You are here

F20

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Athen. 3, 101a

1Ἐν δὲ Φυσιολόγωι  (sc. Σώπατρός φησιν [vid. supra F8])·

(v. 1)   2Μήτρας ὑείας οὐκ ἀφεψηθεὶς3 τόμος ,

           τὴν δηξίθυμον ἐντὸς ὀξάλμην  ἔχων.

  1. Vid. etiam Athen. Epit. 101a (II.1 19 P.) Σώπατρος δέ που καὶ δηξίθυμον ὀξάλμην φησίν.


  2. 2 (v. 1) om. CE
  3. οὐκ ἀφεψηθεὶς A: εὖ καθεψηθεὶς Kaib.2, et Olson.
Ἀθήν. 3, 101a

1Καὶ στὸν Φυσιολόγο (ὁ Σώπατρος [βλ. ἀνωτ. F8] ἀναφέρει):

(στ. 1)  Μήτρας χοιρινῆς μισόβραστο2 κομμάτι

           ποὺ νά 'χει καφτερὸ ἁλατόξιδο ἐντός του.

  1. Βλ. καὶ Ἀθήν. Ἐπιτ. 101a (II.1 19 P.) Ὁ Σώπατρος κάνει λόγο κάπου γιὰ καυτερὸ ἁλατόξιδο.


  2. [Ἡ γραφὴ οὐκ ἀφεψηθεὶς υἱοθετεῖται ὡς εὐερμήνευτη (βλ. κατωτ. σχόλ. στὸν στ.).]
Σχόλια: 

ΤΙΤΛΟΣ: Φυσιολόγος ὀνομαζόταν στὴν ἀρχαιότητα αὐτὸς ποὺ ἐρευνοῦσε τὶς φυσικὲς αἰτίες τῶν πραγμάτων καὶ τὰ φαινόμενα (φυσιολογοῦσε, μὲ μιὰ λέξη) ἢ προσπαθοῦσε νὰ ἀνακαλύψει καὶ νὰ ἑρμηνεύσει τὶς φυσικὲς ἀρχὲς τοῦ κόσμου (εἰδικὰ ὅταν γινόταν ἀναφορὰ στοὺς προσωκρατικοὺς φιλοσόφους). Ὁ Ἀριστοτέλης ἀναφέρεται συχνὰ στὶς ἀπόψεις αὐτῶν τῶν –προγενεστέρων του κατὰ μέγιστο μέρος– ἐρευνητῶν συζητώντας καὶ κρίνοντας τὰ πορίσματά τους σὲ διαφορετικὰ θέματα (βλ. π.χ. Περὶ ζώιων μορ. 641a οὕτως γὰρ καὶ οἱ φυσιολόγοι τὰς γενέσεις καὶ τὰς αἰτίας τοῦ σχήματος λέγουσιν· ὑπὸ τίνων γὰρ ἐδημιουργήθησαν δυνάμεων). Στὸ ἔργο τοῦ Σώπατρου δὲν γνωρίζουμε ἀκριβῶς ποιός θὰ ἦταν ὁ ρόλος ἑνὸς φυσιολόγου καὶ πῶς θὰ διακωμωδεῖτο ἡ συμπεριφορά του ὡς ἐρευνητῆ, ταπεινοῦ ἢ φαντασμένου, ὥστε σ' αὐτὴν νὰ στηρίζεται ἡ πλοκὴ τοῦ ὅλου ἔργου. Καθὼς ὅμως στὸ ἀπόσπ. γίνεται λόγος γιὰ τρόπο συντήρησης ἢ μαγειρεύματος κρέατος, μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ὁ φυσιολόγος ἦταν μᾶλλον «εἰδικὸς κρεατολόγος», ἀσχολούμενος μὲ τὴ φυσιολογία τοῦ κρέατος καὶ τὴ δίαιτα, κι ὄχι μόνο μ' αὐτά, ἀλλὰ καὶ περὶ φύσεως κατεῖχε πάντας τοὺς λόγους (καὶ μὲ τὴν ἀστρολογία ἀσχολοῦνταν καὶ μὲ τὴν ἐπίδραση στὴ μαγειρικὴ τῆς κίνησης τῶν οὐράνιων σωμάτων καὶ μὲ ἄλλα πολλά, γιὰ τὰ ὁποῖα βλ. κατωτ. 10b F1). Χαρακτηριστικὴ εἶναι καὶ ἡ ὁμοιότητα τοῦ χωρίου μὲ τὸ F17 (βλ. ἀνωτ.)· φαίνεται πὼς τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ὑείαν μήτραν ἦταν θέμα ἀγαπητὸ στὸν Σώπατρο.

Τὸ μέτρο εἶναι ἰαμβικὸ τρίμετρο, χωρὶς ἀνωμαλίες.

3 (στ. 1). μήτρας ὑείας (...) τόμος: Οἱ τρεῖς αὐτὲς λέξεις ἀναφέρονται στὸ F17 (ἐν Σίλφαις) μὲ τὴν ἴδια ἀκριβῶς θέση στὴ δομὴ τοῦ στίχου (μήτρας ὑείας ... τόμον). Γιὰ τὴ μήτρα βλ. ἀνωτ. F8 καὶ F17, σχόλια.

οὐκ ἀφεψηθείς: Ὁ Kaibel1 διόρθωσε τὴ γραφὴ τῶν χφφ. σὲ εὖ καθεψηθείς. Τὸ ρ. καθέψω σημαίνει «βράζω καλά», ἀλλὰ καὶ «χωνεύω», ἐνῶ γιὰ φυτὰ δηλώνει τὴν ἀποξήρανση στὸν ἥλιο (βλ. π.χ. Θεόφρ. Περὶ φυτ. ἱστ. 7.5.2 ἀρδεύουσι τὰ μὲν ἄλλα πρωῒ ἢ πρὸς ἑσπέραν, ὅπως μὴ καθέψηται, τὸ δὲ ὤκιμον καὶ μεσημβρίας), μὲ μεταφορικὴ δὲ σημασία (βλ. LSJ92 σ.λ., ΙΙ) «πραΰνω, μαλακώνω». Ἡ μετάφραση τοῦ τύπου εὖ καθεψηθεὶς θὰ ἦταν «καλοβρασμένος» (πβ. π.χ. Ἀέτ. Λόγ. ἰατρ. 11.29.40 μαλάχης αἱ ῥίζαι εὖ καθεψηθεῖσαι ἐν μελικράτωι, Ἀλεξ. Τραλλ. Θεραπ. 2.125.4 σεμιδάλεως εὖ μάλα καθεψηθείσης, κ.τ.τ.), ἡ ἑρμηνεία ὅμως τοῦ στίχου σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ἑπόμενο δὲν φαίνεται νὰ εἶναι ἔτσι ἡ καλύτερη δυνατή.

Τὸ ἀφέψω στὴν ἐνεργ. φωνὴ σημαίνει «καθαρίζω, διυλίζω μὲ βρασμό», καὶ μεταφορικὰ «λαγαρίζω, ἑτοιμάζω ἀναταραχὴ γιὰ ξεκαθάρισμα» (πβ. Ἀριστοφ. Ἱππ. 1321 τὸν Δῆμον ἀφεψήσας ὑμῖν καλὸν ἐξ αἰσχροῦ πεποίηκα καὶ 1336 ὅσα με δέδρακας ἀγάθ' ἀφεψήσας, κ.τ.τ., βλ. LSJ92 καὶ TGrL3 σ.λ.). Ὁ τύπος τῆς παθητικῆς φωνῆς, ποὺ ἔχουμε ἐδῶ, ἀπαντᾶ συχνὰ μὲ τὸ νόημα τοῦ «βράζομαι πρὸς διύλιση, σιγοψήνομαι στὴν κατσαρόλα» (τὸ πρῶτο γιὰ ὑγρά, τὸ δεύτερο γιὰ στερεὰ φαγητά), ἀλλὰ καὶ «καταναλίσκομαι μὲ τὸ βράσιμο, ἐξατμίζομαι». Στὴν περί­πτωσή μας μπορεῖ νὰ σημαίνει τὸ μὴ παραβρασμένο, μὰ καλοψημένο, κρέας (βλ. LSJ92 / LSK4 καὶ TGrL3 σ.λ.), ἑρμηνεία πιὸ πρόσφορη στὸ ἐδῶ ἀπόσπ., πέραν τοῦ ὅτι τὸ οὐκ ἀφεψηθεὶς τῆς χειρόγραφης παράδοσης εἶναι lectio difficilior.

4 (στ. 2). δηξίθυμον (...) ὀξάλμην:ὀξάλμη εἶναι εἶδος σάλτσας ἢ καρυκεύ­ματος (καταχυσμάτιον γενικά) μὲ συνθετικὰ τὸ ξύδι καὶ τὴν ἅλμη, ὅπως φαίνεται (βλ. TGrL3 σ.λ.). Μέσα σ' αὐτὴν βουτοῦσαν κρέατα ἢ ψάρια, κι ὄχι μόνο γιὰ συντήρηση. Βλ. Ἀθήν. 9, 385b-d παρατεθέντος δέ ποτε καὶ ἰχθύος μεγάλου ἐν ὀξάλμηι κ.λπ. (Ἀριστοφ. Σφῆκ. 331 εἰς ὀξάλμην ἔμβαλε θερμήν, Κρατίν. ἀπόσπ. 143 [Kock5, Ὀδυσσ. 5] φρύξας, ἑψήσας κἀπ' ἀνθρακιᾶς ὀπτήσας | εἰς ἅλμην τε καὶ ὀξάλμην κἆιτ' ἐς σκοροδάλμην | χλιερὸν ἐμβάπτων, ὃς ἂν ὀπτότατός μοι ἁπάντων | ὑμῶν φαίνηται, κατατρώξομαι), ἀπὸ ὅπου μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε πὼς μέσα σὲ ὀξάλμη βουτοῦσαν κρέας ποὺ εἶχε βραστεῖ μὲ σκοπὸ νὰ ψηθεῖ κάποια στιγμὴ ἀργότερα ἢ νὰ φαγωθεῖ ἀμέσως, καὶ ὄχι μόνο αὐτὸ ποὺ ἔπρεπε ἁπλῶς νὰ συντηρηθεῖ. Στὴν περίπτωσή μας ὁ Φυσιολόγος θὰ συνιστοῦσε (παρὰ θὰ ἀπέτρεπε, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Ξυδᾶς, ΣΣ6 63) τὴ χρήση αὐτοῦ τοῦ τρόπου μαγειρικῆς, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπέτρεπε πιθανὸ καλὸ ψήσιμο τοῦ κρέατος στὴ συνέχεια ἢ θὰ πρόσθετε νοστιμιὰ στὸ ψημένο κρέας.

ὀξάλμη θεωροῦνταν Σικελικὸ προϊὸν σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Ἀριστοτέλη (Μετεωρ. 359b τὰ ἠθούμενα ὕδατα ὄντα γλυκέα μεταβάλλει, καὶ τὰ μὲν ὀξέα γίγνεται, καθάπερ ἐν τῆι Σικάνηι τῆς Σικελίας· ἐκεῖ γὰρ ὀξάλμη γίγνεται, καὶ χρῶνται καθάπερ ὄξει πρὸς ἔνια τῶν ἐδεσμάτων αὐτῶι). Ἀξιοσημείωτη εἶναι καὶ ἡ χρήση της στὴν Ἰατρική (βλ. χαρακτηριστικά: Γαλην. [Kühn] Π. τροφ. δυν. VI 616, 641, 644, Θεραπ. μεθ. X 952, Π. συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XII 674, Ἀέτ. Λόγ. ἰατρ. 16.22 ἐὰν δὲ ῥαγῶσιν αἱ φλυκτίδες καὶ ἕλκος γένηται, ὀξάλμηι κατάντλει, κ.ἄ. πολλά).

Τὸ ἐπίθ. δηξίθυμος προσδιορίζει τὴν ὀξάλμη, καὶ ὁ συνδυασμός τους εἶναι μοναδικός, καθ' ὅσον ἔτσι ὀνομάζεται αὐτὸς ποὺ δαγκώνει, κατατρώγει, φθείρει ἑπομένως τὴν ψυχή (δακέθυμος καὶ θυμοδακής, «animum mordens» στὸν TGrL3). Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ χρήση του στὸν Αἰσχ. Ἀγαμ. 743 δηξίθυμον ἔρωτος ἄνθος, στὴν ὁποία φαίνεται νὰ ἀντιτίθεται αὐτὴ τοῦ Σώπατρου, δημιουργώντας κωμικὸ στοιχεῖο. Ἐδῶ δὲν γίνεται λόγος γιὰ μεγάλα πάθη, ἀλλὰ γιὰ τὴν καυστικότητα ἑνὸς ἁπλοῦ καταχυσμάτιου.

  1. Comicorum Graecorum Fragmenta, vol. I.1: Doriensium comoedia, Mimi, Phlyaces, , Berlin, (1899)
  2. A Greek-English Lexicon, , Oxford, (1940) a↑ b↑ c↑
  3. Θησαυρὸς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης: Thesaurus Graecae Linguae, , Volume I-IX(2), Graz , (1954) a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, , Volume I-V, Ἀθῆναι , (1980)
  5. Comicorum Atticorum Fragmenta, , 1880-1888, Volume I-III, Leipzig, (1880)
  6. Eustathii Archiepiscopi Thessalonicensis Commentarii ad Homeri Odysseam, , 1825-1826, Volume I-II, Leipzig, (1825)