You are here

F1 (ΕΙΣ ΠΑΝΑ)

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Athen. 10, 454f-455b

1Τὸ δὲ Καστορίωνος τοῦ Σολέως, ὡς ὁ Κλέαρχός φησιν

(fr. 88 Wehrli), εἰς τὸν Πᾶνα ποίημα τοιοῦτόν ἐστι· τῶν

ποδῶν2 ἕκαστος ὅλοις ὀνόμασιν περι­ειλημμένος πάντας ὁμοίως

ἡγεμονικοὺς καὶ ἀκολουθητικοὺς ἔχει τοὺς πόδας3 , οἷον·

  (v. 1) Σὲ τὸν βολαῖς4 νιφοκτύποις  δυσχείμερον 

        ναίονθ'5 ἕδραν6 θηρονόμε Πάν χθόν'7 Ἀρκάδων ,

        κλήσω8  γραφῆι τῆιδ' ἐ‹ν› σοφῆι πάγκλειτ'9  ἔπη

        συνθείςἄναξ , δύσγνωστα μὴ σοφῶι10  κλύειν,

(v. 5) μωσοπόλε11 θήρκηρόχυτον ὃς μείλιγμ'  ἱεῖς12 ,

καὶ τὰ λοιπὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. τούτων δὲ ἕκαστον13  τῶν ποδῶν,

ὡς ἂν τῆι τάξει θῆις, τὸ αὐτὸ μέτρον ἀποδώσει, οὕτως·

            Σὲ τὸν βολαῖς νιφοκτύποις δυσχείμερον

            Νιφοκτύποις σὲ τὸν βολαῖς δυσχείμερον.

καὶ ὅτι τῶν ποδῶν ἕκαστός ἐστι ‹ἑν›δεκαγράμματος14  ἔστι ‹δὲ›15 

καὶ μὴ τοῦτον τὸν τρόπον ἀλλ' ἑτέρως ποιῆσαι, ὥστε πλείω

πρὸς τὴν χρῆσιν ἐκ τοῦ ἑνὸς ἔχειν οὕτω λέγοντας·

            Μέτρον φράσον μοι τῶν ποδῶνμέτρον λαβών›16 

    Λαβὼν μέτρον μοι τῶν ποδῶν μέτρον φράσον17 

           Οὐ βούλομαι γὰρ τῶν ποδῶν μέτρον λαβεῖν

           Λαβεῖν μέτρον γὰρ τῶν ποδῶν οὐ βούλομαι.

  1. [Vid. Athen. edd. Kaibel et Gulick, et Clearch. ed. Wehrli; vid. etiam Lloyd-Jones – Parsons Suppl. Hell. fr. 310.]
  2. 3 στίχων (pro ποδῶν) postulat Porson
  3. 4 €τοὺς πόδας€We. (3-4: «haec turbata» adnot. Kaib.)
  4. 5 (v. 1) βολαῖς Meineke: βολοις A (et infra 12 et 13)
  5. 6 (v. 2) ναίονθ' Casaubon: νεονθ' A
  6. ἕδραν Cobet: ὁδος A; ἕδος Scaliger
  7. χθόν' Cas.: χθὼν A
  8. 7 (v. 3) κλήσω Schweighäuser et Cob.: κλήισω A
  9. τῆιδ' ἐν› (‹ἐν› We.) σοφῆι πάγκλειτ' Porson: τῆιδε σοφῆι πάγκλητ' A; (...) πάγκλυτ' Cas.
  10. 8 (v. 4) σοφῶι Mein.: σοφοῖς A (σοφοῖς κλύειν Cob., σοφοῖς κλυεῖν We.)
  11. 9 (v. 5) μωσοπόλε Cob.; μουσοπόλε A, it. We. (fort. recte): μουσοποὲ prop. Bergk
  12. ἱεῖς Cob.; ἵεις Bergk: A ἵης
  13. 10 ἕκαστος We.
  14. 14 ‹ἑνδεκαγράμματος Schw.
  15. δὲ› We.
  16. 17 ‹μέτρον λαβών› Koraës
  17. 17 post hunc versum duo vel plures versus excidisse aestimat We.
Ἀθήν. 10, 454f-455b

Τοῦ Καστορίωνος ἀπὸ τοὺς Σόλους, ὅπως ἀναφέρει ὁ Κλέ-

αρχος, τὸ ποίημα στὸν Πάνα τέτοιο εἶναι· καθὼς ἡ κάθε διποδία

περιλαμβάνει λέ­ξεις ποὺ δίνουν ἀκέραιο νόημα, ὅλες οἱ διποδίες

μποροῦν ὅμοια νὰ προηγοῦνται ἢ νὰ ἕπονται, ὅπως:

(στ. 1)   Σένα ποὺ ἀπὸ τὶς θυελλώδεις τὶς χιονοπτώσεις τὴν

            κακοχείμωνη

            κατοικοεδρεύεις, θηροβοσκὲ Πάνα, χώρα τῶν Ἀρκάδων

            θὰ ἀνυμνῶ μὲ τούτη τὴ σοφὴ γραφὴ πανένδοξα τραγούδια

           συνθέτοντας, ἄνακτα, δυσνόητα στὸν μὴ σοφὸ νὰ ἀκούει,

(στ. 5)   μουσόφιλο ἀγρίμι, ποὺ μελιστάλαχτο σουραύλισμα

           σκορπίζεις,

καὶ τὰ λοιπὰ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Στὴν κάθε μιὰ ἀπ' αὐτὲς τὶς διποδίες

ὅποια θέση κι ἂν δώσεις, τὸ ἴδιο μέτρο θὰ ἀποδώσεις, ἔτσι:

           Σένα ποὺ ἀπὸ τὶς θυελλώδεις τὶς χιονοπτώσεις τὴν

           κακοχείμωνη

          Τὴν κακοχείμωνη σένα ποὺ ἀπὸ τὶς θυελλώδεις τὶς

          χιονοπτώσεις.

Καὶ (λέγει) ὅτι ἡ κάθε διποδία εἶναι ἑνδεκαγράμματη. Εἶναι δὲ δυ-

νατὸ νὰ συνθέσουμε στίχους ὄχι μόνο μὲ τοῦτον τὸν τρόπο ἀλλὰ καὶ

διαφορετικά, ὥστε ἀπὸ τὸν ἕνα ἀνάλογα μὲ τὴ χρήση νὰ ἔχουμε

περισσότερους, λέγοντας γιὰ παράδειγμα:

         Πές μου τὸ μέτρο τῶν ποδῶν τὸ μέτρο παίρνοντας,

         Παίρνοντας τὸ μέτρο τῶν ποδῶν τὸ μέτρο πές μου.

         Δὲν θέλω τῶν ποδῶν τὸ μέτρο νὰ τὸ πάρω,

         Νὰ τὸ πάρω τὸ μέτρο τῶν ποδῶν δὲν θέλω1.

  1. [Τὸ γεγονὸς ὅτι πρόκειται γιὰ μετρικὸ παίγνιο μὲ διποδίες ἀνεξάρτητες καὶ ἑνδεκαγράμματες διευκολύνει τὴν ἀποκατάσταση τοῦ κειμένου, καθὼς ἀποκλείονται γραφὲς ποὺ δίνουν λιγότερα (ὅπως τὸ νεόνθ' ὁδός, τὸ τῆιδε καὶ τὸ πάγκλητ') ἢ περισσότερα (ὅπως τὸ κλήισω καὶ τὸ σοφοῖς κλύειν, ἴσως δὲ καὶ τὸ μουσοπόλε) ἀπὸ 11 γράμματα σὲ μιὰ διποδία (διορθώνεται δὲ ἔτσι μὲ βεβαιότητα τὸ δεκαγράμματος [στ. 14, Α] σὲ <ἑν>δεκαγράμματος). Βλ. καὶ ἀνωτ. 154 κἑ. (μὲ βιβλιογραφία) καὶ κατωτ. σχόλ. στὸ χωρίο.]

Σχόλια: 

2-4. τῶν ποδῶν (...) τοὺς πόδας: Τὸ νόημα εἶναι πὼς ἡ κάθε διποδία (τὸ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ τρία μέτρα τοῦ ἰαμβικοῦ τριμέτρου: ´ – È –, ´ – È –, ´ – È –) εἶναι ἀνεξάρτητη νοηματικά, κι ἔτσι μπορεῖ νὰ ἀλλάξει χωρὶς ἐπιπτώσεις ἡ σειρὰ τῶν τριῶν μέτρων (σὲ τὸν βολαῖς / νιφοκτύποις / δυσχείμερον: νιφοκτύποις / σὲ τὸν βολαῖς / δυσχείμερον: δυσχείμερον / σὲ τὸν βολαῖς / νιφοκτύποις, κ.λπ.). Τὸ κείμενο φαίνεται νὰ νοσεῖ, καθὼς ὑποκ. καὶ ἀντικ. τοῦ ρήματος φαίνεται νὰ συμπίπτουν: ἕκαστος τῶν ποδῶν (...) ἔχει τοὺς πόδας, γι' αὐτὸ καὶ οἱ ἀμφιβολίες τῶν Porson καὶ Wehrli οἱ ὁποῖοι γράφουν €τοὺς πόδας€ [μὲ cruces] κι ὁ δεύτερος σημειώνει: «epitomarius sententiam corrupisse videtur, cuius sensus ferme τῶν ποδῶν ἕκαστος ... ὁμοίως ἡγεμονικὸς καὶ ἀκολουθητικός ἐστιν»), καὶ τοῦ Kaibel (ὁ ὁποῖος γράφει μὲν κανονικὰ τοὺς πόδας ἀλλὰ σχολιάζει γιὰ τὸ χωρίο: «haec turbata»). Ἡ συντακτικὴ ἀνωμαλία, ὅμως, ὀφείλεται στὴν ὀνομ. ἀπόλ. περιειλημμένος καὶ στὴν παράλειψη τοῦ ὑποκ. τοῦ ἔχει (ὁ στίχος, ἢ ἕκαστος τῶν στίχων): ἑκάστου τῶν ποδῶν ὅλοις ὀνόμασιν περιειλημμένου πάντας ὁμοίως ἡγεμονικοὺς καὶ ἀκολου­θητικοὺς ἔχει τοὺς πόδας ὁ στίχος. Πρόκειται γιὰ σύνηθες σχῆμα λόγου.

Ἀνάλογα παίγνια μὲ τὰ εἴδη τοῦ λόγου παρατηροῦνται συχνὰ στὴν Ἀλεξαν­δρινὴ κυρίως ἐποχή, ὅπως οἱ λιπογράμματες ἐκδόσεις τοῦ Ὁμήρου, οἱ ἄσιγμες ὠδές, κ.λπ. Βλ. π.χ. Couat Alex. Poetry1 201-2.

5 (στ. 1). βολαῖς νιφοκτύποις: Πβ. Εὐρ. Βάκχ. 661-2 ἥκω Κιθαιρῶν' ἐκλιπών, ἵν' οὔποτε | λευκῆς χιόνος ἀνεῖσαν εὐαγεῖς (ἐξαυγεῖς Elmsley) βολαί. Ἡ φράση δύσκολα ἀποδίδεται στὴ Νεοελληνική. Νιφόκτυπος εἶναι «ὁ βαλλόμενος ὑπὸ χαλαζώδους χιόνος πιπτούσης μετὰ κτύπου» (LSK2), ὁ χιονόπληκτος. Τὸ οὐσ. βολή (βολαί, στὸν πληθ.) σὲ ἀνάλογες ἐκφράσεις συμπληρώνεται ἀπὸ οὐσ. σὲ γεν. πτώση (βολαὶ ὀφθαλμῶν, βλεμμάτων, ἡλίου, χιόνος, κ.λπ.), προσδίδοντας σ' αὐτὸ τὴν ἔννοια τῆς ταχύτητας - συχνότητας ἢ / καὶ τῆς λάμψης, ἢ ἀπὸ ἐπίθ. ποὺ προσδιορίζει τὸ περιεχόμενο τοῦ βολαί (βολαὶ κεραύνιοι=κεραυνοί). Ἡ φράση βολαῖς νιφοκτύποις τοῦ Καστορίωνος (συντακτικῶς ἀναγκαστικὸ αἴτιο στὸ δυσχείμερον) ἀνήκει κυρίως στὴ β΄ περίπτωση, καὶ δείχνει τὶς συχνὲς ἢ πυκνὲς καὶ θυελλώδεις χιονοπτώσεις, τὶς ἠχηρὲς χαλαζοπτώσεις.

Τὸ ἐπίθ. νιφόκτυπος φαίνεται νὰ σχηματίστηκε ἀπὸ τὸν Καστορίωνα κατὰ τὸ νιφο-στιβής (Σοφ. Αἴ. 670-1 νιφοστιβεῖς | χειμῶνες). Πβ. νιφόεις (βλ. Ὁμηρ. ὕμν. ΧΙΧ.6) καὶ –μεταγενέστερα– νιφο-βλὴς καὶ νιφό-βολος. Πβ. ἐπίσης χειρό-κτυπος (Page PMG3 ἀπόσπ. 805: Τελέστης ἀπόσπ. 1, στ. 4).

δυσχείμερον: Στὴν Ἰλιάδα ἐπίθ. τῆς Δωδώνης (Β 750 περὶ Δωδώνην δυσχείμερον, Π 234 Δωδώνης δυσχειμέρου). Πβ. Ἡρόδ. 4.28.1 δυσχείμερος δὲ αὕτη ἡ καταλεχθεῖσα πᾶσα χώρη (βλ. καὶ ἑπόμ., κυρίως 4.31).

6 (στ. 2). ναίονθ' ἕδραν: Ἡ χειρόγραφη παράδοση (νέονθ' καὶ ὁδος) νοσεῖ ἐμφα­νῶς. Ἡ διόρθωση σὲ ναίονθ' (Casaubonus) καὶ ἕδραν (Cobet) δίνει γραφὴ ὀρθὴ ἀπὸ κάθε ἄποψη. Παλαιογραφικὰ προτιμότερη εἶναι ἡ γραφὴ ὁδοῖς τοῦ Fiorillo, ποὺ νοσεῖ ὅμως νοηματικά (ἤ, ἔστω, πολὺ δύσκολα μπορεῖ νὰ γίνει δεκτή), ἢ ἡ γραφὴ ἕδος τοῦ Scaliger, ποὺ ὅμως ἐπιβάλλει τὴ διόρθωση τοῦ ναίονθ' σὲ ναίοντα (μὲ ἀνάλυση ἐπιτρεπτή, ὅπως φαίνεται στὴ β΄ διποδία τοῦ ἴδιου στίχου θηρονόμε Πάν καὶ στὴν α΄ διποδία τοῦ στ. 5 μωσοπόλε θήρ, ἀλλὰ μὲ χασμωδία ὀδυνηρή)· ἡ γραφὴ ναίονθ' ἕδος (βλ. Wehrli) δίνει 10 γράμματα (ὄχι 11), γι' αὐτὸ καὶ ἀποκλείεται.

θηρονόμε Πάν: θηρονόμος εἶναι ὁ τρέφων ἄγρια θηρία (β΄ συνθ. νέμω), ὅπως τὰ θηροτρόφος καὶ θηροκόμος. Τὸ ἐπίθ. ἁρμόζει στὸν Πάνα, ποὺ ζεῖ στὴν Ἀρκαδία ἀνάμεσα στὰ ἄγρια ζῶα καὶ ποὺ στὸν στ. 5 ἀποκαλεῖται θήρ, περισσότερο ἀπὸ τὸ θηροφόνε (ποὺ προτείνει ὁ Meineke ὡς διόρθωση) καὶ τὸ θηροκτόνε (τὸ ὁποῖο υἱοθετεῖ ὁ Χατζηιωάννου4 στὸ Γα΄ 6 [θηρονόμε στὸ 52ζ], παρέχοντας ὅμως διποδία μὲ 12 γράμματα). Γιὰ τὸν Πᾶνα βλ. ἀνωτ. σσ. 155 κἑ., μὲ σημ. (κυρίως 137, μὲ βιβλιογραφία), καὶ Εἰκ. 29, 129 καὶ 130· βλ. ἐπίσης ΕλλΜ Β΄5 240-43 (ὅπου καὶ βιβλιογραφία), καὶ κατωτ. *F2.

χθόν' Ἀρκάδων: πβ. Carm. Convivalia ἀπόσπ. 4 Page (PMG3, ἀπόσπ. 887), στ. 1 κἑ. Πὰν Ἀρκαδίας μεδέων κλεεννᾶς, ὀρχηστά (...) καὶ Πινδ. ἀπόσπ. 85 Bowra Πάν, Ἀρκαδίας μεδέων (...)· Fr. Adesp. ἀπόσπ. 18 (Page3 ὅ.π. ἀπόσπ. 936), στ. 1 κἑ. (καὶ γιὰ τὰ ἑπόμενα) Πᾶνα τὸν νυμφαγέταν | Ναΐδων μέλημ' ἀείδω | (...) ἐς δ' Ὄλυμπον ἀστερωπὸν | ἔρχεται πανωιδὸς ἀχώ (...) χθὼν δὲ πᾶσα καὶ θάλασσα | κίρναται τεὰν χάριν· σὺ γὰρ πέλεις ἔρεισμα πάντων, | ἰὴ Πὰν Πάν· Ὁμηρ. ὕμν. ΧΙΧ.30 κἑ.

7 (στ. 3). κλήσω: Τοῦ κλέω (LSJ96 κλέω Α, ἐπικ. κλείω: ὑμνῶ, δοξάζω), ἀπὸ ρίζα κλεϜ- (πβ. κλέος καὶ κλύω, κλυτός, λατ. clueo). Μέλλ. κλήσω, τύπος ἀπαραίτητος ἐδῶ, γιατὶ ὁ τύπος κλήισω (κλῄσω) τῆς χειρόγραφης παράδοσης παραβιάζει τὸ ἑνδεκαγράμματο τῆς διποδίας. Ὁ τελευταῖος αὐτὸς τύπος ἀνήκει στὸ ρῆμα κλήιζω/κλῄζω (ἰων. κληίζω, δωρ. κλεΐζω), ἀπὸ τὸ κλεϜ-ίζω (βλ. ΑΚυΓ27 11 Ε14.4 [Κινύ]ρα κλειζόμενος γενεᾶς, Ε18.1 Ἑλλὰς ἐκλέϊζεν [ἢ ἔκλειζεν], κ.τ.τ.).

πάγκλειτ(α): Ὁ τύπος πάγκλητ' τῆς χειρόγραφης παράδοσης (ποὺ δίνει μικρότερο ἀπὸ τὸν ἀπαιτούμενο ἀριθμὸ γραμμάτων καὶ ἀπορρίπτεται, ὅπως καὶ τὸ πάγκλυτ' ποὺ πρότεινε ὁ Casaubonus) ὀφείλεται πιθανῶς σὲ λάθος τοῦ ἀντιγραφέα κατ' ἐπίδραση τοῦ προηγούμενου κλήσω. Πάγκλειτος εἶναι ὁ σ' ὅλα περίφημος, ὁ περιφημότατος, ὁ πανένδοξος (β΄ συνθ. κλειτός, ἀπὸ τὸν ἐπικ.-ἰων. τύπο κλείω, τοῦ κλέω). Πβ. πολύκλειτος (βλ. ἀνωτ. 2 F1.3).

8 (στ. 4). ἄναξ: δεσπότης, κύριος, προστάτης. Μυκηναϊκὸς ἤδη τίτλος, εὔχρηστος στὸν Ὅμηρο καὶ στὴν ποίηση γενικά, γιὰ θεοὺς καὶ ἥρωες κατὰ κανόνα. Ἰσοδύναμη μὲ τὴ λέξη δεσπότης καὶ σὲ πολλὲς περιπτώσεις μὲ τὴ λ. βασιλεύς (ποὺ κυρίως ὅμως δηλώνει τὸν πολιτικὸν ἄρχοντα τόπου ἢ φυλῆς: βλ. LSK2 σ.λ. ἄναξ). Ἐδῶ τὸ ἄναξ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ θεός, ὅπως π.χ. στὸν Ἡσ., Θεογ. 493 (βλ. West Theog.8 σημ. σ.στ. 493). Γιὰ τὴν ἐναλλαγὴ τῶν βασιλεὺς - ἄναξ (καὶ βασιλεύω - ἀνάσσω) βλ. West8, ὅ.π. σημ. σ.στ. 883 καὶ 886 (πβ. στ. 543). Γιὰ περισσότερα (καὶ βιβλιογραφία) βλ. J. Puhvel, “Helladic Kingship and the gods”, Minoica. Festschrift J. Sundwall, Berlin 1958, σσ. 327-33, καὶ ΑΚυΓ27 σχόλ. σ.στ. Ε1.11 καὶ –κυρίως– Ε6.1 σ.λ. [Ϝά]ναξ, μὲ εἰδικὴ ἀναφορὰ στὴν ἰδιάζουσα Κυπριακὴ σημασία τοῦ ὅρου.

σοφῶι: Διόρθωση ἀπὸ τὸν Meineke, ἀντὶ τοῦ σοφοῖς τῆς χειρόγραφης παράδοσης, τὸ ὁποῖο μόνο μὲ διόρθωση τοῦ κλύειν σὲ κλύεν μπορεῖ νὰ εὐσταθήσει, λόγω τοῦ ἑνδεκαγράμματου.

9 (στ. 5). μωσοπόλε: Ὁ τύπος μουσοπόλε (τῆς χειρόγραφης παράδοσης) δίνει τυπικὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ἀπαιτούμενα γράμματα· τὸ ου ὅμως πρέπει νὰ εἶχε ἤδη (ἀκουστικά) μονοσυμφωνικὴ ἀξία. Ἔτσι, ἡ διόρθωση σὲ μωσοπόλε, ποὺ πρότεινε ὁ Cobet, δὲν φαίνεται ἀπαραίτητη· στηρίζεται ὅμως σὲ ἐπιγραφικὴ μαρτυρία ἀπὸ τὴν Κύπρο (βλ. ἀνωτ. σσ. 169 σημ. 155) καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστεῖ. Ὁ Bergk, ποὺ μὲ δισταγμὸ υἱοθετεῖ τὴ γραφὴ τοῦ Cobet, προτείνει (στὰ σχόλιά του) διόρθωση σὲ μουσοποέ, ποὺ τόσο νοηματικὰ (μουσο-ποιός: μουσουργός, ποιητής) ὅσο καὶ παλαιογραφικὰ εἶναι εὐεξήγητη καὶ μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτή. Ἡ υἱοθέτηση, λοιπόν, τῆς παραδοσιακῆς γραφῆς εἶναι ἐπιτρεπτὴ ἀλλ' ὄχι βέβαιη. Γιὰ τὸ μουσοπόλος πβ. Τελέστ. ἀπόσπ. 1 Page (PMG3 ἀπόσπ. 805) στ. (b) 2 (καὶ a 1 κἑ., τὶς λέξεις σοφός, χειρόκτυπος, φήρ). Πβ. ἐπίσης Εὐρ. Ἄλκ. 445 κἑ. πολλά σε μουσοπόλοι μέλπουσι, κ.ἄ.

κηρόχυτον μείλιγμα: κηρό-χυτος εἶναι ὁ κατασκευασμένος ἀπὸ κερί, καὶ μείλιγμα (μειλίσσω, μειλίχιος κ.λπ.) ὅ,τι χρησιμεύει γιὰ καταπράϋνση, ὅπως τὸ καταπραϋντικὸ ἄσμα (Θεόκρ. 22.221). Ἡ φράση κηρόχυτον μείλιγμα πιθανῶς κατὰ τὸ κηρόδετον πνεῦμα (τὸ φύσημα τοῦ αὐλοῦ ποὺ εἶναι συγκολλημένος [δεμένος] μὲ κερί, βλ. Θεόκρ. Ἐπιγρ. 5.4), πβ. καὶ κηρόδετος σῦριγξ (βλ. LSJ96 σ.λλ. κηρόχυτος καὶ κηρόδετος). Ἡ φράση ἀπαντᾶ καὶ στὸ ἀποδιδόμενο στὸν Πλάτωνα Ἐπίγρ. 32.

ἱεῖς: τοῦ ἵημι (πέμπω, ἐκπέμπω, προφέρω, κ.λπ.). Πβ. Πλάτ. Νόμ. 812d ἄλλα μέλη τῶν χορδῶν ἱεισῶν. Ὁ κώδ. Α δίνει τὴ γραφὴ ἵης (καὶ τὰ ἀντίγραφα τοὺς τύπους μείλιγμ' ἱείς, μιλιγμίεις, μελιγμίεις), ποὺ εἶναι μὲν ὁ κανονικὸς τύπος β΄ ἑνικ. τοῦ ἵημι ἀλλὰ δίνει μικρότερον ἀπὸ τὸν ἀπαιτούμενο ἀριθμὸ γραμμάτων. Ὁ τύπος ἱεῖς, ποὺ πρότεινε ὁ Cobet καὶ υἱοθέτησαν οἱ πλεῖστοι ἐκδότες, καὶ ὁ τύπος ἵεις, ποὺ υἱοθέτησε ὁ Bergk, εἶναι ἀμφότεροι δυνατοί.

10. ἕκαστον: Ἡ διόρθωση σὲ ἕκαστος (ὡς ὑποκ. τοῦ ἀποδώσει: γ΄ ἑνικ. ἐνεργ. μέλλ.) ἀπὸ τὸν Wehrli δὲν εἶναι ἀπαραίτητη συντακτικά, ἀφοῦ μπορεῖ τὸ ἕκαστον (τῆς χειρόγραφης παράδοσης) νὰ αἰτιολογηθεῖ ὡς ἀντικ. τοῦ θῆις κατὰ πρόληψη (ὁπότε τὸ ἴδιο σὲ ὀνομ. ἐπαναλαμβάνεται ὡς ὑποκ. τοῦ ρήματος τῆς κύριας πρότασης). Δὲν ἀποκλείεται, ἐπιπρόσθετα, νὰ θεωρηθεῖ ὡς ὑποκ. τοῦ ἀποδώσει (β΄ ἑνικ. μέσ. μέλλ. σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση) τὸ ἐννοούμενο ὑποκ. τοῦ θῆις (: σύ), πράγμα ποὺ ἁρμόζει περισσότερο στὸ νόημα τῆς περιόδου, καὶ δεν προσκρούει ἀναπόφευκτα στὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ρῆμα στὴ μέση φωνὴ ἔχει κατὰ κανόνα τὴ σημασία τοῦ: δίδω ἑκουσίως, πωλῶ (βλ. LSJ96 σ.λ. ἀποδίδωμι ΙΙΙ.), καθὼς μάλιστα τὸ μέσ. χρησιμοποιεῖται ἀντὶ τοῦ ἐνεργ. στὸν Ἀντιφώντα (ἀπόσπ. 54).

14. <ἑν>δεκαγράμματος: Ἡ γραφὴ δεκαγράμματος  (ποὺ διορθώθηκε ἐπιτυχῶς ἀπὸ τὸν Schweighäuser) ἴσως ὀφείλεται σὲ ἐσφαλμένη καταμέτρηση ἀπὸ τὸν ἀντιγραφέα τῶν πρώτων διποδιῶν, ποὺ δίνουν δέκα γράμματα ἂν οἱ δίφθογγοι (αι, οι, ει, αι) διαβαστοῦν μὲ τὴ μεταγενέστερη μονοσυλλαβικὴ προφορά, ἴσως καὶ τῆς τελευταίας, ποὺ μὲ τὴν παραδεδομένη γραφὴ μείλιγμ' ἵης δίνει λιγότερα ἀπὸ 11 γράμματα. Ἡ β΄ καὶ ἡ γ΄ διποδία τοῦ στ. 2, ὅμως, δὲν ἀφήνουν καμιὰν ἀμφι­βολία γιὰ τὸν πραγματικὸν ἀριθμὸ τῶν γραμμάτων τῆς κάθε διποδίας (11).

<δὲ>: Ἡ συμπλήρωση ἀπὸ τὸν Wehrli εἶναι πιθανή, ἂν καὶ ὄχι ἀπαραίτητη (στὸν Ἀθήναιο).

17. <μέτρον λαβών>: Ἡ συμπλήρωση ἀπὸ τὸν Κοραῆ εἶναι εὔστοχη καὶ ἀναντίρρητη, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ ἑπόμενου στίχου (λαβὼν μέτρον) καὶ σὲ σύγκριση μὲ τὸ τέλος τοῦ γ΄ καὶ τὴν ἀρχὴ τοῦ δ΄ στίχου (μέτρον λαβεῖν – λαβεῖν μέτρον).

18. Μετὰ τὸν στίχο, κατὰ τὴν πιθανῶς ὀρθὴ παρατήρηση τοῦ Wehrli, φαίνεται νὰ ἔχουν ἐκπέσει δύο ἢ περισσότεροι στίχοι, ὅπως κυρίως ὑποδηλώνει ἡ παρουσία τοῦ γὰρ στὸν γ΄ (καὶ δ΄) στίχο, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸ –νοηματικὰ– νὰ αἰτιολογεῖ ἢ νὰ ἐπεξηγεῖ τὰ προηγούμενα στὸ ἀπόσπασμα. Ἡ παρουσία ὅμως τοῦ γὰρ σὲ τέτοιο μετρικὸ παίγνιο δὲν εἶναι ἀναπόφευκτα οὐσιαστική, ὅπως δείχνει ἴσως καὶ ἡ –γιὰ λόγους μετρικοὺς– τοποθέτησή του μετὰ τὴ β΄ λέξη (ἀντὶ μετὰ τὴν α΄ λέξη, ὅπως συμβαίνει κανονικά).

  1. Alexandrian Poetry under the first three Ptolemies (324-222 B.C.), , London, (1931)
  2. Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, , Volume I-V, Ἀθῆναι , (1980) a↑ b↑
  3. Poetae Melici Graeci, , Oxford, (1962) a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, , 1971-1992, Volume τόμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία, (1971)
  5. Ελληνική Μυθολογία, , Αθήνα , (1986)
  6. A Greek-English Lexicon, , Oxford, (1940) a↑ b↑ c↑
  7. Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, , Volume τόμ. 2, Λευκωσία, (1997) a↑ b↑
  8. Hesiod, Theogony, , Oxford, (1966) a↑ b↑