You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Athen. 13, 563d-e

1Τούτων τοῦ Ἀλέξιδος ἀπομνημονεύσαςΜυρτίλος κἆιτα -

ποβλέψας εἰς τοὺς τὰ τῆς στοᾶς αἱρουμένους τὰ Ἑρμείου

τοῦ Κουριέως ἐκ τῶν Ἰάμβων προειπών·

(v. 1)   Ἀκούσατ', ὦ Στώακες2 , ἔμποροι λήρου ,

             λόγων ὑποκριτῆρες3 , οἳ μόνοι πάντα

           τἀν τοῖς πίναξι, πρίν τι4  τῶι σοφῶι δοῦναι,

           αὐτοὶ καταρροφεῖτε  κἆιθ' ἁλίσκεσθε

(v. 5)   ἐναντία πράσσοντες5 οἷς τραγωιδεῖτε ,

παιδοπῖπαι  ὄντες καὶ τοῦτο μόνον ἐζηλωκότες τὸν ἀρχηγὸν

ὑμῶν τῆς σοφίας Ζήνωνα τὸν Φοίνικα, ὃς οὐδέποτε γυναικὶ ↓

ἐχρήσατο, παιδικοῖς δ' αἰεί, ὡς ἈντίγονοςΚαρύστιος (fr. 33A

Dorandi) ἱστορεῖ ἐν τῶι περὶ τοῦ βίου αὐτοῦ. 

  1. [Vid. Athen. edd. Kaibel et Gulick, et supra pp. 175 sqq. cum adnot.]
  2. 4 (v. 1) Στώακες Dindorf, it. Powell (cf. et Athen. Epit. [vid. supra p. 181] τοὺς στωϊκοὺς στώακας καλεῖ); στόακες A (Στόακες Diehl3): στύακας CE; Στύακες Gulick; Στοίακες Diehl1
  3. 5 (v. 2) ὑποκριτῆρες Musurus: ὑποκρητῆρες A
  4. 6 (v. 3) πρίν τι Porson: πρινὴ A (πρὶν ἢ, non recte, metri gratia)
  5. 8 (v. 5) πράσσοντες A, it. Diehl Gulick Hadjioannou: πρήσσοντες Meineke, it. Powell.
Ἀθήν. 13, 563d-e

Αὐτοὺς τοὺς στίχους τοῦ Ἄλεξη ἀφοῦ ἀπὸ μνήμης ἀπήγγειλε ὁ

Μυρτίλος, ὕστερα στράφηκε σ' αὐτοὺς ποὺ ἀσπάζονται τὶς ἀρχὲς

τῆς Στοᾶς, παραθέτοντας πρῶτα στίχους ἀπὸ τοὺς Ἰάμβους τοῦ

Ἑρμεία ἀπὸ τὸ Κούριο:

(στ. 1)   Ἀκοῦστε, τῆς Στοᾶς1 μαθητάκια, παραληρημάτων ἔμποροι,

            ποὺ λόγια ὑποκριτικὰ ραψωδεῖτε, ἐσεῖς ποὺ μόνοι ὅλα

            ὅσα στὰ πιάτα μέσα βρίσκονται, πρὶν στὸν σοφὸ κάτι νὰ

            δώσετε,καταβροχθίζετε οἱ ἴδιοι, κι ὕστερα στὴ φάκα πιάνεστε

(στ. 5)   τ' ἀντίθετα νὰ κάνετε ἀπ' αὐτὰ ποὺ τραγωδεῖτε,

ὄντας παιδεραστές, καὶ σ' αὐτὸ μόνον ἔχοντας γίνει ζηλωτὲς τοῦ

ἀρχηγέτη τῆς φιλοσοφίας σας Ζήνωνα τοῦ Φοίνικα, ποὺ μὲ γυναίκα

ποτὲ δὲν συνευρέθηκε, μὰ πάντοτε μὲ παιδιὰ εὐνοούμενα, ὅπως

ἱστορεῖ ὁ Ἀντίγονος ὁ Καρύστιος στὸ ἔργο γιὰ τὸν βίο του.

  1. [Ἡ χειρόγραφη παράδοση δίνει (στὸν στ. 1), ποὺ βρίσκει στήριγμα καὶ στὸ περικείμενο στὴν Ἐπιτ. (κώδ. CE) τοῦ Ἀθήν. (βλ. ἀνωτ. σελ. 174), τὶς γραφὲς στόακες καὶ στύακας. Ὁ τύπος Στώακες (μὲ μακρὰ 1η συλλαβή) ἐνισχύει τὸ ὅλο νόημα τοῦ ἀποσπάσματος, ποὺ παρωδεῖ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς Στοᾶς γιὰ τὴν ἄκριτη ἀλλὰ καὶ ὑποκριτικὴ στάση τους ἀπέναντι στὰ διδάγματα καὶ τὴν ὅλη φιλοσοφία τοῦ Ζήνωνα.]
Σχόλια: 

4 (στ. 1). ἀκούσατ', ὦ Στώακες: Πβ. Καλλιμ. ἀπόσπ. 191.1 Pfeiffer ἀκούσαθ' Ἱππώνακτος (σὲ Ἴαμβο, μὲ μέτρο ἐπίσης χωλιαμβικό: μὲ τὴν προτελευταία συλλαβὴ τοῦ στίχου μακρά).

Στοὰ εἶναι ὁ συνήθης τύπος, καὶ Στωϊκοὶ εἶναι οἱ ἀπὸ τῆς στοᾶς. Ἀπαντοῦν ὅμως καὶ οἱ τύποι στοιά (σὲ ἀναπαίστους) καὶ στωϊά (σὲ ἐπιγραφές), ὅπως καὶ ὁ τύπος Στοϊκοί (πβ. καὶ στοΐδιον - στωΐδιονστώιδιον/στῴδιον). Ἑπομένως ἡ γραφὴ Στόακες εἶναι ἐπίσης ὀρθή, στηρίζεται στὴ χειρόγραφη παράδοση (στόακες Α) καὶ δὲν ἀποκλείεται ἀπὸ τὸ μέτρο (συλλαβὴ ἀδιάφορη: anceps, ὡς πρώτη συλλαβὴ τοῦ β΄ μέτρου). Ἀπὸ τὸν τύπο στοιὰ δικαιολογεῖται καὶ τὸ Στοίακες τῆς παλαιότερης ἔκδοσης Diehl (Diehl1). Ἡ γραφὴ Στύακες τοῦ Gulick (ἀπὸ τὸ στύακας τῆς χειρόγραφης παράδοσης, codd. CE) μπορεῖ ἐπίσης νὰ δικαιολογηθεῖ κατ' ἀναλογία πρὸς τὸ σκύλαξ (σκύλαξ κυνός). Ἡ υἱοθέτηση ὅμως τοῦ Στώακες, ποὺ βρίσκει στήριγμα καὶ στὴν Ἐπιτ. τοῦ Ἀθήν. (: τοὺς στωϊκοὺς στώακας καλεῖ), ἐνισχύει, κατὰ τὴ γνώμη μας, τὸ ὅλο νόημα τοῦ ἀποσπάσματος, ἐπιτείνοντας τὸν παρωδικό του χαρακτήρα. (Βλ. καὶ ἀνωτ. σσ. 174-9 μὲ σημ., κυρίως 162.)

ἔμποροι λήρου: Ἡ φράση ἔμποροι λήρου (λῆρος εἶναι ἐδῶ τὸ ἄκριτο καὶ ἀνώφελο παραλήρημα, ἡ ἀνούσια φλυαρία), ὅπως καὶ τὰ λόγων ὑποκριτῆρες (στ. 2), καταρροφεῖτε (στ. 4), τραγωιδεῖτε (στ. 5), δείχνει τὴ μηχανικὴ καὶ ὑποκριτικὴ ἀπομνημόνευση καὶ χρησιμοποίηση τῶν λόγων τοῦ ἀρχηγέτη τῆς Στοᾶς Ζήνωνα τοῦ Κιτιέα ἀπὸ τοὺς μαθητές του. Ἡ φράση –σὲ αἰτ. ἐμπόρους λήρου– ἐπαναλαμβάνεται καὶ στὴν Ἐπιτ. (ἀνωτ. σελ. 176).

5 (στ. 2). λόγων ὑποκριτῆρες: κατὰ τὸ ἐπῶν ὑποκριταί (=ῥαψωδοί, αὐτοὶ ποὺ ἀπομνημόνευαν καὶ ἀπάγγελλαν ἐπικοὺς στίχους). Ὑποκριτὴρ εἶναι σπάνιος τύπος ἀντὶ τοῦ ὑποκριτής, ποὺ δηλώνει τὸν ἑρμηνευτὴ (ὀνείρων κ.λπ.) καὶ κυρίως –στὴν κλασικὴ ἰδίως ἐποχή– τὸν ἠθοποιό (ὑποκριτής=ὁ λαμβάνων τὸν λόγον καὶ ἀποκρινόμενος). Ἡ μεταγενέστερη μεταφορικὴ σημασία, ἡ ὁποία ἐπικράτησε πλήρως σήμερα, πρέπει νὰ ὑποκρύπτεται καὶ στὸ προκείμενο ἀπόσπασμα.

5-7 (στ. 2-4). οἳ (...) αὐτοὶ καταρροφεῖτε: ἡ μὴ στοργική, ἡ ἀγνώμων συμπερι­φορὰ τῶν μαθητῶν πρὸς τὸν διδάσκαλο εἶναι τὸ νέο στοιχεῖο, πέρα ἀπὸ τὴ δουλικὴ καὶ ὑποκριτικὴ μίμηση, τὸ ὁποῖο παρωδεῖται ἐδῶ. Ὁ σοφὸς στὸν στ. 3 πρέπει νὰ εἶναι ὁ διδάσκαλος, ὁ Ζήνων, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ ἑπόμενα (9-10 τὸν ἀρχηγὸν ὑμῶν τῆς σοφίας). Ἡ χρήση τῶν ἀντων. μόνοι (στ. 2) καὶ αὐτοὶ (ὡς ὁριστ. ἀντων., στ. 4) προσδίδει ἰδιαίτερη ἔμφαση, ὅπως καὶ τὸ πάντα (στ. 2). Ἡ φράση τἀν τοῖς πίναξι (=τὰ ἐν τοῖς π., στ. 3) ἐπιτείνει τὴν παρωδία, μεταφέροντας τὸ σκηνικὸ στὸ λαίμαργο φαγοπότι, μὲ πιθανὴ νύξη στὴν παιδεραστία. Γιὰ τὸ ὅλο νόημα πβ. Ἱππών. ἀπόσπ. 128 West1 (Ἀθήν. 698b) Μοῦσά μοι Εὐρυμεδοντιάδεα τὴν ποντοχάρυβδιν, | τὴν ἐν γαστρὶ μάχαιραν, ὃς ἐσθίει οὐ κατὰ κόσμον, | ἔννεφ', ὅπως ψηφῖδι <> (κακῆι suppl. Musurus, κακὸς Cobet et Gulick) κακὸν οἶτον ὀλεῖται | βουλῆι δημοσίηι παρὰ θῖν' ἁλὸς ἀτρυγέτοιο (παρωδία, ἐπίσης).

6 (στ. 3). πρίν τι: Ἡ διόρθωση τοῦ πρινὴ τοῦ cod. A (πιθανῶς πρὶν ἢ) σὲ πρίν τι ἀπὸ τὸν Porson ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὸ μέτρο, ποὺ ἀπαιτεῖ μακρὰ συλλαβὴ στὴ β΄ θέση (πρῑ́ν, θέσει μακρά) καὶ βραχεία στὴ γ΄ θέση (τῐ), καθὼς ὁ χωλίαμβος (´ – – –, ἀντὶ ´ – È –) ἰσχύει μόνο στὸ τελευταῖο (γ΄) μέτρο τοῦ ἰαμβικοῦ τριμέτρου (ὄχι ὅμως στὸ β΄, ὅπως ἐδῶ).

8 (στ. 5). οἷς τραγωιδεῖτε: τούτοις ἃ (μὲ ἕλξη τοῦ ἀναφορικοῦ τούτοις οἷς>οἷς) τραγωιδεῖτε: τὰ ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ σὰν ὑποκριταὶ τραγικῶν στίχων ἀπο­μνημονεύετε καὶ ἀπαγγέλλετε, χωρὶς νὰ τὰ κάνετε βίωμά σας.

9. παιδοπῖπαι: σύνθετη ἀπὸ τὸ παῖς (παιδ-ός) καὶ τὸ ὀπιπεύω (ἀναδιπλασ. ἀπὸ τὸ ὀπ-, πβ. ὄπ-ωπ-α), ποὺ ἀπαντᾶ ἤδη στὸν Ὅμηρο, μὲ τὴ σημασία τοῦ βλέπω (καρ­φώνω τὸ βλέμμα κάπου, διάπλατα, μὲ ἔκπληξη ἢ φόβο ἢ προσπαθώντας νὰ γοη­τεύσω): ὀπιπ. γυναῖκας (τ 67, βλ. σημ. Russo σ.στ.: COd2 ΙΙΙ 78 / Γ΄ 211), πολέμοιο γεφύρας (Δ 371), λάθρηι ὀπιπεύσας (Η 243). Οὐσ. ὀπιπευτὴρ καὶ παρθενοπίπης (Λ 385 παρθενοπῖπα). Κατ' ἀναλογία πρὸς τὸ τελευταῖο σχηματίζεται τὸ παιδ-οπί­πης, ποὺ χρησιμοποιεῖται ἐδῶ ἀντὶ τοῦ συνήθους (καὶ παλαιοτέρου) παιδεραστής, καὶ δὲν ἀποκλείεται νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴ συνέχεια τοῦ κειμένου τοῦ Ἑρμεία (ἁρμόζει καὶ στὸ μέτρο: – È – | –, μὲ προηγούμενη συλλαβὴ ἀδιάφορη).

10-12. Πβ. Διογ. Λαέρτ. (Περὶ Ζήνωνος βίου) 7.12 παιδαρίοις δ' ἐχρῆτο σπανίως, καὶ ἅπαξ ἢ δίς που παιδισκαρίωι τινί, ἵνα μὴ δοκοίη μισογύνης εἶναι.

  1. Iambi et Elegi Graeci, West, Martin Litchfield , Loeb Classical Library, 1971-1972, Volume I-II, Oxford - New York , (1971)
  2. A Commentary on Homer's Odyssey, , Volume III: Books xvii-xxiv, Cambridge, (1992)