You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Paus. 9.29.1 sqq.

1Ταῦτα μὲν δὴ ἔχοντά ἐστιν οὕτω, θῦσαι δὲ ἐν Ἑλικῶνι Μού-

σαις2 πρώτους καὶ ἐπονομάσαι τὸ ὄρος ἱερὸν εἶναι Μουσῶν

Ἐφιάλτην καὶ Ὦτον λέγουσιν, οἰκίσαι δὲ αὐτοὺς καὶ Ἄσκρην.

καὶ δὴ καὶ Ἡγησίνους  (FGrH 331 F 1) ἐπὶ τῶιδε ἐν τῆι

Ἀτθίδι ↓ ἐποίησεν·

(v. 1) Ἄσκρηι δ' αὖ παρέλεκτο  Ποσειδάων ἐνοσίχθων ,

          ἣ δή3 οἱ τέκε παῖδα περιπλομένων ἐνιαυτῶν 

          Οἴοκλον, ὃς πρῶτος μετ' Ἀλωέος  ἔκτισε παίδων

          Ἄσκρην , θ'4 Ἑλικῶνος ἔχει πόδα πιδακόεντα .

Ταύτην5 τοῦ Ἡγησίνου τὴν ποίησιν (FGrH 331 T 1) οὐκ

ἐπελεξάμην, ἀλλὰ πρότερον ἄρα ἐκλελοιπυῖα ἦν πρὶνἐμὲ

γενέσθαι. Κάλλιππος δὲ Κορίνθιος ἐν τῆι ἐς Ὀρχομενίους συγ-

γραφῆι (FGrH 385 F 1) μαρτύρια ποιεῖται τῶι λόγωι τὰ -

γησίνου ἔπη6, ὡσαύτως δὲ καὶ ἡμεῖς πεποιήμεθα παρ' αὐτοῦ7

Καλλίππου διδαχθέντες.

  1. [Vid. Paus. edd. Spiro et Rocha-Pereira (cum siglis), et Papachatzis; vid. etiam FGrH 331 (Hegesinus) T 1 ac F 1 (: J.1) atque 385 (Kallippos von Korinth) F 1 (: J.2), et FHG IV 352 (Mü.).]
  2. 1-2 μούσαις scr. Pap.
  3. 7 (v. 2) v.l. ἤδη (pro ἣ δή)
  4. 9 (v. 4) v.l. τ' (pro θ')
  5. 10 v.l. ταύτην τὴν κλῆσιν οὗ
  6. 13-14 τὰ Ἡγησίνου ἔπη (it. Sp. J.1; et. Pap., adnotans «προτάθηκε: ταῦτα Ἡγησίνου τὰ ἔπη») et Ἡγησίνου τὰ ἔπη (it. J.2), vel τὰ ἔπη (om. Ἡγ.; τὰ ἔπη scr. RP.)
  7. 14 παρὰ τοῦ (pro παρ' αὐτοῦ) Schubart – Walz («προτάθηκε: παρὰ τοῦ Καλλίππου διδαχθέντες» adnot. Pap.).
Παυσ. 9.29.1 κἑ.

Αὐτὰ λοιπὸν ἔτσι ἔχουν. Λένε δὲ πὼς ὁ Ἐφιάλτης καὶ ὁ Ὦτος θυ-

σίασαν στὶς Μοῦσες πρῶτοι στὸν Ἑλικώνα καὶ ὅρισαν νὰ εἶναι τὸ

ὄρος ἱερὸ τῶν Μουσῶν καὶ κατοίκισαν τὴν Ἄσκρη. Καὶ ὁ Ἡγη-

σίνους (FGrH 331 F 1) γι' αὐτὸ τὸ θέμα στὸ ποίημά του Ἀτθὶς

σύνθεσε τοὺς ἑξῆς στίχους:

(στ. 1) Μὲ τὴν Ἄσκρη πάλι ξάπλωσε ὁ κοσμοσείστης Ποσειδώνας,

           κι αὐτὴ ὡς γνωστὸ στὸ κύλισμα τοῦ χρόνου γιὸ τοῦ γέννησε

           τὸν Οἴοκλο, ποὺ πρῶτος μὲ τοῦ Ἀλωέα τὰ παιδιὰ ἔκτισε

           τὴν Ἄσκρη, ποὺ στοῦ Ἑλικώνα κείτεται τὴ βρυσομάνα ρίζα.

Αὐτὴ τὴν ποίηση τοῦ Ἡγησίνου (FGrH 331 T 1) δὲν μπόρεσα νὰ

τὴ διαβάσω, ἀλλὰ προφανῶς ἔχει χαθεῖ πρὶν γεννηθῶ ἐγώ. Ὁ Κάλ-

λιππος ὅμως ὁ Κορίνθιος στὸ σύγγραμμά του γιὰ τοὺς Ὀρχομενίους

(FGrH 385 F 1) δίνει μαρτυρίες γραπτὲς γιὰ τὰ ἔπη τοῦ Ἡγησί-

νου, ὡσαύτως δὲ καὶ ἐμεῖς ἀπ' αὐτὸν τὸν Κάλλιππο ἀντλώντας

ἔχουμε κάνει μνεία.

Σχόλια: 

4. Ἡγησίνους: ἀπὸ τὸ ἡγέομαι καὶ τὸ νόος / νοῦς, πβ. Ἀλκίνοος, -ους κ.λπ. Ὁ τύπος Ἡγησίνους πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἀρχικός· ἀπὸ τὴ γενικὴ Ἡγησίνου πρέπει νὰ πλάστηκε ἡ (μεταγενέστερη) ὀνομαστικὴ Ἡγησῖνος, καὶ ἐντεῦθεν ἡ ὀνομαστικὴ Ἡγησίας (Ἡγησίνου > Ἡγησίου > Ἡγησίας). Βλ. καὶ ἀνωτ. σσ. 93-4.

4-5. ἐν τῆι Ἀτθίδι: συνήθης τίτλος. Ἡ περὶ τὰ Ἀττικὰ ἐνασχόληση Κυπρίου –πιθανῶς– ποιητῆ (βλ. ἀνωτ. σσ. 93-5) σὲ χρόνους τόσο παλαιοὺς δείχνει τὴν εὐρύτητα τῆς πνευματικῆς ἐπικοινωνίας τῆς Κύπρου μὲ τὸν λοιπὸ Ἑλλαδικὸ χῶρο. Γενικὴ βιβλιογραφία γιὰ τὸ εἶδος καὶ τὴν καταγωγή του παραθέτει ὁ Jacoby, Atthis1 227 σημ. 1. Γιὰ τὶς σχέσεις Σαλαμινίων Ἀττικῆς καὶ Κύπρου, θυμί­ζουμε –ἀνάμεσα στὰ πάμπολλα ἄλλα– τὴν ἵδρυση τῆς Σαλαμίνας στὴν Κύπρο ἀπὸ τὸν ἀδελφὸ τοῦ Αἴαντα τοῦ Τελαμώνιου Τεῦκρο μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Τροίας (βλ. ἀνωτ. 65 κἑ.), τὸ σχόλιο τοῦ Ἡροδότου γιὰ τὴν καταγωγὴ τῶν Κυπρίων (7.90), καὶ τὴν πληροφορία ἐπιγραφῆς ἀπὸ τὸν Πειραιά, μεταγενέστερης βεβαίως, γιὰ παροικία Κυπρίων Σαλαμινίων ἐκεῖ, μὲ δικό τους ἱερὸ καὶ λατρεία, τὰ Ἀδώνια (βλ. ἀνωτ. σελ. 95 μὲ σημ. 43).

6 (στ. 1). παρέλεκτο: παρκατέλεκτο εἶναι ὁ συνήθης ἐπικὸς τύπος.

Ποσειδάων ἐνοσίχθων: συνήθης ἐπικὴ φράση. Ἐνοσίχθων (καὶ ἐννοσίγαιος, βλ. Ι 183) εἶναι ὁ σείων τὴν γῆν, ὁ κοσμοσείστης (ρῆμα *ἐνόθω)· στὸν Ἡσίοδο (Θεογ. 441, 456, 930) ὁ θεὸς ἀποκαλεῖται ἐρίκτυπος Ἐννοσίγαιος. Γιὰ τὸν Ποσειδῶνα στὴν Κυπριακὴ λατρεία καὶ τέχνη βλ. ΕΘΗρΑΚ2 σελ. 237 κ.ἀ., μὲ ἀπεικονίσεις (βλ. Εὑρετήρια), καὶ ἐδῶ Εἰκ. 28 καὶ 61 (βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 5 Υ1.24 σ.λ. Ποσειδάων καὶ Ἀπόλλων).

7 (στ. 2). περιπλομένων ἐνιαυτῶν: συνήθης, ἐπίσης, ἐπικὴ φράση ὄχι σωστὰ χρησιμοποιημένη ἐδῶ (ἐκτὸς ἂν σκόπιμα ὁ ποιητὴς θέλει νὰ τονίσει τὴ θεία προέλευση τοῦ Οἴοκλου μὲ παράταση τῆς κυοφορίας). Βλ. Ἡσ. Θεογ. 184 (βλ. West Theog.3 σημ. σ.στ.) καὶ Ἀσπ. 87 τάχα δ' ἄμμες ἐπιπλομένων ἐνιαυτῶν | γεινόμεθ', πβ. ὅμως λ 248 περιπλομένου δ' ἐνιαυτοῦ τέξεις ἀγλαὰ τέκνα. Ἐνιαυτός (βλ. West WD4 σημ. σ.στ. 561) εἶναι ἕνας πλήρης ἐτήσιος κύκλος, ποὺ ξεκινᾶ συνήθως μὲ τὸ μάζεμα τῶν καρπῶν στὶς ἀποθῆκες (ὄχι ἕνα δημόσιο ἡμερολογιακὸ ἔτος).

8 (στ. 3). μετ' Ἀλωέος: Τὰ παιδιά του Ὦτος καὶ Ἐφιάλτης ἤδη στὴν Ἰλιάδα (Ε 385-91: βλ. σημ. Kirk σ.στ., στὸ CIl5 ΙΙ 100-1 / Β΄ 204-5) παρουσιάζονται ἀπὸ τὴ Διώνη ὡς παράδειγμα τοῦ τί μποροῦν νὰ ὑποφέρουν καὶ οἱ θεοὶ κάποτε ἀπὸ τὴ σύγκρουσή τους μὲ τοὺς θνητούς. Ἄλλες πηγὲς γιὰ τὸν Ἀλωέα: λ 305-20 (βλ. σημ. Heubeck σ.στ.: COd6 ΙΙ 96 / Β΄ 259), Ἡσ. Ἠοῖαι ἀποσπ. 19-20 M. – W.7, Πίνδ. Πυθ. 4.88-89, Ἀπολλόδ. 1.7.4, Ἀπολλών. Ρόδ. Ἀργον. 1.481 κἑ. (βλ. καὶ ΕλλΜ Β΄8 42 κἑ).

9 (στ. 4). Ἄσκρην: ἡ πολίχνη, στοὺς πρόποδες τοῦ Ἑλικώνα, ἔγινε πασίγνωστη ἀπὸ τὸν ποιητὴ Ἡσίοδο, ποὺ γεννήθηκε κι ἔζησε ἐκεῖ. Τὸ ὄνομά της, κατὰ τὸν Ἡσύχιο (σ.λ. ἄσκρα), σημαίνει δρῦς ἄκαρπος. Ὁ Ἡσίοδος (Ἔργα καὶ Ἡμέραι 639-40) ἀποκαλεῖ τὴν Ἄσκρη κώμην ὀιζυρήν, χεῖμα κακήν, θέρει ἀργαλέην, οὐδέ ποτ' ἐσθλήν, ἀναφερόμενος προφανῶς στὸ μὴ εὔφορο ἔδαφός της καὶ στὸ ὄχι ἰδιαίτερα ἑλκυστικὸ κλίμα της. Ὁ Ἡγησίνους δὲν φαίνεται νὰ συμφωνεῖ μὲ τὴν περιγραφὴ αὐτή (ὅπως καὶ οἱ νεώτεροι περιηγητές, ποὺ δὲν θαύμαζαν μόνο τὶς φυσικὲς ὀμορφιές της, ἀλλὰ καὶ τὶς εὔφορες πεδιάδες καὶ τὸ καλὸ κλίμα της· βλ. West WD4 σημ. σ.στ. 640, καὶ ἐπίσης τὸ διαφωτιστικὸ –καὶ περιεκτικὸ ὅλων τῶν σημαντικῶν ἀπόψεων συγγραφέων καὶ νεώτερων περιηγητῶν γιὰ τὴν τοπογρα­φία τῆς περιοχῆς– ἄρθρο τοῦ Wallace9 «Hesiod and the Valley of Muses», GRBS 15 [1974] 5-24· οἱ σοβαρότερες προσπάθειες γιὰ τὴν ταύτιση τῆς περιοχῆς ἀναφέ­ρονται στὰ χωριὰ Παλαιόπυργος καὶ Πυργάκι). Ἡ ἐγκατάσταση τοῦ πατέρα τοῦ Ἡσιόδου στὴν Ἄσκρη φαίνεται νὰ μὴ συμφωνεῖ ἀπόλυτα μὲ τὴν περιγραφὴ τοῦ Ἡσιόδου. Δὲν ἀποκλείεται πάντως νὰ ἐξηγεῖται τοῦτο καὶ ἀπὸ τὴν πιθανὴ ἀνεύρεση ἀκαλλιέργητου κλήρου στὴν περιοχή (νοουμένου μάλιστα ὅτι στοὺς προηγούμενους στίχους εἶχε μιλήσει γιὰ τὴν Αἰολικὴ Κύμη, ποὺ μπροστά της ὁπωσδήποτε ὠχριοῦσε ἡ μικρὴ Ἄσκρη). Ὁ Wilamowitz10 (Hesiodos' Erga [Berlin 1928 / 1962] 115) ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Ἡσίοδος ἐγκατέλειψε τὴν Ἄσκρα γιὰ νὰ βρεῖ καλύτερη τύχη. Ὁπότε, ἀπὸ πλεονεκτικότερη θέση τώρα, εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ δυσφημήσει τὸν τόπο τῆς συμφορᾶς του, ἀλλὰ καὶ νὰ θίξει μὲ τὸν τρόπο του τὸν τωρινὸ κάτοχο τῆς γῆς, τὸν ἀδελφό του Πέρση.

πιδακόεντα: πβ. 3 F5.8 (στ. 5) κατ' ὄρος πολυπιδάκου Ἴδης καὶ 5 Υ1.54 ἐν ἀκροπόλοις ὄρεσιν πολυπιδάκου Ἴδης καὶ 58 Ἴδην ... πολυπίδακα (βλ. σημ. στὰ χωρία). Τὸ ἐπίθετο ἀνταποκρίνεται στὴν τοπογραφία τῆς περιοχῆς. Βλ. Wallace9 ὅ.π. 14 κἑ., ὁ ὁποῖος συγκεντρώνει τὰ ὀνόματα πέντε ποταμῶν ἢ πηγῶν τῆς μικρῆς αὐτῆς περιοχῆς: Ἀγανίππη, Ἱπποκρήνη, Λάμος, Περμησσός, Ὀλμειός.

Δὲν πρόκειται γιὰ συνήθη ἐπικὸ τύπο. Ἀπαντᾶ ἐπίσης στὴν Ἀνδρομ. τοῦ Εὐριπίδη (στ. 116 πετρίνα πιδακόεσσα λιβάς, κατὰ τὸν ἀρχ. Σχολιαστή: ἀπὸ γῆς πιδύουσα, ὅ ἔστι πηδῶσα κ.λπ.)· κατὰ τὸν Ἡσύχ. (π 2248) πιδακοέσσης· καθύγρου (πβ. [π 2251] πιδηέσσης· καθύδρου, πιδακώδους. καὶ ἡμεῖς πιδᾶν λέγομεν τὸ ἀναβάλλειν ὑγρόν, καὶ Εὐστ. στὸ Λ 183 ὅτι ἀλλαχοῦ μὲν πολυπίδακα τὴν Ἴδην λέγει διὰ τὸ πολύυδρον τοῦ ὄρους, ὡς ἐκεῖ ἐρρέθη, ἐνταῦθα δὲ καθ' ὅμοιον τρόπον πιδήεσσαν, οἱονεῖ πιδακόεσσαν, κατὰ συγκοπὴν καὶ τροπὴν τοῦ ᾱ εἰς η̄. φησὶ γὰρ «Ἴδης ἐν κορυφῆισι καθέζετο πιδηέσσης, οὐρανόθεν καταβάς», ὅ Ζεὺς δηλαδή).

  1. Atthis: The Local Chronicles of Ancient Athens, , Oxford , (1949)
  2. Ἕλληνες Θεοί καί Ἥρωες στήν Ἀρχαία Κύπρο, , Αθήνα, (1998)
  3. Hesiod, Theogony, , Oxford, (1966)
  4. Hesiod, Works and Days, , Oxford, (1978) a↑ b↑
  5. The Iliad: A Commentary, , Volume II: books 5-8, Cambridge, (1990)
  6. A Commentary on Homer's Odyssey: Volume II: Books IX-XVI, , Oxford, (1989)
  7. Hesiodi Theogonia, Opera et Dies, Scutum, Fragmenta Selecta, , Oxford, (1970)
  8. Ελληνική Μυθολογία, , Αθήνα , (1986)
  9. Hesiod and the Valley of the Muses, , GRBS, Issue 15, p.5-24, (1974) a↑ b↑
  10. Hesiodos Erga, , 1928/1962, Berlin, (1928)