You are here

F17

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Athen. 3, 101b

Ἐν δὲ Σίλφαις1  (sc. Σώπατρος περὶ τῆς ἐκβολάδος μή-

τρας φησίν, vid. supra F8)·

(v. 1) Μήτρας ὑείας  ἑφθὸν ὡς φάγηις τόμον ,

         δριμεῖαν ὠθῶν πηγανῖτιν2 εἰς χολήν .

  1. 1 num Σιλφίοις?
  2. 4 (v. 2) τηγανίτην prop. Xydas.
Ἀθήν. 3, 101b

1Καὶ στὶς Σίλφες (δηλ. ὁ Σώπατρος σχετικὰ μὲ τὴν ἐκβολάδα μή-

τρα λέει, βλ. ἀνωτ. F8):

(στ. 1)  Βραστὸ σὰν φᾶς κομμάτι μήτρας γουρουνήσιας

           βουτώντας την στὸν τσουχτερὸ τ' ἀπήγανου χυμό.

  1. [Ὁ τίτλος Σίλφαι εἶναι προβληματικός. Βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ χωρίο.]
Σχόλια: 

ΤΙΤΛΟΣ: Σίλφαι. Ὁ Ἀριστοτέλης ἀναφέρει τὴ σίλφη μεταξὺ ἄλλων ἐντόμων, ὅταν σημειώνει πὼς τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ τῶν ἐντόμων ἐκδύνει τὸ γῆρας ὅσα ἐκδύνει, οἷον σίλφη καὶ ἐμπὶς καὶ τὰ κολεόπτερα, οἷον κάνθαρος (Περὶ τὰ ζῶια ἱστ. 601a.3). Τὸ ἐπιστημονικὸ ὄνομα αὐτοῦ τοῦ εἴδους κατσαρίδας ἢ «βρωμούσας» εἶναι Blatta germanica (βλ. LSJ91 καὶ TGrL2 σ.λ.). Ὁ Kaibel3 ἀναφέρεται καὶ σὲ ἔνα ἄλλο εἶδος ἐντόμου, τὸν βιβλιοφάγο σκώληκα ποὺ φέρει τὸ ἴδιο ὄνομα στὰ Ἑλληνικά, ἐνῶ στὰ Λατιν. ἴσως νὰ ὀνομάζεται tinea. Σημειώνουμε ἐπίσης ὅτι ἀπαντᾶ καὶ ὁ τύπος τίλφη ἀντὶ τοῦ σίλφη (βλ. TGrL2) καὶ ὅτι κατὰ τὸν Σουίδα (σ.λ.) νῦν σίλφας λέγουσί τινα ἀκατίων εἴδη, προφανῶς γιατὶ θὰ εἶχαν τὸ σχῆμα τῶν ἐντόμων αὐτῶν. Δὲν μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ἀσφαλῶς ποιό θὰ ἦταν τὸ περιεχόμενο μιᾶς κωμωδίας μὲ τὸν τίτλο Σίλφαι, τὴ στιγμὴ μάλιστα ποὺ στὸ συγκεκριμένο ἀπόσπασμα γίνεται λόγος γιὰ φαγητὰ καὶ μόνον. Ἐνῶ, ἂν συνδέσουμε τὸν τύπο μὲ τὸ ὄνομα τοῦ φυτοῦ σίλφιον, θεωρώντας πὼς τὸ Σίλφαι ἦταν ἀρχικὰ Σίλφια, ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ τὸν ζωμὸ τοῦ σιλφίου, ἢ μὲ τὸ ἴδιο τὸ φυτὸ εὐρέως διαδεδομένο ὡς καρύκευμα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ χρησιμοποίησή του γιὰ θεραπευτικοὺς λόγους (βλ. Λαμπάκη-Μίχα Διατροφή4 272-3 κ.ἀ.).

3 (στ. 1). μήτρας ὑείας: Ὅτι ἡ μήτρα, μέρος μᾶλλον τῶν ἐντοσθίων τοῦ χοιρινοῦ κρέατος, ἦταν ἀπὸ τὰ μέρη τοῦ ζώου ποὺ ἐκτιμοῦνταν ἰδιαίτερα στὴ μαγειρική, φάνηκε καὶ σὲ προηγούμενο ἀπόσπ. (F8), ἐπιβεβαιώνεται δὲ καὶ σὲ ἑπόμενο (F20). Βλ. ἐπίσης Ἀντιφ. Φιλομ. ἀπόσπ. 220 (Kock5) μήτραν τινὲς πωλοῦσιν, ἥδιστον κρέας, καὶ Ἄλεξ. Ποντ. ἀπόσπ. 193 (Kock5), ὅπου ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ πὼς ὑπὲρ πάτρας μὲν πᾶς τις ἀποθνήισκειν θέλει, | ὑπὲρ δὲ μήτρας Καλλιμέδων ὁ Κάραβος | ἑφθῆς ἴσως προσεῖτ' ἂν ἄλλως ἀποθανεῖν (βλ. Λαμπάκη-Μίχα4 ὅ.π. 148 κἑ.). Τὸ ἐπίθ. ὕειος συνοδεύει καὶ ἄλλα οὐσ., ὅπως: κοιλία, σπλήν, πούς, κρέας. Χρησιμοποιεῖται καὶ τὸ ὑεικός, -ή, -όνὑϊκός, ἐνδιαφέρουσα ὅμως εἶναι ἡ διάκριση ποὺ γίνεται στὸ Μ. Ἐτυμ. σ.λ. ὑϊκὸν δέρμα (775.30): οὐχ εὕρηται ἐν χρήσει, εἰ μὴ παρ' Ἀξιονίκωι. ἡμάρτηται δέ· οὐδέποτε γὰρ λέξις σημαίνουσα μέρος σώματος ἔχει εἰς -κον κτητικόν, ἀλλὰ διὰ καθαροῦ τοῦ -ον· οὐ γὰρ λέγομεν χοιρικὸν κρέας ἀλλὰ χοίρειον, οὐδὲ ἀνθρωπικὸς ποὺς ἀλλὰ ἀνθρώπειος πούς· οὕτως οὐ δεῖ λέγειν ὑϊκὸν ἀλλ' ὕειον δέρμα.

ἑφθὸν (...) τόμον: Τὸ ἐπίθ. ἑφθός -ή -όν (<ἕψω, βλ. καὶ κατωτ. F20.2 [στ. 1] σ.λ. οὐκ ἀφεψηθείς) σημαίνει μαγειρευμένος, βραστός (πβ. Εὐρ. Κύκλ. 246 τὰ δ' ἐκ λέβητος ἑφθὰ καὶ τετηκότα, Ἀριστοφ. Ἱππ. 1178-9 ἑφθὸν ἐκ ζωμοῦ κρέας | καὶ χόλικος ἠνύστρου τε καὶ γαστρὸς τόμον, Διοσκ. Πεδάν. [Wellmann] Ὕλ. ἰατρ. 2.106.2 ῥίζα δὲ ὕπεστι παχυτέρα καλάμου, βιβρωσκομένη ἑφθή τε καὶ ὠμή, κολοκάσιον καλουμένη, κ.ἄ.). Συχνὰ γίνεται διάκριση ἀπὸ τὸ φρυκτός, ξηρὸς καὶ ὀπτός, κυρίως, ποὺ σημαίνει ψητός. Στὸν TGrL (σ.λ.) παρατίθεται καὶ τὸ σχόλιο γιὰ τὸ ὅτι τὸ ε πρὸ τοῦ φ ψιλοῦται, πλὴν τοῦ ἑφθός. Μὲ τὸ ὄνομα τόμος φέρονται χάρτες, συλλογὲς γραπτῶν κειμένων, ἀποφάσεις συνόδων καὶ πρακτικὰ κατὰ τοὺς Χριστιανικοὺς χρόνους (βλ. LSJ9 σ.λ.). Χρησιμοποιεῖται ὅμως καὶ γιὰ τὴ δήλωση τμημάτων (τέμνω), κομματιῶν ποὺ ἔχουν ἀφαιρεθεῖ, κοπεῖ («partes et frustra recisa alicunde», TGrL2 σ.λ.), εἰδικὰ ἀπὸ σώματα ζώων. Σημειωτέα ἡ διάκριση τεμάχους (μόνο γιὰ ψάρια) καὶ τόμου (γιὰ κρέας, ὅπως ἐδῶ, γιὰ ἄρτο κ.λπ., βλ. LSJ91 σ.λ. τέμαχος).

4 (στ. 2). δριμεῖαν (...) εἰς χολήν: Ὑπερβατὸ σχῆμα, ποὺ χρησιμοποιεῖται ὥστε νὰ τονιστεῖ ἡ γεύση στὴν ἀρχὴ καὶ ἡ οὐσία στὸ τέλος αὐτοῦ ποὺ συνοδεύει τὸ γεῦμα τοῦ χοιρινοῦ κρέατος. Τὸ ἐπίθ. δριμύς -εῖα -ύ χρησιμοποιεῖται ἀρκετὲς φορὲς μεταφορικὰ γιὰ τὴ δήλωση ἔντονης ψυχικῆς διάθεσης (π.χ. Σ 322 δριμὺς χόλος, ω 319 δριμὺ μένος, Αἰσχ. Χοηφ. 391-2 δριμὺς ἄηται κραδίας | θυμός, κ.τ.τ.), κυριολεκτικὰ ὅμως σημαίνει: ὀξύς, δυνατός, καυστικός, καὶ συνοδεύει οὐσ. ὅπως καπνός, χυμός, οἶνος, φύλλα, ὅταν δὲν χρησιμοποιεῖται γιὰ ἔμψυχα ὄντα πρὸς χαρακτηρισμό τους. Τὸ οὐσ. χολὴ ἀπαντᾶ στὸν Ὅμηρο ὡς χόλος· ἀπὸ ἰατρικὴ ἄποψη δηλώνει τὸ ὑγρὸ τοῦ ἥπατος, μὲ διάφορες διακρίσεις ποὺ παραθέτει ὁ Γαληνός (βλ. TGrL σ.λ.). Ποιητὲς καὶ πεζογράφοι τὴ χρησιμοποίησαν κυριολεκτικὰ ἢ μεταφορικὰ (πβ. Αἰσχ. Προμ. 493-5 καὶ χροιὰν τίνα | ἔχουσ' ἂν εἴη δαίμοσιν πρὸς ἡδονὴν | χολή, λοβοῦ τε ποικίλην εὐμορφίαν, Ἀρχίλ. στὸν Ἀθήν. 3, 107f χολὴν γὰρ οὐκ ἔχεις ἐφ' ἥπατι, Θουκ. 2.49.3 ἀποκαθάρσεις χολῆς, Πλάτ. Πολ. 564b φλέγμα τε καὶ χολή, Τίμ. 83c ἰχὼρ δέ, ὁ μὲν αἵματος ὀρὸς πρᾶιος, ὁ δὲ μελαίνης χολῆς ὀξείας τε ἄγριος, ὅταν συμμειγνύεται διὰ θερμότητα ἁλμυρᾶι δυνάμει· καλεῖται δὲ ὀξὺ φλέγμα τὸ τοιοῦτον, κ.ἄ.). Στὴν περίπτωσή μας ταιριάζει μὲ τὸ συγκεκριμένο ὑγρὸ στὸ χρῶμα καὶ στὴν καυστικότητα τῆς γεύσης, ὁπότε θὰ μπορούσαμε νὰ θεωρήσουμε τὴν χολὴ αὐτὴ ὡς εἶδος χυμοῦ, σύνθεσης μὴ ἀναφερόμενης, μέσα στὸν ὁποῖο βουτιέται τὸ κομμάτι τοῦ χοιρινοῦ. Θεωροῦμε δηλ. ἀντικ. τῆς μτχ. ὠθῶν τὸ ἀντικ. τοῦ ρήμ. τόμον, παρὰ τὶς ἐπιφυλάξεις τοῦ Ξυδᾶ (ΣΣ6 50). Ἐπιπλέον συνδέουμε καὶ τὸ πηγανῖτιν μὲ τὸ χολήν, γιὰ τὸ ὁποῖο βλ. ἑπόμενο σχόλιο.

πηγανῖτιν εἰς χολήν: πηγανῖτις εἶναι τὸ θηλυκὸ τοῦ ἐπιθέτου πηγανίτης, ἐνῶ καὶ οἱ δύο τύποι ἀπαντοῦν μᾶλλον ἅπαξ: πηγανίτης οἶνος καὶ πηγανῖτις χολή (βλ. TGrL2 καὶ LSJ91 σ.λ.). Ἀντίθετα πολὺ γνωστὸ εἶναι τὸ εἶδος τοῦ φυτοῦ ποὺ ὀνομάζεται πήγανον (ἐπιστημ. Ruta graveolens: βλ. André NPlR σ.λ. peganon) καὶ ἀπαντᾶ μέχρι τὶς μέρες μας ὡς ἀπήγανο, κολλιά, μπομπόλα, πήανο. Ἡ Λαμπάκη-Μίχα (Διατροφή4 95) ἀναφέρει ὅτι τὰ σπέρματα τοῦ εἴδους αὐτοῦ τὰ χρησιμοποιοῦσαν οἱ Ρωμαῖοι ὡς ἀρτυματικὰ καὶ ὄχι τόσο οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, γεγονὸς ποὺ ἴσως ἀποτελεῖ ἔνδειξη γιὰ τὴ χρονολογία καὶ τὴν πηγὴ ἔμπνευσης τοῦ Σώπατρου. Ἐνῶ πάντως δὲν γίνεται λόγος γιὰ τὸ ἀγριοπήγανο, ἔχουμε ἀναφορὰ στὸ ἥμερο, τὸ κηπευτικό. Ἡ φράση μάλιστα τοῦ Ἀριστοφ. στὶς Σφῆκ. 480 οὐδὲ μὴν οὐδ' ἐν σελίνωι σοὐστὶν οὐδ' ἐν πηγάνωι χρησιμοποιήθηκε ὡς παροιμία γι' αὐτὸν ποὺ θέλει νὰ πεῖ κάτι ἀλλὰ δὲν ξεκινᾶ νὰ τὸ ἐκφράσει, μένοντας πάντα στὴν ἄκρη, στὴν περιφέρεια, ἀκριβῶς διότι ἐν τοῖς λεγομένοις περικήποις τὰ σέλινα καὶ πήγανα κατεφύτευον (Σχόλ. σ.στ.). Ἡ χρήση του λοιπὸν ὡς ἀρτύματος (πβ. τὴ συνταγὴ τοῦ Ἀπίκιου στὴ Λαμπάκη-Μίχα4 ὅ.π. 165 καὶ 198 κἑ. σημ. 429, ὅπου τὸ μαγείρεμα φασιανοῦ συνοδεύεται ἀπὸ κοπανιστὸ πιπέρι, κύμινο, κορίανδρο, δυόσμο καὶ πήγανο, ἢ τοῦ Ξενοκράτη, ὅ.π. 127, ὅπου καὶ φυτά, τὰ τήθεα, πλένονται μὲ ὀπὸν Κυρηναϊκὸν καὶ πήγανον) συνηγορεῖ γιὰ τὸ νόημα «καυστικὸς ἢ τσουχτερὸς χυμὸς ἀπήγανου» ποὺ δίνουμε στὴ φράση (ἔχοντας συνδέσει τὸ ἐπίθ. μὲ τὸ χολήν). Γι' αὐτὸ καὶ δὲν υἱοθετήσαμε τὴ –μετρικὰ καὶ παλαιογραφικὰ δυνατὴ– διόρθωση τοῦ Ξυδᾶ (ΣΣ7 50) σὲ τηγανίτην, ὁπότε ἀντικ. τῆς μτχ. γίνεται αὐτὸ τὸ εἶδος ψωμιοῦ, ἡ τηγανίτα, καὶ ἡ χολὴ παραμένει τὸ ζουμὶ τοῦ κρέατος καὶ ὄχι ὁ χυμὸς μὲ τὸ καυστικὸ πήγανο. Ἐκτὸς τούτων, ἐνδιαφέρον παρουσιάζει καὶ ἡ πληροφορία τοῦ Πλούταρχου (Ἠθ. 647b) φασὶ δὲ καὶ τὸ πήγανον ἀπὸ τῆς δυνάμεως ὠνομάσθαι· πήγνυσι γὰρ ξηρότητι διὰ θερμότητα τὸ σπέρμα καὶ ὅλως πολέμιόν ἐστι ταῖς κυούσαις (βλ. καὶ TGrL2, ὅπου καὶ ἄλλο ἐνδιαφέρον σχόλιο), γιὰ κάποιον ποὺ θὰ ἤθελε νὰ συσχετίσει ὑπαινικτικὰ πρὸς τὴ σεξουαλικὴ δραστηριότητα τοῦ φαγᾶ τοῦ ἀποσπάσματος τὸν χυμὸ τοῦ ἀπήγανου.

  1. A Greek-English Lexicon, , Oxford, (1940) a↑ b↑ c↑
  2. Θησαυρὸς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης: Thesaurus Graecae Linguae, , Volume I-IX(2), Graz , (1954) a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  3. Comicorum Graecorum Fragmenta, vol. I.1: Doriensium comoedia, Mimi, Phlyaces, , Berlin, (1899)
  4. Ἡ διατροφὴ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων κατὰ τοὺς ἀρχαίους κωμωδιογράφους, , Ἀθήνα , (1984) a↑ b↑ c↑ d↑
  5. Comicorum Atticorum Fragmenta, Kock, Theodor , 1880-1888, Volume I-III, Leipzig, (1880)a↑ b↑
  6. Συμβολὴ στὴ μελέτη τοῦ Σώπατρου, , Ἀθήνα, (1984)
  7. Μελέται, Διαλέξεις, Λόγοι, Ἄρθρα, , 1972-1974, Volume τόμ. Α΄-Γ΄, Λευκωσία, (1972)