You are here

F2

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Paus. 10.14.6

 1Στρατείαν2 δὲ τὴν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ3 τοῦ βαρβάρου  (sc. τοῦ

   Μήδου) ἔστιν εὑρεῖν προρρηθεῖσαν μὲν ἐν τοῖς Βάκιδος χρη- 

3 σμοῖς, πρότερον δ' ἔτι Εὔκλωι4 τὰ ἐς αὐτὴν πεποιημένα ἐστίν5.

  1. [Vid. edd. Spiro et Rocha-Pereira (cum siglis); vid. etiam Papachatzis.]
  2. 1 στρατείαν Sylburg, edd.: στρατιὰν β
  3. ἀπὸ del. Siebelis, Sp. et Pap.
  4. 3 Εὔκλω(ι) plerique: Εὐκλὼ vel Εὐκλω (sine accentu) codd. quidam
  5. ‖ v.l. sine ἐστίν (ἐστίν> scr. RP.).
Παυσ. 10.14.6

Τὴν ἐκστρατεία ἐναντίον τῆς Ἑλλάδας ἀπὸ τοὺς βαρβάρους(δηλ.

τοὺς Μήδους) μπορεῖς νὰ τὴ βρεῖς προφητευμένη στοὺς χρησμοὺς

τοῦ Βάκη, καὶ πιὸ πρὶν ἀκόμα, ὅμως, ἔχουν συντεθεῖ τὰ σχετικὰ μ'

αὐτὴν ἀπὸ τὸν Εὖκλο1.

  1. [Τὸ ὄνομα τοῦ Εὔκλου στὴ δοτ. παραδίδεται ὡς Εὔκλω(ι) ὀρθῶς, ἀλλὰ καὶ ὡς Εὐκλὼ καὶ –χωρὶς τόνο– Εὐκλω. – Γιὰ τὴν Κύπρο κατὰ τοὺς Περσικοὺς πολέμους βλ. ἀνωτ. 125 κἑ. (μὲ σημ. 66 κἑ.) καὶ κατωτ. σχόλ. στὸ χωρίο.]
Σχόλια: 

1. βαρβάρου: ὀνοματοπεποιημένη λέξη (κατὰ τὸν Στράβ. 14.2.28) ποὺ δηλώνει ἐκεῖνον ποὺ ὁμιλεῖ γλώσσα ἀκατάληπτη (βάρ-βάρ). Ἔτσι ἀρχικὰ βάρβαροι ἦταν γιὰ τοὺς Ἕλληνες ὅσοι δὲν ὁμιλοῦσαν τὴν Ἑλληνική, οἱ μὴ Ἕλληνες, οἱ ξένοι (ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς Ἰουδαίους οἱ Ἕλληνες). Μετὰ τοὺς Περσικοὺς πολέμους, ὅμως, ἡ λέξη ἄρχισε νὰ ἀποκτᾶ καὶ τὴν ἔννοια τοῦ ἄξεστου, τοῦ ἀπολίτιστου, τοῦ ἀμαθοῦς, καὶ νὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς Γραμματικοὺς γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ κακοῦ Ἑλληνικοῦ ὕφους. Βάρβαροι χαρακτηρίζονταν κυρίως ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες τῆς κλασικῆς ἐποχῆς οἱ Μῆδοι καὶ οἱ Πέρσες (κατὰ δὲ τὸν Ἡρόδ. 2.158.5, βαρβάρους δὲ πάντας οἱ Αἰγύπτιοι καλέουσι τοὺς μὴ σφίσι ὁμογλώσσους). Στὸν Ὅμηρο (ὅπου δὲν ἀπαντᾶ ἡ ἴδια ἡ λέξη βάρβαρος) βαρβαρόφωνοι ὀνομάζονταν οἱ Κᾶρες (Β 867). Στὸ προκείμενο χωρίο ἡ λέξη φαίνεται νὰ χρησιμοποιεῖται ἤδη ὡς οὐσ. (οὐσιαστικοποιηθὲν ἐπίθ.), μολονότι τὰ ἀμέσως προηγούμενα (ἀπὸ τοῦ Μήδου) δὲν ἀποκλείουν νὰ ἐννοεῖται ἐδῶ τὸ οὐσ. Μήδου (=οἱ Μῆδοι, καὶ κατ' ἐπέκταση οἱ Πέρσες).

2. Οἱ χρησμοὶ ποὺ ἀποδίδονται στὸν Βάκη καὶ στὸν Εὖκλο εἶναι πιθανῶς μεταγενέστεροι (post eventum), ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστεῖ ἐντελῶς ἡ πιθανότητα νὰ εἶχεν ὄντως προφητευθεῖ –ἀόριστα– κάποιος πόλεμος (ἢ γενικότερα, κάποια δεινά), ποὺ ἐκ τῶν ὑστέρων ταυτίστηκε μὲ τοὺς Περσικοὺς πολέμους (post eventum interpretatio: ἑρμηνεία μετὰ τὸ γεγονός). Τὰ ἐντυπωσιακὰ γεγονότα τῶν ἀρχῶν τοῦ 5ου αἰ. π.Χ., μὲ τὴν Κυπριακὴ ἐξέγερση κατὰ τῶν Περσῶν (σὲ συνεργασία μὲ τοὺς Ἴωνες) καὶ ὅσα ἐπακολούθησαν (βλ. ἀνωτ. 128 κἑ. μὲ σημ. 76 κἑ. / περισσότερα: Καραγιώργη Κύπρ.1 212 κἑ. καὶ F.G. Maier and V. Karageorghis2 [in collaboration with J. Karageorghis and M.-L. von Wartburg], Paphos: History and Archaeology, Nicosia [A.G. Leventis Foundation] 1984, 192 κἑ. / καὶ ἀνωτ. Εἰκ. 38), μποροῦσαν κάλλιστα νὰ προκαλέσουν μιὰν ἀνάλογη post eventum ἑρμηνεία παλαιοῦ χρησμοῦ. Πβ. τὴ γνωστὴ ἔριδα γιὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ χρησμοῦ γιὰ τὸν Πελοποννησιακὸ πόλεμο (Θουκ. 2.54.2-5: βλ. ἀνωτ. σελ. 80 σημ. 18), καὶ τὴν post eventum ἑρμηνεία τῶν χρησμῶν πρὸς τὸν Κροῖσο ἀπὸ τὸ μαντεῖο τῶν Δελφῶν (Ἡρόδ. 1.91 κυρίως).

  1. Κύπρος:Το Σταυροδρόμι της Ανατολικής Μεσογείου, 1600-500 π.Χ., , Αθήνα, (2002)
  2. Paphos: History and Archaeology, , Nicosia, (1984)