You are here

F10a-b

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Athen. 3, 119a-b

1a. Καὶ ὁ Πλούταρχος, Ὁ μὲν ἡμίνηρος, ἔφη, τί διαφέρει τοῦ

προκαταλελεγμένου ἡμιταρίχου, ‹οὗ›2καλὸς ὑμῶν Ἀρχέ-

στρατος μέμνηται; ἀλλ' ὅμως ὠνόμασεν ἡμίνηρονΠάφιος

Σώπατρος ἐν Μυστάκου  θητίωι οὕτως·

  (v. 1)    Ἐδέξατ' ἀντακαῖον , ὃν τρέφει μέγας

Ἴστρος Σκύθαισιν ἡμίνηρον  ἡδονήν.

b. Καὶ τὸν Μενδήσιον οὕτως ὁ αὐτὸς καταλέγει·

(v. 1) Μενδήσιός θ' ὡραῖος ἀκρόπαστος εὖ 

         ξανθαῖσιν3 ὀπτὸς κέφαλος  ἀκτῖσιν πυρός.

ταῦτα δὲ τὰ βρώματα ὅτι πολλῶι ἡδίω ἐστὶ τῶν παρὰ σοὶ πε-

ρισπουδάστων κόττα καὶ λέπιδι4 , οἱ πειραθέντες ἴσασι.

  1. Vid. etiam Athen. Epit. 119a (II.1 27 P.) ( a.) Σώπατρος· Ἀντακαῖον – Ἴστρος, et ( b.) Σώπατρος· Μενδήσιοςὡραῖος – πυρός.


  2. a. 2 οὗ suppl. Casaubon
  3. b. 2-3 (F10b vv. 1-2) εὖ ξανθαῖσιν Musurus: εὐξανθεσιν A, -έσιν CE; ἐν ξανθαῖσιν dubit. prop. Kaib.
  4. 5 κόττανα dubit. prop. Kaib. coll. 9, 385a κόττανα καὶ λέπιδιν (acc.), fort. recte.
Ἀθήν. 3, 119a-b

1,2a. Καὶ ὁ Πλούταρχος, Ὁ ἡμίνηρος (μισοαλατισμένος), εἶπε, σὲ τί

διαφέρει ἀπὸ τὸν προαναφερμένο ἡμιτάριχον (μισοταριχευμένο),

ποὺ ἔχει μνημονεύσει ὁ καλός σας Ἀρχέστρατος; Ἀλλ' ὅμως τὸν

ὀνόμασε ἡμίνηρον ὁ Πάφιος Σώπα­τρος στὸ Μυστάκου

θητίον ὡς ἑξῆς:

(στ. 1)    Ἐπῆρε μιὰν μουρούνα, ποὺ τρέφει ὁ μέγας

Δούναβης μισοαλατισμένη γιὰ τοὺς Σκύθες ἡδονή.

b. Καὶ τὸν Μενδήσιο (κέφαλο) ἔτσι ὁ ἴδιος περιγράφει:

(στ. 1)   Κι ἀπὸ τὴ Μένδη ὡραῖος φρεσκοαλατισμένος καλὰ

            μὲς στὶς ξανθὲς τῆς φλόγας τὶς ἀχτίνες ψημένος κέφαλος.

Ὅτι αὐτὰ τὰ ἐδέσματα εἶναι πολὺ πιὸ νόστιμα ἀπὸ τὰ τόσο περιζή-

τητα στὴ χώρα σου κόττανα καὶ λεπίδια, ὅσοι τὰ δοκίμασαν ξέρουν.

  1. Βλ. ἐπίσης Ἀθήν. Ἐπιτ. 119a (II.1 27 P.) (a.) Σώπατρος: «Μιὰν μουρούνα – Δούναβης», καὶ (b.) Σώπατρος: «Ἀπὸ τὴ Μένδη – κέφαλος.»


  2. [Οἱ Musurus καὶ Casaubon ἀποκατέστησαν ἱκανοποιητικὰ τὸ κείμενο, τὶς δὲ διορθώσεις τους υἱοθέτησαν οἱ Kaibel καὶ Gulick. Βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. στὸ χωρίο.]
Σχόλια: 

ΤΙΤΛΟΣ: Ὁ τονισμὸς τοῦ ΜΥΣΤΑΚΟΥ (ΜυστάκουΜυστακοῦ, ὀνομ. ΜύστακοςΜυστακός) καὶ ἡ ὀρθὴ γραφὴ καὶ ἑρμηνεία τοῦ ΘΗΤ(Ε)ΙΟΝ (θητίονθητεῖον) ἔχουν προκαλέσει πολλὲς συζητήσεις (ἀνάλυση τῶν προβλημάτων καὶ βιβλιο­γραφία βλ. στὸν Ξυδᾶ, ΣΣ1 32-3, βλ. καὶ Olivieri2 καὶ Kassel – Austin3 σημ. στὸ ἀπόσπ.). Πιὸ πιθανὴ φαίνεται ἡ γραφὴ Μυστάκου θητίον (ὑποκοριστικὸ τοῦ θής, θητός), τοῦ Μύστακου ὁ παραγιός (ὁ μικρὸς ἐκπαιδευόμενος, τὸ τσιράκι, «τὸ δουλικὸ» κατὰ τὸν Κυριάκο Χατζηιωάννου, ΑΚΕΠ4 Γα΄ 4.6, πβ. καὶ ἑπόμενα). Θητείωι γράφει ἐδῶ ὁ Olson, Θητίωι κατωτ. F11.2 καὶ F12.2.

Καθὼς τὰ δύο δίστιχα ἀποσπάσματα παρατίθενται συνεχόμενα στὸν Ἀθήναιο, προτιμήσαμε τὴν ἀρίθμηση a-b. Στὰ «Incertarum fabularum fragmenta» (ἀρ. 22) κατατάσσουν τὸ 10b οἱ Kassel – Austin3, εὔλογα.

Τὸ μέτρο τῶν δύο ἀποσπ. εἶναι ἰαμβικὸ τρίμετρο, δωδεκασύλλαβο στοὺς τρεῖς πρώτους στίχους, μὲ ἀνάλυση στὸν στ. 2 τοῦ ἀποσπ. b (στὴ λέξη κέφαλος).

a.5 (στ. 1). ἀντακαῖον: ὀνομ. ἀντακαῖος, μεγάλο ψάρι (ποὺ ἀνευρίσκεται κυρίως σὲ ποταμούς), πιθ. ὁ ὀξύρρυγχος, ἡ μουρούνα.

6 (στ. 2). Ἴστρος: ὁ γνωστὸς ἀργότερα ὡς Δούναβις. Ἀναφέρεται ἤδη ἀπὸ τὸν Ἡσίοδο (Θεογ. 339, Ἴστρον καλλιρέεθρον), μεταξὺ τῶν ποταμῶν ποὺ γέννησε ἡ Τηθὺς ἀπὸ τὸν Ὠκεανό.

ἡμίνηρον: ἡμίνηρος, -ον (συνηρ. τύπος, ἀντὶ ἡμινέαρος) «κατὰ τὸ ἥμισυ πρόσφατος, καὶ οὕτως ἐπὶ ἰχθύων, κατὰ τὸ ἥμισυ ἡλατισμένος, ὡς τὸ ἡμιτάριχος» (LSK5 σ.λ.), μισοαλατισμένος (ὄχι ἐντελῶς φρέσκος, οὔτε πλήρως ταριχευμένος). Βλ. καὶ Λαμπάκη-Μίχα Διατροφή6 115 κἑ.

b.2 (στ. 1). ἀκρόπαστος: ραντισμένος στὴν ἐπιφάνεια, φρεσκοαλατισμένος (ἄκρον + πάσσω)· «leviter salatus» κατὰ τὸν Kaibel7, “lightly salted” κατὰ τὸν Gulick8.

εὖ: μπορεῖ νὰ ἀναφέρεται τόσο στὸ προηγούμενο ἀκρόπαστος ὅσο καὶ –κυρίως– στὸ ἑπόμενο ὀπτός· ὁ Σώπατρος ἀρέσκεται στὰ συνεχῆ ὑπερβατὰ σχήματα (ὄχι μόνο γιὰ λόγους μετρικούς, ὅπως φαίνεται καὶ σ' ἄλλα του ἀποσπάσματα)· ἡ στίξη μὲ κόμμα μετὰ τὸ εὖ [βλ. τώρα καὶ Olson, μὲ τὴν ἀντίστοιχη μετάφραση: “and a peak-season Mendesian, lightly and carefully salted, (and) a mullet roasted with the yellow rays of fire” δὲν δίνει καλύτερο νόημα. Ἡ μετὰ δισταγμῶν πρόταση τοῦ Kaibel7 ἐν ξανθαῖσιν δὲν εἶναι προτιμότερη, οὔτε νοηματικὰ οὔτε παλαιογραφικά.

3 (στ. 2). κέφαλος: Βλ. Λαμπάκη-Μίχα6 ὅ.π. 88 κἑ.

5. κόττα καὶ λέπιδι: ὁ Kaibel7, παραβάλλοντας πρὸς τὸ τοῦ Ἀθήν. 9, 385a κόττανα καὶ λέπιδιν (σὲ αἰτ.), διερωτᾶται μήπως πρέπει νὰ γραφεῖ καὶ ἐδῶ κόττανα (εἶδος μικρῶν σύκων ξηρῶν, καὶ Λατ. cottana), καὶ δὲν ἀποκλείεται νὰ ἔχει δίκαιο. Στὸ ἀνωτ. χωρίο τοῦ Ἀθήν. παραπέμπει καὶ ὁ Gulick8 (σημ. 2). Σκοτεινῆς ἐτυμολογίας, κατὰ τὸν Chantraine9 σ.λ. (κόττανα).

  1. Συμβολὴ στὴ μελέτη τοῦ Σώπατρου, , Ἀθήνα, (1984)
  2. Frammenti della Commedia Greca et del Mimo nella Sicilia e nella Magna Grecia, , Collana di Studi Graeci, Volume II. Frammenti della Commedia Fliacica, Number 9, Napoli , (1947)
  3. Poetae Comici Graeci, , 1983-2001, Volume I-VIII, Berlin and New York, (1983) a↑ b↑
  4. Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, , 1971-1992, Volume τόμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία, (1971)
  5. Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, , Volume I-V, Ἀθῆναι , (1980)
  6. Ἡ διατροφὴ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων κατὰ τοὺς ἀρχαίους κωμωδιογράφους, , Ἀθήνα , (1984) a↑ b↑
  7. Comicorum Graecorum Fragmenta, vol. I.1: Doriensium comoedia, Mimi, Phlyaces, , Berlin, (1899) a↑ b↑ c↑
  8. Athenaeus, The Deipnosophists, , 1927-1941, Volume I-VII, Cambridge Mass.-London, (1927) a↑ b↑
  9. Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, , 1968-1980, Volume 1-4, Paris, (1968)