You are here

F6

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Clem. Alex. Protr. 2.30.5

   1Προσίτω  δὲ καὶ ὁ τὰ Κυπριακὰ ποιήματα γράψας·

   (v. 1)  Κάστωρ μὲν θνητός , θανάτου2 δέ3 οἱ αἶσα  πέπρωται4,

3           αὐτὰργ' ἀθάνατος Πολυδεύκης, ὄζος Ἄρηος .

  1. [Vid. Clem. Alex. Protr. ed. Marcowitz, cum siglis; fr. 6 All., 6 Da., 8 Be., 9 We.]
  2. 2 (v. 1) θάνατον Sylburg
  3. τέ (pro δέ) Wüllner
  4. πέπρωται Clem. (recc. multi): πέπρωτο Köchly; μέμορται Schneidewin.
Κλήμ. Ἀλεξ. Προτρ. 2.30.5

1Ἂς προστεθεῖ καὶ αὐτὸς ποὺ ἔγραψε τὰ Κυπριακὰ ποιήματα:

(στ. 1)   Ὁ Κάστορας θνητός, μοῖρα θανάτου τοῦ 'ναι πεπρωμένη,

             μὰ ἀθάνατος βέβαια ὁ Πολυδεύκης, τοῦ Ἄρη ὁ βλαστός.

  1. [Ἡ κατάταξη τοῦ ἀποσπ. πρὶν ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ στὴ γέννηση τῆς Ἑλένης φαίνεται προτιμητέα, καθὼς τὸ τοῖς δὲ μέτα (...) τοῦ ἑπόμενου ἀποσπ. δείχνει ὅτι προηγουμένως γινόταν λόγος γιὰ τοὺς Διοσκούρους. Βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ χωρίο.]
Σχόλια: 

Δύσκολη φαίνεται ἡ κατάταξη τοῦ ἀποσπάσματος. Δυνατὴ εἶναι ἡ κατάταξή του πρὶν ἀπὸ τὸ F11 (XI Α., 13 Da., 15 Be., 16 We.) καὶ τῶν δύο μετὰ τὸ F7 (VII A., 7 Da., 7 Be.), ἀναφερόμενο στὴ γέννηση τῆς Ἑλένης, στὸ σημεῖο ὅπου γίνεται λόγος γιὰ τὴ διαμάχη τῶν Διοσκούρων μὲ τοὺς Ἀφαρεῖδες (ἡ φράση τῆς περίληψης τοῦ Πρόκλου [ἀνωτ. T7.26] Ζεὺς αὐτοῖς ἑτερήμερον νέμει τὴν ἀθανασίαν φαίνεται νὰ δημιουργεῖ κάποιο πρόβλημα). Προτιμοῦμε ὅμως τὴν κατάταξη Allen, πρὶν ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ στὴ γέννηση τῆς Ἑλένης: Ὁ στ. 1 τοῦ ἀποσπ. αὐτοῦ (F7=VII A.) τοῖς δὲ μέτα τριτάτην Ἑλένην τέκε θαῦμα βροτοῖσι δείχνει ὅτι γινόταν λόγος προηγουμένως γιὰ τοὺς Διοσκούρους. Προβληματικὴ παραμένει ἡ κατάταξη τῶν ἀποσπασμάτων τούτων πρὶν ἀπὸ τὸ ἀπόσπ. ποὺ ἀναφέρεται στὴν Εὐρυδίκη καὶ τὸν Αἰνεία (κατωτ. F8 = XXII A., 23 Da., 31 Be.) ἢ μετὰ ἀπ' αὐτό, στὸ σημεῖο τῆς περίληψης τοῦ Πρόκλου ὅπου ἡ Ἀφροδίτη ὑπόσχεται στὸν Πάρη τὴν Ἑλένη (ἀνωτ. T7.9 ἐπαρθεὶς τοῖς Ἑλένης γάμοις) ἢ ὅπου ἡ ἄφιξη στὴ Λακεδαίμονα (ἀνωτ. T7.13 κἑ. ἐπιβὰς δὲ τῆι Λακεδαιμονίαι Ἀλέξανδρος ξενίζεται παρὰ τοῖς Τυνδαρίδαις). Προτιμήσαμε τὴν κατάταξή του στὴν πρώτη ἀναφορὰ τῆς Ἑλένης.

1. προσίτω: τοῦ πρόσειμι (=προσέρχομαι, πλησιάζω)• ἐδῶ μὲ τὴ σημασία (ἀμτβ.): «ἂς προσέλθει (γιὰ νὰ μιλήσει κι αὐτός), ἂς ἑνώσει τὴ φωνή του, ἂς προστεθεῖ» (βλ. LSJ91 σ.λ. πρόσειμι Ι.Α).

2 (στ. 1). αἶσα: ἡ μοίρα, τὸ πεπρωμένο (ἤδη ἀπὸ τὸν Ὅμηρο• βλ. κυρίως ε 113 κἑ., ὅπου χρησιμοποιεῖται μαζὶ μὲ τὴ –συνώνυμη– λέξη μοῖρα: οὐ γάρ οἱ τῆιδ' αἶσα φίλων ἀπονόσφιν ὀλέσθαι, | ἀλλ' ἔτι οἱ μοῖρ' ἐστὶ φίλους ἰδέειν καὶ ἱκέσθαι | οἶκον ἐς ὑψόροφον καὶ ἑὴν ἐς πατρίδα γαῖαν). Προσωποποιημένη ἡ Αἶσα (ὅπως καὶ ἡ Μοῖρα) ἐμφανίζεται ἤδη στὴν Ἰλιάδα (Υ 127 κἑ., τὰ πείσεται ἅσσα οἱ Αἶσα | γιγνομένωι ἐπένησε λίνωι, ὅτε μιν τέκε μήτηρ: θὰ πάθει ὅσα τοῦ ἔκλωσε ἡ Μοίρα στὴ γέννησή του• πβ. Ω 209-10 τῶι δ' ὥς πόθι Μοῖρα κραταιὴ | γιγνομένωι ἐπένησε λίνωι, ὅτε μιν τέκον αὐτή• πβ. ἐπίσης η 196 κἑ. πείσεται ἅσσα οἱ αἶσα κατὰ Κλῶθές τε βαρεῖαι | γεινομένωι νήσαντο λίνωι, ὅτε μιν τέκε μήτηρ, ὅπου κατὰ πᾶσαν πιθανότητα πρέπει νὰ γραφεῖ Αἶσα). Γιὰ τὸν ὅλο στίχο πβ. Π 441~Χ 179 ἄνδρα θνητὸν ἐόντα, πάλαι πεπρωμένον αἴσηι (πεπρωμένον αἴσηι καὶ Ο 209). Ἡ ἔκφραση θανάτου αἶσα εἶναι Ὁμηρική (Ω 428 καὶ 750 ἐν θανάτοιό περ αἴσηι), πβ. β 100 μοῖρ' ὀλοὴ καθέληισι τανηλεγέος θανάτοιο (πβ. ἐπίσης Ρ 672 θάνατος καὶ μοῖρα κιχάνει).

2-3 (στ. 1-2). Κάστωρ μὲν θνητός (...): πβ. ε 212-13 οὔ πως οὐδὲ ἔοικε | θνητὰς ἀθανάτηισι δέμας καὶ εἶδος ἐρίζειν καὶ Ω 58-59 Ἕκτωρ μὲν θνητός ... | αὐτὰρ Ἀχιλλεύς ἐστι θεᾶς γόνος. Στὸν Ὅμηρο ἡ διάκριση μεταξὺ θνητοῦ Κάστορα καὶ ἀθάνατου Πολυδεύκη δὲν γίνεται πουθενά. Ἀντίθετα στὸ λ 301 κἑ. τὰ παιδιὰ τῆς Λήδας καὶ τοῦ Τυνδάρεω ἄμφω ζωοὺς κατέχει φυσίζοος αἶα• | οἳ καὶ νέρθεν γῆς τιμὴν πρὸς Ζηνὸς ἔχοντες | ἄλλοτε μὲν ζώουσ' ἑτερήμεροι, ἄλλοτε δ' αὖτε | τεθνᾶσιν• τιμὴν δὲ λελόγχασιν ἶσα θεοῖσι (βλ. καὶ COd2 ΙΙ 95-6 / Β΄ 258-9, σημ. Heubeck σ.στ. λ 300-5). Ἡ διάκριση αὐτὴ πρέπει νὰ συνδέεται μὲ τὴν ἱστορία γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Κάστορα, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ὑποστηριχθεῖ μεταγενέ¬στερη ἐπινόησή της (ἴσως ἀπὸ τὸν ποιητὴ τῶν Κυπρίων). Γιὰ τὴ γέννηση τῶν Διοσκούρων καὶ τῆς Ἑλένης βλ. καὶ κατωτ. F7.

3 (στ. 2). ὄζος Ἄρηος: στὴν κυριολ. κλάδος, κλῶνος, μεταφ. (ὅπως ἐδῶ) βλαστός, γόνος, ἀπόγονος τοῦ Ἄρη. Ἡ τυπικὴ φράση ὄζος Ἄρηος (Β 540 καὶ 663, Μ 188, κ.ἀ.) σημαίνει τὸν ξακουστὸ πολεμιστή, δὲν ἀποκλείεται ὅμως νὰ σημαίνει (βλ. LSJ9 σ.λ.) τὸν ἀκόλουθο, τὸν θεράποντα τοῦ Ἄρη. Πβ. τὸ ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα τῶν ἀρχῶν τοῦ 5ου αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὴν Ἀμαθοῦντα (ΑΚυΓ23 11 Ε3, ἀνωτ. Εἰκ. 9.1) Ἐνθάδε μο̣ῖραν ἔχων Ἁλικαρνησσεὺς Ἰδάγυγος | κεῖται, Ἀριστοκλέος παῖς Ἄρεος θεράπων.

  1. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  2. Heubeck, A. & Hoekstra A. (1989), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume II: Books IX-XVI, Oxford.
  3. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.