You are here

F21

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Schol. Hom. Π 57

1Πόλιν εὐτείχεα2 πέρσας (sc. Ἀχιλλεύς, unde Briseida cepit)· τὴν

Πήδασον  οἱ τῶν Κυπρίων ποιηταί, αὐτὸς δὲ (sc. Ὅμηρος, Β

690) Λυρνησ‹σ›όν3 .

  1. [Vid. Schol. Hom. Il. ed. Erbse; fr. 18 A., 21 Da., 27 Be., 23 We.]
  2. 1 «le. add. Vc, fort. correctius πόλιν εὐτείχεα» adnot. Erbse
  3. 3 Λυρνησ‹σ›όν suppl. Allen.
Σχόλ. Ὁμ. Π 57

1Πόλη καλοτειχισμένη ἀφοῦ ἐκπολιόρκησε (δηλ. ὁ Ἀχιλλέας, ἀπ'

ὅπου πῆρε τὴ Βρισηίδα)· τὴν Πήδασο (λὲν) οἱ ποιητὲς τῶν Κυπρίων,

ἐνῶ ὁ ἴδιος (δηλ. ὁ Ὅμηρος, στὸ Β 690) τὴ Λυρνησσό.

  1. [Ἡ περίληψη τοῦ Πρόκλου στηρίζει τὴν ἐδῶ –πρὸς τὸ τέλος τοῦ ἔπους– κατάταξη τῶν ἀποσπ. 21-24.]
Σχόλια: 

Στὴν περίληψη τοῦ Πρόκλου (βλ. ἀνωτ. Τ7.66) ἀναφέρεται καὶ ἡ ἐκπόρθηση τῆς Πηδάσου. Ἔτσι εἶναι σχεδὸν βέβαιη ἡ τοποθέτηση τοῦ ἀποσπάσματος σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο.

2. Πήδασον: Ὁ Πρόκλος στὴν περίληψή του δὲν ἀναφέρει ἂν ἡ Βρισηίδα αἰχμα­λωτίστηκε στὴν Πήδασο ἢ στὴ Λυρνησσό (χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει κατ' ἀνάγκη ὅτι ἀγνοεῖ τὸ ἀκριβὲς περιεχόμενο τῶν Κυπρίων), ὅπως δὲν ἀναφέρει ἀπὸ ποιάν ἀκριβῶς πόλη αἰχμαλωτίστηκε ἡ Χρυσηίδα (βλ. καὶ ἑπόμ. ἀπόσπ.): καὶ Λυρνησσὸν καὶ Πήδασον πορθεῖ καὶ συχνὰς τῶν περιοικίδων πόλεων (...), καὶ ἐκ τῶν λαφύρων Ἀχιλλεὺς μὲν Βρισηΐδα γέρας λαμβάνει, Χρυσηΐδα δὲ Ἀγαμέμνων. Πβ. Υ 92 (βλ. καὶ CIl1 V 303 / Ε΄ 476 : σημ. Edwards στο Υ 89-93) πέρσε δὲ Λυρνησσὸν καὶ Πήδασον (ἀπ' ὅπου ἴσως ἀφορμᾶται καὶ ἡ διαφοροποίηση). Βλ. καὶ ΕλλΜ Ε΄2 90 κἑ.

2-3. αὐτὸς δὲ Λυρνησ<σ>όν: Ἡ διαφορὰ μεταξὺ Ὁμήρου καὶ Κυπρίων στὸ ὄνομα τῆς πόλης ἀπὸ τὴν ὁποία αἰχμαλωτίστηκε ἡ Βρισηίς (καὶ ἄλλες παρόμοιες διαφορές) δὲν μπορεῖ βέβαια νὰ σημαίνει ὅτι τὰ Κύπρια δὲν ἀποτελοῦν προοικονομία τῆς Ἰλιάδος, ὅπως ἔχει κατὰ καιροὺς ὑποστηριχθεῖ (βλ. π.χ. Ξυδᾶς3 145). Ἡ Ἑλληνικὴ Μυθολογία ἦταν πλούσια σὲ παραλλαγὲς καὶ τέτοιες διαφορὲς ἐμφανίζονται ἀκόμα καὶ στὸν ἴδιο τὸν ποιητή (ἀκόμα καὶ σὲ ποίηση ὄχι προ­φορική, ὅπως στὸν Εὐριπίδη καὶ σ' ἄλλους μεταγενεστέρους, ποὺ χρησιμοποιοῦν πλήρως τὴ γραφή). Ἡ φύση τῆς Ὁμηρικῆς ποίησης, oral (προφορικὴ) κατὰ κύριο λόγο, καθιστοῦσε ἀσήμαντες ἢ ἀνεπαίσθητες τὶς διαφορὲς αὐτές. «Στὴ ρύμη τῆς ἀπαγγελίας ἐξαφανίζονταν ὅλες ἐκεῖνες οἱ ἀνωμαλίες ποὺ γιὰ νὰ τὶς προσέξουν χρειάστηκε νὰ ἐντείνουν τὴν προσοχή τους οἱ τόσο ἐξασκημένοι στὴν ἀνάγνωση φιλόλογοι, παλαιοὶ καὶ νέοι», ὅπως παρατηρεῖ ὁ W. Schadewaldt4 (Ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ὁμήρου, μετάφρ. Φ. Κακριδῆς, τόμ. Α΄, Ἀθήνα 1980, σ. 59).

  1. The Iliad: A Commentary, Edwards, M. N., and Kirk G. S. , Volume V: books 17-20, Cambridge, (1991)
  2. Ελληνική Μυθολογία, , Αθήνα , (1986)
  3. Τὰ Κύπρια ἔπη: Προλεγόμενα, Κείμενο, Ἑρμηνεία, , Ἀθήνα, (1979)
  4. Ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ὁμήρου, Α΄ τόμος: Τὸ Ὁμηρικὸ ζήτημα, , Ἀθήνα, (1980)