You are here

Y2

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

(VI). Εἰς Ἀφροδίτην

1Αἰδοίην χρυσοστέφανον καλὴν   Ἀφροδίτην

ἄισομαι2, ἣ πάσης Κύπρου κρήδεμνα  λέλογχεν

εἰναλίης , ὅθι μιν Ζεφύρου μένος ὑγρὸν ἀέντος ↓

ἤνεικεν3  κατὰ κῦμα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης 

  ἀφρῶι ἔνι4 μαλακῶι · τὴν δὲ  χρυσάμπυκες Ὧραι 

δέξαντ' ἀσπασίως, περὶ δ' ἄμβροτα εἵματα  ἕσσαν,

κρατὶ δ' ἐπ'5 ἀθανάτωι στεφάνην εὔτυκτον6 ἔθηκαν

καλὴν χρυσείην , ἐν δὲ τρητοῖσι λοβοῖσιν ↓

ἄνθεμ' ὀρειχάλκου χρυσοῖό τε τιμήεντος,

δειρῆι δ' ἀμφ' ἁπαλῆι καὶ στήθεσιν ἀργυφέοισιν

ὅρμοισι χρυσέοισιν ἐκόσμεον  οἷσί περ αὐταὶ

Ὧραι κοσμείσθην7 χρυσάμπυκες , ὁππότ' ἴοιεν8

ἐς χορὸν ἱμερόεντα  θεῶν καὶ δώματα πατρός.

αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πάντα περὶ χροῒ κόσμον ἔθηκαν 

ἦγον ἐς ἀθανάτους· οἱ δ' ἠσπάζοντο ἰδόντες9

χερσί τ' ἐδεξιόωντο10  καὶ ἠρήσαντο ἕκαστος

εἶναι κουριδίην ἄλοχον  καὶ οἴκαδ' ἄγεσθαι ,

εἶδος θαυμάζοντες ἰοστεφάνου11 Κυθερείης .

     Χαῖρ' ἑλικοβλέφαρε  γλυκυμείλιχε , δὸς δ' ἐν ἀγῶνι12 

νίκην τῶιδε φέρεσθαι, ἐμὴν δ' ἔντυνον ἀοιδήν .

αὐτὰρ ἐγὼ καὶ σεῖο καὶ ἄλλης μνήσομ' ἀοιδῆς .

  1. Titulus: εἰς ἀφροδίτην αV; τοῦ αὐτοῦ (sc. Ὁμήρου) εἰς τὴν αὐτὴν ἀφροδίτην M; ἕτερος ὕμνος εἰς τὴν αὐτήν At: εἰς τὴν αὐτὴν Dbp (praeter V)
  2. 2 ἀίσομαι Μ
  3. 4 ἤνεικε(ν) fxp: ἤνυκε Μ
  4. 5 ἔνι Ilgen, edd.: ἐνὶ codd.
  5. 7 ἔπ' Franke: ἐπ' codd. (it. All.)
  6. εὔτυκτον Mp: εὔτικτον fx
  7. 12 κοσμείσθην p: κοσμίσθην fx; κοσμήσθην M
  8. ὁππότϊ ἦεν M
  9. 15 ἰδέσθαι M
  10. 16 v.l. τε δεξιόωντο
  11. 18 ἐϋστεφάνου (εὐ-) p ("ss. ἰο p2" adnotat Càss.)
  12. 19 ἀγῶνι Μfap: ἀγγῶον (ἀγῶνι?) b (vid. Hu.).
(VI). Στὴν Ἀφροδίτη

Τὴ σεβαστὴ χρυσοστέφανη ὄμορφη Ἀφροδίτη

θὰ ὑμνήσω, ποὺ ὅλης τῆς Κύπρου τὰ ὀχυρὰ κυβερνᾶ

τῆς θαλασσόβρεχτης, ὅπου φύσημα ὑγρὸ τοῦ Ζέφυρου

τὴν ἔφερε πάνω ἀπὸ τῆς πολύφλοισβης τῆς θάλασσας τὸ κύμα

σὲ μαλακὸν ἀφρό· κι αὐτὴν οἱ χρυσοστόλιστες οἱ Ὧρες

τὴν καλωσόρισαν περίχαρα, καὶ θεῖα τὴν ἔντυσαν ἐνδύματα,

καὶ στὸ κεφάλι της τ' ἀθάνατο καλοπλεγμένο βάλανε στεφάνι

ὄμορφο ὁλόχρυσο, στὰ τρυπημένα της αὐτιὰ

στολίδια ἀπὸ ὀρείχαλκο κι ἀτίμητο χρυσό,

τὸν τρυφερό της τὸ λαιμὸ καὶ τ' ἀργυρά της στήθια

μ' ὁλόχρυσα κοσμήματα στολίζαν, σὰν κεῖνα ποὺ οἱ ἴδιες

οἱ Ὧρες οἱ ὁλόχρυσες στολίζονταν κάθε φορὰ ποὺ πήγαιναν

σὲ θελκτικὸ θεῶν χορὸ καὶ στοῦ πατέρα τους τ' ἀνάκτορα.

Κι ὅταν λοιπὸν κάθε στολίδι στὸ κορμί της βάλαν

στοὺς ἀθανάτους τὴν ἐφέραν· καὶ τὴν ἀσπάζονταν αὐτοὶ μόλις τὴν εἶδαν

τῆς δίνανε τὰ χέρια χαιρετώντας την κι εὐχήθηκε ὁ καθένας

γυναίκα νὰ τὴν εἶχε τρυφερὴ καὶ νὰ τὴν ἔπαιρνε στὸ σπίτι,

θαυμάζοντας τὸ κάλλος τῆς ἀνθοστέφανης Κυθέρειας.

   Χαῖρε ἑλικοβλέφαρη γλυκομείλιχη, δῶσ' στὸν ἀγώνα

αὐτὸν ἐδῶ τὴ νίκη νὰ κερδίσω, καὶ τὸ τραγούδι μου κάνε ὥριο.

Κι ἐγὼ καὶ σὲ καὶ ἄλλο μου θὰ θυμηθῶ τραγούδι.

Σχόλια: 

 

1. αἰδοίην (...) καλὴν (...): Πβ. Ἡσ. Θεογ. 194 αἰδοίη καλὴ θεός (γιὰ τὴν Ἀφροδίτη, σ' ἕνα χωρίο ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον, ὅπως ἀναπτύσσεται στὸ σχετικὸ μὲ τοὺς ὕμνους Εἰς Ἀφροδίτην κεφάλαιο τῆς εἰσαγωγῆς μας). Τὸ ἐπίθ. αἰδοῖος (ἀπὸ τὸ αἰδώς) εἶναι συχνὸ ἤδη στὸν Ὅμηρο: βλ. π.χ. Β 514, Γ 172, Δ 402 (μὲ τὰ σχόλια τοῦ Kirk στοὺς στ.: CIl Ι1) κ.ἀ., α 139, γ 381.451, δ 55, ε 88.447, η 175, θ 22.420.544 κ.ἀ. Τὸ αἰδοίη χρησιμοποιεῖται γιὰ θεὰ ἢ θεὲς καὶ στοὺς Ὁμηρικοὺς ὕμνους ΙΙ.343 (Εἰς Δημ.) ἥμενον (sc. Ἀίδην) ἐν λεχέεσσι σὺν αἰδοίηι παρακοίτι (sc. Περσεφόνηι), 374 παρ' αἰδοίηι Δημήτερι, 486 σεμναί τ' αἰδοῖαί τε (sc. Δημήτηρ καὶ Περσεφόνη)· IV.5 (Εἰς Ἑρμ.) Μαῖα | νύμφη ἐϋπλόκαμος Διὸς ἐν φιλότητι μιγεῖσα | αἰδοίη· V.21 (ἀνωτ. Υ1.21) αἰδοίηι κούρηι (...) | Ἱστίηι· XXVII.2 (Εἰς Ἄρτ.) Ἄρτεμιν ἀείδω (...) | παρθένον αἰδοίην· XXVIII.3 (Εἰς Ἀθην.) Παλλάδ' Ἀθηναίην (...) | γλαυκῶπιν (...) | παρθένον αἰδοίην· XXIX.10 (Εἰς Ἑστ.) σὺν αἰδοίηι τε φίληι τε | Ἑστίηι. Γιὰ θεὲς χρησιμοποιεῖται συχνὰ τόσο στὸν Ὅμηρο (Α 568, Θ 198.218, Ν 828 κ.ἀ., α 14, ε 149 κ.ἀ.) ὅσο καὶ στοὺς Ὁμηρικοὺς ὕμνους καὶ τὸ ἐπίθ. πότνια (στοὺς ὕμνους: κυρίως γιὰ τὴν Ἥρα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν Ἀφροδίτη, τὴ Δήμητρα, τὴν Ἑστία, τὴ Μαία κ.λπ.), ποὺ φαίνεται νὰ εἶναι παραπλήσιο στὴ σημασία μὲ τὸ αἰδοίη (βλ. ἀνωτ. Υ1.24, μὲ σχόλ. σ.λ. πότνιαν). Πότνια καὶ αἰδοίη εἶναι κυρίως ἡ σεβάσμια, σεβαστή (θεά, κατὰ κύριο λόγο, ἡ ἐμπνέουσα –ἐκ δέουςαἰδοῦς– σεβασμό). Βλ. LSJ92 σ.λλ. αἰδέομαι, αἰδοῖος, αἰδώς (πβ. πότνια). Βλ. ἐπίσης –ἀνάμεσα στ' ἄλλα– τὰ σχόλια Kirk στὸ Δ 401-2 (CIl I1 373 / Α΄ 571-2 “αἰδώς, αἰδέομαι, αἰδοῖος cover a wide range of feelings from fear to shame to respect”), St. West σημ. σ.στ. β 64-66 (COd I3 134 / Α΄ 290), Richardson σημ. σ.στ. 190, 214 f., 478 f., πβ. 203 (Dem.4 σσ. 210 κἑ.), ὅπου καὶ βιβλιογραφία. Ἡ παρατήρηση τοῦ ἀρχαίου σχολιαστῆ τοῦ Ἡσιόδου, Θεογ. 194, ὅτι τὸ –ἐκεῖ– ἐπίθ. τῆς Ἀφροδίτης αἰδοίη ἴσως ὑπαινίσσεται τὰ αἰδοῖα ἀπὸ τὰ ὁποῖα γεννήθηκε ἡ θεά, ἀπορρίπτεται ἀπὸ τὸν West (σημ. σ.στ., Theog.5 σελ. 223). Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ σύζευξη τῶν πότνια καὶ αἰδὼς στὸν Εὐριπίδη, Ἰφ. Αὐλ. 821 ὦ πότνι' αἰδώς.

2. Κύπρου κρήδεμνα: Πβ. Π 100 Τροίης ἱερὰ κρήδεμνα, ν 388 Τροίης (...) λιπαρὰ κρήδεμνα, Ἡσ. Ἀσπ. 105 Θήβης κρήδεμνον, Ὁμηρ. ὕμν. ΙΙ.151 κρήδεμνα πόληος (βλ. καὶ σημ. Richardson στὴ φράση, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία). Ἡ φράση Κύπρου κρήδεμνα εἶναι μοναδικὴ ἐδῶ, πρέπει δὲ νὰ σημαίνει τὶς ἀκροπόλεις τῶν –ὀχυρωμένων– Κυπριακῶν πόλεων, τὰ ὀχυρὰ τῆς Κύπρου. Βλ. AHS6 στὸν στ. (“It must mean here `walls', i.e. fortified towns”), πβ. LSJ92 σ.λ. κρήδεμνον ΙΙ.1 (“metaph. in pl., battlements which crown a city's walls”)· βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. στὸ 3 F5.5 σ.λ. λιπαροκρήδεμνοι.

2-3. Κύπρου (...) εἰναλίης: Βλ. ἀνωτ. 2 F1.5 εἰναλίηι Κύπρωι καὶ κατωτ. Υ3 (Χ). 5 εἰναλίης τε Κύπρου (μὲ σχόλ. στὰ χωρία), καὶ ἀνωτ. σσ. 103 κἑ.

3. Ζεφύρου μένος ὑγρὸν ἀέντος: Πβ. Ἡσ. Θεογ. 869-70 ἐκ δὲ Τυφωέος ἔστ' ἀνέμων μένος ὑγρὸν ἀέντων, | νόσφι Νότου Βορέω τε καὶ ἀργεστέω Ζεφύροιο. Ἡ τυπικὴ φράση ἀνέμων μένος ὑγρὸν ἀέντων καὶ ε 478, τ 440 (ἀνέμων διάη μ.ὑ.ἀ.), Ἡσ. Ἔργ. 625 (πάντοτε στὸ τέλος τοῦ στίχου)· πβ. Καλλιμ. Αἴτ. ἀπόσπ. 110 (Pfeiffer7) στ. 55-6 δι' ἠέρα δ' ὑγρὸν ἐνείκας | [Κύπρι]δος εἰς κόλπους ἔθηκε (sc. Ζέφυρος), καὶ βλ. White NCHellP8 37 (“Callimachus is alluding here to the fact that Zephyrus was said to bring rain”, μὲ παραπομπὴ στὸ ξ 458 Ζέφυρος μέγας αἰὲν ἔφυδρος [βλ. σημ. Hoekstra σ.στ., στὸ COd II9 226 / Β΄ 440] καὶ μὲ παράθεση τοῦ ἐδῶ χωρίου (ἀξιοσημείωτη εἶναι καὶ ἡ παράσταση θεᾶς ὀμβρίου ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα: ἐδῶ Εἰκ. 124). Ὅπως παρατηροῦν οἱ Hainsworth (COd3 σημ. στὸ ε 478: Ι 287 / Α΄ 504) καὶ West (WD10 σημ. σ.στ. 625), τὸ ὑγρὸν πρέπει νὰ συνδεθεῖ –ὡς ἐπιρρ. κατηγο­ρούμενο (“adverbial acc.”)– μὲ τὸ ἀέντων. Γιὰ τὴ σημασία τοῦ μένος βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα σημ. Russo σ.στ. σ 34 καὶ 60 καὶ Heubeck σ.στ. ω 318-9: COd ΙΙΙ11 49, 50-1, 397 / Γ΄ 171, 173-4, 624 (μὲ βιβλιογραφία).

Ὁ Ζέφυρος ἐμφανίζεται συχνὰ –ὡς θεὸς ἄνεμος– στὴν Ἰλιάδα καὶ στὴν Ὀδύσσεια (Β 147, Δ 423, Η 63 κ.ἀ., β 421, δ 402, ε 295 κ.ἀ.). Στὸ Π 149-51 ὁ Ζέφυρος ἐμφανίζεται ὡς πατέρας τῶν γρήγορων σὰν τὸν ἄνεμο ἀλόγων τοῦ Ἀχιλλέα Ξάνθου καὶ Βαλίου: Ξάνθον καὶ Βαλίον, τὼ ἅμα πνοιῆισι πετέσθην, | τοὺς ἔτεκε Ζεφύρωι ἀνέμωι Ἅρπυια Ποδάργη, | βοσκομένη λειμῶνι παρὰ ῥόον Ὠκεανοῖο (γιὰ τὸ χωρίο βλ. τὰ σχόλια τοῦ Janko: CIl IV12 336-37 / Δ΄ 621-2). Στὸν Ἡσίοδο, Θεογ. 378-80, ὁ Ζέφυρος ἐμφανίζεται ὡς υἱὸς τοῦ Ἀστραίου καὶ τῆς Ἠοῦς: Ἀστραίωι δ' Ἠὼς ἀνέμους τέκε καρτεροθύμους, | ἀργεστὴν Ζέφυρον Βορέην τ' αἰψηροκέλευθον | καὶ Νότον, ἐν φιλότητι θεὰ θεῶι εὐνηθεῖσα, ἀπαρτίζοντας (ὅπως καὶ στοὺς στ. 879-80) μιὰν Ἡσιόδεια τριάδα. Σὲ χωρία ὅπως αὐτὰ τοῦ Ἡσιόδου εἶναι ἐμφανὴς ἡ θεοποίηση τῶν ἀνέμων. Σὲ χωρία ὅπως αὐτὸ τῆς Πατρόκλειας «διαφαίνεται η θηριομορφία των Ανέμων που ξέρουμε από παραστάσεις τους στις εικαστικές τέχνες» (βλ. ΕλλΜ13 Β΄ 327-8). Γιὰ τὴ λατρεία τῶν Ἀνέμων βλ. τὰ σχόλια τοῦ Heubeck στὸ κ 1-79 (COd ΙΙ9 43 / Β΄ 181-2), μὲ βιβλιογραφία.

3 κἑ. ὅθι μιν (...) ἤνεικεν (...): Γιὰ τὴ γέννηση τῆς Ἀφροδίτης ἀπ' τοὺς ἀφροὺς πβ. Ἡσ. Θεογ. 188 κἑ. (μὲ σχόλια West σ.στ., Theog.5 σσ. 211-13 καὶ 221-24, πβ. σελ. 88)· βλ. καὶ AHS6 σημ. στὸ ἐδῶ χωρίο, καὶ κατωτ. (σχόλ. σ.στ. 5, κυρίως). Τὸ μέρος ὅπου κατὰ τὴν παράδοση γεννήθηκε ἡ Ἀφροδίτη (ἀνωτ. Εἰκ. 16), βρίσκεται στὴ νοτιοδυτικὴ ἀκτὴ τῆς Κύπρου (λίγα χιλιόμετρα ἔξω ἀπὸ τὴν Παλαίπαφο).

4. κατὰ κῦμα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης: Νέα σύνθεση, ἀπὸ τοὺς λογοτύπους κατὰ κῦμα (Α 483, Ζ 136, Φ 126, πβ. μέγα κῦμα [μετρικῶς ἰσοδύναμο]: συχνὰ στὴν Ὀδ.) καὶ πολυφλοίσβοιο θαλάσσης Β 209, Ζ 347 (κῦμα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης), Ν 798 κ.ἀ., πιθανῶς μὲ πρότυπο τὸν μετρικῶς ἰσοδύναμο λογότυπο παρὰ θῖνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης: Α 34 (βλ. τὸ ἀξιοσημείωτο σχόλιο τοῦ Kirk σ.στ.: CIl Ι1 56-7 / Α΄ 146), Ι 182, ν 220, Ὁμηρ. ὕμν. IV.141.

5. ἀφρῶι ἔνι μαλακῶι: Νέος σχηματισμός, μόνον ἐδῶ. Ἡ λέξη ἀφρὸς στὴν Ἰλ. (ὄχι στὴν Ὀδ.) Ε 599 ἐπ' ὠκυρόωι ποταμῶι ἅλαδε προρέοντι, | ἀφρῶι μορμύροντα, Σ 403 περὶ δὲ ῥόος Ὠκεανοῖο | ἀφρῶι μορμύρων ῥέεν ἄσπετος, Υ 168 περί τ' ἀφρὸς ὀδόντας | γίγνεται, Φ 325 μορμύρων ἀφρῶι τε καὶ αἵματι (γιὰ τὴ θάλασσα καὶ γιὰ ποταμό – γιὰ ἀνθρώπους καὶ ζῶα). Στὸ σχετικὸ χωρίο τοῦ Ἡσιόδου (Θεογ. 188 κἑ.) ἡ λέξη ἀφρὸς ἐμφανίζεται δίς: στ. 191 ἀμφὶ δὲ λευκὸς | ἀφρὸς ἀπ' ἀθανάτου χροὸς ὤρνυτο· τῶι δ' ἔνι κούρη | ἐθρέφθη καὶ 198 τὴν δ' Ἀφροδίτην | [ἀφρογενέα τε θεὰν (...)] | κικλήσκουσι θεοί τε καὶ ἀνέρες, οὕνεκ' ἐν ἀφρῶι | θρέφθη, ὅπου ἀφρὸς εἶναι τὸ γονιμοποιὸ σπέρμα τοῦ Δία (πβ. ἀφρὸς αἵματος μὲ τὴ σημασία τοῦ σπέρματος στὸν Διογένη τὸν Ἀπολλωνιάτη Α 24 Diels). Γιὰ τὴν ἐτυμολογία τοῦ ἀφρογενὴς βλ. West σημ. σ.στ. 196 τῆς Θεογ. καὶ AHS6 σημ. σ.στ. 3 τοῦ ὕμνου μας (ὅπου καὶ βιβλιογραφία).

χρυσάμπυκες Ὧραι: Πβ. κατωτ. στ. 12 Ὧραι κοσμείσθην χρυσάμπυκες καὶ Πινδ. ἀπόσπ. 10.6-7 Bowra14 ἃ δὲ (sc. Θέμις) τὰς χρυσάμπυκας ἀγλαοκάρπους | τίκτεν ἀλαθέας Ὥρας. Τὸ ἐπίθ. ἀπαντᾶ στὴν Ἰλ. (ὄχι στὴν Ὀδ.) τετράκις, στὴν αἰτ., γιὰ ἵππους (Ε 358, 363, 720, Θ 362: γιὰ ἵππους θεϊκούς, κατ' ἀντίθεση πρὸς τὸ κρατερώνυχας, κατὰ τὸν Kirk, σημ. στὸ Ε 363: CIl II15 98 / Β΄ 201). Στὸν Ἡσίοδο τὸ ἐπίθ. χρησιμοποιεῖται γιὰ τὶς Μοῦσες: Θεογ. 916 Μοῦσαι χρυσάμπυκες, σ' ἕνα χωρίο ὅπου ἐμφανίζονται οἱ Ὧρες καὶ οἱ Χάριτες (901 κἑ.: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. Υ1.61) ἀλλὰ καὶ λεξιλόγιο οἰκεῖο στοὺς ποιητὲς τῶν Ὁμηρικῶν ὕμνων στὴν Ἀφροδίτη, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ὑποθέσει κανεὶς ὅτι δὲν ἀποκλείεται νὰ ἔχουμε ἐδῶ τὴν πηγὴ τοῦ ποιητῆ μας· πβ. Πίνδ. Πυθ. 3.89-90 καὶ Ἰσθμ. 2.1-2 χρυσαμπύκων | (...) Μοισᾶν. Γιὰ τὴ σημασία τοῦ ἐπιθ. βλ. AHS6 σ.λ., πβ. West σημ. σ.στ. 578 καὶ 915-17 τῆς Θεογ. καὶ LSJ92 σ.λλ. χρυσάμπυξ (“with fillet or frondlet of gold”: «ὁ ἔχων ἄμπυκα ἢ προμετωπίδιον κόσμημα ἐκ χρυσοῦ» LSK16) καὶ ἄμπυξ (“woman's diadem, frondlet, (...) horse's headband, (...) rim of wheel”, πβ. LSK16). Μεταφράσαμε τὸ χρυσάμ­πυκες μὲ τὸ «χρυσοστόλιστες». – Γιὰ τὶς Ὧρες βλ. ἀνωτ. 3 F4.6 (στ. 1) καὶ Υ1.61 (μὲ σχόλια). Πβ. AHS6 σημ. σ.στ. 5 καὶ 12, Athanassakis σημ. σ.στ. 5-14, West Theog.5 σημ. σ.στ. 901 σ.λ. Ὥρας (ὅπου καὶ βιβλιογραφία) καὶ Kirk σημ. σ.στ. Ε 749-52: CIl ΙΙ15 136 / Β΄ 253-4.

5 κἑ. τὴν δὲ (...) ἐκόσμεον (...): Γιὰ τὴ σκηνὴ τοῦ στολισμοῦ τῆς Ἀφροδίτης βλ. ἀνωτ. 112 κἑ., 3 F4 καὶ F5, 5 Y1.58 κἑ. (μὲ σχόλια καὶ Εἰκ.), καὶ κατωτ. (μὲ Εἰκ.).

6. ἄμβροτα εἵματα: Ἡ τυπικὴ φράση ἀπαντᾶ συχνὰ στὸν Ὅμηρο: ω 59 περὶ δ' ἄμβροτα εἵματα ἕσσαν (ὅπως ἐδῶ, πβ. τὸ ἀνωτ. Υ1.64: βλ. σχόλ. σ.στ.), Π 670 περὶ δ' ἄμβροτα εἵματα ἕσσον καὶ 680 περὶ δ' ἄμβροτα εἵματα ἕσσε (η 265 καὶ ἄμβροτα εἵματα ἕσσεν). Βλ. καὶ κατωτ. (μὲ ἀναφορὰ στὴν ἀνωτ. Εἰκ. 33).

7-8. στεφάνην εὔτυκτον (...) καλὴν χρυσείην: Ἡ φράση στεφάνην εὔτυκτον (ἴσως ἐΰτυκτον) μόνον ἐδῶ, πιθανῶς κατὰ τὰ στεφάνην χρυσέην (Ἡσ. Θεογ. 578: βλ. σημ. West5 σ.στ., πβ. ἀνωτ. στ. 1 χρυσοστέφανον) καὶ κυνέην ἐΰτυκτον (Γ 336, Ο 480, Π 137, χ 123, κρατὶ δ' ἐπ' ἰφθίμωι κυνέην ἐΰτυκτον ἔθηκεν, ξ 276 αὐτίκ' ἀπὸ κρατὸς κυνέην ἐΰτυκτον ἔθηκα, πβ. Θ 43-44 καὶ Ν 25-26 χρυσὸν δ' αὐτὸς ἔδυνε περὶ χροΐ, γέντο δ' ἱμάσθλην | χρυσείην εὔτυκτον: χωρία ἐνδιαφέροντα γιὰ τὸν ὅλο ὕμνο μας).

Οἱ Κυπριακὲς ἀπεικονίσεις τῆς Ἀφροδίτης μὲ περίτεχνο στέμμα εἶναι πολλὲς καὶ ἀξιόλογες (βλ. Καραγιώργη ΕΘΗρΑΚ17 σσ. 206-11, μὲ πίν. 154-159). Χαρακτη­ριστικὸς εἶναι ὁ τύπος τῆς θεᾶς μὲ κάλαθο, ὅπως στὸ ἀσβεστολιθικὸ κεφάλι ὑπ' ἀρ. 157 (AAC18 181, ἐδῶ Εἰκ. 125.1): ὁ κάλαθος εἶναι διακοσμημένος μὲ ἄνθη λωτοῦ καὶ ρόδακες μεγάλους καὶ μὲ ταινία στὸ κάτω μέρος του πάνω ἀπὸ τὸ μέτωπο, συνεχίζεται δὲ μὲ πέπλο ποὺ πέφτει πίσω· κι ὅπως στὸ ὑπ' ἀρ. 160 (ἐδῶ Εἰκ. 125.2): τὸ ὑψηλὸ στέμμα εἶναι διακοσμημένο στὸ κάτω μέρος μὲ ρόδακες καὶ σφίγγες (ἢ γρύπες) καὶ στὸ πάνω μέρος μὲ ὀχυρωματικὸ τεῖχος σὲ δύο ἐπίπεδα (πβ. ΑΚυΓ219 11 Ε12 [ἀναθηματικὸ ἐπίγραμμα ἀπὸ τὸν ναὸ τῆς Ἀφροδίτης στὴν Παλαίπαφο, περὶ τὸ 320 π.Χ.]: Εὐρύχορος πόλις ἅδε τεᾶι, Νικόκλεες, ὁρμᾶι | ὑψηλῶμ πύργων ἀμφ[έ]θετο στέφανον | [Ἀρχαῖ]ος τ[έ]λεσε[ν]). Λίαν ἐντυπωσιακὸ εἶναι τὸ φυσικοῦ μεγέθους ἄγαλμα τῶν Γόλγων (AnAC20 341 [ἀνωτ. Εἰκ. 33], β΄ ἥμισυ 4ου αἰ. π.Χ.: περίπου 330-320), μὲ στέμμα ψηλὸ διακοσμημένο μὲ ἀνθέμια καὶ γυμνὲς μορφὲς τῆς Ἀστάρτης, μὲ βοστρύχους μαλλιῶν ποὺ πέφτουν στὰ στήθη καὶ τοὺς ὤμους, μὲ περίτεχνο περιδέραιο στὸ λαιμό, μὲ χιτώνα ζωσμένο στὴ μέση μὲ ἀπόστυγμα καὶ μὲ μανδύα ποὺ φέρεται πάνω ἀπὸ τὸν ἀριστερὸ βραχίονα καὶ καλύπτει τὸ κάτω μέρος τοῦ σώματος, μὲ φτερωτὸ ΕΡΩΤΑ στὸ ἀριστερὸ χέρι.

8. τρητοῖσι λοβοῖσιν: Νεώτερος σχηματισμός, κατὰ τὸ Ξ 182 ἐϋτρήτοισι λοβοῖσι (τὸ ἐΰτρητος μόνον ἐδῶ στὸν Ὅμηρο, στὸ χωρίο μὲ τὴν ἄμεση ἐπίδραση στοὺς ὕμνους Εἰς Ἀφρ.), πβ. τρητοῖσι ... λεχέεσσι (Γ 448), τρητοῖσι λέχεσσιν (α 440, κ 12) καὶ τρητοῖς ἐν λεχέεσσι (Ω 720, γ 399, τ 345), μὲ τὰ σχόλια τῆς Stephanie West στὸ α 440 (COd Ι3 127 / Α΄ 278).

9. ἄνθεμ': Τὸ οὐσ. (ἀπὸ τὸ ἄνθος) γιὰ πρώτη φορὰ ἐδῶ, στὴ Σαπφώ  (ἀπόσπ. 132 [239].1 Ρ. χρυσίοισιν [χρυσέοισιν codd.] ἀνθέμοισιν) καὶ στὸν Σημωνίδη (ἀπόσπ. 7.66 W. ἀνθέμοισιν), ἀργότερα στὸν Πίνδαρο (Ὀλ. 2.72 ἄνθεμα χρυσοῦ, πβ. καὶ τὸ ὅλο χωρίο). Ἡ φράση ἄνθεμ' ὀρειχάλκου μόνον ἐδῶ (γιὰ τὸ ὀρειχάλκου βλ. AHS2 σ.λ.). Στὸν Ὅμηρο ἀπαντᾶ τὸ ἐπίθ. ἀνθεμόεις (Β 467 ἐν λειμῶνι Σκαμανδρίωι ἀνθεμόεντι, Β 695 Φυλάκην καὶ Πύρασον ἀνθεμόεντα, Ψ 885 λέβητ' ἄπυρον βοὸς ἄξιον ἀνθεμόεντα, γ 440 ἐν ἀνθεμόεντι λέβητι, μ 159 λειμῶν' ἀνθεμόεντα, ω 275 κρητῆρα πανάργυρον ἀνθεμόεντα), ὅπως καὶ στοὺς Ὁμηρ. ὕμν. IV.96 πεδί' ἀνθεμόεντα καὶ V.169 νομῶν ἐξ ἀνθεμοέντων (βλ. ἀνωτ. 5 Υ1.169), πβ. Ἡσ. ἀπόσπ. 27 M. – W. νῆσον ἐς Ἀνθεμόεσσαν.

11. ὅρμοισι χρυσέοισιν ἐκόσμεον: Πβ. Ἡσ. Ἔργ. 74 ὅρμους χρυσείους ἔθεσαν χροΐ (βλ. τὸ ὅλο χωρίο) καὶ ἀνωτ. Υ1.88-9 ὅρμοι ... χρύσειοι (βλ. σχόλ. σ.στ., μὲ ἀναφορὰ καὶ στὸν Ἡσ.). Τὸ χρυσέοισιν ἐδῶ εἶναι μετρικὰ τρισύλλαβο, μὲ συνίζηση τοῦ -εοι- (–, – È: τελευταία συλλαβὴ β΄ ποδὸς καὶ δύο πρῶτες συλλαβὲς γ΄ ποδός), πβ. ἀνωτ. σχόλ. στὸ Υ1.93 (καὶ West WD10 σσ. 178-9: σημ. σ.στ. 109 σ.λ. χρύσεον). Γιὰ τὴν ἐδῶ ἐπανάληψη τοῦ χρυσ- (στ. 1 χρυσοστέφανον, στ. 5 καὶ 12 χρυσάμπυκες, στ. 8 χρυσείην, στ. 9 χρυσοῖο, στ. 11 χρυσέοισιν) βλ. ἀνωτ. σελ. 111.

12. Ὧραι κοσμείσθην χρυσάμπυκες: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 5 σ.λ. χρυσάμπυκες Ὧραι.

13. χορὸν ἱμερόεντα: Ἡ τυπικὴ φράση ἤδη στὸν Ὅμηρο, σ 194 (193-94 ἀμβροσίωι, οἵωι περ ἐϋστέφανος Κυθέρεια | χρίεται, εὖτ' ἂν ἴηι Χαρίτων χορὸν ἱμερόεντα), πβ. Σ 603 πολλὸς δ' ἱμερόεντα χορὸν περιίσταθ' ὅμιλος καὶ Ἡσ. Θεογ. 7-8 χοροὺς ἐνεποιήσαντο | καλοὺς ἱμερόεντας (βλ. καὶ τὸ ὅλο χωρίο). Στὴν ἴδια μὲ τὴν ἐδῶ θέση στὸν στίχο, καὶ στὸν Ὁμηρ. ὕμν. IV.481 εἰς δαῖτα θάλειαν | καὶ χορὸν ἱμερόεντα καὶ ἐς φιλοκυδέα κῶμον. Χορὸς Ὡρῶν ἀναφέρεται γιὰ πρώτη φορὰ ἐδῶ, χορὸς Χαρίτων στὸν Ὅμηρο (σ 194, βλ. ἀνωτ.), Μουσῶν καὶ Χαρίτων στὸν Ὁμηρ. ὕμν. XXVII.15, Μουσῶν στὴ Βατραχομυομαχία 1 καὶ στὸν Ἡσ., Θεογ. 7-8 (βλ. ἀνωτ.) καὶ 63 (βλ. καὶ τὸ ὅλο χωρίο, μὲ τὰ σχόλια West5 σ.στ. 64). Γιὰ τὸ ἐπίθ. ἱμερόεις πβ. καὶ Ὁμηρ. ὕμν. Χ.5 ἱμερόεσσαν ἀοιδήν (βλ. κατωτ. Υ3, μὲ σχόλ. σ.στ.).

14. αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πάντα περὶ χροῒ κόσμον ἔθηκαν: Ξ 187 αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πάντα περὶ χροῒ θήκατο κόσμον, πβ. Η 207 αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πάντα περὶ χροῒ ἕσσατο τεύχη, κ.τ.τ. (ἡ φράση περὶ χροῒ συχνὴ στὴν Ἰλιάδα καὶ στὴν Ὀδύσσειαν).

15-16. οἱ δ' ἠσπάζοντο (...) χερσί τ' ἐδεξιόωντο: πβ. ἀνωτ. στ. 6 δέξαντ' ἀσπασίως· πβ. ἐπίσης γ 35 καὶ τ 415 χερσὶν τ' ἠσπάζοντο, Κ 542 δεξιῆι ἠσπάζοντο, υ 197 δεξιτερῆι δειδίσκετο χειρί. Τὸ ρῆμα δεξιόομαι γιὰ πρώτη φορὰ ἐδῶ, συχνὸ ἀργότερα, μὲ τὴ σημασία: χαιρετίζω μὲ τὸ δεξὶ χέρι, ὑποδέχομαι, καλωσορίζω, τιμῶ (βλ. LSJ92 / LSK16 σ.λ., πβ. σημερινὰ δεξιώνομαι καὶ δεξίωση). Στὸν Ὅμηρο χρησιμοποιοῦνται τὰ δέχομαι, δείκνυμι καὶ δειδίσκομαι (γιὰ τὸ ὁποῖο βλ. καὶ τὴ σημ. τοῦ Heubeck στὸ σ 121, COd ΙΙΙ11 54 / Γ΄ 178). Στὸ προκείμενο χωρίο ἴσως πρέπει νὰ υἱοθετηθεῖ ἡ γραφὴ χερσί τε δεξιόωντο (χ), μὲ ἀναύξητο τὸν τύπο τοῦ ρήματος.

16-17. καὶ ἠρήσαντο (...) οἴκαδ' ἄγεσθαι (...): πβ. α 366 πάντες δ' ἠρήσαντο παραὶ λεχέεσσι κλιθῆναι καὶ θ 335 κἑ. (336-7 ἦ ῥά κεν ἐν δεσμοῖς ἐθέλοις κρατεροῖσι πιεσθεὶς | εὕδειν ἐν λέκτροισι παρὰ χρυσέηι Ἀφροδίτηι).

17. κουριδίην ἄλοχον: Ὁμηρικὴ τυπικὴ φράση (Η 392, Ν 626, Τ 298 [κουριδίην ἄλοχον θήσειν ἄξειν τ' ἐνὶ νηυσίν], κ.ἀ. σὲ γεν. καὶ δοτ.). Ἡ φράση ἀποδίδεται συνήθως μὲ τὸ «νόμιμη σύζυγος, γυναίκα» (βλ. LSJ92 καὶ LSK16 σ.λ. κουρίδιος), κατ' ἀντίθεση πρὸς τὴν παλλακὴν ἢ παλλακίδα (βλ. π.χ. Ἡρόδ. 1.135 γαμέουσι δὲ ἕκαστος αὐτῶν πολλὰς μὲν κουριδίας γυναῖκας, πολλῶι δ' ἔτι πλεῦνας παλλακὰς κτῶνται). Ἡ χρήση ὅμως τοῦ λογοτύπου μνηστὴ ἄλοχος στὸν Ὅμηρο (Ζ 246, Ι 339.552, Λ 242, α 36: σὲ γεν., δοτ. καὶ αἰτ.) μὲ τὴ σημασία τῆς νόμιμης συζύγου (βλ. LSJ92 καὶ LSK16 σ.λ. μνηστός, πβ. σημ. St. West σ.στ. α 36 σ.λ. μνηστήν [COd Ι3 78 / Α΄ 209, «νόμιμα νυμφευμένη»]: “ ‘wooed’, i.e. lawfully wedded”) καὶ ἡ προέλευση τῆς λ. κουρίδιος ἀπὸ τὸ κοῦρος - κούρη φαίνονται νὰ ὁδηγοῦν σὲ ἀρχικὴ σημασία συνδεδεμένη μὲ τὴν τρυφερὴ νεανικὴ ἡλικία καὶ τὴν τρυφερότητα («νεαρὴ / τρυφερὴ σύζυγος»), ἴσως δὲ καὶ στὴν ἔννοια τῆς «κόρης», τῆς παρθένου μέχρι τὸν γάμο (βλ. π.χ. σημ. Hoekstra σ.στ. ν 45 σ.λ. κουριδίας (COd ΙΙ9 166 / Β΄ 357): «lit. `who were κοῦραι, “virgins”, when they were taken to wife', as against the παλλακίδες», Bechtel, Lexilogus,21 200-1»).

18. ἰοστεφάνου Κυθερείης: Πβ. ἀνωτ. στ. 1 χρυσοστέφανον ... Ἀφροδίτην (βλ. καὶ Ἡσ. Θεογ. 17, μὲ τὴ σημ. τοῦ West5 σ.λ.) καὶ Ὁμηρ. ὕμν. V.6 καὶ 175 ἐϋστεφάνου Κυθερείης καὶ 287 ἐϋστεφάνωι Κυθερείηι (βλ. ἀνωτ. Υ1.6 σχόλ. σ.στ.). Τὸ ἐπίθ. ἰοστέφανος δὲν ἀπαντᾶ ἀλλοῦ στὴν Ὁμηρικὴ ποίηση. Γιὰ τὴν Ἀφροδίτη χρησιμο­ποιεῖται ἐπίσης ἀπὸ τὸν Σόλωνα, ἀπόσπ. 19.6 W. Κύπρις ἰοστέφανος (σ' ἕνα ποίημα γιὰ τὸν βασιλιὰ τῶν Σόλων τῆς Κύπρου Φιλόκυπρο), καὶ ἀπὸ τὸν Θέογνη, στ. 1304, 1332, 1383 Κυπρογενοῦς δῶρον ἰοστεφάνου (σ' ἕνα ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον χωρίο [στ. 1275-1389] σὲ σχέση μὲ τοὺς ὕμνους Εἰς Ἀφροδίτην)· χρησιμοποιεῖται ἐπίσης γιὰ τὶς Μοῦσες (Θέογν. στ. 250 Μουσάων δῶρα ἰοστεφάνων) καὶ –κυρίως– γιὰ τὴν Ἀθήνα (Πινδ. ἀπόσπ. 64.1 Β., κ.ἀ.).

19. ἑλικοβλέφαρε: Πβ. Ἡσ. Θεογ. 16 ἑλικοβλέφαρόν τ' Ἀφροδίτην, Πινδ. ἀπόσπ. 108.4 Β. πρὸς δ' Ἀφροδίτας ἀτιμασθεὶς ἑλικογλεφάρου (ἑλικοβλεφάρου codd.), Ὀρφ. Ὕμν. 57.4 καὶ Παφίης κούρης, ἑλικοβλεφάρου Ἀφροδίτης. Ἡ σημασία τοῦ ἐπιθέτου εἶναι ἀβέβαιη, ὅπως καὶ τοῦ Ὁμηρ. ἐπιθέτου ἑλίκωψ, -ωπος (βλ. π.χ. West Theog.5 σελ. 157, σ.λ.). Ἑλικοβλέφαρος μπορεῖ νὰ εἶναι (α΄) ἡ «καμπυλο­βλέφαρη» («καμαρόφρυδη» σὲ Κυπριακὰ τραγούδια τοῦ γάμου)· (β΄) «ἡ ταχέως κινοῦσα τὰ βλέφαρα, ἡ ῥίπτουσα ταχὺ βλέμμα» (βλ. LSK16 σ.λ. ἑλικοβλέφαρος), «ὁ ἔχων εὐστρόφους καὶ ζωηροὺς ὀφθαλμούς, ὁ εὐόφθαλμος, ὡς χαρακτηριστικὸν ζωηρᾶς νεότητος» (βλ. LSK16 σ.λ. ἑλίκωψ)· ἀλλὰ καὶ (γ΄) «μελανόφθαλμος» (βλ. Hofmann – Παπαν. σ.λ. ἑλίκωψ, ὅπου καὶ παραπομπὴ στὸ τοῦ Ἡσυχίου ἕλιξ· (...) μέλας), μαυρομάτα. Ἡ κρατοῦσα ἑρμηνεία εἶναι ἡ β΄ (βλ. καὶ AHS6 σημ. σ.στ.). Τὰ ἐπίθ. ἑλικοβόστρυχος, ἑλικοδρόμος, ἑλικόρροος, ἑλιξόκερως, ἑλιξόπορος, ὅπως καὶ τὰ ἐπίθ. ἑλικάμπυξ («ἐστεμμένος μετὰ στεφανοειδοῦς ἢ κυκλοτεροῦς ταινίας» LSK16 σ.λ.) καὶ ἑλικαυγής («ὁ ἐκπέμπων κύκλῳ ἑλικοειδεῖς ἀκτῖνας» LSK16 σ.λ.), φαίνονται νὰ ἐνισχύουν τὴν ἄποψη αὐτή, ἀλλὰ μποροῦν κάλλιστα νὰ ὁδηγήσουν στὴν α΄ ἑρμηνεία (στὸ σχῆμα τῶν βλεφάρων, καὶ στὴν ὀμορφιὰ τῶν ὀφθαλμῶν): πβ. τὰ τοῦ Ἡσυχ. ἑλικοβλέφαρος· καλλιβλέφαρος καὶ ἑλίκωπες· μελανόφθαλμοι ἢ ἑλικοὶ κατὰ πρόσοψιν, ἀνακεκλασμένα ἔχοντες τὰ βλέφαρα. ἢ περιφερεῖς τὰ πρόσωπα. Τὸ ἀβέβαιο τῆς ἑρμηνείας ἐπιτείνεται καὶ ἀπὸ τὸ τοῦ Ἡσυχ. ἑλικόν· ὀρθόν. καὶ μέλαν. περιφερές. Μιὰ δ΄ ἑρμηνεία μπορεῖ νὰ ὑποστηριχθεῖ μὲ τὴ σύνδεση τοῦ δασυνόμενου α΄ συνθετικοῦ πρὸς τὴ λ. σέλας (πβ. σελήνη κ.λπ., ἀλλὰ καὶ ἑλάνη: λαμπάδα ἀπὸ δέσμη καλαμιῶν), ὁπότε τὸ ἐπίθ. ἑλικοβλέφαρος πρέπει νὰ ἀποδοθεῖ ὡς «λαμπερόφθαλμη» (ἑρμηνεία συμβατὴ τόσο μὲ τὸ τοῦ Ἡσυχίου μελανόφθαλμος ὅσο καὶ μὲ τὸ εὐόφθαλμος). Βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. Υ1.87 σ.λ. ἐπιγναμπτὰς ἕλικας κάλυκάς τε (μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία).

γλυκυμείλιχε: ἅπαξ λεγόμενον. Πβ. ὅμως Ὁμηρ. ὕμν. Χ.2 μείλιχα δῶρα (βλ. κατωτ. Υ3.2) ~ Μίμν. 1.3 W., Ἀνθ. Παλ. 5.225.4 Κύπριδι μειλιχίηι κ.τ.τ. (βλ. AHS6 σ.λ.).

ἐν ἀγῶνι: σὲ ποιητικό, προφανῶς, ἀγώνα. Ὁ ὅρος ἀγών (ἀπὸ τὸ ἄγω), ὅπως καὶ ἡ λέξη ἀγορά (ἀπὸ τὸ ἀγείρω, πβ. συναγερμός, πανήγυρις κ.τ.τ.), σημαίνει κατὰ κύριο λόγο τὴ συνάθροιση/συνέλευση· ἤδη στὸν Ὅμηρο ὁ ὅρος ἀγὼν δηλώνει εἰδικότερα τὴ συνάθροιση γιὰ ἀγῶνες (ἆθλα) καὶ τὸν τόπο διεξαγωγῆς τῶν ἀγώνων (βλ. κυρίως ραψωδία Ψ: Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλωι). Ἡ σημερινὴ σημασία τῆς λέξεως: «πᾶν εἶδος ἀγῶνος, ἐν πολέμῳ, δίκῃ ἢ κινδύνῳ= δυσκολία» (LSK16 σ.λ.), μάχη, δίκη κ.λπ. θεωρεῖται συνήθως ὡς μεταγενέστερη (Ἡρόδ., Θουκ., Αἰσχ. κ.λπ.). Χωρία ὅμως ὅπως τὸ προκείμενο, ὅπου γίνεται σαφῶς λόγος γιὰ ποιητικοὺς ἀγῶνες (δὸς δ' ἐν ἀγῶνι | νίκην τῶιδε φέρεσθαι, ἐμὴν δ' ἔντυνον ἀοιδήν), δείχνουν ὅτι ἡ ὑστερογενὴς σημασία τοῦ «ἀγῶνος» εἶναι πολὺ παλαιά· πβ. τὴ σημ. Richardson σ.στ. Ψ 258 (CIl VI22 200-1 / Στ΄ 343): “ἀγὼν means any gathering, and hence an assembly of spectators at the contest, or the place of the contest, and then the contest itself (cf. perhaps already Od. 8.259)”. Βλ. καὶ ἀνωτ. Εἰκ. 92 (Ἀπόλλων – Μαρσύας), καὶ Εἰκ. 10, 66, 74 καὶ 123, (κατωτ.) 126. Γιὰ τὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ Μουσικὰ ὄργανα, μὲ πολλὲς ἀπεικονίσεις ἀπὸ τὴν Κύπρο (μαζὶ μὲ ἄλλες), βλ. Γεωργίου ΑΕΜΟ23 (καὶ κατωτ. Εἰκ. 140).

20. ἔντυνον ἀοιδήν: Πβ. μ 183 λιγυρὴν δ' ἔντυνον (σὲ ὁριστ. παρατ.) ἀοιδήν (“they broke into clear song” κατὰ τὸν Heubeck, COd ΙΙ9 127 / Β΄ 304). Τὸ ἐντύνω (καὶ ἐντύω, ἀπὸ τὸ ἔντεα· τεύχεα, ὅπλα, κατὰ τὸν Ἡσύχιο), ἀποδίδεται συνήθως μὲ τὸ παρασκευάζειν (βλ. Ἡσύχ. σ.λ. ἐντύνειν, πβ. LSK16 σ.λ. ἐντύνω: «Παρασκευάζω, ἑτοιμάζω, εὐτρεπίζω»)· ἡ συγγένεια ὅμως μὲ τὸ ἀνύω (ἄνυμι, ἄνω, ἀνύτω=ἐπιτελῶ, τελειώνω, τελεσφορῶ κ.τ.τ.) δείχνει πὼς καὶ τὸ ἐντύνω σημαίνει κάτι παραπάνω ἀπὸ τὸ ἁπλῶς παρασκευάζειν.

21. αὐτὰρ ἐγὼ καὶ σεῖο καὶ ἄλλης μνήσομ' ἀοιδῆς: Τυπικὸς –τελευταῖος– στίχος στοὺς Ὁμηρικοὺς ὕμνους: ΙΙ.495, ΙΙΙ.546, IV.580, Χ.6, ΧΧΙΧ.49, XXVIII.18, ΧΧΧ.19. Πβ. τὸν ἐπίσης τυπικὸν –τελευταῖο– στίχο αὐτὰρ ἐγὼ ὑμέων τε καὶ ἄλλης μνήσομ' ἀοιδῆς: XXV.7, XXVII.22, XXIX.14, XXXIII.19.

  1. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.a↑ b↑ c↑
  2. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  3. Heubeck, A., West S. & Hainsworth J. B. (1988), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume I: Books I-VII, Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Richardson, N J. (1974), The Homeric Hymn to Demeter, Oxford.
  5. West, M L. (1966), Hesiod, Theogony, Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  6. Allen, T. W., Halliday W. R. & Sikes E. E. (1936), The Homeric hymns, 2nd ed., Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  7. Pfeiffer, R. (1949-1953), Scholia in Callimachum (Scholia vetera), Oxford.
  8. White, H. (1979), New Chapters in Hellenistic Poetry, London Studies in Classical Philology,28 Athens Greece .
  9. Heubeck, A. & Hoekstra A. (1989), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume II: Books IX-XVI, Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  10. West, M L. (1978), Hesiod, Works and Days, Oxford.a↑ b↑
  11. Russo, J., Fernandez-Gatiani M. & Heubeck A. (1992), A Commentary on Homer's Odyssey, Vol. III: Books xvii-xxiv, Cambridge.a↑ b↑
  12. Janko, R. & Kirk G. S. (1992), The Iliad: A Commentary, Vol. IV: 13-16, Cambridge.
  13. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .
  14. Bowra, C M. (1935), Pindari Carmina, Oxford.
  15. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1990), The Iliad: A Commentary, Vol. II: books 5-8, Cambridge.a↑ b↑
  16. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑
  17. Καραγιώργης, Β. (1998), Ἕλληνες Θεοί καί Ἥρωες στήν Ἀρχαία Κύπρο, Αθήνα.
  18. Caubet, A., Hermary A. & Karageorghis V. (1992), Art Antique de Chypre au Musée du Louvre: du Chalcolithique à l'époque Romaine, Paris.
  19. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.
  20. Karageorghis, V., Mertens J.. R. & Rose M.. E. (2000), Ancient Art of Cyprus: The Cesnola Collection in The Metropolitan Museum of Art, New York.
  21. Bechtel, F. (1964), Lexilogus zu Homer: Etymologie und Stammbildung homerischer Wörter, Hildesheim.
  22. Richardson, N. & Kirk G. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. VI: books 21-24, Cambridge.
  23. Γεωργίου, M. (2007), Ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ Μουσικὰ Ὄργανα: ἀναζητῶντας τὸν συμπαντικὸ ἦχο / Ancient Greek Instruments: the quest for the resonance of the universe, 2η εκδ. / 2nd ed., Λευκωσία.