You are here

F18

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Athen. 6, 230f

1Ἐν δὲ τῶι ἐπιγραφομένωι δράματι Φακῆι2  (sc. Σώπατρος

Πάφιός) φησιν·

(v. 1) Ἀλλ' ἀμφὶ δείπνοις  ὀξίδ' ἀργυρᾶν  ἔχει

         δρακοντομίμοις ὀργάνων3  τορεύμασιν ↓,

           οἵαν ποτ' ἔσχε καὶ Θίβρων Ταντάλου

         μαλακὸν4 ταλάντοις ἐκταλαντωθεὶς5 ἀνήρ .

  1. Vid. etiam Athen. Epit. 230f (II.1 88 P.) Σώπατρός φησιν ὁ παρωιδός· Ἀλλ'ἀνήρ. Cf. Eust. in Hom. λ 582 (...)Τανταλίζεσθαι παρὰ τραγικοῖς τὸ σαλεύεσθαι καὶ σείεσθαι. ὅθεν τὸ «ταλάντοις ἐκταλαντωθεὶς» παρὰ Σωπάτρωι σκώπτειν βούλεταί τινα ὡς ἐκ πλούτου κατασεσεισμένον εἰς νοῦν διὰ τρυφήν. καὶ παροιμία δέ φασιν ἴσως ἐκεῖθεν τὸ «Ταντάλου τάλαντα», ἐπεὶ πλούσιός ποτε ἦν (...).
  2. 1 φακῆι A (om. CE); iteravimus (Φακῆι) coll. supra F7.5 Εὐβουλοθεομβρότωι: Φακῆ edd. plur. (vid. et infra)
  3. 4 (v. 2) ὀργάνων ACE: ἠρμένην Kaib. («velut ἡρμένην» adnot. Kaib.1); ἔργον ἐν prop. Xydas
  4. 6 (v. 4) μαλακὸν A; μαλακὸς CE (prob. Schweighäuser): μυρίοις Dalechamp; μάταιον prop. Xydas
  5. ἐκταλαντωθεὶς A, it. edd.: ἐκτανταλωθεὶς CE.
Ἀθήν. 6, 230f

1Καὶ στὸ δράμα τὸ ὁποῖο ἐπιγράφεται Φακῆ (ἐνν. ὁ Σώπατρος

ὁ Πάφιος) λέει:

(στ. 1) Μὰ γιὰ τὰ δεῖπνα φιάλη τοῦ ξιδιοῦ ἀσημένιαν ἔχει

          μὲ δρακοντοειδῆ ἀπὸ ἐργαλεῖα τορνεύματα,

          τέτοιαν ποὺ κάποτε ὁ Θίβρων εἶχε, ποὺ τοῦ Τάνταλου

          χωρὶς ἀντίσταση ἔχασε τὰ τάλαντα2 ὁ ἄντρας.

  1. Βλ. ἐπίσης Ἀθήν. Ἐπιτ. 230f (II.1 88 P.) Ὁ Σώπατρος λέει ὁ παρωδός: «Ἀλλὰ – ἄντρας.» Πβ. Εὐστ. στὸ λ 582 Τὸ τανταλίζεσθαι στοὺς τραγικοὺς ποιητὲς (σημαίνει) τὸ σαλεύεσθαι καὶ σείεσθαι. Ἔτσι τὸ «ταλάντοις ἐκταλαντωθεὶς» στὸν Σώπατρο θέλει νὰ σκώπτει κάποιον ποὺ ἀπὸ τὰ πλούτη ἔχει σαλεμένο τὸν νοῦ ἐξαιτίας τῆς τρυφῆς. Καὶ λένε πὼς ἴσως ἀπὸ ἐκεῖ (προῆλθε) ἡ παροιμία «Ταντάλου τάλαντα», ἐπειδὴ ἦταν κάποτε ἕνας πλούσιος (...).
  2. [Οἱ γραφὲς ὀργάνων καὶ μαλακὸν θεωροῦνται ὕποπτες καὶ διορθώνονται ἀπὸ διάφορους ἐκδότες· τὶς κρατήσαμε πιστεύοντας ὅτι δίνουν ἱκανοποιητικὸ νόημα. Περισσότερα: κατωτ. σχόλ. στὸ ἀπόσπ., ὅπου καὶ ἀναλυτικὸς σχολιασμὸς γιὰ τὸν τίτλο τοῦ ἔργου, τὸ ταλάντοις ἐκταλαντωθεὶς καὶ τὶς λοιπὲς δυσερμήνευτες ἐκφράσεις.]
Σχόλια: 

ΤΙΤΛΟΣ: Τὸ ὄνομα Φακῆ (σὲ δοτικὴ πτώση: Φακῆι, πβ. ἀνωτ. F7 Εὐβουλο­θεομβρότωι) ὡς τίτλος δράματος τοῦ Σωπάτρου ἀπαντᾶ στὸν Σουίδα (βλ. ἀνωτ. T2), ἐπαναλαμβάνεται δὲ καὶ στὸ ἑπόμενο ἀπόσπασμα. Πρόκειται γιὰ τὸ εὐρύ­τατα χρησιμοποιούμενο στὴν Ἑλληνικὴ μαγειρικὴ ὄσπριο, γεγονὸς ποὺ μαρτυ­ρεῖται καὶ ἀπὸ τὴ γραμματικὴ διάκριση ἀρσ. καὶ θηλ.: ὁ φακός, ἡ φακῆ. Μὲ τὸ ἀρσενικὸ δηλώνεται τὸ φυτὸ καὶ ὁ καρπός, ἐνῶ μὲ τὸ θηλυκὸ τὸ ἔδεσμα (βλ. Σουίδ. σ.λ. φακαῖ). Θεωρεῖτο φτωχικὸ φαγητό, καὶ ἔχουν γίνει παροιμιώδεις οἱ στ. τοῦ Ἀριστοφάνη ἔπειτα πλουτῶν οὐκέθ' ἥδεται φακῆι· | πρὸ τοῦ δ' ὑπὸ τῆς πενίας ἅπανθ' ὑπήσθιεν (Πλοῦτ. 1004-5). Τὶς ἰδιότητες καὶ τοὺς τρόπους παρασκευῆς τοῦ ροφήματος ἢ τοῦ ζωμοῦ τῆς φακῆς, περιγράφει ὁ Διοσκουρίδης (Ὕλ. ἰατρ. 2.123 κ.ἀ.), ἐνῶ ἀρκετὲς πληροφορίες δίνουν καὶ τὰ συγγράμματα τοῦ Ἱπποκράτη, τοῦ Ὀρειβάσιου κ.ἄ. (βλ. Λαμπάκη-Μίχα Διατροφή1, 211-12 καὶ σημ. 42-46), κατὰ τὰ ὁποῖα ἦταν παχύχυμον κακόχυμον καὶ βραδύπορον ὄσπριον ὅταν τὴν ἔτρωγαν μὲ τὰ λέπυρα, ὅταν ὅμως τῆς ἀφαιροῦσαν τὸν φλοιό, γινόταν τὸ πιὸ θρεπτικό, ὑγιεινὸ καὶ εὔπεπτο ὄσπριο. Τὴν προσέφεραν στὰ περίδειπνα, τὰ γεύματα πρὸς τιμὴν νεκρῶν, καὶ συνήθως στὸν ζωμὸ περιέχυναν ξίδι. Τὸ κωμικὸ στοιχεῖο ἐδῶ δημιουργεῖται ἀπὸ τὴν ἀντίθεση τοῦ ἁπλοϊκοῦ φαγητοῦ μὲ τὸ πολύτιμο σκεῦος ποὺ τὸ συνοδεύει, δεῖγμα καὶ αὐτὸ τῆς ἀπουσίας τοῦ καλοῦ γούστου καὶ τοῦ αἰσθήματος τοῦ μέτρου ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς.

3 (στ. 1). ἀμφὶ δείπνοις: Ἀρχικὰ μὲ τὸ οὐσ. δεῖπνον ἐννοεῖτο τὸ μεσημεριανὸ γεῦμα (Λ 86, πβ. Ξενοφ. Ἑλλην. 6.1.4 καὶ ὅταν σπεύδηι ἄριστον καὶ δεῖπνον ποιησάμενος ἅμα πονεῖσθαι), ἀργότερα τὸ ἀπογευματινό (π.χ. ρ 176, υ 390), γιὰ νὰ καταλήξει νὰ σημαίνει τὸ βραδυνὸ φαγητό. Στὸ Μ. Ἐτυμ. σ.λ. δεῖπνος (262.35) διαβάζουμε χαρακτηριστικά: δεῖπνος τὸ παρ' ἡμῖν ἄριστον λεγόμενον· ὅθεν καὶ δειπνῶ, δόρπος δὲ ὁ ἑσπερινός (...) δεῖπνον, ὁ καιρὸς τῆς τροφῆς καὶ ἡ ἐν τοιῶιδε καιρῶι διδομένη τροφή· οἱ δὲ κωμικοὶ οἱ νεώτεροι συγχέουσι τὸν καιρόν, ἑσπερινὴν τροφὴν δεῖπνον ὀνομάζοντες, ὡς καὶ νῦν. Γιὰ τὸ δεῖπνον μὲ τὴν ἔννοια τῆς τροφῆς γενικὰ βλ. καὶ Αἰσχ. Ἱκέτ. 800-1 κυνὸς δ' ἔπειθ' ἕλωρα κἀπιχωρίοις | ὄρνισι δεῖπνον οὐκ ἀναίνομαι πέλειν. Ἐδῶ φαίνεται νὰ ἔχει τὴ σημασία τοῦ βραδυνοῦ φαγητοῦ, χωρὶς νὰ ἀποκλείεται καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ συμποσίου (πβ. ΣΣ 51). Γιὰ τὴ σύνταξη τῆς πρόθεσης βλ. LSJ92 σ.λ. ἀμφί+δοτ. ΙΙ. γιὰ τὴν ἔννοια τοῦ χρόνου καὶ ΙΙΙ. γενικά, γιὰ σύνδεση ἢ συνάφεια.

ὀξίδ' ἀργυρᾶν: Ἡ ὑπερβολὴ καὶ τὸ κωμικὸ στοιχεῖο ποὺ δημιουργεῖται ἀπὸ τὴ σύνδεση τοῦ συγκεκριμένου ἐπιθέτου μὲ τὸ οὐσ. ὀξίς ὀφείλεται στὸ εἶδος καὶ τὴ λειτουργία αὐτοῦ τοῦ σκεύους. Πρόκειται γιὰ φιάλη ξιδιοῦ (βλ. LSJ92 σ.λ.), συνήθως πήλινη. Στοὺς Βατράχους ὁ Ἀριστοφ. τὴ χρησιμοποιεῖ καὶ ὡς ὄργανο ἐπίθεσης. Στὰ Σχόλια τοῦ στ. 1440 διαβάζουμε: ὀξυβάφους κατέχοντες ῥαίνοιεν ὄξει τοὺς πολεμίους. ὀξίδες δὲ κεράμια σμικρά· ἢ εἶδος λοπάδος ἡ ὀξίς. ταῦτα δὲ ἠθετημένα οὐ μετρίως νομίσειεν ἄν τις ἐνδιασκευάσθαι· καὶ γάρ ἐστι φορτικά. Τὸ φόρτωμα τῆς γλώσσας στὴν περίπτωσή μας δημιουργεῖται μὲ τὸ ἐπίθ. ἀργυροῦς, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸν ἑπόμενο στίχο, ὁ ὁποῖος ὁλόκληρος εἶναι ἀφιερωμένος στὴν περιγραφὴ τοῦ σκαλίσματος τῆς φιάλης (πβ. Ἀριστοφ. Πλοῦτ. 812, ὅπου ἡ ὀξίς ... χαλκῆ γέγονε καὶ τίποτε παραπάνω).

4 (στ. 2). δρακοντομίμοις (...) τορεύμασιν: Τὸ ἐπίθ. δρακοντόμιμος δὲν ἀπαντᾶ ἀλλοῦ, προφανῶς ὅμως περιγράφει μορφὴ ὁμοιάζουσα πρὸς δράκο (πβ. τὸ ἐπίθ. γυναικόμιμος: Αἰσχ. Προμ. 1005 γυναικομίμοις ὑππάσμασιν χερῶν, Εὐρ. Βάκχ. 980 ἐν γυναικομίμωι στολᾶι, κ.ἄ.). Ἦταν ἀγαπητὴ ἡ παράσταση θεμάτων σχετικῶν μὲ τὴν ὄψη δράκου ἢ ὁ παραλληλισμὸς πρὸς αὐτόν, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ πολλὰ σύνθετα μὲ πρῶτο συνθετικὸ τὴ λέξη αὐτή, π.χ. δρακοντο-γενής, -κέφαλος, -φόρος, δρακοντό-μορφος, -βολος, -πους, κ.λπ. Ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ τὸ θέμα τοῦ σκαλίσματος τῆς φιάλης, διότι τόρευμα ὀνομάζεται ἀκριβῶς τὸ ἀνάγλυφο, προϊὸν κατεργασίας τῆς ἐξωτερικῆς ἐπιφάνειας τοῦ μετάλλου (πβ. Διόδ. Σικελ. 3.47) τορεύματα ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ, ἢ ὀστράκου (βλ. Στράβ. 8.6.23). Ἡ μαρτυρία τοῦ Λουκιανοῦ ἐπιβεβαιώνει τὴ σύνδεση κατεργασμένου μετάλλου καὶ διακοσμητικοῦ θέματος μὲ τὴν περιγραφὴ περιδεραίου ἢ βραχιολιοῦ δρακοντό­μορφου (Ἐρωτ. 41 ἢ τοὺς περὶ καρποῖς καὶ βραχίοσι δράκοντας, ὡς ὄφελον ὄντως ἀντὶ χρυσίου δράκοντες εἶναι). Βλ. LSJ92 καὶ TGrL3 σ.λλ.

ὀργάνων: Ἡ λέξη σημαίνει γενικὰ τὰ ἐργαλεῖα, ὅπως καὶ σήμερα, ποὺ χρησιμοποιοῦνται γιὰ τὴν κατασκευὴ καὶ ἐπεξεργασία κάποιου ὑλικοῦ ἢ καὶ τὴν ἐκτέλεση ἔργου (ὄργανα πολέμου, ἰατροῦ, βασάνου ἢ μουσικὰ ὄργανα). Ὁ Kaibel4 προτείνει διόρθωση σὲ ἠρμένην, ὁπότε ἡ ἀπαρτιζόμενη φράση ἠρμένην τορεύ­μασιν σημαίνει τὴ φιάλη τὴν «αὐξημένη» ἢ «ὑψωμένη μὲ / ἀπὸ τορνεύματα». Ἡ μετοχὴ παρακειμένου τοῦ ρ. αἴρομαι μπορεῖ νὰ χρησιμοποιεῖται βεβαίως γιὰ τὴ δήλωση ἐκτέλεσης κάποιου ἔργου (πβ. Θουκ. 1.118 ἤιρετο τὸ ὕψος τοῦ τείχους μέγα), ἀλλὰ φαίνεται ὑπερβολικὴ ἡ χρήση της γιὰ τὴν «ἔγερση» μιᾶς ἀργυρῆς φιάλης, ἔστω κι ἂν ὁ σκοπὸς εἶναι ἡ δημιουργία κωμικοῦ στοιχείου. Ὅσον ἀφορᾶ στὴν προτεινόμενη ἀπὸ τὸν Ξυδᾶ (ΣΣ5 52) διόρθωση τοῦ ὀργάνων σὲ ἔργον ἐν μὲ ἐννοούμενη μτχ. οὖσαν, δὲν νομίζουμε πὼς ἡ διόρθωση αὐτὴ θεραπεύει τὸ κυριότερο κατ' αὐτὸν μειονέκτημα τῆς γραφῆς ὀργάνων, δηλ. τὴ γενικότητα τῆς φράσης.

5 (στ. 3). οἵαν ποτ' ἔσχε καὶ Θίβρων: Ἡ σύγκριση γίνεται μεταξὺ τῆς ὀξίδος τοῦ συγκεκριμένου προσώπου στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται τὸ ἀπόσπασμα καὶ αὐτῆς τοῦ Θίβρωνα, μὲ τὴ χρήση τῆς φράσης οἵαν ποτ' ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπανάληψη τύπου τοῦ ρήμ. ἔχω ὅπως στὸν στ. 1. Ὁ σύνδ. καὶ ἐδῶ ἐπιτείνει τὴν ἰσχὺ τοῦ β΄ σκέλους τῆς σύγκρισης. Τὸ ἄρθρο δὲν πρέπει νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴ γενικὴ Ταντάλου, διότι ἡ μετάφραση «γιὸς τοῦ Ταντάλου» (Dalechamp στὸν Schweighäuser ΙΙΙ 333) δὲν ἀνταποκρίνεται κατ' οὐδένα τρόπο στὴν ἱστορικότητα τοῦ Θίβρωνα. Σύμφωνα μὲ ὅσα παραθέτει ὁ Ehrenberg (βλ. RE6 σ.λ., 2), πρόκειται στὴν περίπτωσή μας γιὰ ἕναν Λακεδαιμόνιο, φίλο ἀλλὰ καὶ ληστὴ καὶ μᾶλλον δολοφόνο τοῦ Ἅρπαλου, γνωστοῦ Μακεδόνα θησαυροφύλακα τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου. Γιὰ τὴν ἱστορία τῶν δύο –ἡ ὁποία τοποθετεῖται χρονικὰ μεταξὺ τοῦ 323 καὶ 321 π.Χ., χρησιμεύοντας ἔτσι καὶ ὡς term. post quem γιὰ τὸν Σώπατρο– πληροφορούμαστε ἀπὸ τὸν Ἀρριανό (Τὰ μετ' Ἀλέξανδρον 1.14.3 κἑ. [1.16.1 κἑ. κυρίως], βλ. καὶ FGrH7 156 F 9), τὸν Διόδ. Σικελ. (17.108.8 [17.17.4 κἑ.] καὶ 18.19.2) καὶ τὸν Στράβωνα (17.3.21). Σύμφωνα μ' αὐτούς, ὁ Ἅρπαλος καταχράστηκε τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἀλεξάν­δρου μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ τελευταίου γιὰ τὴν ἐκστρατεία στὴν Ἰνδία, καὶ ἄρχισε νὰ σπαταλᾶ τὸ δημόσιο χρῆμα, νὰ ζεῖ μὲ τὶς διασημότερες ἑταῖρες τῆς ἐποχῆς καὶ νὰ κυβερνᾶ ὡς σατράπης. Μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Ἀλεξάνδρου φοβούμενος τὴν τιμωρία ἔφυγε μὲ μισθοφόρους καὶ χρήματα γιὰ τὴν Ἀττική. Κατόπιν πολλῶν ἐπεισοδίων μὲ τὸν Ἀθηναϊκὸ δῆμο, ἐγκατέλειψε τὴν πόλη, ἔφτασε στὸ Ταίναρο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ πέρασε στὴν Κρήτη μὲ τοὺς στρατιῶτες του, ὅπου καὶ τελικὰ δολοφονήθηκε ἀπὸ τὸν Θίβρωνα. Ὁ τελευταῖος, παίρνοντας καὶ τὰ χρήματα, φεύγει γιὰ τὴν Κυρήνη μὲ 6.000 ἄνδρες. Ἐπιδίδεται σὲ στρατιωτικὲς ἐπιχειρήσεις, γιὰ νὰ συλληφθεῖ τελικὰ στὴν Τεύχειρα ἀπὸ τὸν ἀξιωματικὸ τοῦ Πτολεμαίου Ὀφέλλα· οἱ δὲ Τευχειρῖται Ὀφέλλα τὴν ἐξουσίαν δόντος ἠικίσαντό τε τὸν Θίβρωνα καὶ εἰς τὸν τῶν Κυρηναίων ἔπεμψαν κρεμασθῆναι λιμένα (Ἀρρ. ὅ.π. 1.18.1). Ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα εἰκάζουμε πὼς ὁ ποιητὴς χρησιμοποιεῖ τὸν ξαφνικὸ πλουτισμὸ τοῦ Θίβρωνα, ὁ ὁποῖος σίγουρα θὰ ἔζησε μὲ πολυτέλεια καὶ μὲ ὀξίδ' ἀργυρᾶν στολίζοντας τὸ πλούσιο τραπέζι του, ὡς ἀποτρεπτικὸ παράδειγμα· διότι ἡ ἐπίδειξη καὶ ἡ χλιδὴ εἶναι δεῖγμα παρακμῆς τοῦ πολιτισμοῦ. Καὶ ἐὰν οἱ κάτοχοι παράνομου πλούτου μποροῦν κάποιαν ἐποχὴ νὰ δοκιμάζουν καὶ τὴ φακὴ μὲ ξίδι ἀπὸ ἀργυρὸ σκεῦος, σύντομα ἔρχεται συνήθως καιρὸς ποὺ ἡ ἔνδεια ἢ ἡ καταστροφὴ τοὺς στεροῦν καὶ ἀπὸ ἕνα ἁπλὸ πιάτο φακῆς. Βλ. καὶ ἑπόμενα· πβ. ΣΣ5 53.

5-6 (στ. 3-4). ὁ Ταντάλου (...) ἀνήρ: Ἡ τελευταία λέξη εἶναι παράθεση στὸ ὄνομα τοῦ Θίβρωνος, ποὺ σημαίνει ὅτι ὅλος ὁ στίχος χρησιμεύει ὡς σχολιασμὸς τῆς τύχης τοῦ ἄνδρα μὲ τὴ χρήση μάλιστα παροιμιώδους φράσης.

Τάνταλος εἶναι φυσικὰ ὁ γιὸς τοῦ Δία καὶ τῆς Πλουτῶς, βασιλιὰς τῆς Λυδίας, ποὺ ἀξιώθηκε νὰ συμφάγει μὲ τοὺς θεούς. Τιμωρήθηκε ὅμως σκληρὰ ἀπ' αὐτούς, γιατὶ γιὰ νὰ τοὺς δοκιμάσει τοὺς πρόσφερε ὡς γεῦμα τὸν γιό του Πέλοπα καὶ γιατὶ ὡς ἄλλος Προμηθέας φανέρωσε θεϊκὰ μυστικὰ στοὺς θνητούς· κατα­δικάστηκε στὸν Ἅδη σὲ αἰώνια δίψα καὶ πείνα, ἀφοῦ τὸ νερὸ καὶ οἱ καρποὶ ποὺ τὸν τριγύριζαν ἀπομακρύνονταν ὅταν πλησίαζε νὰ τὰ γευτεῖ (βλ. λ 582-92, μὲ τὰ σχόλια τοῦ Heubeck στὸ χωρίο: COd8 ΙΙ 112 κἑ. / Β΄, καὶ ΕλλΜ Γ΄9 325-27, ὅπου καὶ παραπομπὴ στὶς λοιπὲς ἀρχαῖες πηγές).

ταλάντοις ἐκταλαντωθεὶς: τάλαντον εἶναι, ὡς γνωστόν, τὸ σταθμικὸ ὄργανο (πβ. Θ 695 καὶ Μ 433), ποὺ ἤδη ἀπὸ τὸν Ὅμηρο συνδέθηκε μὲ τὸ ρ. ταλαντεύω: σταθμίζω, ἀργότερα δὲ χρησιμοποιήθηκε καὶ μεταφορικὰ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ζυγίσματος τῆς μοίρας ἢ τῆς ζωῆς (πβ. Παλ. Ἀνθ. 2.380.3 κἑ., ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τάλαντα Διὸς πάγχρυσα τελέσθη | οἷα ταλαντεύει πάντα νόμον βιότου, κ.ἄ., βλ. LSJ92 σ.λλ. ταλαντεύω, τάλαντον κ.λπ.). Στὸν TGrL3 διαβάζουμε συνοπτικὰ μεταξὺ ἄλλων, πὼς Τάλαντον σημαίνει τέσσερα, τὸ ζύγιον, τὴν στάθμην, τὸ βάρος, τὸ χάρισμα. Συγγενὲς ρῆμα εἶναι, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ταλαντεύω καὶ τανταλίζω, καὶ τὸ ἐκταλαντόω, μὲ τὸ ἴδιο μᾶλλον νόημα ἐπιτεταμένο. Στὸν TGrL3 (σ.λ.) ἀπαντᾶ καὶ τὸ συγκεκριμένο χωρίο τοῦ Σωπάτρου, γιὰ τὸ ὁποῖο δίνεται ἡ μετάφραση «Tantali divitiis exutus», γίνεται ὅμως καὶ παραπομπὴ στὸν Εὐστάθιο (1701.4), ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὡς πιθανὴ ἑρμηνεία τῆς φράσης ταλάντοις ἐκταλαντωθεὶς τὸ κατασεσεισμένος εἰς νοῦν διὰ τρυφήν. Ὁ Ξυδᾶς (ΣΣ5 54) ἀναφέρει καὶ τὴν ἄποψη τῆς Bonanno (394) ὅτι ὁ ποιητὴς παρωδεῖ μὲ τὴ μετοχὴ αὐτὴ ἐκταλαντωθεὶς τὸν Σοφοκλῆ (Ἀντ. 134 κἑ. ἀντιτύπαι δ' ἐπὶ γᾶι πέσε τανταλωθεὶς | πυρφόρος ...).

Πρόκειται γιὰ παροιμιώδη φράση, ἀνάλογη πρὸς τὶς φράσεις τὰ Ταντάλου τάλαντα καὶ τὰ Ταντάλου τάλαντα τανταλίζεται (μὲ χαρακτηριστικὲς τὶς παρη­χήσεις ποὺ τὶς καθιστοῦν εὔχρηστες ἀπὸ τοὺς κωμικούς) καὶ συγγενὴς πρὸς τὰ Ταντάλου πόμα, Τανταλείους τιμωρίας ὑποφέρειν, Ταντάλου κῆπον τρυγᾶν. Ὁλο­κληρώνεται μ' αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ νόημα τῆς παραβολῆς τοῦ προηγούμενου στίχου, ἡ ὁποία ἐνισχύεται μὲ μυθολογικὸ τώρα παράδειγμα. Καὶ ὁ μύθος καὶ ἡ ἱστορία, ἔτσι, ἀποδεικνύουν τὸ ἐφήμερο τῆς ἀλόγιστης τρυφῆς ὡς πρόξενο κατα­στροφῶν στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ υἱοθέτηση τῆς γραφῆς μαλακὸς τῆς Ἐπιτ. (CE) δὲν ὁδηγεῖ σὲ καλύτερο νόημα, κι ἡ διόρθωση σὲ μυρίοις ἀπὸ τὸν Dalechamp καὶ παλαιογραφικὰ ἀστή­ρικτη εἶναι καὶ ἀχρείαστη· τέλος, ἡ διόρθωση τοῦ μαλακὸν σὲ μάταιον ἀπὸ τὸν Ξυδᾶ (ΣΣ5 55) δὲν εἶναι αἰτιολογημένη· ὁ Θίβρων ἦταν βεβαίως Σπαρτιάτης, ὅπως ὅμως ἀνωτ. σημειώθηκε, φέρθηκε ὡς πραγματικὸς τυχοδιώκτης, σφετερίστηκε τὰ χρήματα καὶ τοὺς μισθοφόρους τοῦ Ἁρπάλου καὶ δὲν πέθανε μὲ ἔνδοξο θάνατο στὸ πεδίο τῆς μάχης.

  1. Ἡ διατροφὴ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων κατὰ τοὺς ἀρχαίους κωμωδιογράφους, , Ἀθήνα , (1984)
  2. A Greek-English Lexicon, , Oxford, (1940) a↑ b↑ c↑ d↑
  3. Θησαυρὸς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης: Thesaurus Graecae Linguae, , Volume I-IX(2), Graz , (1954) a↑ b↑ c↑
  4. Comicorum Graecorum Fragmenta, vol. I.1: Doriensium comoedia, Mimi, Phlyaces, , Berlin, (1899)
  5. Συμβολὴ στὴ μελέτη τοῦ Σώπατρου, , Ἀθήνα, (1984) a↑ b↑ c↑ d↑
  6. Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, , 1893-1980, Stuttgart , (1893)
  7. Die Fragmente der griechischen Historiker, , 1923-1958, Volume Part I-IIIC.2, Berlin-Leiden, (1923)
  8. A Commentary on Homer's Odyssey: Volume II: Books IX-XVI, , Oxford, (1989)
  9. Ελληνική Μυθολογία, , Αθήνα , (1986)