Ἰωσήπ. [1ος αἰ. μ.Χ.] Ἰουδ. ἀρχ. 6.6.4 κἑ. πέντε τῶν Παλαιστίνων πόλεις ... συνελθόντες ἐκ τῶν [πέντε] πόλεων ἄρχοντες, Γίττης καὶ Ἀκάρων καὶ Ἀσκάλωνος, ἔτι δὲ Γάζης καὶ Ἀζώτου, ἐσκόπουν τί δεῖ ποιεῖν (καὶ 6.96.1 οἱ γὰρ Παλαιστῖνοι καταστρεφόμενοι τοὺς Ἰουδαίους, γιὰ τὴν ἀντιδιαστολὴ τῶν δύο), Θεοδωρήτ. [4/5 αἰ. μ.Χ.] Ἐκκλ. ἱστ. 182.12 Parmentier – Scheidweiler32 ἐν Ἀσκάλωνι μὲν καὶ Γάζῃ (πόλεις δὲ αὗται τῆς Παλαιστίνης), Εὐσεβ. [4ος αἰ. μ.Χ.] Ἐκκλ. ἱστ. 1.7.11 Ἀσκάλωνι πόλει Παλαιστίνης, πβ. Ὠριγ. [2/3 αἰ. μ.Χ., ἀναφερόμενου στὸν ψαλμωδὸ] Ψαλμ.: PG33 12.1421 Ἔθνη λέγει τὰς πέντε σατραπείας τὰς ἐν Παλαιστίνῃ, Γεθθαίους, Ἀζωτίους, Ἀκαρωνίτας, Γαζαίους καὶ Ἀσκαλωνίτας). Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ διατύπωση τοῦ Ἡροδότου, ποὺ μιλώντας γιὰ τῆς Οὐρανίης Ἀφροδίτης τὸ ἱρόν (1.105) ἀναφέρει διαδοχικὰ ὅτι ἐγένοντο ἐν τῇ Παλαιστίνῃ Συρίῃ καὶ ἐγίνοντο τῆς Συρίης ἐν Ἀσκάλωνι πόλι (μὲ ἄλλα λόγια ὅτι ἡ Ἀσκάλων βρίσκεται στὴν Παλαιστινιακὴ Συρία, πβ. Γαλην. [2ος αἰ. μ.Χ.] 12.216.5 Kühn =ΑΚΕΠ Β´25 173.9α ἔς τε Λῆμνον καὶ Κύπρον καὶ τὴν Παλαιστίνην Συρίαν ἐσπούδασα καὶ 12.171.7-8 Kühn = ΑΚΕΠ25 Β´ 173.3α εἴς τε τὴν κοίλην Συρίαν, μόριον οὖσαν τῆς Παλαιστίνης. Κατὰ τὴν ὑπὸ ἐξέταση περίοδο ἡ κατάσταση στὴν περιοχὴ εὔκολα θὰ ἐπέτρεπε στὸν Ἀντισθένη καὶ τὸν Ἀντίπατρο τὸν Σιδώνιο νὰ ἀποκαλοῦν τὸν Ἀσκαλωνίτη Φιλόστρατο ἀστὸν Παλαιστίνης, ἀλλὰ καὶ νὰ γίνεται ἀφιέρωση στὴν Ἀστάρτην Παλαιστινὴν Οὐρανίαν Ἀφροδίτην ἀπὸ τὸν Φιλόστρατο (IDél30 1719): βλ. π.χ. ΙΕΕ34 Ε´ 149 κἑ., κυρίως τοὺς χάρτες στὴ σελ. 161 (γιὰ τὸ 145 π.Χ.) καὶ στὴ σελ. 196 (γιὰ τὸ 90/89 π.Χ.) μὲ τὴν Ἀσκάλωνα στὴν «Ἐπικράτεια Ἰουδαίων»), πβ. Durrbach ChID26 σσ. 96-97 (σημ. στὴν ἐπιγρ. ἀρ. 72 πρὸς τιμὴν τοῦ Ἡλιοδώρου ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια, μὲ πλούσιες ἀναφορὲς στὴν παρουσία Ἀντιοχέων, Τυρίων καὶ Σιδωνίων, Ἀσκαλωνιτῶν κ.ἄ. στὴ Δῆλο καὶ μὲ χρήσιμη βιβλιογραφία).

ἀστὸν: κάτοικο ἄστεως, πόλης• ἐδῶ κατ' ἀντίθεση πρὸς τὸ ξένος ἢ μέτοικος (βλ. LSJ99 σ.λ. ἀστός), πιθανῶς μὲ τὴ σημασία αὐτοῦ ποὺ γεννήθηκε καὶ ἔχει κατοικία στὸ ἄστυ κι ὄχι στοὺς περὶ αὐτὸ ἀγρούς, ὄχι ἀγροῖκος ἀλλὰ γνήσιος ἀστός, εὐπατρίδης (πβ. LSJ99 σ.λ. ἄστυ ΙΙ.1 καὶ ἄγροικος Ι, καὶ Ἡσύχ. σ.λ. ἀγροιῶταιἄγροικοι (φ85). καὶ γένος Ἀθήνησιν, οἳ ἀντιδιεστέλλον(το) πρὸς τοὺς Εὐπατρίδας. ἦν δὲ τὸ τῶν Γεωργῶν. καὶ τρίτον τὸ τῶν Δημιουργῶν), ἴσως καὶ μὲ τὴ σημασία τοῦ πολίτης (ὅπως στὴν Αἴγυπτο, βλ. LSJ99 σ.λ. ἀστὸς καὶ ἄστυ ΙΙ.3, πβ. Ἡσύχ. σ.λ. ἀστόςπολίτης, πολιτικός), μολονότι τὸ ἀστός συχνὰ ἀντιδιαστέλλεται πρὸς τὸ πολίτης (βλ. LSJ99 σ.λ. ἀστός καὶ Chantraine11 σ.λ. ἄστυ). Γιὰ τὴν ἐτυμ. (καὶ τὰ ἐτυμ. συγγενῆ) βλ. Hofmann – Παπαν.10 σ.λ. ἄστυ (:Ϝάστυ, Θεσσ. ϜαστϜός• ἀρχ. Ἰνδ. vάstu οὐδ. = ἕδρα, θέση, τόπος πρᾶγμα: ἐκτετ. βαθμ. vᾱstu = θέση, τόπος, οἰκία• (...)• ρ. *es- = οἰκεῖν, κατοικεῖν, πβ. ἄεσα, ἑστία), πβ. Chantraine11 σ.λ. ἄστυ: ... "des correspondants dans skr. ved. vāstu n. «résidence» (la forme vastu est tardive); p.ê. messap. vastei ... Un rapport avec str. vásati «resider», got. wisan et grec ἄεσα est possible, mais non démonstrable" (βλ. καὶ βιβλιογραφία)• παρετυμ. στὸν Ἡσύχ. σ.λ. ἄστυπόλις. ἀπὸ τοῦ εἰς ὕψος ἀνίστασθαι.

ἀριπρε[πέα]: διακεκριμένο, περιφανῆ, περίλαμπρο, ἐκλαμπρότατο. Ἡ φράση ἀστὸν ἀριπρεπέα μόνον ἐδῶ. Στὸν Ὅμηρο ἄνδρες ἀριπρεπέες (Ι 441, πβ. Ζ 477 παῖδ' ἐμὸν ... ἀριπρεπέα Τρώεσσιν | καὶ ΑΚυΓ131/1β´ 5 Υ1.103 δός με μετὰ Τρώεσσιν ἀριπρεπέ' ἔμμεναι ἄνδρα|), ἀριπρεπέες βασιλῆες | ἀρχοὶ κραίνουσι (θ 390, πβ. τὸ κατωτ. [στ. 12] κραίνων), ἵππον ἀριπρεπέα προὔχοντα | ( Ψ 453), κ.τ.τ. (καὶ ἐπὶ πραγμ., ἄστρα ., ὄρος ἀ. κ.ἄ., βλ. καὶ LSJ99 σ.λ. ἀριπρεπής)• στὴν Ἀνθ. Παλ. 7.697.2 παῖδες ἀριπρεπέες | καὶ 15.30.3 ἀριπρεπέες λόγοι, ἀλλοῦ ἄλλα.

9-12: Τὸ κείμενο εἶναι σοβαρὰ ἀκρωτηριασμένο στὸ τέλος τῶν τεσσάρων τελευταίων στίχων του, ὥστε ἡ ἀνάγνωσή τους νὰ εἶναι ἀδύνατη καὶ ἡ πλήρης συμπλήρωσή τους δύσκολη καὶ ἀβέβαιη. Παρὰ τὶς ἔντονες ὅμως ἀντιρρήσεις τῶν J. καὶ L. Robert (BullÉ6 71[1958] 287-89 ἀρ. 356, βλ. καὶ ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν.), τὰ συμπληρώματα τοῦ Peek25 δὲν εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἄστοχα• τὸ κείμενό του δίνει ἐπαρκὲς νόημα καὶ μπορεῖ νὰ βρίσκεται πολὺ κοντὰ στὸ ἀρχικὸ κείμενο τοῦ Ἀντισθένη. Τὰ ἀναγνώσιμα μέρη τῶν στίχων εἶναι καὶ ἐδῶ, ἔστω καὶ σὲ βαθμὸ μικρότερο ἀπὸ ὅσο στὰ προηγούμενα δίστιχα, καλὸς ὁδηγὸς γιὰ τὴν εὔλογη συμπλήρωση τῶν μὴ ἀναγνώσιμων τμημάτων• λείπει ὅμως ἐδῶ ἡ δυνατότητα σύγκρισης –λεκτικῆς καὶ ἐννοιολογικῆς– πρὸς ἀντίστοιχα χωρία στὸ σχετικὸ ἐπίγραμμα τοῦ Ἀντιπάτρου, γιατὶ ὁ Ἀντισθένης ἀκολουθεῖ στὰ δύο τελευταῖα δίστιχά του τὸν δικό του δρόμο.

9. Ἰταλὸν ἂν τέμενος: στὸ τέμενος τῶν Ἰταλῶν, στὴ γνωστὴ Ἀγορὰ τῶν Ἰταλῶν, στὰ Ἀνατολικὰ τοῦ Λητώου, ἡ ὁποία κτίστηκε στὰ τέλη τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. Ὅπως σημειώνει ἡ Φ. Ζαφειροπούλου35 (Δήλος: τα μνημεία και το Μουσείο, Αθήνα 1984, σελ. 25), ἡ Ἀγορὰ τῶν Ἰταλῶν «Εκτείνεται σε ένα χώρο διαστ. 48×68 μ. Σε κάθε πλευρά του ορθογώνιου που σχηματίζεται από τις διάφορες πλευρικές κατασκευές, υπάρχει κιονοστοιχία, ώστε το σχηματιζόμενο περιστύλιο να αποτελεί ένα μεγάλο υπαίθριο χώρο. Επάνω από την κιονοστοιχία αυτή υπήρχε και δεύτερη με τετράγωνες παραστάδες, ώστε τα δωμάτια του δεύτερου όροφου έβλεπαν σε εξώστη που συνεχιζόταν και στις τέσσερις πλευρές. Στο περιστύλιο ανοίγουν εξέδρες, δηλ. αίθουσες αρκετά ευρύχωρες, των οποίων η πρόσοψη συχνά διαιρείται σε περισσότερα ανοίγματα με κίονες. Στις δύο πλευρές υπήρχαν σειρές καταστημάτων με είσοδο από το δρόμο και στη βορειοανατολική γωνία εγκατάσταση λουτρών» (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 6). Ποιά ἀκριβῶς ἦταν ἡ συμβολὴ τοῦ Φιλόστρατου στὴν οἰκοδόμηση τοῦ τεμένους αὐτοῦ, μόνο νὰ εἰκάσουμε μποροῦμε• ἀναμφίβολα ἦταν σημαντικὴ καὶ γενναιόδωρη, ὅπως δείχνουν οἱ τιμὲς τῶν Ἰταλῶν σ' αὐτόν.

ἂν: ἀνὰ, μὲ ἐπικὴ ἀποκοπὴ πρὸ ὀδοντικοῦ (βλ. LSJ99 σ.λ. ἀνά) ἀλλὰ καὶ σ' ἄλλες περιπτώσεις (πβ. π.χ. Ὁμηρ. ὕμν. ΙΙ. 175 ἅλλοντ' ἂν λειμῶνα καὶ ΑΚυΓ13 1/1β´ 3 F5.5 (στ. 3) ἂν κεφαλαῖσιν ἔθεντο μὲ σχόλ. σ.λ.). Ἡ ἀποκοπὴ τελικοῦ φωνήεντος (κυρίως προθέσεως) πρὸ συμφώνου ἀπαντᾶ καὶ σήμερα στὴν Κυπριακὴ διάλεκτο: ἀνατινάσσω > ἀντινάσσω. ἀντίναμα(ν), ἀντιναχτός / ἀντιτρόχιον > *ἀντρόχιον > ἀντρόσ˘ιν (λιγότερο πιθ. ἡ προέλευση ἀπὸ τὸ ἐντρόχιον) / ἀνασκοπῶ > *ἀνσκοπῶ > ἀσκοπῶ (λιγότερο πιθ. ἡ ἐτυμ. ἀ προσθ. + σκοπῶ) / ἀναβλέπω> *ἀμβλέπω > ἀμπλέπω (ἡ ἐτυμ. ἀπὸ τὸ ἐμβλέπω λιγότερο πιθ., πβ. ὅμως ΕπΕΛΚ36 καὶ ΕΛεΚ37 σ.λλ.), κ.ἄ. Πβ. καὶ κατωτ. Ε51.2 πὰρ τεμένει καὶ Ε44.6 κατθέμενος (μὲ σχόλ.).

τέμενος: τμῆμα γῆς (ἀποτετμημένον καὶ συνήθως περιφραγμένο) ποὺ ἀνήκει σὲ βασιλεῖς ἢ ἄλλους ἄρχοντες (ἤδη ἀπὸ τοὺς Μυκηναϊκοὺς χρόνους: temeno ἀνῆκον σὲ wanaxlāwāgetās• πβ. Ζ 194 κἑ., Ι 576-80, Μ 313 κἑ., Σ 550 κἑ., Υ 184 κἑ., Ι 293 κ.ἀ.) ἢ εἶναι ἀφιερωμένο σὲ θεό (ἤδη στὸν Ὅμηρο, Β 48 κ.ἀ., μὲ τὸν λογότυπο τέμενος βωμός τε θυήεις χαρακτηριστικό, βλ. καὶ ΑΚυΓ13 1/1β´ 5 Υ1.59 ~ θ363 ἐς Πάφον, ἔνθα δέ οἱ (sc. Ἀφροδίτῃ) τέμενος βωμός τε θυήεις• ἀργότερα κατὰ κανόνα ἔτσι, ὅπως π.χ. Ἀνθ. Παλ. 6.79.2 γιὰ τὸν Πάνα, 9.155.5 θεῶν τεμένη, 9.133.2 τέμενος Κύπριδος Εἰναλίας, κ.τ.τ.). Βλ. μεταξὺ πολλῶν ἄλλων: Comp. H.38 455 κἑ.• Burkert, ΑρΕΘ39 125 κἑ. καὶ 196 κἑ. (ὅπου ἀναφορὰ στὴ Δῆλο) μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία• H. van Effenterre40, "Temenos", REG 80 (1967) 17-26• Comm. Il. στὸ Ι41 578, Μ41 313, Ξ42 122-5, κυρίως Σ43 550-1 μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία, καὶ Comm. Od.44 στὸ ζ 293 σ.λ. τέμενος. Βλ. ἐπίσης LSJ99 σ.λ. τέμενος (ὅπου κι ἄλλες παραπομπὲς σὲ μεταγεν. συγγραφεῖς) καὶ Chantraine11 σ.λ. τέμνω (ὅπου καὶ ἐτυμ. παρατηρήσεις καὶ βιβλιογραφία)• πβ. Ἀπολλών. Σοφ. σ.λ. τέμενοςπᾶς ἀποτετμημένος εἰς τιμὴν τόπος καὶ Ἡσύχ. σ.λ. τέμενοςπᾶς ὁ μεμερισμένος τόπος εἰς τιμήν, ἢ ἱερὸν καὶ βωμός, ἢ ἀπονεμηθὲν θεῷ ἢ βασιλεῖ. Βλ. τέλος κατωτ. Ε13.2 καὶ Ε51.2 (μὲ σημ.).

τέκνωι [Φ]ιλαδ[έλφωι ἁμαρτῆι]: μὲ τὸν γιό του τὸν Φιλάδελφο μαζί (ἀπὸ κοινοῦ ἢ ταυτόχρονα). Τὸ ἁμαρτῆι (ἢ - ἢ -ή) καὶ ὁμαρτῆι (ἢ -) μπορεῖ νὰ συνταχθῆ μὲ δοτ. προσώπου ὅπως τὰ ἅμα, ἁμαρτέω, ὁμαρτέω• βλ. LSJ99 σ.λλ. ἅμα Β.2 καὶ ὁμαρτέω καὶ Chantraine11 σ.λ. ἀμαρεῖν (μὲ ἐτυμ., πβ. Comm. Od.22 Φ 188 ὁμαρτήσαντες) καὶ Ἡσύχ. σ.λ. ἁμαρτῆἅμα, κατ' ἐπακολούθησιν, ὡς Ὅμηρος, σ.λλ. ἁμαρτεῖνἀκολουθεῖν (...) καὶ ἁμαρτήσαντεςσυντυχόντες, ὁμοῦ γενόμενοι. ἢ ὁμοῦ προέμενοι, ὅ ἐστι ἐκπέμψαντες, καὶ σ.λ. ὁμαρτεῖνσυντυχεῖν (...). Ἡ ἐδῶ ἔκφραση μπορεῖ νὰ σημαίνει ἢ ὅτι ἀπὸ κοινοῦ ἔστησαν ἕνα ἄγαλμα τοῦ Φιλοστράτου ὁ γιός του (ποὺ πιθανὸν ἀνέλαβε τὴ σχετικὴ δαπάνη) καὶ οἱ τὰς ὑπάτας ναέται (στ. 10, βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ.) ἢ μᾶλλον ὅτι ταυτόχρονα ὁ γιός του Φιλάδελφος στήνει ἕνα ἄλλο ἄγαλμα τοῦ Φιλόστρατου (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.λ.)• πιὸ πιθανὴ ὅμως φαίνεται ἡ πιθανότητα νὰ δηλώνεται ἐδῶ ὅτι αὐτοὶ ποὺ στήνουν τὸ ἄγαλμα τοῦ Φιλοστράτου στήνουν ταυτόχρονα ἄγαλμα τοῦ γιοῦ τοῦ Φιλαδέλ¬φου τιμητικά (βλ. J. καὶ L. Robert6 ὅ.π. σελ. 288, καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Φιλόστρατον).

10. τᾶς ὑπάτας ναέται: Peek14, Robert6 ὅ.π. (τὰς ὑπάτας Roussel – Launey1), ἀλλὰ τᾶς Ὑπάτας v. Peek25, SEG21 17, Gow – Page3 (σημ. στὸ ἐπίγρ. Ἀντιπ. σελ. 66). Οἱ Gow – Page3 ὑποθέτουν ὅτι πρόκειται ὄχι γιὰ τὴ γνωστὴ Ὑπάτη (ἢ στὸν πληθ. οὐδ. Ὕπατα) πόλη τοῦ Μαλιακοῦ κόλπου (βλ. RE45 καὶ TGrL46 σ.λ.), ἡ ὁποία δύσκολα θὰ μποροῦσε νὰ καλέσει ὡς διαιτητὴ σὲ ἐσωτερικές της ὑποθέσεις ἕναν Παλαιστίνιον τραπεζιτεύοντα ἐν Δήλῳ, ἀλλὰ γιὰ μιὰ τοποθεσία τῆς Δήλου ἄγνωστη ἀπὸ ἀλλοῦ• ἡ ὑπόθεση αὐτὴ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει δεκτὴ μόνο ἂν συνδυαστῆ μὲ πρόσθετη ὑπόθεση ὅτι σ' αὐτὴν εἶχαν συγκεντρωθῆ οἱ –ἢ πολλοὶ– Ἰταλοὶ τῆς Δήλου. Πιὸ πιθανὸ ὅμως φαίνεται ὅτι ἐδῶ ὑπονοοῦνται οἱ κάτοικοι τῆς ὕπατης δύναμης τῆς ἐποχῆς, τῆς Ρώμης, κατ' ἀντιστοιχία πρὸς τὸ Ῥώμας ναέταις (στ. 5, πβ. Ἀντισθ. Ε1.5-6 Ῥώμας ὑπάτοισι ... καὶ Δάλου ναέταις): οἱ Ἰταλικοὶ τῆς Δήλου (IDél30 1722, πβ. 1717-18) ἀντιπροσφέρουν ἄγαλμα τοῦ Φιλόστρατου Ἰταλὸν ἂν τέμενος (ἀνωτ. στ. 9). Περισσότερα βλ. στοὺς J. καὶ L. Robert6 ὅ.π. 288-89. Ἂς προστεθῆ ὅτι ὁ Ἀντισθένης δύσκολα θὰ ἐπαναλάμβανε ἐδῶ τὸ Ῥώμας ναέται, ὄχι μόνο γιὰ λόγους μετρικοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἀποφύγει μιὰ περιττὴ ἐπανάληψη, τονίζοντας ταυτόχρονα τῆς Ρώμης τὴν ὕπατη δύναμη (ἴσως συνειρμικὰ πρὸς τὸ Ῥώμας ὑπάτοισι ... καὶ Δάλου ναέταις τοῦ ἄλλου δικοῦ του ἐπιγράμματος)• κι ὅτι τὸ ὕπατος χρησιμοποιεῖται ὡς ἐπίθ. τοῦ Διός (Ὕπατος), τοῦ Ἀπόλλωνα καὶ τοῦ Ἀσκληπιοῦ (Ὑπαταῖος), τῆς Ἀθηνᾶς (Ὑπάτη) (βλ. RE45 σ.λ.), θεῶν γενικά (πβ. Σοφ. Ἀντ. 337-8 θεῶν τε τὰν ὑπερτάταν, Γᾶν ἄφθιτον, κ.τ.τ.), πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν ἀποκλείεται καὶ ἡ δυνατότητα τὸ ἐδῶ ὑπάτας νὰ προσδιορίζει τὸν ναὸ τῆς Ἄρτεμης ἢ τῆς Λητοῦς: κοντὰ στὸ ἄδυτο (τοῦ ναοῦ) τῆς θεᾶς τῆς ὑπέρτατης, ὡς ἐπιρρ. προσδ. τοῦ τόπου στὸ θέντο ... ναέται ..., μὲ πιὸ πιθανὴ τὴν ἀναφορὰ στὸ Λητῷον, στὰ ἀνατολικὰ τοῦ ὁποίου καὶ σὲ ἐπαφὴ μ' αὐτὸ (βλ. Φ. Ζαφειροπούλου35, ὅ.π.) βρίσκεται τὸ Ἰταλὸν τέμενος, παρὰ στὸ πιὸ μακρυὰ εὑρισκόμενο Ἀρτεμίσιον (μὲ λιγότερο πιθανὴ τὴν περίπτωση νὰ γίνεται λόγος γιὰ γειτονιὰ τῶν Ἰταλῶν τῆς Δήλου κοντὰ στὸ Ἀρτεμίσιο). Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ ἀναφορὰ γίνεται στοὺς Ἰταλικοὺς τῆς Δήλου κατὰ πᾶσαν πιθανότητα.

πίονος ἄ[γχ' ἀδύτου]: κοντὰ στὸ λαμπρὸ ἢ πλούσιο κ.τ.τ. ἄδυτο (τῆς Λητοῦς ἢ τῆς Ἄρτεμης, ἴσως καὶ τοῦ Ἀπόλλωνα: ἂν τὸ τᾶς ὑπάτας ἀποσυνδεθῆ ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ στίχου καὶ συνταχθῆ μόνο μὲ τὸ ναέται). Μόνον ἐδῶ ὁ σχηματισμός. Στὸν Ὅμηρο πίονος ἐξ ἀδύτοιο στὸ τέλος ἑξάμετρου στίχου (Ε512, βλ. Peek25 107 στὸν στ., μὲ παραπομπὴ καὶ στὸ IG47 XIV 1389 II. 4: EGr16 1046b.4[62] πείονα ... χῶρον), στοὺς ἐλεγειακοὺς ποιητὲς στὸ τέλος πεντάμετρου, ὅπως ἐδῶ, πίονος ἐξ ἀδύτου (Θέογν. 808, καὶ Τυρτ. 4.2 διαφ. γραφὴ Διοδ. Σικ. καὶ Κωνστ. Πορφ.: βλ. West IEG48 στὸ χωρίο), κ.τ.τ. (Σόλ. 13.23 κατὰ πίονα γαῖαν καὶ 34.8 πιεί[ρ]ης χθονός, Τυρτ. 5.7 πίονα ἔργα καὶ 10.3 πίονας ἀγρούς, κ.ἄ.). Πβ. Ὁμηρ. ὕμν. ΙΙΙ (Εἰς Ἀπόλλ.). 523 δεῖξε δ' ἄγων ἄδυτον ζάθεον καὶ πίονα νηόν (52 κ.ἀ. πίονα νηόν) καὶ 253~293 ἐνὶ πίονι νηῷ (πίων νηός κ.τ.τ. συχνὰ στὸν Ὅμηρο κ.ἀ.), καὶ γιὰ τὸ ἐτυμ. παίγνιο 443 ἐς δ' ἄδυτον κατέδυσε διὰ τριπόδων ἐριτίμων. Γιὰ τὴν ἐτυμ. βλ. καὶ ΑΚυΓ13 1/1β´ 5 Υ1 (V) σχόλ. σ.στ. 30 σ.λ. πῖαρ καὶ Chantraine11 σ.λ. πῖαρ, πβ. Εὐστάθ. στὸ Ε512 πῖον δὲ ἄδυτον ἄλλον τρόπον ἤπερ τὸ πίον ζῷοντοῦτο μὲν γὰρ πιαίνειν ἔχει βωμὸν καὶ ἄδυτα, ἐκεῖνα δὲ πιαίνεται.

ἄ[γχ': ἄγχι (καὶ ἀγχοῦ, ἀπὸ τὸ ἄγχω: πιέζω στενά, σφίγγω, πνίγω, ἀπαγχονίζω, Λατ. ango κ.λπ.), συχνὸ ἤδη στὸν Ὅμηρο, κατὰ κανόνα μὲ γενική (βλ. LSJ99 / LSK8 καὶ Chantraine11 σ.λλ. ἄγχι καὶ ἄγχω), χρησιμοποιούμενο ὡς α´ συνθ. μιᾶς σειρᾶς λέξεων εὔχρηστων (ἀγχί-αλος, ἀγχί-θεος, ἀγχί-νους καὶ ἀγχίνοια, ἀγχιστεὺς καὶ ἀγχιστεύω καὶ ἀγχιστεία, ἀγχί-στροφος κ.λπ.). Γιὰ τὰ ἐδῶ πβ. ζ291 ἀγλαὸν ἄλσος Ἀθήνης ἄγχι κελεύθου, Ἀνθ. Παλ. 7.185.1 ἄγχι Ῥώμης, κ.τ.τ.

11. Δᾶλον ἀν' ἱμερτὰν: στὴ Δῆλο τὴν ποθητή, τὴν ἐπέραστη, τὴν ἐράσμια (ἀπὸ τὸ ἵμερος > ἱμείρω, -ομαι> ἱμερτός, ἱμερόεις κ.λπ., βλ. καὶ ΑΚυΓ13 1/1β´ 5 Υ1 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. ἵμερον, ὅπου καὶ ἐτυμ. παρατηρήσεις, καὶ σ.στ. 141 σ.λ. γάμον ἱμερόεντα, 5 Υ2 σχόλ. σ.στ. 13 σ.λ. χορὸν ἱμερόεντα, 5 Υ3 σχόλ. σ.στ. 5 σ.λ. ἱμερόεσσαν ἀοιδήν, πβ. Chantraine11 σ.λ. ἵμερος, κ.ἄ.). Νέος σχηματισμὸς ἐδῶ, πβ. ἀνωτ. Ε1.7 πατρὶς ἐραννά. Μὲ ὀνόματα τόπων ἀπαντᾶ καὶ ἀλλοῦ: Β 751 ἀμφ' ἱμερτὸν Τιταρήσιον, Ἀρχίλ. 166.3 W. ἱμ]ερτὴ Πάρ[ος, Μίμν. 9.2 ἱμερτὴν Ἀσίην, Σόλ. 1.1 ἀφ' ἱμερτῆς Σαλαμῖνος (πβ. 3.1-2), πβ. Τυρτ. 4.4 (ἴσως καὶ 21.15) Σπάρτης ἱμερόεσσα πόλις καὶ Ὁμηρ. ὕμν. ΙΙΙ (Εἰς Ἀπόλλ.). 179-80 ὦ ἄνα, καὶ Λυκίην καὶ Μῃονίην ἐρατεινὴν | καὶ Μίλητον ἔχεις ἔναλον πόλιν ἱμερόεσσαν. Σὲ ἐπιγράμματα, ὅπως καὶ ἀλλοῦ, τόσον ἐπὶ πραγμάτων (Ἀνθ. 6.277.4 ἱμερτοῦ ...πλοκάμου, 6.278.2 ἱμερτᾶς τοῦτο γέρας [πβ. καὶ ἐδῶ ἑπόμ.] κεφαλᾶς, κ.τ.τ.) ὅσον καὶ ἐπὶ προσώπων (9.669.12 ἱμερτῶν ... Χαρίτων, 12.256.10 ἱμερτοὺς Ἀρέτου κλῶνας, 16.66.1 ἱμερτὴν Φιδάλειαν καὶ 67.3 ἱμερτὴ Φιδάλεια).

Φοίβωι γέ̣[ρ]α[ς: βλ. Ἀνθ. Παλ. 6.198.3 Φοίβῳ θῆκε Λύκων πρῶτον (πβ. κατωτ. στ. 12 πρᾶτον) γέρας (πβ. καὶ Σοῦδ. σ.λ. ἴουλος) καὶ 6.278.1-2 παῖς Ἀσκληπιάδεω καλῷ καλὸν εἵσατο Φοίβῳ | Γόργος ἀφ' ἱμερτᾶς (πβ. καὶ προηγ. λ.) τοῦτο γέρας κεφαλᾶς. Πβ. (καὶ γιὰ τὴ συνέχεια τοῦ ἐδῶ στ.) η 10 Ἀλκινόῳ δ' αὐτὴν γέρας ἔξελον, οὕνεκα πᾶσι | Φαιήκεσσιν ἄνασσε (σὲ χωρίο ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον: βλ. ἀνωτ. Ε1 σχόλ. σ.στ. 11 σ.λ. ὁ Φαιάκων ...). Ἡ δοτ. Φοίβωι ἀπαντᾶ καὶ στὸν στ. 1 (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ.). Γιὰ τὴ λέξη γέρας (προνόμιο ἢ δῶρο τιμητικό, τιμὴ ἢ χάρισμα) βλ. ΑΚυΓ13 1/1β´ 7 F3 σχόλ. σ.στ. 13 σ.λ. γεραίρει, πβ. Chantraine11 σ.λ. γέρας, καὶ Ἡσύχ. σ.λλ. γέραϊτιμῇ καὶ γέραατιμαί, πβ. σ.λλ. γεραίρειτέρπει. τιμᾷ καὶ γεραίρειν· τιμᾶν. σέβειν (κ.τ.τ.). Ἀντίστοιχα στὸ ἐδῶ γέρας εἶναι τὰ προσφερόμενα στὸν Ἀπόλλωνα χρύσεα ῥυτὰ τοῦ στ. 1• κλείνει, ἔτσι, τὸ ἐπίγραμμά του ὁ Ἀντισθένης μὲ τιμητικὴ ἀναφορὰ στὸν Ἀπόλλωνα, ὅπως τὸ ἄρχισε.

12. κραίνων εὐδικίας: δικαιοπραγώντας, ἐκδίδοντας ἀλλὰ καὶ ἐφαρμόζοντας δίκαιες ἀποφάσεις, ἐπιτελώντας τὰ δίκαια, κ.τ.τ.: τὸ κραίνω (κραιαίνω καὶ κρᾱαίνω ἐπίσης) ἐδῶ μὲ αἰτ., κανονικά, μὲ τὴ σημ. τοῦ ἐκτελῶ, ἐπιτελῶ ("accomplish, fulfil" κατὰ τοὺς LSJ99 σ.λ. κραίνω Ι. 1, "achever, réaliser ... Le sens du verbe s'explique par la notion de «mettre la tête, le terme sur», cf. gr. καρᾱνοῦν et bien entendu français achever" κατὰ τὸν Chantraine11 σ.λ. κραιαίνω, ὅπου ἐτυμ. καὶ ὁμόρριζα), ἐνῶ μὲ γεν. ἤδη στὸν Ὅμηρο ἀλλὰ κυρίως μεταγεν. σημαίνει κυβερνῶ, βασιλεύω (πβ. Ἡσύχ. σ.λ. κραίνουσιπληροῦσι, παρέχουσι. τιμῶσι. βασιλεύουσιν καὶ σ.λλ. κραίνων καὶ κραίνειν• πβ. ἐπίσης [μὲ αἰτ.] CEG249 877.3 [ὃς Βαβυλῶ]να ἱερὰν κραῖνεν χθόνα, μὲ συμφραζόμενα)• ἡ εὐδικία (κατὰ τὸν Ἡσύχ. εὐδικίαςδικαιοπραγίας. δικαιοσύνας) ἤδη στὸν Ὅμηρο τ 111, σ' ἕνα ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον χωρίο: ... βασιλῆος ἀμύμονος, ὅς τε θεουδὴς | ἀνδράσιν ἐν πολλοῖσι καὶ ἰφθίμοισιν ἀνάσσων | εὐδικίας ἀνέχῃσι ..., βλ. καὶ σχόλ. Εὐσταθ. στὸ χωρίο), συχνὰ ἀργότερα, καὶ σὲ ἐπιγράμματα (βλ. Peek25 σημ. στὸν στ.), κυρίως: EGr16 914 Φωσφόριον Μεγαρῆες Ἀριστονόοιο καμόντες | εἰκόνα λαινέην στῆσαν ἐπ' εὐδικίαις, | οὕνεκα πυργώσας πόλιας κρατεραλγέα θοῦρον | τεῦξεν ἀτάρβητον δήιον ἐνναέταις, 915(b).1 κἑ. ἀρχὸν ὁρᾷς Θεόδωρον, ὃς εὐδικίῃς ἀγανῇσι | σῶσε Πανελλήνων σώματα καὶ πόλιας• | τοὔνεκά μιν κατὰ ἄστυ Θεμιστοκλέης ἀνέθηκε ..., πβ. 969.1 ἐπ' εὐδικίῃ, κ.ἄ. Ἡ φράση κραίνων εὐδικίας μόνον ἐδῶ• πβ. ὅμως Αἰσχ. Χοηφ. 462 Ἄρης Ἄρει ξυμβαλεῖ, Δίκαι Δίκα. | ἰώ, θεοί, κραίνετ' ἐνδίκως <λιτάς>, Εὐρ. Ἡρακλεῖδ. 143 δίκαιοι δ' ἐσμὲν οἰκοῦντες πόλιν | αὐτοὶ καθ' αὑτῶν κυρίους κραίνειν δίκας, Ὀρφ. Ἀργ. 1296-7 Φαίηκεςτοῖσιν δ' ἄρ' ἐφημοσύναισι θέμιστας | Ἀλκίνοος κραίνεσκε δικαιότατος βασιλήων, κ.τ.τ. Ὀρθά, νομίζουμε, σημειώνουν οἱ J. καὶ L. Robert6 (ὅ.π. 289), ὅτι ἡ δίκαιη διαιτησία τοῦ Φιλόστρατου ἔχει σχέση μὲ τοὺς Ἰταλικοὺς τῆς Δήλου• ἂς μὴ λησμονεῖται ὅτι στὰ τέλη τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. ἀνοικοδομεῖται τὸ Ἰταλὸν τέμενος στὸ ἱερὸ νησί (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.λ.), ἐνῶ παράλληλα συντελεῖται ἡ μετάβαση ἀπὸ τὴν Ἀθηναϊκὴ στὴ Ρωμαϊκὴ ἐπικυριαρχία, ὄχι βέβαια χωρὶς ἀντιδικίες καὶ ἔριδες γιὰ τὸν ἔλεγχο ζωτικοῦ λατρευτικοῦ καὶ ἐμπορικοῦ χώρου καὶ ἄλλα ἐπιμέρους ζητήματα.

ἔ̣[παυσε πόλιν]: εὔλογη, ἂν καὶ ἀβέβαιη, ἀνάγνωση καὶ συμπλήρωση Peek25. Τὸ ρῆμα εἶναι ἀπαραίτητο, ὅπως δηλώνει ἡ συνημμένη ὀνομ. κραίνων (ἐνῶ ἀνωτ. θέντο), κατὰ πᾶσαν πιθανότητα σὲ δευτερεύουσα αἰτιολ. πρότ. ὡς ἀναγκ. αἴτιο στὸ τόνδε ... θέντο, ὁπότε τὸ οὕνεκα (ἢ τοὔνεκα, βλ. παράλληλα χωρία στὸ προηγ. λῆμμα) προβάλλει ὡς ἀπαραίτητο καὶ πιθανὸ συμπλήρωμα στὸν προηγούμενο στ., μαζὶ μὲ τὴ γεν. νείκους, ποὺ εἰσηγεῖται ἡ ἐνδεδειγμένη ἐδῶ σύνταξη τοῦ παύω (τινά τινοςτινὰ ἔκ τινος, βλ. LSJ99 σ.λ. παύω Ι.2, πβ. Ι.1). Γιὰ τὸ ὅλο ἐδῶ χωρίο πβ. GEG249 891.1 κἑ. (μὲ κείμενο δυστυχῶς ἀκρωτηριασμένο) μὲ τὴ φράση παύσαντες νείκη στὴν ἀρχὴ τοῦ στ. 4 (καὶ [ο]ἵδε τὸν εὐνομίας 1, δι]καιοσύνην 2, α̣̣̣δικαια 3, κ.λπ.), καὶ Ἀνθ. Πλαν. (16.) 320.1 Νεῖκος ... κατέπαυσε πολήων (ἀρχὴ καὶ τέλος στ. ἑξάμετρου)• πβ. ἐπίσης ω 543 ἴσχεο, παῦε δὲ νεῖκος καὶ Ἡσ. Θεογ. 84 κἑ. οἱ δέ τε λαοὶ | πάντες εἰς αὐτὸν ὁρῶσι διακρίνοντα θέμιστας | ἰθείῃσι δίκῃσινὁ δ' ἀσφαλέως ἀγορεύων αἶψά τε καὶ μέγα νεῖκος ἐπισταμένως κατέπαυσεν. | τοὔνεκα γὰρ βασιλῆες ἐχέφρονες, οὕνεκα λαοῖς | βλαπτομένοις ἀγορῆφι μετάτροπα ἔργα τελεῦσι (χωρίο συχνὰ σχολιαζόμενο ἀπὸ ἀρχαίους καὶ νεώτερους, βλ. καὶ West Theog50. 85-88 σ.λλ. διακρίνοντα θέμιστας | ἰθείῃσι δίκῃσιν, μέγα νεῖκος, τοὔνεκα - οὕνεκα), καὶ ἄλλα παρόμοια.

13. Ἀντισθένους Παφίου με[λοποιοῦ]: ἡ συμπλήρωση ἀπὸ τὸν Peek25. Πβ. ἀνωτ. Ε1.13 (μὲ σχόλ. σ.λ.). Τὸ μελοποιὸς συχνὰ σὲ ἐπιγράμματα, βλ. π.χ. Ἀνθ. Παλ. 7. 215 κ.ἀ. Ἀνύτης μελοποιοῦ, 7.414 Νοσσίδος τῆς μελοποιοῦ, πβ. ΕpΑΡ51 (Cougny) 3.73.17 κἑ. Κεῖος ἐὼν γενεῇ, μελοποιός, | ... Βακχυλίδης, κ.ἄ.

  1. Roussel, P. & Launey P. (1937), Inscriptions de Délos: Dédicaces postérieurs à 166 av. J.-C. (nos 2220-2528), textes divers, listes et catalogues, fragments divers postérieurs à 166 av. J.-C. (nos 2529-2859), Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  2. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .
  3. Gow, A. S. F. (1965), The Greek Anthology: Hellenistic Epigrams., Vols. I-II, Cambridge .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑ r↑ s↑ t↑
  4. Peek, W. (1941), Delische Weihepigramme (2. Antipatros von Paphos), Hermes 76: 408-416.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  5. Peek, W. (1957), Antipater von Sidon und Antisthenes von Paphos, Philologus 101: 101-113.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑ r↑ s↑ t↑ u↑ v↑ w↑ x↑ y↑ z↑
  6. Robert, J. & Robert L. (1958), Bulletin épigraphique, Vol. 71, a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  7. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .a↑ b↑ c↑
  8. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑
  9. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑ r↑ s↑
  10. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .a↑ b↑ c↑ d↑
  11. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑
  12. Frisk, H. (1960-1972), Griechisches etymologisches Wörterbuch, Vols. I-III, Heidelberg.
  13. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  14. Bruchmann, C. F. (1893), Epitheta deorum quae apud poetas Graecos leguntur, Leipsig.
  15. Βοσκοῦ, Ἀ. Ἰ. (1974), Μελέαγρος – Ἀχιλλεὺς καὶ Φοῖνιξ: Συμβολὴ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ἑνότητος τῆς Ἰλιάδος, Σειρὰ ἐπιστημονικῶν διατριβῶν, 1 Λευκωσία.a↑ b↑
  16. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  17. Dürrbach, F. & Roussel P. (1935), Inscriptions de Délos: Actes des Fonctionnaires Athéniens préposés à l'administration des sanctuaires après 166 a. J.-C. (nos 1400-1479), Fragments d' actes divers (nos 1480-1496), Paris.
  18. Karageorghis, V. (1989), The Cyprus Museum, Nicosia, Nicosia-Cyprus.
  19. Καραγιώργης, Β. (1985), Ἀρχαία Κυπριακή Τέχνη στο Μουσείο του Ιδρύματος Πιερίδη , Λάρνακα, Κύπρος.
  20. Friedländer, P. & Hoffleit H. B. (1948), Epigrammata: Greek Inscriptions in Verse (from the Beginnings to the Persian Wars), Berkley and Los Angeles.a↑ b↑
  21. Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden.a↑ b↑
  22. Russo, J., Fernandez-Gatiani M. & Heubeck A. (1992), A Commentary on Homer's Odyssey, Vol. III: Books xvii-xxiv, Cambridge.a↑ b↑
  23. Hiller, F (ed.) (1924), Inscriptiones Atticae Euclidis anno anteriores, Vol. I, Berlin.
  24. Ferguson, W. S. (1911), Hellenistic Athens: An Historical Essay, London.
  25. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  26. Dürrbach, F. (1921), Choix d'Inscriptions de Délos (avec traduction et commentaire), tom. 1, Paris.a↑ b↑ c↑
  27. Roussel, P. (1907), Fouilles de Délos, exécutées aux frais de M. le Duc de Loubat (1904). Inscriptions (suite) , BCH 31: 421-470.
  28. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑
  29. Herzog, R. (1930), Schumacher-Festschrift, Mainz.a↑ b↑
  30. Roussel, P. & Launey P. (1937), Inscriptions de Délos: Décrets postérieurs à 166 av. J.-C. (nos 1497-1524), Dédicaces postérieures à 166 av. J.-C. (nos 1525-2219), Paris.a↑ b↑ c↑
  31. Hatzfeld, J. (1912), Les Italiens résident à Délos (mentionnés dans les Inscriptions), BCH 36: 5-218.
  32. Parmentier, L. & Scheidweiler F. (1954), Kirchengeschichte, Berlin.
  33. Migne, J P. (1857-1866), Patrologiae cursus completus. Series Graeca, Paris .
  34. (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι.
  35. Ζαφειροπολου, Φ. (1984), Δήλος: τα μνημεία και το Μουσείο , Αθήνα.a↑ b↑
  36. Γιαγκουλλής, Κ. Γ. (1992), Επίτομο ετυμολογικό και ερμηνευτικό λεξικό της κυπριακής διαλέκτου, Λευκωσία.
  37. Χατζηϊωάννου, Κ. (1996), Ἐτυμολογικὸ Λεξικὸ τῆς ὁμιλουμένης Κυπριακῆς Διαλέκτου: Ἱστορία, Ἑρμηνεία καὶ Φωνητικὴ τῶν λέξεων, μὲ Τοπωνυμικὸ παράρτημα, Λευκωσία.
  38. Wace, A. J. B. & Stubbings F. H. (1962/1974), A Companion to Homer, London .
  39. Burkert, W. (1993), Ἀρχαία Ἑλληνική Θρησκεία: Ἀρχαϊκή καί Κλασσική Ἐποχή, μτφρ. Μπεζαντάκος, Ν Π. και Αβαγιανού, Α Ἀθήνα.
  40. van Effentere, H. (1967), Temenos, REG 80: 17-26.
  41. Hainsworth, B. & Kirk G. S. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. III: books 9-12, Cambridge.a↑ b↑
  42. Janko, R. & Kirk G. S. (1992), The Iliad: A Commentary, Vol. IV: 13-16, Cambridge.
  43. Edwards, M. N. & Kirk G. S. (1991), The Iliad: A Commentary, Vol. V: books 17-20, Cambridge.
  44. Heubeck, A., West S. & Hainsworth J. B. (1988), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume I: Books I-VII, Oxford.
  45. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑
  46. Stephanus, H. (1954), Θησαυρὸς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης: Thesaurus Graecae Linguae, Vols. I-IX(2), Graz .
  47. Inscriptiones Graecae, Vols. I-XIV, Berlin.
  48. West, M L. (1971-1972), Iambi et Elegi Graeci, Vols. I-II, Loeb Classical Library Oxford - New York .
  49. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.a↑ b↑
  50. West, M L. (1966), Hesiod, Theogony, Oxford.
  51. Cougny, E. (ed.) (1890), Epigrammatum Anthologia Palatina..., Vol. ΙΙΙ, Paris.