You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Paus. 10.24.3
  1. [Vid. Paus. edd. Spiro et Rocha-Pereira (cum siglis); vid. etiam Papachatzis.]
  2. 7 (v. 3) πολύκλειτον (it. Sp. RP. Pap.) vel πολύκλυτον codd
  3. 8 (v. 4) διερός codd. (v.l. δ' ἴρος), it. Sp. RP. al.: ἱεροῖς Schubart – Walz aliique malunt (διερ. scr. Pap., sed adnot. [1]: «διορθώνεται: ἱεροῖς»)
  4. ‖ v.l. δ' pro θ'
  5. 9 (v. 5) εὐρυχώρου codd. plerique
  6. ‖ κακὰ codd., it. Sp.: καλὰ Siebelis: κλέα Herwerden, it. RP. (κακὰ scr. Pap., sed adnot. [2]: «διορθώνεται: κλέα»
  7. 11 v.l. πλεξάμενοι
  8. 12 δὲ om. L1, et Pap.; del. Sp. et RP. (fort. recte)
  9.  ‖ αὐτῶν codd., it. Sp. et RP.: αὐτοὶ Frazer (αὐτῶν scr. Pap., sed adnot. [3] «διορθώνεται: ... αὐτοὶ)
  10. ‖ ‹ἄ›λογον ‹κρίναντες› dubit. scripsimus (num λόγον ‹εὔλογον κρίναντες›?) dubit. scripsimus.
Παυσ. 10.24.3

Οἱ Κύπριοι (γιατὶ βέβαια καὶ αὐτοὶ οἰκειοποιοῦνται τὸν Ὅμηρο) λὲν

πὼς μάνα του εἶναι ἡ Θεμιστώ, μιὰ ἀπὸ τὶς ἐπιχώριες γυναῖκες, καὶ

ὑποστηρίζουν πὼς ὁ Εὖκλος προφήτευσε τὰ σχετικὰ μὲ τὴ γέννη-

ση τοῦ Ὁμήρου μὲ τοὺς ἑξῆς στίχους:

(στ. 1)   Καὶ τότε στὴ θαλασσόβρεχτη τὴν Κύπρο μεγάλος θά 'βγει ἀοιδός,

ποὺ θεία γυναίκα ἡ Θεμιστὼ σ' ἀγρὸ θὰ τὸν γεννήσει

ἔξω ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα τὴ βαθύπλουτη, μὲ πλέρια φήμη.

Κι ἀφήνοντας τὴν Κύπρο, κλυδωνισμένος καὶ λουσμένος ἀπ' τὰ κύματα,

(στ. 5)   τῆς Ἑλλάδας τῆς εὐρύχωρης ἀνεπανάληπτα τὶς συμφορὲς

πρῶτος ἄδοντας

θὰ μείνει ἀθάνατος κι ἀγέραστος παντοτινά.

Αὐτὰ ἐμεῖς ἀφοῦ ἀκούσαμε καὶ ἀφοῦ συλλέξαμε τοὺς χρησμούς, καὶ

μὴ κρί­νοντας προσωπικὰ κανένα ἀπὸ αὐτοὺς ὄχι εὔλογο, οὔτε γιὰ

τὴν πατρίδα οὔτε γιὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὁμήρου γράφουμε.

Σχόλια: 

1. Ἀνάμεσα στὶς πόλεις ποὺ ἐρίζουν γιὰ τὴν καταγωγὴ τοῦ Ὁμήρου, διεκδικώντας τὸν θεῖο ἀοιδό, ἀναφέρεται συχνὰ καὶ ἡ Σαλαμίνα τῆς Κύπρου. Ἔτσι κατὰ τὸν Βίον Ὁμήρου II. (Homeri Opera V 244 Allen1) οὐκ ὤκνησαν δέ τινες Σαλαμίνιον αὐτὸν (sc. Ὅμηρον) εἰπεῖν ἀπὸ Κύπρου (: δὲν δίστασαν μερικοὶ νὰ ποῦν ὅτι αὐτὸς κατάγεται ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα τῆς Κύπρου). Γιὰ ἄλλες μαρτυρίες βλ. ΑΚΕΠ Γα΄2 2 κἑ. Τὸ γεγονὸς αὐτό, μαζὶ μὲ ἄλλα ποὺ θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια, ἀποτελεῖ μιὰν πρόσθετη ἀπόδειξη γιὰ τὴν ἄνθηση τῆς ἐπικῆς ποιήσεως στὴν Κύπρο κατὰ τοὺς πρώιμους ἤδη ἀρχαϊκοὺς χρόνους.

Πατέρας τοῦ Ὁμήρου, κατὰ μιὰν παράδοση, ἦταν ὁ Δμησαγόρας. Βλ. Ἀνθ. Παλ. 7.5, ἐπίγραμμα –ἀποδιδόμενο ἀπὸ μερικοὺς στὸν Ἀλκαῖο– ποὺ ἀπορρίπτει τὴν –παλαιὰ προφανῶς– ἐκδοχὴ ὅτι ὁ Ὅμηρος ἦταν Σαλαμίνιος καὶ γιὸς τοῦ Δμησαγόρα.

3. προθεσπισθῆναι: τὸ συμπέρασμα τοῦ Παυσανία, ὅτι ὁ Εὖκλος ὄντως προφήτευσε (πρόβλεψε) τὴ γέννηση τοῦ Ὁμήρου, δὲν φαίνεται εὔλογο. Ὁ χρησμὸς εἴτε πλάστηκε post eventum (μετὰ τὸ γεγονὸς) σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴ διεκ­δίκηση τοῦ Ὁμήρου ἀπὸ τὴν Κύπρο (κατὰ τὴν κρατοῦσα ἄποψη), εἴτε ἀναφέρεται στὸν ἴδιο τὸν Εὖκλο. Βλ. καὶ ἀνωτ. σσ. 83 κἑ. (Γιὰ μιὰν ἄλλη ἐνδιαφέρουσα ἀναφορὰ τοῦ Παυσανία στὴν Κύπρο, πέραν τῶν ἐδῶ καὶ κατωτ. σχολιαζομένων, βλ. ΑΚυΓ43 81 μὲ σημ. 13.

5 (στ. 1). εἰναλίηι Κύπρωι: ἡ φράση ἀπαντᾶ ἐπίσης στοὺς Ὁμηρ. ὕμν. (Εἰς Ἀφρ.) VI.2-3 (Κύπρου ... εἰναλίης) καὶ Χ.5 (εἰναλίης τε Κύπρου), καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ, γεγονὸς ἰδιαίτερα χαρακτηριστικό, ποὺ ἐνισχύει τὴν ὑπόθεση γιὰ κυπριακὴ προέλευση τῶν Ὁμηρικῶν αὐτῶν ὕμνων στὴν Ἀφροδίτη. Νὰ προχωρήσει κανεὶς σὲ σύνδεση τοῦ ὀνόματος τοῦ Εὔκλου μὲ τοὺς Ὁμηρικοὺς αὐτοὺς ὕμνους (ἤδη ὁ Gyraldus ἔχει συνδέσει τὸν ποιητὴ μὲ τὰ Κύπρια) εἶναι παρακινδυνευμένο, ἀλλ' ὄχι ἀπίθανο (βλ. καὶ ἀνωτ. σσ. 83 καὶ 105 κἑ. [κυρίως 123], καὶ κατωτ. 5Y1 καὶ 5Y3, μὲ σχόλια). Ὁ τύπος εἰνάλιος (ἐπικ. καὶ λυρ. τύπος ἀντὶ τοῦ ἐνάλιος), παράγεται ἀπὸ τὴν πρόθ. εἰν- (ποιητ. ἀντὶ ἐν) καὶ τὴ λ. ἅλς, ἁλός, =ἡ θάλασσα. – Στὸν Ἡσίοδο ἀπαντᾶ ὁ τύπος περίρρυτον ... Κύπρον (Θεογ. 193).

ἀοιδός: ἀπὸ τὸ ἀείδω (ἀργότερα συνηρημ. ᾄδω), δηλώνει τὸν τραγουδιστὴ-ποιητὴ (πβ. Γαλλ. aède), αὐτὸν ποὺ σύνθετε (προφορικὰ στὴν ἀρχὴ) καὶ τραγουδοῦσε (ἀπάγγελλε) τὰ ποιήματά του, ὅπως ὁ Φήμιος καὶ ὁ Δημόδοκος στὴν Ὀδύσσεια (α 153-6, 337 κἑ., ρ 262 κἑ., χ 330 κἑ., θ 43 κἑ., ω 27 κἑ.). Βλ. West4 Theog. σ.στ. 95 (σ. 187) καὶ στὸ Β 599-600 (Ι 217). Παράλληλα χρησιμοποιήθηκε συχνὰ ὁ τύπος ῥαψωιδός (ἀπὸ τὸ ῥάπτω καὶ τὸ ὠιδή), ὁ ὁποῖος ἀρχικὰ σήμαινε τὸν ἀοιδὸ ποὺ ἀπάγγελλε τὰ δικά του ποιήματα καὶ ἀργότερα τὸν ἐπαγγελματία, κατὰ κανόνα, ποὺ ἀπάγγελλε ἀπὸ μνήμης τὰ ποιήματα ἄλλων (κυρίως τοῦ Ὁμήρου).

6 (στ. 2). Θεμιστὼ (...) δῖα: δῖος (=δίϜιος, λατ. div-us, πβ. Διός) εἶναι στὴν κυριο­λεξία ὁ καταγόμενος ἀπὸ τὸν Δία (ἐπίθ. συχνὸ στὸν Αἰσχύλο μὲ τὴ σημ. αὐτὴ) καὶ μὲ τὴ διευρυμένη ἔννοια ὁ καταγόμενος ἀπὸ θεοὺς ἢ θεό, ὁ θεῖος. Τὸ ὄνομα Θεμιστὼ ἀπαντᾶ καὶ σὲ Κυπριακὴ ἐπιγραφὴ τοῦ 2/3 αἰ. μ.Χ. ἀπὸ τὴν Ἁγία Εἰρήνη [Λαπήθου]: RDAC5 1969 74 ἀρ. 3, Πίν. 14.3 [Ἰ. Νικολάου] / SEG6 25 [1971] 1131).

7 (στ. 3). πολυκτεάνοιο: γιὰ πρώτη φορὰ ἐδῶ (καὶ ἀργότερα στὸν Πίνδαρο, Ὀλ. 10.36 πατρίδα πολυκτέανον, κ.ἀ.). Β΄ συνθ. (ἀπὸ τὸ κτάομαι, ἰων. κτέομαι) τὸ κτέανον=κτῆμα, ποὺ ἀπαντᾶ συνήθως στὸν πληθ. (Ἡσ. Ἔργα 315, κ.ἀ.). Ὁ τύπος κτέανα δὲν εὑρίσκεται στὸν Ὅμηρο, ποὺ χρησιμοποιεῖ τὸν τύπο κτέατα (μτγν. ὀνομ. κτέαρ), μόνο στὴ δοτ., ἀλλὰ καὶ τὸν τύπο φιλοκτέανος (Α 122 φιλοκτεα­νώτατε).

Ἡ Σαλαμίνα τῆς Κύπρου φημιζόταν ἀπὸ παλιὰ γιὰ τὰ πλούτη της. Τὰ πλούσια ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα ἀπὸ τὴν περιοχὴ ἐπιβεβαίωσαν καὶ ἐνίσχυσαν τὴ φήμη αὐτή (βλ. ἀνωτ. 105 μὲ σημ. 56), κ.ἀ.

πολύκλειτον: Γιὰ πρώτη φορὰ ἐδῶ, ἀργότερα στὸν Πίνδαρο. Ὁ τύπος πολύκλῠτος ἀποκλείεται ἀπὸ τὸ μέτρο. Πβ. πάγκλειτος (βλ. κατωτ. 7 F1).

νόσφι (...) Σαλαμῖνος: Κατὰ τὸν Ἐπιφάνιο (Κατὰ αἱρέσ., ἔλεγχ. ιβ΄: Dindorf7 II 332), μερικοὶ λὲν τὸν Ὅμηρο Κύπριον προποδιάδος περιοικίδος τῆς Σαλαμινίων περιμέτρου (Κύπριο ἀπὸ τὰ περίχωρα τῆς Σαλαμίνας).

8 (στ. 4). Ὁ Κύπριος χρησμολόγος εἴτε ἀναφέρεται στὴν προσωπική του ζωὴ εἴτε προσπαθεῖ νὰ συμβιβάσει τὴν ἐκδοχὴ γιὰ Κυπριακὴ καταγωγὴ τοῦ Ὁμήρου μὲ τὴν εὐρύτατα διαδεδομένη παράδοση γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ μεγάλου ποιητῆ πέρα ἀπὸ τὴ θάλασσα, στὴν περιοχὴ τῆς Σμύρνης καὶ τῆς Χίου κατὰ πᾶσαν πιθανότητα (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 3). Μὲ τὴ Χίο καὶ –ἔμμεσα– μὲ τὴν Κύπρο συνδέει τὸν Ὅμηρο καὶ τὸ λεξικὸ Σοῦδ. (σ.λ. Ὅμηρος): γήμας δ' ἐν Χίωι Ἀρησιφόνην (...) ἔσχεν υἱεῖς δύο καὶ θυγατέρα, ἣν ἔγημε Στασῖνος ὁ Κύπριος (...). Βλ. κατωτ. 3 T6.

διερός: Ἡ φράση διερός θ' ὑπὸ κύμασιν ἀρθεὶς φαίνεται προβληματική. Οἱ Schubart – Walz8 καὶ Παπαχατζῆς9 προτείνουν διόρθωση τοῦ διερός (τῆς χειρόγραφης παράδοσης) σὲ ἱεροῖς. Ἡ ὅλη φράση ὅμως πρέπει νὰ σημαίνει –στὴν κυριολεξία– τὸ ἐπικίνδυνο ταξίδι ἀπὸ τὴν Κύπρο πρὸς τὴν Ἰωνία ἢ ἀλλοῦ (τὸ κλυδώνισμα καὶ τὸ βρέξιμο ἀπὸ τὰ κύματα), ἐφ' ὅσον δεχτοῦμε τὴ μεθομηρικὴ σημασία τῆς λέξεως (ὑγρός, βρεγμένος: ἀπὸ τὸ διαίνω=βρέχω, βλ. LSJ910 διερὸς II.), καὶ δὲν ἀποκλείεται νὰ κρύβει καὶ μεταφορικὴ σημασία: τὴν ἀνάδυση τοῦ ποιητῆ στὴν Ἑλλάδα, μετὰ τὸ ταξίδι μέσα ἀπὸ τὰ κύματα (ὑπενθυμίζοντας τὴν ἀνάδυση τῆς Ἀφροδίτης ἀπὸ τὰ κύματα στὴν Κύπρο) καὶ τὸ ὅτι ἦταν ἕτοιμος γιὰ μεγάλη πνευματικὴ παραγωγή (διερός, μὲ μεταφορικὴ σημασία)· στὴν Ἰωνία τὸ «τέκνο τῆς Κύπρου» βρίσκει τὶς κατάλληλες συνθῆκες γιὰ πλούσιους καρπούς. Πιθανὴ εἶναι ἐδῶ καὶ ἡ Ὁμηρικὴ σημασία τῆς λέξεως διερός (ζωντανός, δραστήριος, ἐνεργητικός, βλ. LSJ910 διερὸς I., πιθανῶς ἀπὸ τὸ δίεμαι). Ἡ διόρθωση, ἑπομένως, τοῦ κειμένου δὲν εἶναι οὕτως ἢ ἄλλως εὔστοχη, καὶ ὡς μὴ ἀπαραίτητη νοηματικὰ καὶ γιατὶ τὸ διερός εἶναι lectio difficilior (γραφὴ πιὸ δύσκολη ἀπὸ τὸ ἱεροῖς, ἄρα καὶ πιὸ ἰσχυρὴ κατὰ τοὺς κανόνες τῆς κριτικῆς τοῦ κειμένου).

9 (στ. 5). εὐρυχόρου: γραφὴ ἀπαραίτητη, τουλάχιστο γιὰ μετρικοὺς λόγους (ἡ γραφὴ εὐρυχώρου ἀποκλείεται ἀπὸ τὸ μέτρο). Τὸ ἐπίθ. ἀπαντᾶ συχνὰ ἤδη στὸν Ὅμηρο (βλ. π.χ. Ι 478 φεῦγον ἔπειτ' ἀπάνευθε δι' Ἑλλάδος εὐρυχόροιο, μὲ τὴ χαρακτηριστικὴ τυπικὴ φράση Ἑλλάδος εὐρυχόροιο). Ἀρχικὰ πρέπει νὰ σήμαινε (μὲ β΄ συνθετικὸ τὸ χορός) τὸν εὐρεῖς τόπους χοροῦ ἔχοντα, ἐνῶ ἀργότερα (ἴσως ἤδη στὸν Ὅμηρο) διευρύνθηκε ἡ σημασία του καὶ σήμαινε γενικὰ τὸν εὐρύ, τὸν πλατύ, τὸν ἐκτεταμένο, χρησιμοποιήθηκε δὲ ἀπὸ τοὺς ποιητὲς ὡς τυπικὸ ἐπίθετο (συνδεδεμένο πιθανῶς ἐτυμολογικὰ μὲ τὸ χῶρος). Βλ. LSJ910 εὐρύχορος (καὶ εὐρύχωρος). Ἡ υἱοθέτηση τῆς γεν. -ου, παράλληλου τύπου ἤδη στὸν Ὅμηρο ἀλλὰ σχετικὰ μεταγενέστερου ἀπὸ τὸν τύπο -οιο, δὲν ἀποτελεῖ ἐδῶ κατ' ἀνάγκη τεκμήριο ὄψιμης σύνθεσης· ἡ υἱοθέτηση τοῦ τύπου εὐρυχόροιο (πβ. στ. 3 πολυκτεάνοιο) θὰ ἐπέβαλλε –γιὰ μετρικοὺς λόγους– καὶ ἀντικατάσταση τοῦ ἐπικοῦ τύπου μοῦνος μὲ τὸν σχετικὰ μεταγενέστερο τύπο μόνος.

μοῦνος: πρέπει νὰ ἐκληφθεῖ ὡς ἐπιρρηματικὸ κατηγορούμενο (=κατὰ τρόπο μοναδικό, ἀνεπανάληπτα), γιατὶ ὁ Ὅμηρος (ἢ ὁ Κύπριος ποιητής) δὲν ἦταν ὁ μόνος ποὺ τραγούδησε τὶς συμφορὲς τῆς Ἑλλάδας. Οἱ τύποι μὲ ου (ἀντὶ ο) εἶναι καὶ σήμερα ζωντανοὶ στὴν Κυπριακὴ τοπολαλιά («οὗλος» [«οὗλλοι»] ἀντὶ ὅλος, κ.λπ.).

κακά: Ἡ διόρθωση τοῦ κακὰ (τῆς χειρόγραφης παράδοσης) σὲ κλέα (βλ. Rocha – Pereira11 καὶ Παπαχατζῆς9) ἢ καλὰ (Siebelis12) δὲν εἶναι ἀπαραίτητη. Ὁ Κύπριος χρησμολόγος ἔχει ἀναμφίβολα ὑπ' ὄψιν του τοὺς πρώτους στίχους τῆς Ἰλιάδος καὶ τῆς Ὀδυσσείας, ὅπου εἶναι ἔντονη ἡ εἰκόνα τῶν συμφορῶν: μυρί' Ἀχαιοῖς ἄλγε' ἔθηκεν... (Α 2 κἑ.), ὃς μάλα πολλὰ | πλάγχθη (α 1-2). Γιὰ τὸ κλέα βλ., π.χ., Ι 186 ἄειδε δ' ἄρα κλέα ἀνδρῶν (κλέα ἀνδρῶν, ὄχι Ἑλλάδος κλέα).

πρῶτος: Ἡ ὁμηρικὴ ἔρευνα ἔχει ἀποδείξει ὅτι προηγήθηκαν τοῦ Ὁμήρου αἰῶνες ὁλόκληροι μὲ ἀνάπτυξη καὶ διάδοση τῆς προφορικῆς ποίησης (oral poetry). Ὁ Ὅμηρος δὲν ἦταν ὁ πρῶτος μὲ τὴν –κυριολεκτικὴ– χρονικὴ σημασία τῆς λέξεως. Ἦταν ὅμως ὁ πρῶτος ποὺ νίκησε τὸν χρόνο καὶ ἔσπασε τὸ φράγμα τῆς ἀνωνυμίας. Ἦταν ἐπίσης –καὶ ἔμεινε– ὁ πρῶτος μὲ τὴν ἀξιολογικὴ σημασία. Δὲν ἀποκλείεται λοιπὸν νὰ πρόκειται ἐδῶ προληπτικὸ κατηγορούμενο ἢ τοῦ ἀποτελέσματος: ὁ Ὅμηρος (ἢ ὁ Κύπριος ποιητής) ἀείσας Ἑλλάδος εὐρυχόρου κακὰ μοῦνος (=κατὰ τρόπον ἀνεπανάληπτο) πρῶτος (=ὥστε γενέσθαι πρῶτος) ἔσσεται ἀθάνατος.

10 (στ. 6). ἔσσεται ἀθάνατος καὶ ἀγήραος ἤματα πάντα: πβ. Ὁμηρ. ὕμν. II.242 καὶ 260, ΙΙΙ.151, καὶ V.214 (βλ. κατωτ. 5 ΥI.214, μὲ σχόλ. σ.στ.)· ἤματα πάντα συχνά (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 5 Υ1.148).

11. ἐπιλεξάμενοι: ἡ μτχ. μέσ. ἀορ. τοῦ ρήματος ἐπιλέγω ἔχει ἐδῶ μιὰν ἢ –πιθανῶς– περισσότερες ἀπὸ τὶς σημασίες: ἐπιλέγω, συλλέγω –ἐρευνῶ, ἐξετάζω– διαβάζω (LSJ910 ἐπιλέγω ΙΙ. καὶ ΙΙΙ. 1-2).

12. ἰδίαι ... <κρίναντες>: Τὸ κείμενο φαίνεται ἀκρωτηριασμένο. Ὁ Παπαχατζῆς9 προτείνει ὀβελισμὸ τοῦ δὲ (ὅπως καὶ οἱ Spiro καὶ Rocha-Pereira11) καὶ διόρθωση τοῦ αὐτῶν σὲ αὐτοί, ποὺ δίνει μὲν σωστὸ νόημα ἀλλὰ δὲν στηρίζεται παλαιογραφικά. Ἡ δική μας διόρθωση πιστεύουμε ὅτι ἀποκαθιστᾶ ἱκανοποιητικὰ τὸ κείμενο νοηματικὰ καὶ ἐξηγεῖ τὴν παραφθορὰ τοῦ κειμένου (παράλειψη τῆς μετοχῆς κρίναντες σὲ πρώτη φάση καὶ τῆς συλλαβῆς α- τοῦ ἄλογον σὲ δεύτερη). Ὁ Παυσανίας, ἔχοντας στὸν νοῦ καὶ τὴν κοινὴ ἄποψη γιὰ τὴν πατρίδα (καὶ τὴν ἐποχὴ) τοῦ Ὁμήρου καὶ βρίσκοντας στὸν Εὖκλο μιὰν εὔλογη ἄποψη γιὰ καταγωγὴ τοῦ ποιητῆ ἀπὸ τὴν Κύπρο, ἀποφεύγει νὰ πάρει θέση γιὰ τὸ πρόβλημα. Πβ. τὸ τοῦ Παυσ. 9.30.3-4 περὶ δὲ Ἡσιόδου τε ἡλικίας καὶ Ὁμήρου πολυπραγμονήσαντι ἐς τὸ ἀκριβέστατον οὔ μοι γράφειν ἡδὺ ἦν, ἐπισταμένωι τὸ φιλαίτιον ἄλλων τε καὶ οὐχ ἥκιστα ὅσοι κατ' ἐμὲ ἐπὶ ποιήσει τῶν ἐπῶν καθεστήκεσαν.

12-13. Οἱ Ὁμηριστὲς ἐρίζουν ἀκόμα γιὰ τὴν ἐποχὴ καὶ τὴν πατρίδα τοῦ ποιητῆ. Ὁ 8ος αἰώνας καὶ ἡ περιοχὴ Σμύρνης – Χίου φαίνεται νὰ κερδίζουν ὅλο καὶ περισσότερο ἔδαφος. Βλ., π.χ., Lesky ΙΑΕΛ513 77 κἑ.

  1. Homeri Opera, , Volume I-V, Oxford, (1908)
  2. Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, , 1971-1992, Volume τόμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία, (1971)
  3. Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ.4. Ἰατρική, , Volume τόμ.4, Λευκωσία, (2007)
  4. Hesiod, Theogony, , Oxford, (1966)
  5. Report of the Department of Antiquities, Cyprus , , Nicosia, Cyprus, (1969)
  6. Supplementum Epigraphicum Graecum, , Amserdam/Leiden, (Unknown)
  7. Scholia Graeca in Homeri Iliadem, , 1875-1877, Volume I-IV, Oxford, (1875)
  8. Descriptio Graeciae, , Leipzig, (1938)
  9. Παυσανίου Ἑλλάδος περιήγησις: (1.) Ἀττικά, (2.) Κορινθιακὰ καὶ Λακωνικά, (3.) Μεσσηνιακὰ καὶ Ἠλειακά, (4.) Ἀχαϊκὰ καὶ Ἀρκαδικά, (5.) Φωκικὰ καὶ Βοιωτικά, , 1974-1981, Volume 1-5, Ἀθήνα , (1974) a↑ b↑ c↑
  10. A Greek-English Lexicon, , Oxford, (1940) a↑ b↑ c↑ d↑
  11. Pausaniae Graeciae descriptio, , 1973-1981, Volume I-III, Leipzig, (1973) a↑ b↑
  12. Pausaniae Graeciae descriptio, , 1822-1828, Leipzig, (1822)
  13. Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, , Θεσσαλονίκη , (1981)